ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 302/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά
1.
Ο Horst Pressler-Hoeft προσελήφθη στο Ελεγκτικό Συνέδριο από τις 6 Ιανουαρίου 1982, βάσει συμβάσεως προσλήψεως που παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1983, ως έκτακτος υπάλληλος της κατηγορίας Α, βαθμός 7, κλιμάκιο 1.
2.
Μετά τη λήξη της πρώτης αυτής συμβάσεως προσλήψεως, συνήψε με το Ελεγκτικό Συνέδριο, στις 21 Δεκεμβρίου 1983, νέα σύμβαση ισχύουσα από 1ης Ιανουαρίου 1984, σύμφωνα με την οποία κατετάγη στην κατηγορία Β, βαθμός 3, κλιμάκιο 3.
3.
Ισχυριζόμενος ότι εξακολουθούσε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα με εκείνα που του είχαν ανατεθεί βάσει της προηγουμένης συμβάσεως, ο Pressler-Hoeft υπέβαλε, στις 14 Ιανουαρίου 1985, προς το Ελεγκτικό Συνέδριο αίτηση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με την οποία ζήτησε την αναδρομική εφαρμογή, από 1ης Ιανουαρίου 1984, των όρων αμοιβής του βαθμού Α 7 και την αναδρομική καταβολή της μισθολογικής διαφοράς με τους νόμιμους τόκους.
4.
Με απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αίτηση αυτή ως εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι η αίτηση του Pressler-Hoeft αποτελούσε στην πραγματικότητα ένσταση η οποία έπρεπε να υποβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το βραδύτερο κατά την εκπνοή της περιόδου των τριών μηνών μετά την έναρξη της ισχύος της νέας συμβάσεως και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη καθόσον ο αιτών κατείχε θέση αντίστοιχη με την κατάταξη του.
5.
Στις 16 Απριλίου 1985, ο Pressler-Hoeft υπέβαλε στο Ελεγκτικό Συνέδριο ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, αναφέροντας ότι δεν αμφισβητεί τη σύμβαση της 21ης Δεκεμβρίου 1983, αλλά αιτιάται το Ελεγκτικό Συνέδριο επειδή δεν εφαρμόζει στην περίπτωση του τις διατάξεις του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό. Συνεπώς, η αίτηση του της 14ης Ιανουαρίου 1985 δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως ένσταση, κατά την éwota του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, και να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη.
6.
Με απόφαση της 18ης Ιουλίου 1985, ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποφαινόμενος επί της ενστάσεως του Pressler-Hoeft, της 16ης Απριλίου 1985, ανακάλεσε την απόφαση του της 7ης Φεβρουαρίου 1985 και ανακοίνωσε τη σύναψη τροποποιητικής συμβάσεως της συμβάσεως προσλήψεως βάσει της οποίας ο Pressler-Hoeft διορίστηκε στο βαθμό Α 7, κλιμάκιο 2, για την περίοδο από 14 Ιανουαρίου 1985, ημερομηνία υποβολής της πρώτης αιτήσεως του Pressler-Hoeft, μέχρι 31 Ιουλίου 1985, ημερομηνία από την οποία ο αιτών κατείχε θέση, από απόψεως προϋπολογισμού, της κατηγορίας Β. Για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1984, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της δευτέρας συμβάσεως, μέχρι τις 14 Ιανουαρίου 1985, ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, η τελευταία έπρεπε να θεωρηθεί ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη, δεδομένου ότι οι προθεσμίες που προβλέπει το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παρήλθαν τρεις μήνες μετά την απόφαση κατατάξεως, δηλαδή στις 31 Μαρτίου 1984.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Οκτωβρίου 1985, ο Horst Pressler-Hoeft άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
Εν πάση περιπτώσει:
—
να κρίνει εαυτό αρμόδιο·
—
να κρίνει την προσφυγή τυπικώς παραδεκτή'
—
να την κρίνει βάσιμη και
—
να καταδικάσει το Ελεγκτικό Συνέδριο στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
6)
Ως κύριο αίτημα:
—
να ακυρώσει την απόφαση της ΑΔΑ, καθόσον αυτή θεωρεί την αίτηση του προσφεύγοντος της 14ης Ιανουαρίου 1985 εκπρόθεσμη·
—
να κρίνει ότι η αίτηση αυτή διασφάλισε τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, που έχει εξάλλου αναγνωρίσει το Ελεγκτικό Συνέδριο, για τη σύναψη τροποποιητικής συμβάσεως, κατά την έννοια του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό·
—
να υποχρεώσει, συνεπώς, το Ελεγκτικό Συνέδριο να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που αφορούν τους εκτάκτους υπαλλήλους.
