ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 288/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίοιο της διαφοράς
Η κοινή οργάνωση των αγορών προβλέπει, σε διαφόρους τομείς, προκειμένου να επιτραπεί η εξαγωγή των σχετικών γεωργικών προϊόντων προς τρίτες χώρες, τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής· οι επιστροφές αυτές καλύπτουν τη διαφορά μεταξύ των κοινοτικών τιμών και των τιμών που ισχύουν στην παγκόσμια αγορά. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, ο κανονισμός 441/69 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1969, περί καθορισμού των γενικών συμπληρωματικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα προϊόντα που υπόκεινται σε καθεστώς ενιαίων τιμών και εξάγονται στην κατάσταση που ευρίσκονται ή υπό μορφή ορισμένων εμπορευμάτων που δεν υπάγονται στο παράρτημα II της Συνθήκης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 95), έχει επιπλέον προβλέψει τη δυνατότητα προπληρωμής, δηλαδή την πληρωμή των επιστροφών πριν από την πραγματική έξοδο του προϊόντος από το κοινοτικό έδαφος, και, στην περίπτωση των μεταποιημένων προϊόντων, ακόμη και πριν από την αρχή της διαδικασίας μεταποιήσεως. Προς το σκοπό αυτό, ο κανονισμός 441/69 θέσπισε δύο συστήματα προπληρωμής, προβλέποντας τη θέση του προϊόντος υπό το τελωνειακό καθεστώς της « αποταμιεύσεως για εξαγωγή στην κατάσταση που ευρίσκεται » ή υπό το καθεστώς της « μεταποιήσεως υπό τελωνειακό έλεγχο ». Οι τρόποι εφαρμογής των συστημάτων αυτών καθορίστηκαν από τον κανονισμό 1957/69 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1969 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 220), η ερμηνεία του οποίου αμφισβητείται στην κύρια δίκη.
Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 1957/69, ο επιχειρηματίας που θέλει να επωφεληθεί μιας προκαταβαλλόμενης επιστροφής, οφείλει να προσκομίσει στην τελωνειακή αρχή μια βεβαίωση με την οποία αναλαμβάνει μεταξύ άλλων την υποχρέωση να εξαγάγει εκτός της Κοινότητας τα προϊόντα για τα οποία έχει χορηγηθεί η προσφυγή, « διά προσδιορισμού της ποσότητάς τους, του είδους και ενδεχομένως των χαρακτηριστικών, ως και των άλλων απαραιτήτων στοιχείων για την τακτοποίηση της επιστροφής». Εξάλλου, από το άρθρο 6 του κανονισμού προκύπτει ότι το όφελος μιας προπληρωμής εξαρτάται από τη σύσταση μιας εγγυήσεως, «που εξασφαλίζει την απόδοση... της πληρωμένης επιστροφής, αυξανόμενης κατά 20%». Η εγγύηση αυτή πρέπει να συσταθεί στην περίπτωση κατά την οποία, πλην ανωτέρας βίας, τα εν λόγω προϊόντα δεν έχουν πραγματικά εγκαταλείψει, στην κατάσταση που βρίσκονται, το γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Σε περίπτωση εξαγωγής μερικών ποσοτήτων, η απόδοση απαιτείται κατ' αναλογία των ποσοτήτων που δεν έχουν εξαχθεί ( άρθρο 6, παράγραφος 3 ).
2. Ιστορικό της διαφοράς
Η διαφορά στην κύρια δίκη ξεκίνησε από την προκαταβολική χορήγηση μιας επιστροφής λόγω εξαγωγής στη γερμανική εταιρία Piange Kraftfutterwerke, που παρασκευάζει ζωοτροφές. Το όφελος της προκαταβαλλόμενης επιστροφής της παρεσχέθη στο πλαίσιο της παρασκευής, το 1977, ζωοτροφών για πρόβατα με προορισμό τη Λιβύη. Προς το σκοπό αυτό, είχε θέσει υπό τελωνειακό έλεγχο ορισμένη ποσότητα κριθής και αραβοσίτου, αναφέροντας ότι τα προϊόντα αυτά θα μεταποιηθούν σε « σύνθετες ζωοτροφές με βάση σιτηρά... με περιεκτικότητα κατά βάρος σε σιτηρά ανώτερη του 65 % ». Μετά την εκτέλεση της πράξεως αυτής, καθώς και τη διεξαγωγή των αναγκαίων ελέγχων, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas ελευθέρωσε την εγγύηση που είχε συστήσει η Piange. Εντούτοις, μεταγενέστερος έλεγχος απέδειξε, το 1978, ότι σε ένα από τα τέσσερα εργοστάσια που είχαν χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή των ζωοτροφών για πρόβατα, το ποσοστό κριθής και αραβοσίτου ήταν κατώτερο από 65 %: στην πραγματικότητα, η κατά βάρος αναλογία των σιτηρών ήταν μόνο 63,9 ο/ο. Για το λόγο αυτό, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas ζήτησε, στις 21 Νοεμβρίου 1978, την απόδοση της χορηγηθείσας επιστροφής (δηλαδή συνολικά 2535994,89 DM ), προσαυξημένης κατά 20 % ( δηλαδή 507198,98 DM ), αφού αφαίρεσε από το εισπράξιμο ποσό το ποσό που προέκυπτε από την επιστροφή που θα χορηγείτο. για μια πράξη με βάση κατά βάρος αναλογία σε σιτηρά μεταξύ 50 και 65% (δηλαδή 1 976454,82 DM ). Κατόπιν αυτού, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas ζήτησε την απόδοση ποσού ανερχόμενου σε 1066739,05 DM.
Το Finanzgericht Hamburg, ενώπιον του οποίου η εταιρία Piange Kraftfutterwerke άσκησε προσφυγή, αποφάσισε ότι το Hauptzollamt Hamburg-Jonas μπορούσε μόνο να ζητήσει την επιστροφή λόγω εξαγωγής που είχε αχρεωστήτως καταβληθεί, λόγω του ότι η αρχή της αναλογικότητας αντιτίθετο στην είσπραξη του επιπλέον ποσοστού 20 ο/ο. Ως προς αυτό, το Finanzgericht έκρινε ότι εν προκειμένω η μη τήρηση ορισμένης αναλογίας κατά βάρος σε σιτηρά δεν μπορούσε να καταλογιστεί σε μια οποιαδήποτε συμπεριφορά της εταιρίας Piange. Μετά από αυτή την απόφαση, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas υπέβαλε αίτηση αναθεωρήσεως ενώπιον του Bundesfinanzhof.
3. Προδικαστικό ερώτημα
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Bundesfinanzhof κρίνοντας ότι από τη διαφορά ανέκυπτε πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως μέχρι να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ακολούθου προδικαστικού ερωτήματος:
«Το έτος 1978, δικαιούχος επιστροφών ήταν άραγε υποχρεωμένος κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1957/69, ακόμη και μετά την ελευθέρωση της εγγυήσεως, να επιστρέψει όλο το σύνολο του προπληρωθέντος ποσού της επιστροφής, προσαυξημένο κατά 200/0, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ενώ είχε υποχρέωση να εξαγάγει, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1957/69, σύνθετες ζωοτροφές με βάση σιτηρά, περιεκτικότητας κατά βάρος σε σιτηρά ανώτερης του 65 %, λόγω περιστάσεων για τις οποίες δεν ευθύνεται, εξήγαγε στην πραγματικότητα σύνθετες ζωοτροφές με βάση σιτηρά, περιεκτικότητας κατά βάρος σε σιτηρά που κυμαινόταν μόνο από 50 έως 65 %; »
Από το σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη κατά την οποία η είσπραξη συμπληρωματικού ποσού παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας όταν το συμπληρωματικό αυτό ποσό ζητείται από ενδιαφερομένους, η συμπεριφορά των οποίων είναι άψογη. Πράγματι, αν η εν λόγω κοινοτική ρύθμιση επιδιώκει να αντισταθμίσει, στις περιπτώσεις των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών, τα πλεονεκτήματα που απεκόμισε έναςεπιχειρηματίας μέσω πιστώσεως εκ χαριστικής αιτίας, λίγο θα ενδιέφερε αν υπήρξε ή όχι απάτη. Επομένως, σύμφωνα πάντα με τη γνώμη του παραπέμποντος δικαστηρίου, αν η νομιμότητα της αρχής της εισπράξεως συμπληρωματικού ποσού δεν αμφισβητείται, το εν λόγω δικαστήριο διστάζει να δεχτεί ότι το υψηλό επίπεδο του καθορισθέντος ποσοστού (200/0) συνιστά αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Το παραπέμπον δικαστήριο τονίζει σχετικά ότι ένας κανονισμός δεν μπορεί νομίμως να επιδιώκει κατασταλτικούς σκοπούς.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιβεβαιώσει την ισχύ του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1957/69, το παραπέμπον δικαστήριο διερωτάται με ποια βάση πρέπει να υπολογιστεί η προσαύξηση: βάσει ολόκληρης της προπληρωθείσας επιστροφής (εν προκειμένω: περίπου 2,5 εκατομμύρια DM) ή βάσει της διαφοράς μεταξύ αυτού του τελευταίου ποσού και της επιστροφής που έπρεπε να έχει χορηγηθεί (εν προκειμένω: περίπου 0,5 εκατομμύρια DM). Το εθνικό δικαστήριο προσθέτει ότι το ίδιο το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 1957/69 φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι ολόκληρη η επιστροφή πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο μιας αιτήσεως αποδόσεως. Εντούτοις, αναφέρεται σχετικά στην αρχή της αναλογικότητας, τονίζοντας ότι η δεύτερη δυνατότητα, όπως εκτίθεται ανωτέρω, θα ήταν πιο δίκαιη.
4. Διαδικασία
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Σεπτεμβρίου 1985.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η εταιρία Piange Kraftfutterwerke GmbH & Co., καθής στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον J. Mielke, δικηγόρο Αμβούργου, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, προσφεύγον στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τον Bastein, διευθυντή της Oberfinanzdirektion Hamburg, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Β. Jansen, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Με απόφαση της 16ης Μαΐου 1986, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας- εξάλλου, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Η εταιρία Piange Kraftfutterwerke, καθής στην κύρια δίκη, ισχυρίζεται ότι η απόδοση ολόκληρου του ποσού της προπληρωθείσας επιστροφής επιβάλλεται μόνο στην περίπτωση που εξήχθη εντελώς διαφορετικό προϊόν ή στην περίπτωση που δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες προθεσμίες. Όμως, η κατάσταση από την οποία προέκυψε η παρούσα διαφορά δεν ανταποκρίνεται ούτε στην πρώτη ούτε στη δεύτερη περίπτωση. Η εταιρία Piange διευκρινίζει σχετικά ότι εν προκειμένω τήρησε απολύτως την υποχρέωση της να εξαγάγει εκτός της Κοινότητας, εντός των καθορισμένων προθεσμιών, μεταποιημένο προϊόν που παρασκευάστηκε με τη βοήθεια των σιτηρών που αποτελούν προϊόντα βάσεως, τα οποία πράγματι είχε θέσει υπό τελωνειακό έλεγχο. Αν, όπως εν προκειμένω, η αναλογία κατά βάρος σε σιτηρά είναι κατώτερη από το ποσοστό που αναφέρεται σε μια βεβαίωση, τότε αυτό το γεγονός μπορεί ασφαλώς να καταλήξει στην εφαρμογή διαφορετικού τρόπου υπολογισμού από αυτόν που χρησιμοποιήθηκε κατά το χρόνο της προπληρωμής. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επιφέρει την ολική ανάκληση του οφέλους της προπληρωμής ούτε, κατά μείζονα λόγο, την είσποαξη συιιπληρωματικού ποσού 20 %.
Επικουρικώς, η εταιρία Piange υποστηρίζει ότι το ποσοστό προσαυξήσεως που προβλέπεται από τον κανονισμό 1957/69 προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον ο εν λόγω κανονισμός επιβάλλει επιβάρυνση που δεν έχει σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο.
Κατά το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, προοψευγον οτην κύρια δίκη, και την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο δίκαιος χαρακτήρας της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Προς το σκοπό αυτό, τονίζουν καταρχάς ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να προβούν στην είσπραξη των επιστροφών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως μόνο μετά τη λήξη όλων των προβλεπομένων προθεσμιών ( μεταποίηση του προϊόντος, προσκόμιση των αποδεικτικών εξαγωγής, εξέταση του φακέλου κλπ.). Έτσι, ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας διαθέτει, όπως εν προκειμένω, σημαντική πίστωση εκ χαριστικής αιτίας για αρκετά μακρά περίοδο, συχνά πέραν του έτους. Σε σχέση με τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η επιβολή κατ' αποκοπήν προσαυξήσεως 20 % δεν είναι δυσανάλογη. Στη συνέχεια ισχυρίζονται ότι η εξαίρεση που προβλέπεται για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας, εξαίρεση που προστέθηκε στον κανονισμό 1957/69 ακριβώς για να ληφθεί υπόψη η αρχή της αναλογικότητας, επιτρέπει αρκούντως να αποφευχθεί η αδικαιολόγητη εφαρμογή της προβλεπόμενης προσαυξήσεως.
Υπό το πρίσμα αυτής της σχέσεως, η Επιτροπή παρατηρεί επιπλέον ότι αν ληφθεί υπόψη ότι τα επιτόκια των τραπεζικών δανείων ανέρχονται σε 18 % ετησίως σε ορισμένα κράτη μέλη, η εφαρμογή του επίμαχου ποσοστού 20 ο/ο δεν μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί υπερβολική.
Όσον αφορά τη βάση υπολογισμού της εν λόγω προσαυξήσεως, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η προσαύξηση αυτή πρέπει να υπολογιστεί με βάση το σύνολο της προπληρωθεΐσας επιστροφής, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας απολαμβάνει πλήρως το όφελος που του έχει παρασχεθεί έως την ημερομηνία κατά την οποία, ενδεχομένως, αποδεικνύεται οριστικώς ο αδικαιολόγητος χαρακτήρας του. Υπό το πρίσμα της σχέσεως αυτής, η Επιτροπή προσθέτει ότι η υποχρέωση εξαγωγής των μεταποιημένων προϊόντων στην κατάσταση που περιγράφεται στη βεβαίωση που προβλέπεται από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1957/69 συνιστά κύρια υποχρέωση κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, η μη εκπλήρωση της οποίας δικαιολογεί τη διεκδίκηση όλων των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τη χορήγηση πιστώσεως εκ χαριστικής αιτίας. Πράγματι, η ορθή λειτουργία του εν λόγω συστήματος προπληρωμής μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο αν τα πράγματι εξαχθέντα προϊόντα είναι απολύτως σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει αναφέρει ο επιχειρηματίας στην εν λόγω βεβαίωση.
Συνοπτικώς, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof:
1)
Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 1957/69 πρέπει να γίνει αντιληπτό υπό την έννοια ότι η εξαγωγή σύνθετων ζωοτροφών με βάση σιτηρά, που έχουν περιεκτικότητα σε σιτηρά και παρέχουν δικαίωμα σε χορήγηση διαφορετικής επιστροφής από αυτή που αναφέρεται στη βεβαίωση που έγινε σύμφωνα προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, επιβάλλει την υποχρέωση αποδόσεως της επιστροφής λόγω εξαγωγής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού, αφού συμπεριληφθεί σ' αυτήν η προβλεπόμενη προσαύξηση, ακόμη και αν η εγγύηση που είχε συσταθεί κατά το χρόνο ενάρξεως της διαδικασίας του τελωνειακού ελέγχου έχει ελευθερωθεί.
2)
Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε τίποτε ικανό να επηρεάσει το κύρος των εν λόγω διατάξεων, όπως ερμηνεύτηκαν υπό το στοιχείο 1.
Τ. Koopmans
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τέταρτο τμήμα )
της 5ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 288/85,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
και
Piange Kraftfutterwerke GmbH & Co.,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 1957/69 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1969, περί συμπληρωματικών τρόπων εφαρμογής που αφορούν την παροχή των επιστροφών στην εξαγωγή στον τομέα των προϊόντων που υπόκεινται σ' ένα καθεστώς ενιαίων τιμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 220 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans και G. C Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η εταιρία Piange Kraftfutterwerke GmbH, καθής στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Ρ. Streck, δικηγόρο Αμβούργου,
—
το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, προσφεύγον στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τον Μ. Bastein, διευθυντή της Oberfinanzdirektion Hamburg,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Β. Jansen, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Οκτωβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Νοεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 13ης Αυγούστου 1985, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Σεπτεμβρίου 1985, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 1957/69 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1969, περί συμπληρωματικών τρόπων εφαρμογής που αφορούν την παροχή των επιστροφών στην εξαγωγή στον τομέα των προϊόντων που υπόκεινται σ' ένα καθεστώς ενιαίων τιμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 220 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ εταιρίας παραγωγής ζωοτροφών, της εταιρίας Piange Kraftfutterwerke GmbH και του Hauptzollamt Hamburg-Jonas, το οποίο της ζητεί τη μερική απόδοση επιστροφής λόγω εξαγωγής, την οποία είχε λάβει υπό τη μορφή προπληρωμής, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό 441/69 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1969, περί καθορισμού των γενικών συμπληρωματικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα προϊόντα που υπόκεινται σε καθεστώς ενιαίων τιμών και εξάγονται στην κατάσταση που ευρίσκονται ή υπό μορφή ορισμένων εμπορευμάτων που δεν υπάγονται στο παράρτημα II της Συνθήκης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 95 ). Ο κανονισμός αυτός θέσπισε τα συστήματα προπληρωμής του ποσού της επιστροφής για ορισμένα προϊόντα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα σύνθετα προϊόντα για των οποίων την εξαγωγή προς μια τρίτη χώρα προβλέπονται επιστροφές, αλλά τα οποία πριν από την εξαγωγή τους υπόκεινται σε ορισμένη μεταποίηση.
3
Ο κανονισμός 1957/69 της Επιτροπής, η ερμηνεία του οποίου αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση, καθορίζει τους τρόπους εφαρμογής αυτού του συστήματος προπληρωμής. Έτσι, ο επιχειρηματίας οφείλει να προσκομίσει στην τελωνειακή αρχή βεβαίωση με την οποία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξαγάγει εκτός της Κοινότητας τα προϊόντα για τα οποία έχει χορηγηθεί η επιστροφή, ενώ ταυτόχρονα καθορίζει επακριβώς τα χαρακτηριστικά τους ( άρθρο 3 ). Η προκαταβολική χορήγηση της επιστροφής εξαρτάται, εξάλλου, από τη σύσταση εγγυήσεως ή ασφαλείας που αναγνωρίζεται ως ισοδύναμη, « που εξασφαλίζει την απόδοση ενός ποσού ίσου προς αυτό της πληρωμένης επιστροφής, αυξανομένου κατά 20 % » ( άρθρο 6, παράγραφος 1 ). Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 6, το ποσό αυτό οφείλεται όταν δεν προσκομίζονται οι αποδείξεις ότι τα εν λόγω προϊόντα εγκατέλειψαν πράγματι το έδαφος της Κοινότητας εντός των προβλεπομένων προθεσμιών εντούτοις, η προσαύξηση του 20 ο/ο δεν τηρείται αν οι αναγκαίες αποδείξεις δεν μπορούν να κομιστούν συνεπεία περιπτώσεως ανωτέρας βίας ( άρθρο 6, παράγραφος 2 ).
4
Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το 1977, η εταιρία Piange ζήτησε την προπληρωμή μιας επιστροφής λόγω εξαγωγής για την παρασκευή ζωοτροφών προβάτων με προορισμό τη Λιβύη. Προς το σκοπό αυτό έθεσε υπό τελωνειακό έλεγχο ορισμένες ποσότητες κριθής και αραβοσίτου, αφού δήλωσε ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταποιήσει τα εν λόγω προϊόντα σε σύνθετες ζωοτροφές με περιεκτικότητα, κατά βάρος, σε σιτηρά ανώτερη του 65 ο/ο. Μετά την εκτέλεση της πράξεως αυτής και τη διεξαγωγή των αναγκαίων ελέγχων, οι γερμανικές τελωνειακές αρχές ελευθέρωσαν την εγγύηση που είχε συστήσει η επιχείρηση.
5
Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο συμπληρωματικού ελέγχου που πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 1978, διαπιστώθηκε ότι σε ένα από τα τέσσερα εργοστάσια που είχαν χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή των εν λόγω προϊόντων, η κατά βάρος περιεκτικότητα σε κριθή και αραβόσιτο ανερχόταν σε 63,9 ο/ο των παραχθεισών ζωοτροφών και επομένως ήταν κατώτερη από το δηλωθέν ποσοστό 65 ο/ο. Για το λόγο αυτό, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas ζήτησε την απόδοση 1066739,05 γερμανικών μάρκων ( DM ), ποσό που υπολογίστηκε αφαιρώντας από το ποσό της χορηγηθείσας επιστροφής, προσαυξημένο κατά 20 ο/ο, το ποσό της επιστροφής που θα είχε χορηγηθεί αν η ενέργεια είχε πραγματοποιηθεί βάσει μιας κατά βάρος περιεκτικότητας σε σιτηρά μεταξύ 50 και 65 ο/ο.
6
Αποφαινόμενο επί της προσφυγής που άσκησε κατά της αιτήσεως αποδόσεως, το Finanzgericht Hamburg αποφάσισε ότι το Hauptzollamt δεν μπορούσε να ζητήσει παρά μόνο την αχρεωστήτως καταβληθείσα επιστροφή λόγω εξαγωγής. Πράγματι δέχθηκε ότι η αρχή της αναλογικότητας αντίκειται στην είσπραξη της προσαυξήσεως κατά 20 %, δεδομένου ότι η διαπιστωθείσα παράλειψη δεν μπορούσε να καταλογιστεί στην επιχείρηση.
7
Το Bundesfinanzhof, ενώπιον του οποίου άσκησε αναίρεση το Hauptzollamt, έκρινε ότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 1957/69, η ύπαρξη ή η απουσία απάτης δεν συνιστά γεγονός ικανό να επηρεάσει τη νομιμότητα της εισπράξεως μιας προσαυξήσεως. Κατά την άποψη του, τίθεται μάλλον το ερώτημα αν η αρχή της αναλογικότητας αντιτίθεται στην είσπραξη της προσαυξήσεως κατά ένα υψηλό ποσοστό, όπως αυτό που καθορίζεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, δηλαδή 20 ο/ο. Επιπλέον, το Δικαστήριο διερωτήθηκε σχετικά με το ποια έπρεπε να είναι η βάση υπολογισμού της επίμαχης προσαυξήσεως: ολόκληρη η προπληρωθείσα επιστροφή ή η διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και του ποσού της επιστροφής που όφειλε να έχει χορηγηθεί.
8
Προκειμένου να δοθούν λύσεις στα προβλήματα αυτά, το Bundesfinanzhof υπέβαλε το εξής ερώτημα:
« Το έτος 1978, δικαιούχος επιστροφών ήταν άραγε υποχρεωμένος κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1957/69, ακόμη και μετά την ελευθέρωση της εγγυήσεως, να επιστρέψει το σύνολο του προπληρωθέντος ποσού της επιστροφής, προσαυξημένο κατά 20 ο/ο, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ενώ είχε υποχρέωση να εξαγάγει, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1957/69, σύνθετες ζωοτροφές με βάση σιτηρά περιεκτικότητας κατά βάρος, σε σιτηρά, ανώτερης του 65 ο/ο, λόγω περιστάσεων για τις οποίες δεν ευθύνεται, εξήγαγε στην πραγματικότητα σύνθετες ζωοτροφές με βάση σιτηρά περιεκτικότητας, κατά βάρος, σε σιτηρά που κυμαινόταν μόνο από 50 έως 65 °/ο; »
9
Όσον αφορά τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι στην κύρια δίκη και η Επιτροπή, γίνεται παραπομπή στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση οι παρατηρήσεις αυτές δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
10
Πρέπει καταρχάς να αναφερθεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 1957/69 επιβάλλει στον εξαγωγέα την υποχρέωση να αποδώσει το πληρωμένο ποσό της επιστροφής, προσαυξανόμενο, ενδεχομένως, όταν οι αποδείξεις δεν έχουν κομιστεί ( προσκομιστεί ). Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι, στην περίπτωση αυτή, « αν το ποσό αυτό δεν αποδίδεται παρά το ότι ζητείται», η προηγουμένως συσταθείσα εγγύηση παρακρατείται. Από αυτό προκύπτει ότι η υποχρέωση περί αποδόσεως της επιστροφής, δεν θίγεται από το γεγονός ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν ήδη ελευθερώσει την εγγύηση, δεδομένου ότι η εν λόγω εγγύηση έχει μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει την τήρηση εκ μέρους του ωφελούμενου επιχειρηματία των υποχρεώσεων του.
11
Περαιτέρω πρέπει να τονιστεί ότι, όπως ορθώς το παρατηρεί το εθνικό δικαστήριο, η υποχρέωση αποδόσεως της επιστροφής δημιουργείται σε περίπτωση που δεν προσκομίζονται ορισμένες αποδείξεις. Η χορήγηση της επιστροφής συνιστά ένα πλεονέκτημα για τον επιχειρηματία, το οποίο δικαιολογείται αν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες αφορούν τόσο τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εξαγόμενου προϊόντος όσο και τους τρόπους της εξαγωγής. Όταν αποδεικνύεται μετά από ελέγχους ότι δεν συντρέχει αυτή η περίπτωση, το ποσό της επιστροφής δεν οφείλεται στον εξαγωγέα και πρέπει να αποδοθεί όταν έχει ήδη καταβληθεί, για παράδειγμα στο πλαίσιο μιας προπληρωμής. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου να μπορεί να ζητηθεί η απόδοση μιας επιστροφής, ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας να έχει διαπράξει απάτες ή σφάλματα που μπορούν να του καταλογιστούν.
12
Υπό αυτές τις συνθήκες, τα προβλήματα που ανέκυψαν με το προδικαστικό ερώτημα αφορούν καταρχάς την εφαρμογή ποσοστού 20 ο/ο για τον υπολογισμό της προσαυξήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού και στη συνέχεια τον καθορισμό του ποσού της επιστροφής που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό της εν λόγω προσαυξήσεως κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κανονισμού.
13
Ως προς το πρώτο ζήτημα, η εταιρία Piange ισχυρίζεται ότι ποσοστό 20 ο/ο, το οποίο εφαρμόζεται όποιες κι αν είναι οι ιδιαίτερες συνθήκες στην προκειμένη περίπτωση, είναι δυσανάλογο. Το Hauptzollamt και η Επιτροπή θεωρούν, αντιθέτως, ότι η απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών πραγματοποιείται συνήθως μετά από μακρά χρονικά διαστήματα που οφείλονται στη μεταποίηση του προϊόντος, στις διατυπώσεις εξαγωγής και στην εξέταση του φακέλου' επομένως, ο επιχειρηματίας διαθέτει, μετά την προπληρωμή, μια πίστωση για μεγάλο χρονικό διάστημα, συχνά άνω του έτους. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιβολή κατ' αποκοπήν προσαυξήσεως 20 ο/ο μπορεί να θεωρηθεί εντελώς κατάλληλη.
14
Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1957/69 συνάγεται ότι η προσαύξηση κατά 20 0/0 προβλέφθηκε προκειμένου να αποφευχθεί αδικαιολόγητο όφελος του ενδιαφερόμενου εξαγωγέα. Πράγματι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται σύστημα προπληρωμής, οι επιχειρηματίες επωφελούνται αδικαιολογήτως μιας πιστώσεως εκ χαριστικής αιτίας, εφόσον εκ των υστέρων αποδειχτεί ότι δεν έπρεπε να χορηγηθεί η επιστροφή.
15
Ενόψει του στόχου αυτού της προσαυξήσεως, το ποσοστό 20 ο/ο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσανάλογο. Πράγματι, δεδομένου ότι ο κανονισμός θέσπισε ένα κατ' αποκοπήν ποσοστό για όλη την Κοινότητα, ήταν σκόπιμο να ληφθεί υπόψη, αφενός, η ποικιλία των επιτοκίων που εφαρμόζονται στα διάφορα κράτη μέλη και, αφετέρου, η διάρκεια του χρονικού διαστήματος που μπορεί να μεσολαβήσει μεταξύ του χρόνου χορηγήσεως της επιστροφής και του χρόνου της πραγματικής αποδόσεως.
16
Το δεύτερο ζήτημα που ανέκυψε με το προδικαστικό ερώτημα συνίσταται στο αν, όπως υποστηρίζουν το Hauptzollamt και η Επιτροπή, η προσαύξηση πρέπει να υπολογιστεί βάσει ολόκληρου του προπληρωθέντος ποσού της επιστροφής, ή αν, αντιθέτως, ο εν λόγω υπολογισμός πρέπει να γίνει βάσει της διαφοράς μεταξύ του ποσού της προπληρωθείσας επιστροφής και του ποσού της λιγότερο υψηλής επιστροφής, την οποία δικαιούτο ο εξαγωγέας. Φαίνεται ότι την τελευταία άποψη που υποστήριξε η εταιρία Piange, συμμερίζεται επίσης και το εθνικό δικαστήριο.
17
Καταρχάς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κανονισμού δεν φαίνεται να ρυθμίζεται το εν λόγω ζήτημα. Το γράμμα του εν λόγω άρθρου αφορά τη συνήθη περίπτωση κατά την οποία μια επιστροφή έχει καταβληθεί αχρεωστήτως, χωρίς να δίνει λύση για την ιδιαίτερη περίπτωση του επιχειρηματία, ο οποίος, αν και έχει δικαίωμα σε ορισμένη επιστροφή, επωφελήθηκε υψηλότερης επιστροφής στο πλαίσιο της προπληρωμής. Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ρυθμίζει μόνο την περίπτωση κατά την οποία οι απαιτούμενες αποδείξεις δεν έχουν προσκομιστεί για ένα μέρος των προϊόντων, προβλέποντας ότι στην εν λόγω περίπτωση η απόδοση τηρείται μόνο κατ' αναλογία της ποσότητας αυτής.
18
Υπό αυτές τις συνθήκες, πρέπει να γίνει αναφορά στους σκοπούς που επιδιώκει η εν λόγω ρύθμιση. Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, η ρύθμιση αυτή έχει ως στόχο την αποφυγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού ενός επιχειρηματία, ο οποίος θα έχει επωφεληθεί μιας πιστώσεως εκ χαριστικής αιτίας, εφόσον αποδειχτεί ότι αχρεωστήτως του καταβλήθηκε η επιστροφή ήδη πριν από τη μεταποίηση των εξαχθέντων προϊόντων. Όμως, η πίστωση εκ χαριστικής αιτίας, την οποία έλαβε επιχειρηματίας που βρίσκεται στην κατάσταση της εταιρίας Piange, δεν περιλαμβάνει ολόκληρη την επιστροφή που πράγματι προπληρώθηκε, αλλά αφορά την εν λόγω επιστροφή ελαττωμένη κατά το ποσό της επιστροφής στο οποίο ο εν λόγω επιχειρηματίας είχε δικαίωμα.
19
Από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω προκύπτει ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι όταν ένας επιχειρηματίας υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1957/69, να εξαγάγει σύνθετες ζωοτροφές περιεκτικότητας κατά βάρος σε σιτηρά ανώτερης του 65 ο/ο αλλά, λόγω περιστάσεων για τις οποίες δεν ευθύνεται, ο εν λόγω επιχειρηματίας εξήγαγε στην πραγματικότητα σύνθετες ζωοτροφές, η αναλογία των οποίων σε σιτηρά κατά βάρος κυμαίνεται μόνο από 50 έως 65 ο/ο, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 5, του εν λόγω κανονισμού τον υποχρεώνει, ακόμη και μετά την ελευθέρωση της εγγυήσεως, να αποδώσει τη διαφορά μεταξύ του προπληρωθέντος ποσού της επιστροφής και του ποσού της επιστροφής που θα έπρεπε να έχει λάβει για τα πράγματι εξαχθέντα προϊόντα με προσαύξηση 20 °/ο επί της διαφοράς αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof με Διάταξη της 13ης Αυγούστου 1985, αποφαίνεται:
Όταν ένας επιχειρηματίας υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1957/69 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1969, περί συμπληρωματικών τρόπων εφαρμογής που αφορούν την παροχή των επιστροφών στην εξαγωγή στον τομέα των προϊόντων που υπόκεινται σ' ένα καθεστώς ενιαίων τιμών, να εξαγάγει σύνθετες ζωοτροφές, περιεκτικότητας κατά βάρος σε σιτηρά ανώτερης του 65 °/ο αλλά, λόγω περιστάσεων για τις οποίες δεν ευθύνεται, ο εν λόγω επιχειρηματίας εξήγαγε στην πραγματικότητα σύνθετες ζωοτροφές, η αναλογία των οποίων σε σιτηρά κατά βάρος κυμαίνεται μόνο από 50 έως 65 %, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 5, του εν λόγω κανονισμού τον υποχρεώνει, ακόμη και μετά την ελευθέρωση της εγγυήσεως, να αποδώσει τη διαφορά μεταξύ του προπληρωθέντος ποσού της επιστροφής και του ποσού της επιστροφής που θα έπρεπε να έχει λάβει για τα πράγματι εξαχθέντα προϊόντα με προσαύξηση 20 % επί της διαφοράς αυτής.
Κακούρης
Koopmans
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy