Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Διαδικασία προ της ασκήσεως της προσφυγής - Αντικείμενο - Προθεσμίες ταχθείσες στο κράτος μέλος - Κριτήρια εκτιμήσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169 )
Περίληψη
Στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να παράσχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα, αφενός μεν, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, αφετέρου δε, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή .
Ο διπλός αυτός σκοπός επιβάλλει στην Επιτροπή να τάσσει εύλογη προθεσμία στα κράτη μέλη για να απαντήσουν στο έγγραφο οχλήσεως και να συμμορφωθούν προς την αιτιολογημένη γνώμη ή, ενδεχομένως, για να ετοιμάσουν την υπεράσπισή τους . Για την εκτίμηση του ευλόγου της τασσόμενης προθεσμίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη κατάσταση . Σε ειδικές περιστάσεις δικαιολογείται ο καθορισμός πολύ συντόμων προθεσμιών, όταν ιδίως επιβάλλεται η επείγουσα άρση μιας παραβάσεως ή όταν το οικείο κράτος μέλος γνωρίζει πλήρως τις απόψεις της Επιτροπής πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας .
'Οταν οι τασσόμενες προθεσμίες δεν είναι εύλογες, η προσφυγή της Επιτροπής δεν μπορεί να διαφύγει το απαράδεκτο, με τον ισχυρισμό ότι οι εν λόγω προθεσμίες δεν ήταν αποκλειστικές και ότι, κατά συνέπεια, οι απαντήσεις που θα δίνονταν μετά την παρέλευση των εν λόγω προθεσμιών θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές . Πράγματι, κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται μέτρο που τάσσει προθεσμία δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων αν και κατά πόσο η Επιτροπή θα του χορηγήσει, ενδεχομένως, παράταση της εν λόγω προθεσμίας .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 293/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J . Griesmar, επικουρούμενο από το δικηγόρο Βρυξελλών J . Beauthier, και το δικηγόρο Λιέγης L . Misson, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ . Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον R . Hoebaer, διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες, επικουρούμενο από τους δικηγόρους Βρυξελλών M . Waelbroeck και P . Deltenre, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins, residence Champagne,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, θεσπίζοντας ορισμένες διατάξεις με το νόμο της 21ης Ιουνίου 1985 περί εκπαιδεύσεως ( Moniteur belge της 6.7.1985 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 7 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G . Bosco, O . Due και J . C . Moitinho de Almeida, προέδρους τμήματος, T . Koopmans, U . Everling, K . Bahlmann, Y . Galmot, Κ . Κακούρη, R . Joliet και F . Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : Sir Gordon Slynn
γραμματέας : D . Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 24ης Μαρτίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Οκτωβρίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη ορισμένες υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 7 της Συνθήκης ΕΟΚ .
2 Η Επιτροπή αιτιάται, ειδικότερα, το Βασίλειο του Βελγίου : α ) ότι παρέλειψε, με το άρθρο 56, παράγραφος 1, του νόμου της 21ης Ιουνίου 1985 περί εκπαιδεύσεως ( Moniteur belge της 6.7.1985 ), να απαλλάξει από το πρόσθετο τέλος εγγραφής ( στο εξής : δίδακτρα ) τους υπηκόους άλλων κρατών μελών που έρχονται στο Βέλγιο με μοναδικό σκοπό να πραγματοποιήσουν σπουδές στα βελγικά πανεπιστημιακά ιδρύματα β ) ότι παρέσχε, με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος νόμου, στους πρυτάνεις των εν λόγω πανεπιστημιακών ιδρυμάτων το δικαίωμα να αρνούνται την εγγραφή των φοιτητών αυτών γ ) ότι κατέστησε, με το άρθρο 59, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου, πρακτικώς αδύνατη την απαλλαγή από τα δίδακτρα των υπηκόων άλλων κρατών μελών που έρχονται στο Βέλγιο με μοναδικό σκοπό να παρακολουθήσουν μαθήματα ανώτερης μη πανεπιστημιακής, τεχνικής και επαγγελματικής καθώς και ειδικευμένης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λόγω της προβλεπόμενης συνάρτησης με την παροχή δικαιώματος διαμονής, και ότι επέβαλε, για την απαλλαγή από τα δίδακτρα φοιτητών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, την πρόσθετη προϋπόθεση της αποδείξεως ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους διαβιώσεως, όπως προκύπτει από το άρθρο 59, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος νόμου, και τέλος δ ) ότι περιόρισε τη δυνατότητα επιστροφής των διδάκτρων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως κατά το κοινοτικό δίκαιο σε εκείνους μόνο τους κοινοτικούς υπηκόους που προσέφυγαν στη δικαιοσύνη πριν από τις 13 Φεβρουαρίου 1985, ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Gravier ( 193/83, Συλλογή 1985, σ . 606 ).
3 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, κατά την ισχύουσα βελγική νομοθεσία περί πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, οι τρέχουσες δαπάνες λειτουργίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων καλύπτονται από το βελγικό δημόσιο ανάλογα με τον αριθμό των φοιτητών βελγικής και λουξεμβουργιανής ιθαγένειας, των φοιτητών αλλοδαπής ιθαγένειας που ανήκουν σε ορισμένες περιορισμένες ομάδες, καθώς και των αλλοδαπών φοιτητών γενικώς, των οποίων ο αριθμός δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2 % του συνολικού αριθμού βέλγων φοιτητών που είχαν κανονικώς ληφθεί υπόψη κατά το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος σε μία κατεύθυνση σπουδών . Οι φοιτητές αλλοδαπής ιθαγένειας, εκτός από εκείνους που ανήκουν στις ομάδες που προαναφέρθηκαν, συμβάλλουν στην κάλυψη των τρεχουσών δαπανών λειτουργίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων . Κατά συνέπεια, οι φοιτητές που είναι υπήκοοι κράτους μέλους και έρχονται στο Βέλγιο με μοναδικό σκοπό να πραγματοποιήσουν πανεπιστημιακές σπουδές υπόκεινται, κατά κανόνα, στην υποχρέωση καταβολής διδάκτρων . Η σχετική νομοθεσία προβλέπει, εξάλλου, ότι ο πρύτανης του πανεπιστημιακού ιδρύματος μπορεί να αρνηθεί την εγγραφή φοιτητών οι οποίοι δεν λαμβάνονται υπόψη για τη χρηματοδότηση .
4 Σε ό,τι αφορά τη μη πανεπιστημιακή εκπαίδευση, υποχρεούνται να καταβάλουν δίδακτρα οι μαθητές και οι σπουδαστές αλλοδαπής ιθαγένειας, των οποίων οι γονείς ή ο νόμιμος μη βέλγος κηδεμόνας δεν κατοικούν στο Βέλγιο, εκτός αν έχει επιτραπεί η διαμονή των εν λόγω μαθητών και σπουδαστών για διάστημα περισσότερο των τριών μηνών ή έχει επιτραπεί η εγκατάστασή τους . Οι αλλοδαποί φοιτητές είναι υποχρεωμένοι, όταν ζητούν άδεια διαμονής στο Βέλγιο για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, να καταθέσουν, μεταξύ άλλων, πιστοποιητικό εγγραφής σε εκπαιδευτικό ίδρυμα και να αποδείξουν ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους διαβιώσεως .
5 Τέλος, κατά την εν λόγω νομοθεσία, τα δίδακτρα που καταβλήθηκαν μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1976 και 31ης Δεκεμβρίου 1984 δεν αποδίδονται, εκτός από εκείνα που κατέβαλαν μαθητές και σπουδαστές υπήκοοι κράτους μέλους της Κοινότητας που παρακολούθησαν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, τα οποία δίδακτρα επιστρέφονται βάσει δικαστικών αποφάσεων επί αγωγών που ασκήθηκαν πριν από τις 13 Φεβρουαρίου 1985, ημερομηνία δημοσιεύσεως της προαναφερθείσας απόφασης Gravier .
6 Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η προαναφερθείσα βελγική νομοθεσία συνιστά διάκριση λόγω ιθαγένειας, απαγορευόμενη από το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, και ότι αντίκειται στη νομολογία του Δικαστηρίου όπως αυτή διατυπώθηκε στις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1983 ( Forcheri, 152/83, Συλλογή 1983, σ . 2323 ) και της 13ης Φεβρουαρίου 1985, που προαναφέρθηκε, διατύπωσε τη γνώμη της κατά τη διάρκεια άτυπης συναντήσεως με τους υπεύθυνους των βελγικών Υπουργείων Εθνικής Παιδείας, στις 25 Ιουνίου 1985 . 'Οπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως της Επιτροπής Παιδείας - η οποία συστάθηκε με απόφαση του Συμβουλίου και των Υπουργών Παιδείας που συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί προγράμματος δράσεως στον τομέα της εκπαιδεύσεως ( JΟ C 38, σ . 1 ) - που πραγματοποιήθηκε στις 27 και 28 Ιουνίου 1985, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη καταλήξει σε τελικές απόψεις ως προς τις συνέπειες της νομολογίας του Δικαστηρίου στον εν λόγω τομέα .
7 Με έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1985, η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η εν λόγω νομοθεσία αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, ζήτησε από τις αρμόδιες βελγικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να της διαβιβάσουν "λόγω της επικειμένης ενάρξεως του σχολικού και πανεπιστημιακού έτους, ... εντός προθεσμίας οκτώ εργασίμων ημερών από της λήψεως του παρόντος εγγράφου, τις παρατηρήσεις τους επί των ζητημάτων που ανέκυψαν ". Στο έγγραφο αυτό δεν δόθηκε καμία απάντηση, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, από το Βασίλειο του Βελγίου το οποίο, ωστόσο, ζήτησε από την Επιτροπή, με τηλετύπημα της 2ας Αυγούστου 1985, να παρατείνει την προθεσμία απαντήσεως . Η Επιτροπή δεν απάντησε στο τηλετύπημα αυτό . Στις 20 Αυγούστου 1985 οι αρμόδιες βελγικές αρχές απέστειλαν υπουργικές εγκυκλίους στα πανεπιστημιακά ιδρύματα με οδηγίες για την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας . Στις 23 Αυγούστου 1985, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία ανέφερε ότι η επίδικη νομοθεσία είναι ασυμβίβαστη με τα άρθρα 5 και 7 της Συνθήκης ΕΟΚ . Κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, εδάφιο 2, της εν λόγω Συνθήκης η Επιτροπή κάλεσε το Βασίλειο του Βελγίου να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών .
8 Επειδή δεν δόθηκε συνέχεια στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 2 Οκτωβρίου 1985 .
9 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο της διαφοράς, τα περιστατικά της υποθέσεως, τα επιχειρήματα των διαδίκων, καθώς και η απάντηση της Επιτροπής σε ερώτηση του Δικαστηρίου με την οποία της ζήτησε να αναφέρει τους ακριβείς λόγους που την οδήγησαν να τάξει στο Βασίλειο του Βελγίου τις προαναφερθείσες προθεσμίες . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
10 Το Βασίλειο του Βελγίου προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής της Επιτροπής, ισχυριζόμενο ότι, κατά τη διάρκεια της προς της ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή δεν τήρησε τις στοιχειώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ . Θεωρεί ότι οι προθεσμίες των οκτώ εργασίμων ημερών για απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως και των δεκαπέντε ημερών για συμμόρφωση προς την αιτιολογημένη γνώμη είναι πάρα πολύ σύντομες και απαράδεκτες λόγω του ακανθώδους του θέματος και της σημασίας των τροποποιήσεων που πρέπει να γίνουν στους σχετικούς κανόνες ώστε να καταστούν σύμφωνοι προς το κοινοτικό δίκαιο .
11 Καίτοι δέχεται ότι οι ταχθείσες προθεσμίες ήταν σύντομες, η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν επρόκειτο για ανατρεπτικές προθεσμίες και ότι απαντήσεις που θα δίνονταν μετά την παρέλευσή τους θα λαμβάνονταν υπόψη . Ο λόγος για τον οποίο τάχθηκαν σύντομες προθεσμίες ήταν, αφενός μεν, η επικείμενη έναρξη του ακαδημαϊκού έτους 1985/86, αφετέρου δε, το γεγονός ότι το Βασίλειο του Βελγίου γνώριζε την άποψη της Επιτροπής τουλάχιστον από τις 25 Ιουνίου 1985 . Η Επιτροπή είχε εκφράσει τον προβληματισμό της από την επομένη της εκδόσεως του επιδίκου βελγικού νόμου, ως προς τους αντίθετους προς το κοινοτικό δίκαιο όρους υπό τους οποίους θα ρυθμιζόταν, από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος, η πρόσβαση κοινοτικών φοιτητών στα βελγικά ιδρύματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως . Θέλησε εξαρχής να διεξαχθεί η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να ζητηθεί εγκαίρως από το Δικαστήριο η λήψη προσωρινών μέτρων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των φοιτητών, και τούτο σε εποχή κατά την οποία δεν είχαν ακόμα περατωθεί οι διαδικασίες των φοιτητικών εγγραφών .
12 Επικουρικώς, η Επιτροπή αναφέρει ότι το Βασίλειο του Βελγίου είχε στη διάθεσή του περισσότερο από ένα μήνα προκειμένου να απαντήσει στο έγγραφο οχλήσεως πριν από την αποστολή της αιτιολογημένης γνώμης . Υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι παρήλθε ακόμα διάστημα μεγαλύτερο του μήνα πριν την κατάθεση της προσφυγής και την αίτηση προσωρινών μέτρων .
13 Πρέπει, καταρχάς, να τονιστεί ότι σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να παράσχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα, αφενός μεν, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, αφετέρου δε, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή .
14 Ο διπλός αυτός σκοπός επιβάλλει στην Επιτροπή να τάσσει εύλογη προθεσμία στα κράτη μέλη για να απαντήσουν στο έγγραφο οχλήσεως και να συμμορφωθούν προς την αιτιολογημένη γνώμη ή, ενδεχομένως, για να ετοιμάσουν την υπεράσπισή τους . Για την εκτίμηση του ευλόγου της τασσόμενης προθεσμίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη κατάσταση . Σε ειδικές περιστάσεις δικαιολογείται ο καθορισμός πολύ συντόμων προθεσμιών, όταν ιδίως επιβάλλεται η επείγουσα άρση μιας παραβάσεως ή όταν το οικείο κράτος μέλος γνωρίζει πλήρως τις απόψεις της Επιτροπής πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας .
15 Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί αν οι σύντομες προθεσμίες που έταξε η Επιτροπή ήταν δικαιολογημένες ενόψει των ειδικών περιστάσεων της υποθέσεως . Στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των πρώτων τριών αιτιάσεων που αναφέρονται στη χωρίς δυσμενείς διακρίσεις πρόσβαση στις ανώτερες σπουδές και την τέταρτη αιτίαση, η οποία αναφέρεται στον περιορισμό της δυνατότητας επιστροφής των διδάκτρων που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, καθόσον την επιτρέπει μόνο για τις αγωγές που ασκήθηκαν πριν τις 13 Φεβρουαρίου 1985 .
16 Σε ό,τι αφορά τις τρεις πρώτες αιτιάσεις, η επικείμενη έναρξη του ακαδημαϊκού έτους 1985/86 μπορεί, βεβαίως, να θεωρηθεί ως ειδική περίσταση δικαιολογούσα σύντομη προθεσμία . Ωστόσο, η Επιτροπή μπορούσε να ενεργήσει πολύ πριν από την έναρξη του σχολικού έτους, διότι οι ουσιαστικότερες από τις βελγικές νομοθετικές διατάξεις περιέχονταν ήδη στην προγενέστερη νομοθεσία, το νόμο της 21ης Ιουνίου 1985, και επομένως η Επιτροπή τις γνώριζε τουλάχιστον κατά τη δημοσίευση της προαναφερθείσας απόφασης της 13ης Φεβρουαρίου 1985 . Μεταξύ της δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως και της ενάρξεως του ακαδημαϊκού έτους 1985/86 μεσολαβούσε διάστημα έξι μηνών . Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν είχε διατυπώσει τότε επικρίσεις για τα δίδακτρα, δίνοντας την εντύπωση, μέχρι και την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, ότι δεν θεωρούσε ασυμβίβαστα τα δίδακτρα με το κοινοτικό δίκαιο . Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί κατάσταση επείγοντος που δημιούργησε η ίδια παραλείποντας να ενεργήσει νωρίτερα .
17 Ως προς το επικουρικό επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο οι ταχθείσες προθεσμίες δεν ήταν ανατρεπτικές και ότι, κατά συνέπεια, οι απαντήσεις που θα δίνονταν μετά την παρέλευση των εν λόγω προθεσμιών θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το στοιχείο αυτό δεν είναι σημαντικό . Πράγματι, κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται μέτρο που τάσσει προθεσμία δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων αν και κατά πόσο η Επιτροπή θα του χορηγήσει, ενδεχομένως, παράταση της εν λόγω προθεσμίας . Στην παρούσα περίπτωση, εξάλλου, η Επιτροπή δεν απάντησε στο αίτημα παρατάσεως που υπέβαλε το Βασίλειο του Βελγίου .
18 Σε ό,τι αφορά το ζήτημα αν το Βασίλειο του Βελγίου γνώριζε εγκαίρως τις απόψεις της Επιτροπής, δεν αμφισβητείται ότι η τελευταία, καίτοι διατύπωσε την άποψή της προς τους υπευθύνους των βελγικών Υπουργείων Εθνικής Παιδείας στις 15 Ιουνίου 1985, ανέφερε κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως της Επιτροπής Παιδείας, στις 27 και 28 Ιουνίου 1985, ότι δεν είχε ακόμη καταλήξει σε τελικές απόψεις ως προς τις συνέπειες της νομολογίας του Δικαστηρίου στον τομέα της πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως . Συνεπώς, το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε ενημερωθεί πλήρως ως προς την τελική άποψη της Επιτροπής πριν από την έναρξη της διαδικασίας αναγνωρίσεως της παραβάσεως .
19 Ως προς την τέταρτη αιτίαση, εφόσον αυτή αφορά πράξεις αναγόμενες στο παρελθόν, δεν παρουσιάζει κανέναν επείγοντα χαρακτήρα .
20 Βάσει των σκέψεων αυτών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν δικαιολογούνται οι σύντομες προσθεσμίες που έταξε η Επιτροπή . Κατά συνέπεια, ελλείπει στην παρούσα περίπτωση μία από την προϋποθέσεις παραδεκτού των προσφυγών, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, δηλαδή η κανονική διεξαγωγή της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας . Η προσφυγή, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Σύμφωνα με το άθρρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη .
2 ) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα,
περιλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων .
Full & Egal Universal Law Academy