γ )
Επικουρικώς και αποφαινόμενο με πλήρη δικαιοδοσία:
να κρίνει ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο υπέπεσε σε διοικητικό πταίσμα και, κατά συνέπεια, να το υποχρεώσει σε επανόρθωση του πταίσματος αυτού με την επιδίκαση αποζημιώσεως αντίστοιχης με τη μισθολογική διαφορά που αναγνώρισε το Ελεγκτικό Συνέδριο, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ των βαθμών Β 3/3 και Α 7/2, για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1984 μέχρι 14 Ιανουαρίου 1985, εξυπακουομένου ότι η διαφορά αυτή είναι, εν πάση περιπτώσει, κεκτημένη για την περίοδο από 14 Ιανουαρίου 1985 μέχρι 31 Ιουλίου 1985.
2.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο, με αίτηση βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 1985, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
3.
Με απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1986, το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε να εξετάσει το παραδεκτό πριν εξετάσει την υπόθεση επί της ουσίας.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο, καθού επί της ουσίας και αιτών επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Κατά την πρώτη αίτηση του προσφεύγοντος, της 14ης Ιανουαρίου 1985, με την οποία ζητήθηκε επανεξέταση της συμβάσεως προσλήψεως με σκοπό την αναδρομική από 1ης Ιανουαρίου 1984 ανακατάταξη, η διοικητική απόφαση, δηλαδή η κατάταξη σε βαθμό και κλιμάκιο βάσει της συμβάσεως προσλήψεως της 21ης Δεκεμβρίου 1983, είχε καταστεί απρόσβλητη.
Συνεπώς, η προσφυγή του προσφεύγοντος είναι, επίσης, απαράδεκτη εφόσον δεν προηγήθηκε, εντός των προθεσμιών που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η δυνατότητα που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα με την οποία κάθε υπάλληλος μπορεί να ζητήσει από την ΑΔΑ να λάβει απόφαση που να τον αφορά, δεν επιτρέπει την παράκαμψη των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 και τη μεθόδευση μιας επανενάρξεως ή παρατάσεως των προθεσμιών με την υποβολή ενστάσεως ή την άσκηση προσφυγής. Μόνο η ύπαρξη ουσιαστικών νέων στοιχείων μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως για επανεξέταση αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη.
2.
Ο Horst Pressler-Hoeft, προσφεύγων επί της ουσίας και καθού επί της ενστάσεως απαραδέκτου, αντιτίθεται στην ένσταση απαραδέκτου ισχυριζόμενος ότι η αίτηση του της 14ης Ιανουαρίου 1985 δεν θίγει τη σύμβαση της 21ης Δεκεμβρίου 1983, αλλά καλεί την ΑΔΑ να συμμορφωθεί προς τις επιτακτικές διατάξεις των άρθρων 10, εδάφιο 3, και 15, εδάφιο 2, του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, σύμφωνα με τα οποία η τοποθέτηση εκτάκτου υπαλλήλου σε θέση που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερο βαθμό από εκείνο με τον οποίο προσελήφθη καθιστά αναγκαία τη σύναψη προσθήκης στη σύμβαση προσλήψεως, η δε κατάταξη καθορίζεται τότε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου που ακολούθησε τη νέα σύμβαση προσλήψεως διαπίστωσε ότι τα καθήκοντα του δεν είχαν αλλάξει και έμαθε ότι κατείχε θέση βαθμού Α 7. Συγκεκριμένα, έλαβε γνώση μιας βεβαιώσεως του προϊσταμένου του τμήματος του, του Νοεμβρίου 1984, από την οποία συνάγεται ότι ασκούσε καθήκοντα που ήταν κατά πολύ ανώτερα από τα καθήκοντα βοηθού της κατηγορίας Β, ενός υπηρεσιακού σημειώματος μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς τον πρόεδρο του εν λόγω οργάνου, της 13ης Νοεμβρίου 1984, από το οποίο προκύπτει ότι, από απόψεως προϋπολογισμού, κατείχε μόνιμη θέση Α 7 και, τέλος, ενός διαβιβαστικού σημειώματος του προέδρου της επιτροπής προσωπικού, της 10ης Ιανουαρίου 1985, περί μιας εσωτερικής οδηγίας με τίτλο « Κατευθύνσεις για τη διοίκηση του προσωπικού », όπου καθορίζονται τα καθήκοντα που ασκούν οι διάφοροι υπάλληλοι.
Τα έγγραφα αυτά και ιδίως οι « Κατευθύνσεις για τη διοίκηση του προσωπικού » συνιστούν νέα γεγονότα σε σχέση με την κατάσταση που υφίστατο κατά το χρόνο υπογραφής της συμβάσεως. Ένα ακόμη νέο στοιχείο συνιστά η απόφαση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 18ης Ιουλίου 1985, με την οποία ανακλήθηκε η απορριπτική απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985 και έγινε δεκτή η ένσταση του προσφεύγοντος. Το πρόβλημα που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καθαρώς χρηματικό, το Δικαστήριο δε έχει αναγνωρίσει ότι οι αιτήσεις ή οι αγωγές αποζημιώσεως ή αναγνωρίσεως της ευθύνης της υπηρεσίας δεν υπόκεινται στην προθεσμία του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο αναγνώρισε ότι υπέπεσε σε διοικητικό πταίσμα, είναι δε αντίθετο προς την αρχή της καλής πίστεως να μην επιδικαστεί αποζημίωση με το πρόσχημα ότι η αγωγή είναι εκπρόθεσμη λόγω εκπνοής της προθεσμίας του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Κατά τον Pressler-Hoeft, η ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, να ασκηθεί εντός τριών μηνών από τη λήψη της αποφάσεως επί της ενστάσεως. Δεν ήταν σε θέση να υποβάλει ένσταση πριν λάβει γνώση της βλαπτικής πράξεως, δηλαδή της παραλείψεως της ΑΔΑ να λάβει τα μέτρα που επιβάλλει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως. Αποδείξεις, όμως, του δικαιώματος του να υπάρξει προσθήκη στη σύμβαση προσλήψεως είχε μόνο αφού έλαβε γνώση της εσωτερικής βεβαίωσης και του διαβιβαστικού σημειώματος και της οδηγίας « Κατευθύνσεις για τη διοίκηση του προσωπικού ».
F. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 4ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 302/85,
Horst Pressler-Hoeft, έκτακτος υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Λουξεμβούργου Vietor Biel, τον οποίο όρισε και ως αντίκλητο, 18 A, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Michael Becker, υπάλληλο διοικήσεως, υπεύθυνο της νομικής του υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα του, rue Aldringen,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί αρνήσεως αναδρομικής κατατάξεως του Pressler-Hoeft,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 27ης Νοεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Οκτωβρίου 1985 ο Horst Pressler-Hoeft, έκτακτος υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί, κυρίως, την ακύρωση της αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την οποία απερρίφθη, ως εκπρόθεσμη, αίτηση του της 14ης Ιανουαρίου 1985 για ανακατάταξη στο βαθμό Α 7, κλιμάκιο 2, βαθμό που κατείχε βάσει της συμβάσεως προσλήψεως της 12ης Ιανουαρίου 1982, και τούτο αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1984, ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεως προσλήψεως της 21ης Δεκεμβρίου 1983. Επικουρικώς, ζητεί να υποχρεωθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο να του καταβάλει τη μισθολογική διαφορά μεταξύ του βαθμού Α 7, κλιμάκιο 2, και του βαθμού Β 3, κλιμάκιο 3, στο οποίο κατετάγη από 1ης Ιανουαρίου 1984, μέχρι 14 Ιανουαρίου 1985, ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της τροποποιητικής πράξεως της δεύτερης συμβάσεως προσλήψεως, που τον κατέταξε στο βαθμό Α 7, κλιμάκιο 3.
2
Με αίτηση που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 1985, το Ελεγκτικό Συνέδριο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επ' αυτής πριν προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4
Σύμφωνα με τη νομολογία τη σχετική με τα προβλήματα κατατάξεως, η βλαπτική πράξη είναι η απόφαση που καθορίζει τα καθήκοντα που ανατίθενται στο μόνιμο ή τον έκτακτο υπάλληλο και με την οποία αποφασίζεται οριστικώς η αντίστοιχη κατάταξη ( αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1981, Blasig, 173/80, Συλλογή 1981, σ. 1649, και της 7ης Μαΐου 1986, Barcelia και λοιποί, 191/84, Συλλογή 1986, σ. 1541). Ο μόνιμος ή έκτακτος υπάλληλος μπορεί να αμφισβητήσει την κατάταξη αυτή μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τις προθεσμίες που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ( απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, Blomefield, 190/82, Συλλογή 1983, σ. 3981 ).
5
Δεδομένου ότι οι προθεσμίες των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αποσκοπούν στην παγίωση ασφαλών νομικών καταστάσεων, είναι δημοσίας τάξεως και, συνεπώς, δεσμευτικές για το Δικαστήριο ( βλέπε αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1984, Razzouk και Beydoun, 75 και 117/82, Συλλογή 1984, σ. 1509, της 12ης Ιουλίου 1984, Μούση, 227/83, Συλλογή 1984, σ. 3133 και την προαναφερθείσα της 7ης Μαΐου 1986, Barcelia). Συνεπώς οι μόνιμοι ή έκτακτοι υπάλληλοι δεν μπορούν να μεθοδεύσουν έναρξη νέων προθεσμιών, υποβάλλοντας στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αντί ενστάσεως κατά της βλαπτικής αποφάσεως, αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ευλόγως, κατά συνέπεια, το Ελεγκτικό Συνέδριο εξέλαβε την από 14 Ιανουαρίου 1985« αίτηση ανακατατάξεως » του Pressler-Hoeft ως ένσταση, η οποία όφειλε να υποβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το βραδύτερο κατά τη λήξη της περιόδου τριών μηνών από την έκδοση της βλαπτικής πράξεως, δηλαδή της συμβάσεως προσλήψεως που άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1984.
6
Αίτηση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που υποβλήθηκε μετά την εκπνοή των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής κατά βλαπτικής πράξεως μπορεί να γίνει δεκτή μόνο εφόσον συντρέχει νέο γεγονός ικανό να αιτιολογήσει επανεξέταση της καταστάσεως.
7
Ο προσφεύγων θεωρεί ότι, στην περίπτωση του, υπάρχουν πράγματι νέα γεγονότα, συνιστάμενα στην κοινοποίηση που του έγινε, στις 10 Ιανουαρίου 1985, εγγράφου με τίτλο « Κατευθύνσεις για τη διοίκηση του προσωπικού », καθώς και στο υπηρεσιακό σημείωμα μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και βεβαίωση του προϊσταμένου του τμήματος του, έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι τα καθήκοντα που ασκούσε αντιστοιχούσαν πράγματι σε καθήκοντα υπαλλήλου βαθμού Α. Το ίδιο συμπέρασμα, εξάλλου, προκύπτει από απόφαση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 18ης Ιουλίου
8
Σε ό,τι αφορά τις « Κατευθύνσεις για τη διοίκηση του προσωπικού », από τη δικογραφία και την προφορική διαδικασία προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί σχέδιο που δεν έχει εγκριθεί από την ΑΔΑ και το οποίο, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για έγγραφο που θέτει γενικά κριτήρια κατατάξεως και ικανό, ως εκ τούτου, να αποτελέσει νέο γεγονός, καθόσον απεκάλυψε στον προσφεύγοντα ότι είχε καταταγεί σε βαθμό κατώτερο από εκείνον που αντιστοιχεί στα καθήκοντα που πράγματι ασκεί.
9
Σε ό,τι αφορά το υπηρεσιακό σημείωμα μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς τον πρόεδρο, περιορίζεται να συστήσει την πρόσληψη του προσφεύγοντος σε θέση Α 7, στον τομέα των ιδίων πόρων, μετά τη διαπίστωση ότι, από απόψεως προϋπολογισμού, κατέχει μόνιμη θέση βαθμού Α 7. Το εν λόγω έγγραφο δεν αναφέρει τίποτα ως προς τα καθήκοντα που πράγματι ασκεί ο προσφεύγων, δεδομένου ότι το γεγονός και μόνο ότι από απόψεως προϋπολογισμού η αμοιβή του προέρχεται από πιστώσεις που προβλέπονται για θέση Α 7 δεν αρκεί να αποδείξει ότι ασκούσε πράγματι καθήκοντα που αντιστοιχούν στον εν λόγω βαθμό. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν μπορεί να στηριχτεί στο έγγραφο αυτό για να αποδείξει ότι άσκησε πράγματι καθήκοντα βαθμού Α 7.
10
Ως προς τη βεβαίωση του προϊσταμένου του τμήματος του Νοεμβρίου 1984, αναφέρει ότι ο προσφεύγων έλαβε μέρος σε επιτόπιους ελέγχους στις υπηρεσίες της Επιτροπής στις Βρυξέλλες και σε εθνικές υπηρεσίες, χωρίς να αναφέρει αν εκτέλεσε προσωπικώς και υπό ιδία ευθύνη αποστολές ελέγχου. 'Οπως επισήμανε το Ελεγκτικό Συνέδριο, χωρίς να αντικρουστεί, οι αποστολές ελέγχου διεξάγονται, συχνά, από ομάδες αποτελούμενες από υπαλλήλους Α 7, επικουρούμενους από υπαλλήλους βαθμού Β. Κατά συνέπεια, το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει διαπίστωση του γεγονότος ότι ο προσφεύγων εκτέλεσε καθήκοντα αντιστοιχούντα σε καθήκοντα βαθμού Α 7.
11
Τέλος, η απόφαση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 18ης Ιουλίου 1985, που ελήφθη μετά την ένσταση του προσφεύγοντος, της 16ης Απριλίου 1985, κατά της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1985, περί απορρίψεως της αιτήσεως του για ανακατάταξη, της 14ης Ιανουαρίου 1985, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο γεγονός που να δικαιολογεί νέα έναρξη της προθεσμίας προσβολής αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη, καθόσον η απόφαση αυτή είναι μεταγενέστερη της αιτήσεως ανακατατάξεως και επιβεβαιώνει την προγενέστερη απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, που είχε κρίνει απαράδεκτη την αίτηση.
12
Δεδομένου ότι κανένα από τα έγγραφα που επικαλέστηκε ο προσφεύγων δεν μπορεί να αποτελέσει νέο γεγονός, από το οποίο να προέκυψε ότι ο προσφεύγων ασκούσε πράγματι καθήκοντα βαθμού Α 7 και το οποίο να δικαιολογεί, εκ του λόγου αυτού, την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, η αίτηση της 14ης Ιανουαρίου 1985, με την οποία ζητείται τροποποίηση της συμβάσεως προσλήψεως της 21ης Δεκεμβρίου 1983, πρέπει να θεωρηθεί εκπρόθεσμη, εφόσον υποβλήθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε να είχε προσβληθεί η απόφαση.
13
Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να κηρυχτεί απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
14
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, εδάφιο 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμα και το νικήσαντα διάδικο στην καταβολή προς τον αντίδικο των εξόδων στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί, αν κρίνει ότι τα έξοδα αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία. Λόγω της στάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου έναντι του Pressler-Hoeft, είναι δίκαιο να καταδικαστεί το Ελεγκτικό Συνέδριο στο ήμισυ των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο προσφεύγων, εφόσον η απόφαση του προέδρου του εν λόγω οργάνου, της 18ης Ιουλίου 1985, είχε διατυπωθεί κατά τρόπο που επέτρεπε στον προσφεύγοντα να πιστέψει ότι θα ήταν παραδεκτή η προσφυγή του.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Το Ελεγκτικό Συνέδριο φέρει τα δικαστικά του έξοδα και το ήμισυ των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων.
Schockweiler
Bosco
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
F. Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy