ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 304/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Πλαίοιο της διαφοράς — Κοινοτικοί κανόνες περί εθνικών ενισχύσεων οτη βιομηχανία σιοήρου και χάλυβα
Η βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας αντιμετωπίζει, από το έτος 1973, ιδιαίτερες δυσκολίες που οφείλονται στο συνδυασμό διαφόρων παραγόντων και, κυρίως, στο πλεόνασμα παραγωγικής ικανότητας και στη μείωση των τιμών. Λόγω αυτής της εξελίξεως, απειλήθηκε σοβαρά η βιωσιμότητα πολλών επιχειρήσεων του εν λόγω τομέα. Ενόψει αυτής της καταστάσεως, πολλά κράτη μέλη χορήγησαν ενισχύσεις στις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα. Για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή, η Επιτροπή εξάγγειλε, περί το τέλος του 1977, σειρά μέτρων που απέβλεπαν στην εκ βάθρων αναδιάρθρωση του τομέα, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η κατάρτιση συστήματος ενισχύσεων που να καθιστά δυνατό το συντονισμό, σε κοινοτικό επίπεδο, των επιδοτήσεων που χορηγούν τα κράτη μέλη.
Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή, μετά σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, εξέδωσε, καταρχάς, τη γενική απόφαση 257/80, της 1ης Φεβρουαρίου 1980, περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ειδικές ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ( JO L 29, σ. 5 ). Η απόφαση αυτή, η οποία είναι γνωστή ως πρώτος κώδικας ενισχύσεων, αντικαταστάθηκε με τη γενική απόφαση 2380/81 της Επιτροπής, της 7ης Αυγούστου 1981, περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 228, σ. 14) σύμφωνα με το άρθρο 13, η απόφαση αυτή (στο εξής: δεύτερος κώδικας ενισχύσεων) εφαρμόζεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985. Από τις αιτιολογικές σκέψεις του δεύτερου κώδικα προκύπτει ότι, καίτοι εμμένει στους ίδιους γενικούς στόχους με τον προηγούμενο, σκοπός του είναι να διασφαλίσει, με την εφαρμογή αυστηρότερων κανόνων που επιβάλλουν την προοδευτική κατάργηση των ενισχύσεων σε προκαθορισμένες προθεσμίες, ότι η επιδιωκόμενη αναδιάρθρωση, περιλαμβανομένης της μειώσεως της παραγωγικής ικανότητας, θα πραγματοποιηθεί με την απαιτούμενη ταχύτητα.
Ο δεύτερος κώδικας προβλέπει ομοιόμορφη διαδικασία προκειμένου να καθοριστεί αν οι ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, υπό οποιαδήποτε μορφή και αν χορηγούνται, μπορούν να θεωρηθούν ότι « συμβιβάζονται με την καλή λειτουργία της κοινής αγοράς». Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρόκειται για « κοινοτικές ενισχύσεις», χαρακτηρισμός που μπορεί να δοθεί μόνο εφόσον συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 2 του κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η απαίτηση να έχει αναλάβει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση την εκτέλεση προγράμματος αναδιαρθρώσεως και να μην πραγματοποιηθεί, στο πλαίσιο της ενισχύσεως που εγκρίνεται, καμία πληρωμή μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1985. Εξάλλου, τα σχέδια ενισχύσεων πρέπει να πληρούν τους ειδικούς όρους που προβλέπονται στα άρθρα 3 έως 7 του κώδικα και των οποίων η αυστηρότητα ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο της σχεδιαζόμενης ενισχύσεως. Από την άποψη αυτή, οι διατάξεις του κώδικα διακρίνουν μεταξύ ενισχύσεων για επενδύσεις, ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων, ενισχύσεων για τη λειτουργία, επειγουσών ενισχύσεων και ενισχύσεων για την έρευνα και την ανάπτυξη.
Βάσει του δεύτερου κώδικα, η Επιτροπή έλαβε, το 1983, ορισμένες αποφάσεις που απευθύνονται στις κυβερνήσεις του Βελγίου, Γαλλίας, Γερμανίας, Ελλάδας, Ιρλανδίας, Ιταλίας, Λουξεμβούργου, Μεγάλης Βρετανίας και Ολλανδίας. Με τις εννέα αυτές αποφάσεις ενέκρινε τη χορήγηση, σ' αυτά τα κράτη μέλη, ενισχύσεων όλων των τύπων που προαναφέρθηκαν, εκτός από « επείγουσες ενισχύσεις », τύπο ενισχύσεων ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κώδικα, δεν μπορούσε πλέον να εγκριθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1981. Οι αποφάσεις περιελάμβαναν συνολικώς ενισχύσεις μέχρι ποσού 21,9 δισεκατομμυρίων ECU και προέβλεπαν, για τα προϊόντα θερμής ελάσεως, μείωση της παραγωγικής ικανότητας κατά 26,7 εκατομμύρια τόνους (ο κοινοτικός στόχος αναδιαρθρώσεως που είχε καθοριστεί, για την περίοδο 1980-1986, προέβλεπε μείωση της παραγωγικής ικανότητας της τάξεως των 30 έως 35 εκατομμυρίων τόνων ).
Με τη γενική απόφαση 1018/85, της 19ης Απριλίου 1985 (ΕΕ L 110, σ. 5), η Επιτροπή, επικαλούμενη την εξέλιξη της αγοράς, τροποποίησε ορισμένες από τις προθεσμίες που προβλέπει ο δεύτερος κώδικας για να καταστήσει δυνατή την καταβολή ενισχύσεων για τη λειτουργία, επί ένα ακόμη έτος, καθώς και την έγκριση « συμπληρωματικών ενισχύσεων ». Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως, οι συμπληρωματικές ενισχύσεις πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του δεύτερου κώδικα και μπορούν να εγκριθούν μόνο « ενόψει οικονομικής αναδιάρθρωσης που αποσκοπεί να επαναφέρει τα οικονομικά βάρη στο επίπεδο των βαρών που έφεραν οι προσοδοφόρες επιχειρήσεις το 1984, ή που αποβλέπει στην κάλυψη του κόστους που προκύπτει από τις μειώσεις της ικανότητας παραγωγής ».
Με την απόφαση 1018/85, η Επιτροπή τροποποίησε πολλές διατάξεις του δεύτερου κώδικα, έτσι ώστε:
α)
η κοινοποίηση των σχεδίων ενισχύσεων πρέπει να γίνει το αργότερο μέχρι την 31η Μαΐου 1985 (προηγουμένως: 30 Σεπτεμβρίου 1982)·
β )
δεν μπορεί να καταβληθεί ενίσχυση για τη λειτουργία μετά την 31η Δεκεμβρίου 1985 ( προηγουμένως: 31η Δεκεμβρίου 1984 )·
γ)
οι σχεδιαζόμενες συμπληρωματικές ενισχύσεις εγκρίνονται το αργότερο την 1η Αυγούστου 1985 (προηγουμένως: 1η Ιουλίου 1983 ).
2. Το ιστορικό της διαφοράς
Σε ό,τι αφορά την ιταλική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του δεύτερου κώδικα, στην αρχική του διατύπωση, ενέκρινε, με απόφαση της 14ης Ιουνίου 1983, ενισχύσεις που προορίζονταν για τον ιδιωτικό τομέα και ανέρχονταν σε 550 δισεκατομμύρια λιρέτες ( LIT ). Κατόπιν, με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1983, ενέκρινε σύνολο ενισχύσεων 10290 δισεκατομμυρίων LIT υπέρ της Finsider, εταιρίας σιδήρου και χάλυβα στο κεφάλαιο της οποίας συμμετείχε το δημόσιο και συμπληρωματική ενίσχυση 550 δισεκατομμυρίων LIT υπέρ ιδιωτικών επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα. Η αποδέσμευση των εν λόγω ενισχύσεων εξηρτάτο από την πραγματοποίηση μειώσεων της παραγωγικής ικανότητας συνολικού ύψους 5,8 εκατομμυρίων τόνων. Από το σύνολο αυτό, μείωση 4,8 εκατομμυρίων τόνων έπρεπε να πραγματοποιήσει, σε πρώτη φάση, η εταιρία Finsider και ένα εκατομμύριο οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Μετά από αίτηση της ιταλικής κυβερνήσεως η Επιτροπή δέχτηκε να αναθεωρήσει αυτή την κατανομή του βάρους της αναδιαρθρώσεως: η Finsider έπρεπε να πραγματοποιήσει μειώσεις 3,8 εκατομμυρίων τόνων και ο ιδιωτικός τομέας μειώσεις 2 εκατομμυρίων τόνων.
Το 1984, η προσφεύγουσα, η εταιρία AFL Falck, ιταλική ιδιωτική επιχείρηση παραγωγής σιδήρου και χάλυβα και σημαντική ανταγωνίστρια της Finsider στην παραγωγή προϊόντων ελάσεως, διατύπωσε προς την ιταλική κυβέρνηση και την Επιτροπή τις επιφυλάξεις της για την παράταση του συστήματος των ενισχύσεων από τις οποίες επωφελούνταν κυρίως επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είχαν άμεσα συμφέροντα. Με την ευκαιρία αυτή, προέβαλε, εξάλλου, τον ισχυρισμό ότι δεν θα έπρεπε στο εξής να εγκριθεί αύξηση ενισχύσεων υπέρ των επιχειρήσεων εκείνων που έχουν ήδη λάβει μαζικώς παρόμοιες ενισχύσεις, χωρίς να χορηγηθούν στις ιδιωτικές επιχειρήσεις αναλογικώς ισοδύναμες ενισχύσεις. Προς τούτο, η εταιρία Falck, η οποία είχε ήδη λάβει ενισχύσεις ύψους 150 δισεκατομμυρίων LIT, ζήτησε από την ιταλική κυβέρνηση να περιλάβει στα νέα σχέδια ενισχύσεων που επρόκειτο να κοινοποιήσει στην Επιτροπή ποσό 300 δισεκατομμυρίων LIT για την οικονομική αναδιάρθρωση της προσφεύγουσας.
Μετά την αίτηση αυτή, η ιταλική κυβέρνηση πρότεινε στην εταιρία Falck, στις αρχές του 1985, σχέδιο « συνεργίας » με τον όμιλο Finsider. Το σχέδιο αυτό απέβλεπε στη μεταφορά ποσοστώσεων παραγωγής μεταξύ της προσφεύγουσας και της Finsider, για να δοθεί στην τελευταία η δυνατότητα να πραγματοποιήσει, στο ελασματουργείο της φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως του Bagnoli, το σύνολο της παραγωγής που πραγματοποιεί η εταιρία Falck στο ελασματουργείο της μορφοχαλύβων και λαμαρινών του Sesto San Giovanni, το οποίο θα έπαυε να λειτουργεί. Με τον τρόπο αυτό, ο όμιλος Finsider θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή των εγκαταστάσεων του στο Bagnoli μέχρι το ανώτατο όριο παραγωγικής του ικανότητας. Η εταιρία Falck, εξάλλου, προέβαλε ορισμένους όρους, προκειμένου να επιτύχει αποζημίωση για την απώλεια μιας των εγκαταστάσεών της: εξάρτησε, ιδίως, τη συμφωνία της από τον όρο να λάβει αυξημένη επιχορήγηση από την ιταλική κυβέρνηση, καθώς και 235 δισεκατομμύρια LIT από τον όμιλο Finsider, ως αντιστάθμισμα της πωλήσεως των ποσοστώσεων παραγωγής του ελασματουργείου της του Sesto San Giovanni.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία οι διαπραγματεύσεις γι' αυτό το σχέδιο συνεργίας δεν κατέληξαν σε συμφωνία.
Εν τω μεταξύ, η ιταλική κυβέρνηση με έγγραφο της 28ης Μαΐου 1985 υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση συμπληρωματικών ενισχύσεων, κατά την έννοια της γενικής αποφάσεως 1018/85. Η αίτηση αυτή περιελάμβανε τρία σκέλη: α) ενισχύσεις για το κλείσιμο, ύψους 150 δισεκατομμυρίων LIT, προοριζόμενες για τον ιδιωτικό τομέα, β) ενισχύσεις ύψους 2985 δισεκατομμυρίων LIT υπέρ του ομίλου Finsider και γ) οικονομική συνεισφορά ύψους 550 δισεκατομμυρίων LIT υπέρ των σχεδίων συνεργίας μεταξύ διαφόρων ιταλικών βιομηχανιών παραγωγής σιδήρου και χάλυβα, σχεδίων που θα μπορούσαν να επιφέρουν νέες μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας.
Με έγγραφο της 1ης Ιουλίου 1985, η εταιρία Falck γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι, αν η τελευταία αποδεχόταν τα σχέδια ενισχύσεως από τα οποία θα αποκλειόταν η προσφεύγουσα, δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να προσφύγει στο Δικαστήριο.
Με απόφαση της 1ης Αυγούστου 1985, κατά της οποίας βάλλει η παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή ενέκρινε δύο εναλλακτικά προγράμματα ενισχύσεων. Όπως προκύπτει σχετικώς από τη δικογραφία, η Επιτροπή, αποφαινόμενη επί του αιτήματος της ιταλικής κυβερνήσεως, δεν ήταν ακόμα ενήμερη για την τελική εξέλιξη των σχεδίων συνεργίας που είχαν κοινοποιηθεί με το έγγραφο της 28ης Μαΐου 1985 και, ιδίως, για το σχέδιο που αφορούσε τη συνεργασία μεταξύ του ομίλου Finsider και της προσφεύγουσας εταιρίας. Γι' αυτό το λόγο η επίδικη απόφαση περιλαμβάνει δύο εναλλακτικές αποφάσεις, από τις οποίες η μία στηρίζεται στην υπόθεση μιας πραγματικής συνεργίας μεταξύ Finsider και Falck και η άλλη στην υπόθεση μη πραγματοποιήσεως αυτού του σχεδίου συνεργίας.
Στην πρώτη περίπτωση ( « συνεργία » ), η Επιτροπή ενέκρινε το σύνολο των ενισχύσεων υπέρ του ομίλου Finsider που της είχαν κοινοποιηθεί, δηλαδή 3142 δισεκατομμύρια LIT, και, επιπλέον, ενισχύσεις ύψους 600 δισεκατομμυρίων LIT υπέρ των επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου και χάλυβα του ιδιωτικού τομέα. Η έγκριση αυτή εξαρτάται από την προϋπόθεση πραγματοποιήσεως μειώσεως της παραγωγικής ικανότητας κατά 400000 τόνους από τη Finsider και κατά 600000 τόνους από τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και κατά 330000 τόνους που θα προέκυπταν από την πραγματοποίηση της εν λόγω συνεργίας.
Για τη δεύτερη περίπτωση ( « μη συνεργία » ), η Επιτροπή ενέκρινε το σύνολο των ενισχύσεων που προβλέπονταν υπέρ της Finsider, επιβάλλοντας μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας ύψους 800000 τόνων. Ενέκρινε, επίσης, ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων που προορίζονταν για τον ιδιωτικό τομέα ύψους 50 δισεκατομμυρίων LIT, σημειώνοντας ότι το ποσό αυτό θα μπορούσαν να αυξηθεί κατά 275 δισεκατομμύρια LIT στην περίπτωση που θα μπορούσε να πραγματοποιηθούν, στον ιδιωτικό τομέα, ελλείψει συνεργίας, μειώσεις παραγωγικής ικανότητας μεγαλύτερες απ' αυτές που προβλέπονται για την πρώτη περίπτωση. Τέλος, από τις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν θέλησε να συμφωνήσει για τη χρησιμοποίηση της τελευταίας αυτής ενισχύσεως ύψους 275 δισεκατομμυρίων LIT για οικονομικές αναδιαρθρώσεις, όπως είχε εκφράσει την πρόθεση η ιταλική κυβέρνηση σε τηλετύπημα της 22ας Ιουλίου 1985. Η Επιτροπή έκρινε, σχετικώς, ότι ένα τέτοιο σχέδιο έπρεπε να της είχε κοινοποιηθεί πριν τις 31 Μαΐου 1985, ημερομηνία που προβλέπει το άρθρο 1, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 1018/85.
Η απόφαση αυτή της Επιτροπής κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα εταιρία στις 20 Σεπτεμβρίου 1985.
3. Διαδικαοία
Το δικόγραφο της προσφυγής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Οκτωβρίου 1985.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχτηκε κανονικά.
Με απόφαση της 16ης Μαΐου 1986, που ελήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο έκτο τμήμα κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, εξάλλου, να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η εταιρία AFL Falck, προσφεύγουσα, ζητεί με την προσφυγή της από το Δικαστήριο:
α)
να ακυρώσει στο σύνολό της, ή τουλάχιστον μερικώς, την απόφαση της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 1985, περί συμπληρωματικών ενισχύσεων που προτίθεται να χορηγήσει η κυβέρνηση προς την ιταλική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα·
β )
να λάβει κάθε άλλο μέτρο που το Δικαστήριο θα κρίνει ενδεδειγμένο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ·
γ)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
β )
να απορρίψει το αίτημα λήψεως μέτρων βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ·
γ)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Συνοπτική έκθεση
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους από τους οποίους ο πρώτος αναφέρεται σε δυσμενή διάκριση κατά την εφαρμογή της γενικής αποφάσεως 1018/85, καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να λάβει υπόψη της αίτηση ενισχύσεως υπέρ της οικονομικής αναδιαρθρώσεως ιδιωτικών επιχειρήσεων όπως η προσφεύγουσα, με την αιτιολογία ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε εκπροθέσμως, ενώ η επίδικη απόφαση ενέκρινε σχέδιο ενισχύσεων το οποίο επίσης δεν είχε κοινοποιηθεί εντός της προβλεπομένης προθεσμίας. Ο δεύτερος λόγος αναφέρεται σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και των κανόνων του θεμιτού ανταγωνισμού, καθόσον η έγκριση χορηγήσεως συμπληρωματικών ενισχύσεων στην εταιρία Finsider, χωρίς τη χορήγηση προς την προσφεύγουσα αναλογικώς ισοδυνάμων ενισχύσεων, θα είχε οπωσδήποτε ως αποτέλεσμα σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού εις βάρος της. Με τον τρίτο λόγο, η προσφεύγουσα προβάλλει την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, επειδή η Επιτροπή, λαμβάνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, αποφάνθηκε απλώς για δύο εκδοχές για τις οποίες δεν είχε δεόντως ενημερωθεί λόγω ελλείψεως επακριβούς προγράμματος αναδιαρθρώσεως της ιταλικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
Η Επιτροπή θεωρεί και τους τρεις αυτούς λόγους αβάσιμους.
Ως προς το λόγο που αναφέρεται σε δυαμενή οιάκριση κατά την εφαρμογή της γενικής αποφάσεως 1018/85
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι με την από 1 Αυγούστου 1985 απόφαση της η Επιτροπή ενέκρινε ενισχύσεις ύψους 75 δισεκατομμυρίων LIT, για ενδεχόμενα περαιτέρω κλεισίματα εγκαταστάσεων στον ιδιωτικό τομέα' οι ενισχύσεις αυτές κοινοποιήθηκαν από την ιταλική κυβέρνηση στην Επιτροπή με τηλετύπημα της 22ας Ιουλίου 1985, δηλαδή πολύ μετά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει, σχε-. τικώς, η γενική απόφαση 1018/85 (31 Μαΐου 1985). Ωστόσο, με την ίδια απόφαση η Επιτροπή αρνήθηκε να λάβει υπόψη της αίτηση ενισχύσεων υπέρ της οικονομικής αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, με την αιτιολογία ότι το αίτημα αυτό κοινοποιήθηκε για πρώτη φορά με το εν λόγω τηλετύπημα της 22ας Ιουλίου 1985. Εάν, όμως, η ενίσχυση των 275 δισεκατομμυρίων LIT δεν κοινοποιήθηκε εκπροθέσμως στην Επιτροπή, το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και για την ενίσχυση που προορίζεται για την οικονομική αναδιάρθρωση των ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Η Επιτροπή εξηγεί ότι η μόνη αίτηση ενισχύσεων που της υπέβαλε η ιταλική κυβέρνηση, δυνάμει της γενικής αποφάσεως 1018/85, είναι η της 28ης Μαΐου 1985, αίτηση με την οποία ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, η έγκριση 550 δισεκατομμυρίων LIT ως οικονομικής συνεισφοράς στις μειώσεις παραγωγικής ικανότητας που θα προέκυπταν από τα σχέδια συνεργίας μεταξύ διαφόρων ιταλικών βιομηχανιών παραγωγής σιδήρου και χάλυβα. Με τηλετύπημα της 22ας Ιουλίου 1985, η ιταλική κυβέρνηση τροποποίησε, ωστόσο, το αίτημά της, ζητώντας έγκριση για χορήγηση του ποσού των 550 δισεκατομμυρίων LIT όχι μόνο για τη διευκόλυνση της συνεργίας μεταξύ Finsider και Falck, αλλά και « για ενδεχόμενα περαιτέρω κλεισίματα εγκαταστάσεων στον τομέα των εξελασμένων προϊόντων, καθώς και για την οικονομική αναδιάρθρωση στον οικονομικό τομέα ». Καθόσον, όμως, η τροποποίηση αυτή περιελάμβανε σχέδιο που απέβλεπε απλώς στην οικονομική αναδιάρθρωση επιχειρήσεων, επρόκειτο προφανώς για νέο αίτημα που υπερέβαινε κατά πολύ το πλαίσιο που είχε χαραχθεί με την κοινοποίηση της 28ης Μαΐου 1985 και το οποίο δεν μπορούσε, συνεπώς, να γίνει δεκτό, ενόψει της προθεσμίας που προέβλεπε η γενική απόφαση 1018/85. Δεν συνέβαινε, όμως, το ίδιο με τις ενισχύσεις υπέρ του ιδιωτικού τομέα με αντιστάθμισμα μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας, οι οποίες είχαν ήδη περιληφθεί στην κοινοποίηση της 28ης Μαΐου 1985. Σ' αυτό το πλαίσιο ήταν, συνεπώς, εύλογο να εξεταστεί το συμπληρωματικό αίτημα της ιταλικής κυβερνήσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή είχε ήδη εφαρμόσει, κατά το παρελθόν, πανομοιότυπα την αποκλειστική αυτή προθεσμία υπό παρόμοιες περιστάσεις, η εφαρμογή δε αυτή είχε κριθεί σύμφωνη προς το δεύτερο κώδικα ενισχύσεων από το Δικαστήριο με την απόφαση του της 3ης Οκτωβρίου 1985 ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, 214/83, Συλλογή 1985, σ. 3053 ).
Ως προς το λόγο που αναφέρεται σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και των κανόνων τον θεμιτού ανταγωνισμού
Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι κάθε ενέργεια κοινοτικού οργάνου, περιλαμβανομένης και της εγκρίσεως χορηγήσεων ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, πρέπει να γίνεται με απόλυτη τήρηση των θεμελιωδών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ και, ιδίως, του άρθρου 4, στοιχείο β), που επιβάλλει την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Γι' αυτό το λόγο η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων αναφέρει ρητώς ότι κατά την εξέταση ενός σχεδίου ενισχύσεων « δεν πρέπει να εφαρμόζεται καμία διάκριση μεταξύ επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε συνάρτηση με τον τύπο ιδιοκτησίας τους ». Στην παρούσα, όμως, περίπτωση, η Επιτροπή παρέβη σοβαρώς την υποχρέωση της να μεριμνά για την ύπαρξη θεμιτού ανταγωνισμού και ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα.
Προς στήριξη της απόψεώς της αυτής η προσφεύγουσα αναφέρει ότι είναι η μόνη άμεση ιταλική ανταγωνίστρια του ομίλου Finsider στον τομέα των προϊόντων ελάσεως· βάσει της αντίστοιχης παραγωγικής τους ικανότητας, αντιπροσώπευε, στον τομέα αυτό, το 10% περίπου του μεγέθους της Finsider. Εξάλλου, οι μειώσεις παραγωγής στις οποίες προέβη κατά το παρελθόν η προσφεύγουσα αντιπροσώπευαν το 75 °/ο του κλεισίματος εγκαταστάσεων στο οποίο προέβη η Finsider, ενώ μέχρι τώρα έλαβε μόνο το 1 % των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στον όμιλο Finsider. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή δεν θα είχε ποτέ εγκρίνει τη χορήγηση τόσο σημαντικών συμπληρωματικών ενισχύσεων προς τη Finsider, χωρίς τη χορήγηση ενισχύσεων αναλογικώς ισοδυνάμου ποσού προς την προσφεύγουσα εταιρία. Προσθέτει ακόμα ότι η επίδικη απόφαση θα έχει καταστροφικές συνέπειες στις ανταγωνιστικές της σχέσεις με τη Finsider, ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η επιβίωση της προσφεύγουσας.
Η Επιτροπή απαντά ότι, καταρχάς, από το σύστημα ενισχύσεων, όπως το έχει διαμορφώσει ο δεύτερος κώδικας, δεν μπορεί να συναχθεί αρχή σύμφωνα με την οποία όλες οι επιχειρήσεις παραγωγής σιδήρου και χάλυβα πρέπει να λαμβάνουν ενισχύσεις αναλογικώς ισοδύναμες με τη θέση που κατέχουν στην αγορά. Αντιθέτως, η ενδεχόμενη συμμετοχή τους στην προσπάθεια αναδιαρθρώσεως της αγοράς θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την παροχή οικονομικής συνεισφοράς, εάν συντρέχουν και όλοι οι άλλοι όροι που προβλέπει ο δεύτερος κώδικας. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει, εξάλλου, να υπογραμμιστεί ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να καταρτίσουν τα απαραίτητα προγράμματα αναδιαρθρώσεως, η δε Επιτροπή δεν μπορεί να εγκρίνει παρά μόνο τα σχέδια ενισχύσεων που της κοινοποιούν τα κράτη μέλη· δεν διαθέτει, συνεπώς, καμία πρωτοβουλία ως προς τον καθορισμό των επιχειρήσεων προς τις οποίες χορηγούνται ενισχύσεις βάσει του δεύτερου κώδικα. Έργο, ωστόσο, της Επιτροπής είναι να εξετάζει αν οι σχεδιαζόμενες ενισχύσεις « δεν συνεπιφέρουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον» (άρθρο 2, παράγραφος 1, τέταρτη περίπτωση, του δεύτερου κώδικα). Σε περίπτωση εγκρίσεως ενισχύσεων, υπάρχει κατά συνέπεια πάντοτε ορισμένη στρέβλωση της ανταγωνιστικής ισορροπίας. Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή προσθέτει ότι η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε κανένα πραγματικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτουν οι προβαλλόμενες αρνητικές συνέπειες της επίδικης αποφάσεως στην ανταγωνιστική της θέση.
Σ' ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή υπογραμμίζει, κατόπιν, ότι είχε εγκρίνει σημαντικές ενισχύσεις υπέρ της προσφεύγουσας εταιρίας για την περίπτωση που η τελευταία θα συμμετείχε στην προσπάθεια αναδιαρθρώσεως, όπως την προέβλεπε το σχέδιο συνεργίας με τη Finsider. Καίτοι αληθεύει ότι για την περίπτωση μη πραγματοποιήσεως του σχεδίου αυτού δεν είχε προβλεφθεί καμία ενίσχυση υπέρ αυτής, πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη ότι στην περίπτωση αυτή η προσφεύγουσα εταιρία δεν θα συμμετείχε σε καμία προσπάθεια αναδιαρθρώσεως, ενώ ο όμιλος Finsider θα έπρεπε να προβεί σε σημαντικές μειώσεις παραγωγικής ικανότητας. Από το γεγονός αυτό προκύπτει ότι η προσφεύγουσα και η Finsider οπωσδήποτε δεν βρίσκονται, από την άποψη αυτή, σε παρόμοια κατάσταση. Συνεπώς, η αιτίαση που αναφέρεται σε μη τήρηση της αρχής της ισότητας είναι αβάσιμη.
Ως προς το λόγο που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας
Η προσφεύγουσα εταιρία αναφέρει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του δεύτερου κώδικα, κανένα σχέδιο ενισχύσεως δεν εγκρίνεται αν η επιχείρηση που λαμβάνει την ενίσχυση δεν αναλάβει την υποχρέωση εκτελέσεως συνεκτικού και σαφούς προγράμματος αναδιαρθρώσεως, αναφερομένου στα διάφορα στοιχεία αναδιαρθρώσεως. Στην παρούσα περίπτωση, ωστόσο, η Επιτροπή αντιμετώπισε απλώς, ελλείψει σοβαρής μελέτης, δύο εναλλακτικές περιπτώσεις: την περίπτωση της συνεργίας και την περίπτωση της μη συνεργίας. Εξάλλου, από την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι η ιταλική κυβέρνηση όφειλε να παράσχει στην Επιτροπή λεπτομέρειες σχετικές με το σχέδιο συνεργίας το αργότερο μέχρι τις 30 Οκτωβρίου 1985, δηλαδή μετά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται για τη λήψη οριστικής αποφάσεως ( 1η Αυγούστου 1985 ). Είναι, συνεπώς, προφανές ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει αν συγκεντρώνονταν όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο δεύτερος κώδικας. Η προφανής αυτή διαπίστωση ενισχύεται από το γεγονός ότι εγκρίθηκαν υπέρ της Finsider οι ίδιες ενισχύσεις είτε για την περίπτωση πραγματοποιήσεως της συνεργίας είτε όχι, ενώ η οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως αυτής είναι προδήλως διαφορετική ανάλογα με την τύχη της εγκαταστάσεώς της στο Bagnoli. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή υιοθέτησε, προφανώς, την επίδικη απόφαση ελλείψει επακριβούς προγράμματος αναδιαρθρώσεως. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως δεν είναι παρά κενός λόγος προς κάλυψη της ελλείψεως μελέτης.
Η Επιτροπή απαντά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει όλη την απαραίτητη αιτιολογία ως προς την επίπτωση των σχεδιαζόμενων ενισχύσεων επί της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας των ενισχυομένων επιχειρήσεων και τη σημασία των μειώσεων ικανότητας που προβλέπονται σε σχέση με το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως της ιταλικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, όπως αυτό έχει καθοριστεί στο πλαίσιο των προγενεστέρων αποφάσεων που ελήφθησαν βάσει του δεύτερου κώδικα και, ιδίως, των αποφάσεων της 29ης Ιουνίου 1983. Αίτηση λήψεως μέτρων βάσει τον άρθρον 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ
Η προσφεύγουσα εταιρία υπογραμμίζει ότι υπέστη άμεση ζημία από την εν λόγω απόφαση. Πράγματι, η Επιτροπή της στέρησε συμπληρωματική ενίσχυση για την οικονομική της αναδιάρθρωση, ύψους 275 δισεκατομμυρίων LIT, ποσό που θα της επέτρεπε να αντισταθμίσει τη δυσμενή εις βάρος της διάκριση και την εις βάρος της στρέβλωση του ανταγωνισμού. Θα όφειλε, συνεπώς, η Επιτροπή να λάβει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, μέτρα κατάλληλα να διασφαλίσουν μια δίκαιη ανόρθωση της ζημίας που υπέστη.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, για τους λόγους που αναπτύχτηκαν πιο πάνω, η προσφυγή είναι αβάσιμη και δεν συντρέχει, συνεπώς, λόγος εφαρμογής του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Τ. Koopmans
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 24ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 304/85,
Acciaierie e Ferriere Lombarde Falck, εταιρία ιταλικού δικαίου με έδρα το Μιλάνο, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Βρυξελλών Μ. Waelbroeck και Α. Vandencasteele και το δικηγόρο Ρώμης G. Guarino, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο E. Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την C Durand, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 1985, με την οποία επιτράπηκε στην ιταλική κυβέρνηση να χορηγήσει πρόσθετες ενισχύσεις στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα της Ιταλίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, Ο. Due, Κ. Bahlmann και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 7ης Οκτωβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Οκτωβρίου 1985, η ανώνυμη εταιρία Acciaierie e Ferriere Lombarde Falck (στο εξής: Falck), με έδρα το Μιλάνο, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 1985, η οποία απευθύνεται στην ιταλική κυβέρνηση και εγκρίνει τη χορήγηση πρόσθετων ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα.
2
Η επίδικη απόφαση έχει τη μορφή εγγράφου που απηύθυνε η Επιτροπή, την 1η Αυγούστου 1985, στην ιταλική κυβέρνηση. Με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή απάντησε σε έγγραφο που της είχε απευθύνει, στις 28 Μαΐου 1985, η ιταλική κυβέρνηση για να κοινοποιήσει τις χρηματικές ενισχύσεις που σκόπευε να χορηγήσει στην ιταλική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα βάσει της γενικής αποφάσεως 1018/85 της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1985, με την οποία τροποποιήθηκε η απόφαση 2320/81/ΕΚΑΧ περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (EE L 110, σ. 5).
Α — Το ιστορικό της διαφοράς
3
Με τη γενική απόφαση 2320/81, αποκαλούμενη δεύτερος κώδικας ενισχύσεων, θεσπίστηκαν κανόνες που επιτρέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων με σκοπό την αναδιάρθρωση της κοινοτικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα. Προς το σκοπό αυτό, τα άρθρα 2 και 8 της εν λόγω αποφάσεως προβλέπουν προθεσμίες για την κοινοποίηση, την έγκριση και την καταβολή των ενισχύσεων. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν, με εξαίρεση το σύστημα που εφαρμόζεται σε ορισμένους τύπους ενισχύσεων όπως οι επείγουσες ενισχύσεις και οι ενισχύσεις για τη λειτουργία, ότι τα σχέδια ενισχύσεων κοινοποιούνται στην Επιτροπή από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου 1982 και ότι οι ενισχύσεις μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκριθούν το αργότερο την 1η Ιουλίου 1983 και ότι, στο πλαίσιό τους, δεν πρόκειται να διενεργηθούν πληρωμές μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1985.
4
Με τη γενική απόφαση 1018/85 τροποποιήθηκαν οι ημερομηνίες αυτές ορίζοντας ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας για την κοινοποίηση των σχεδίων ενισχύσεων την 31η Μαΐου 1985 και προβλέποντας ότι η έγκριση των ενισχύσεων πρέπει να γίνει το βραδύτερο την 1η Αυγούστου 1985. Στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως αναφέρεται οτι η τροποποίηση των προθεσμιών αυτών ήταν απαραίτητη για να καταστεί δυνατή η έγκριση πρόσθετων ενισχύσεων, οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κυρίως λόγω της γενικώς κακής οικονομικής καταστάσεως της Κοινότητας κατά τα έτη 1982 έως 1984 και της εντεύθεν κρίσεως στην αγορά σιδήρου και χάλυβα και της επιδεινώσεως των οικονομικών αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων.
5
Με έγγραφο της 28ης Μαΐου 1985, η ιταλική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή οτι επιθυμούσε να χορηγήσει πρόσθετες ενισχύσεις, κατά την έννοια της γενικής αποφάσεως 1018/85, ενισχύσεις οι οποίες, σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο ήταν απαραίτητες « για την προσπάθεια αναδιαρθρώσεως της ιταλικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, προκειμένου να διασφαλιστεί η χωρίς ενισχύσεις επιβίωση της μετά το τέλος του έτους 1985 και ως συμβολή για τη βελτίωση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στην Κοινότητα ». Η αίτηση αυτή περιελάμβανε, εκτός από τις ενισχύσεις για το κλείσιμο επιχειρήσεως ύψους 150 δισεκατομμυρίων λιρετών (LIT) προοριζόμενες για τον ιδιωτικό τομέα, και ενισχύσεις προς την επιχείρηση Finsider ύψους 2985 δισεκατομμυρίων LIT, χρηματική συμβολή ύψους 550 δισεκατομμυρίων LIT στα σχέδια συνεργίας μεταξύ διαφόρων ιταλικών βιομηχανιών, μεταξύ των οποίων είναι η Finsider και η Falck, σχέδια από την εφαρμογή των οποίων μπορούν να προκύψουν νέες μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας.
6
'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, την πρωτοβουλία του σχεδίου συνεργίας μεταξύ Finsider και Falck ανέλαβε το ιταλικό Υπουργείο Βιομηχανίας. Μετά την υποβολή αιτήσεως της Falck προς το εν λόγω υπουργείο για επιδότηση ύψους 300 δισεκατομμυρίων LIT και παραπόνων της προς την Επιτροπή για διακρίσεις μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα στην Ιταλία, της προτάθηκε, στις αρχές του 1985, σχέδιο συνέργιας με τη Finsider.
7
Το σχέδιο συνεργίας προέβλεπε μεταφορές ποσοστώσεων παραγωγής μεταξύ Finsider και Falck, καθώς και το κλείσιμο ορισμένων εγκαταστάσεων. Βάσει του σχεδίου αυτού η Finsider θα πραγματοποιούσε, στο ελασματουργείο της φαρδιών ταινιών θέρμης ελάσεως του Bagnoli, όλη την παραγωγή που πραγματοποιούσε η Falck στο ελασματουργείο της φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως και φύλλων του Sesto San Giovanni. Κατά συνέπεια, οι τελευταίες αυτές εγκαταστάσεις θα έκλειναν, ενώ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο σύνολό της η παραγωγική ικανότητα των εγκαταστάσεων του Bagnoli. Σε αντιστάθμισμα η Falck θα μπορούσε να μετάσχει στην κατασκευή χονδρών λαμαρινών στο Κάπρι, όπου η Finsider διαθέτει ελασματουργείο.
8
Στις 30 Μαΐου 1985, δηλαδή δύο ημέρες μετά την κοινοποίηση των σχεδίων χορηγήσεως πρόσθετων ενισχύσεων εκ μέρους της ιταλικής κυβερνήσεως, η Falck επισήμανε στην Επιτροπή ότι σ' αυτήν εναπόκειταν να κρίνει αν οι προτεινόμενες ενισχύσεις συμβιβάζονται με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Συνεπώς, η Επιτροπή έπρεπε όχι μόνο να εξετάσει την κατάσταση των επιχειρήσεων που λαμβάνουν, αλλά και την κατάσταση των επιχειρήσεων που δεν θα μπορούσαν να λάβουν ενισχύσεις. Αφού επισήμανε ότι η χορήγηση πρόσθετων ενισχύσεων στη Finsider, χωρίς να χορηγούνται ενισχύσεις στη Falck, θα οδηγούσε προφανώς στην εξαφάνιση της μόνης ιταλικής ανταγωνίστριας της Finsider, η Falck ανέφερε ότι κατά τη γνώμη της η Επιτροπή δεν μπορούσε να εγκρίνει πρόσθετες ενισχύσεις μόνο υπέρ της Finsider, χωρίς να παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ.
9
Μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπει η γενική απόφαση 1018/85 για την κοινοποίηση των σχεδίων πρόσθετων ενισχύσεων, η Επιτροπή ζήτησε, επανειλημμένως, πρόσθετα στοιχεία από την ιταλική κυβέρνηση σχετικά με τις κοινοποιηθείσες ενισχύσεις. Στις 22 Ιουλίου 1985, με τηλετύπημα της ιταλικής κυβερνήσεως παρασχέθηκαν διευκρινίσεις, σύμφωνα με τις οποίες το σχέδιο συνεργίας προέβλεπε συγκέντρωση παραγωγής των Finsider και Falck. Ζητήθηκε από την Επιτροπή να λάβει την απόφαση της για έγκριση των ενισχύσεων, απόφαση η οποία έπρεπε να ληφθεί το βραδύτερο μέχρι 1ης Αυγούστου 1985, βάσει δύο εναλλακτικών υποθέσεων: της συνεργίας και της μη συνεργίας. Ωστόσο, λόγω της αβεβαιότητας που υπήρχε ακόμα ως προς την πραγματική υλοποίηση της συνεργίας, η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή να διαθέσει μέρος από τις κοινοποιηθείσες ενισχύσεις, στα όρια του προοριζόμενου για τη συνεργία ποσού των 550 δισεκατομμυρίων LIT, προς οικονομική αναδιάρθρωση του ιδιωτικού τομέα.
10
Κατά τη διάρκεια συνομιλίας, στις 24 Ιουλίου 1985, μεταξύ του ιταλού υπουργού βιομηχανίας και του μέλους της Επιτροπής του επιφορτισμένου με την πολιτική ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων, ο τελευταίος ανέφερε ότι η Επιτροπή αδυνατούσε να εξετάσει την αίτηση ενισχύσεων για την οικονομική αναδιάρθρωση, καθόσον η αίτηση αυτή υποβλήθηκε μετά την 31η Μαΐου 1985, τελευταία ημέρα της προθεσμίας. Με την επίδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε την τελευταία δυνατή ημερομηνία, δηλαδή την 1η Αυγούστου 1985, η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψη αυτή.
11
Σε ό,τι αφορά το σχέδιο συνεργίας μεταξύ Finsider και Falck, η επίδικη απόφαση στηρίζεται στις δύο εναλλακτικές υποθέσεις που ανέφερε η ιταλική κυβέρνηση, λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαιότητα παροχής στα ενδιαφερόμενα μέρη του χρόνου που απαιτείται για την υλοποίηση των σχεδίων τους. Στην περίπτωση πραγματοποιήσεως της συνεργίας, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η συνεργία αυτή αποτελεί πράξη αναδιαρθρώσεως περιλαμβάνουσα τον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ανέφερε ότι θα μπορούσε να εξετάσει συνολικά, αφενός, το σύνολο των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στην ιταλική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα και, αφετέρου, το σύνολο των μειώσεων παραγωγικής ικανότητας που απαιτούνται ως αντιστάθμισμα. Στην περίπτωση μη πραγματοποιήσεως της συνεργίας, η Επιτροπή ενέκρινε ενισχύσεις ύψους 3141,9 δισεκατομμυρίων LIT υπέρ της Finsider, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω επιχείρηση θα προβεί σε κλείσιμο εγκαταστάσεων που θα έχει ως συνέπεια μείωση της παραγωγικής της ικανότητας κατά 800000 τόνους σε ό,τι αφορά τα ελασματουργεία βαρέων μορφοσιδήρων και φύλλων στο Bagnoli. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η Επιτροπή ενέκρινε ενισχύσεις 50 δισεκατομμυρίων LIT για κλείσιμο εγκαταστάσεων στον ιδιωτικό τομέα, προσθέτοντας ότι « το ποσό μπορεί να αυξηθεί κατά 275 δισεκατομμύρια LIT που αντιστοιχούν στο ήμισυ της ενισχύσεως που προορίζεται, καταρχήν, για μειώσεις παραγωγικής ικανότητας που πρέπει να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο της συνεργασίας Falck/Finsider ».
12
Σύμφωνα με το δικόγραφο της προσφυγής, το σχέδιο συνεργίας δεν παρείχε, πράγματι, αντιστάθμισμα στη Falck για τη θυσία που συνιστούσε γι' αυτήν η διακοπή της λειτουργίας του ελασματουργείου στο Sesto San Giovanni. Η Falck προέβη σε εναλλακτικές προτάσεις, οι οποίες όμως προσέκρουσαν στην άρνηση της Finsider. Ήδη από το καλοκαίρι του 1985 ήταν φανερό ότι η συνεργία δεν μπορούσε να πραγματοποι
13
Η ιταλική κυβέρνηση εφάρμοσε, τελικώς, την απόφαση της 1ης Αυγούστου 1985, σύμφωνα με τη δεύτερη από τις δύο υποθέσεις που είχε προβλέψει, δηλαδή την υπόθεση της μη συνεργίας.
Β — Μη τήρηση των προθεσμιών
14
Με τον πρώτο λόγο, η προσφεύγουσα βάλλει κατά της επίδικης απόφασης καθόσον αυτή ενέχει άρνηση εγκρίσεως ενισχύσεων για την οικονομική αναδιάρθρωση ιδιωτικών επιχειρήσεων, με την αιτιολογία ότι το σχέδιο των ενισχύσεων αυτών κοινοποιήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπει η γενική απόφαση 1018/85. Η Επιτροπή, καίτοι αρνήθηκε να λάβει υπόψη της τις ανάγκες οικονομικής αναδιαρθρώσεως ιδιωτικών επιχειρήσεων, έλαβε υπόψη άλλα στοιχεία που κοινοποίησε η ιταλική κυβέρνηση και που αφορούσαν, ιδίως, την υλοποίηση ή μη της συνεργίας και την ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα σε περίπτωση μη συνεργίας. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή προέβη σε διακρίσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, της γενικής αποφάσεως 2320/81, όπως τροποποιήθηκε με τη γενική απόφαση 1018/85.
15
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η κοινοποίηση των σχεδίων ενισχύσεων εκ μέρους της ιταλικής κυβερνήσεως, στις 28 Μαΐου 1985, δεν περιείχε όλες τις διευκρινίσεις ως προς την έκταση των σχεδίων αυτών, αλλά εξέφραζε την πρόθεση της εν λόγω κυβερνήσεως να χορηγήσει ενισχύσεις, αποτιμώμενες τότε σε 550 δισεκατομμύρια LIT, για σχέδια μειώσεως της παραγωγικής ικανότητας που αφορούσαν διαφόρους ιταλούς παραγωγούς. Όταν η υπόθεση συνεργίας δεν πραγματοποιήθηκε, η Επιτροπή στηρίχτηκε στις διευκρινίσεις που παρέσχε η ιταλική κυβέρνηση με το από 22 Ιουλίου 1985 τηλετύπημά της, σύμφωνα με τις οποίες, σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως της συνεργίας, το ήμισυ των 550 δισεκατομμυρίων LIT θα μπορούσε να χορηγηθεί για το κλείσιμο εγκαταστάσεων στον ιδιωτικό τομέα και το άλλο ήμισυ για την οικονομική αναδιάρθρωση. Η Επιτροπή ήταν, ωστόσο, υποχρεωμένη να διατηρήσει την έγκρισητων ενισχύσεων αυτών μέσα στα όρια που χάραξε με την κοινοποίηση της 28ης Μαΐου 1985, η οποία δεν αφορούσε πράξεις καθαρώς οικονομικής αναδιαρθρώσεως στον ιδιωτικό τομέα.
16
Το Δικαστήριο τονίζει ότι, όπως ήδη έκρινε με την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985 (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, 214/83, Συλλογή 1985, σ. 3053), τα σχέδια ενισχύσεως που έπρεπε να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή πριν από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που προβλέπει η γενική απόφαση 2320/81 είναι τα προγράμματα τα οποία, στο πλαίσιο ενός σχεδίου αναδιαρθρώσεως, περιλαμβάνουν τον καθορισμό του τύπου, του σκοπού και του προορισμού της ενισχύσεως, χωρίς να απαιτείται ο καθορισμός του ακριβούς ποσού της ενισχύσεως. Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, η Επιτροπή δεν μπορεί, πάντως, να δεχτεί διευκρινίσεις που παρέχονται μετά από την εν λόγω ημερομηνία και οι οποίες επηρεάζουν τη φύση της σχεδιαζόμενης ενισχύσεως με συνέπεια το εφαρμοζόμενο σχέδιο να μην είναι ίδιο με εκείνο που είχε κοινοποιηθεί.
17
Στην παρούσα περίπτωση, από τη μελέτη του εγγράφου της 28ης Μαΐου 1985, με το οποίο η ιταλική κυβέρνηση κοινοποίησε τις σχεδιαζόμενες ενισχύσεις, αποδεικνύεται ότι οι ενισχύσεις αυτές εντάσσονταν αποκλειστικώς στο πλαίσιο των μειώσεων της παραγωγικής ικανότητας και της διακοπής λειτουργίας εγκαταστάσεως. Η αποστολή του εγγράφου αυτού μαρτυρεί, πράγματι, ότι η κυβέρνηση προτείνει στην Επιτροπή μια« πρόσθετη δέσμη οικονομικών μέτρων αναγκαίων για την αναδιάρθρωση της ιταλικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα » και ότι αυτή η δέσμη μέτρων επρόκειτο να παράσχει στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα τη δυνατότητα « να συνεχίσουν την εξυγίανση της παραγωγικής τους δομής » κατά τη διάρκεια της προσεχούς περιόδου.
18
Συνεπώς, η Επιτροπή μπορούσε, εφόσον δεν πραγματοποιήθηκε η υπόθεση συνεργίας, να λάβει υπόψη της τις διευκρινίσεις που παρέσχε εκ των υστέρων η ιταλική κυβέρνηση, υπό την έννοια ότι το ήμισυ των 550 δισεκατομμυρίων LIT που είχαν αρχικώς προβλεφθεί για τη διακοπή της λειτουργίας εγκαταστάσεων, ως αποτέλεσμα της συνεργίας, θα μπορούσε να εγκριθεί υπέρ των σχεδίων αναδιαρθρώσεως του ιδιωτικού τομέα που συνεπάγονται μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας. Αντιθέτως, δεν θα μπορούσε να εγκρίνει ενίσχυση 275 δισεκατομμυρίων LIT, που αποτελεί το άλλο ήμισυ του εν λόγω ποσού, για οικονομική αναδιάρθρωση, δεδομένου ότι μια τέτοια ενίσχυση θα ήταν διαφορετικής φύσεως από εκείνες που κοινοποιήθηκαν στις 28 Μαΐου 1985.
19
Συνεπώς, η κοινοποίηση, αναφέροντας ότι σχεδιαζόταν η χορήγηση ενισχύσεως 550 δισεκατομμυρίων LIT για μειώσεις παραγωγικής ικανότητας που θα προκύψουν από το κλείσιμο εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της συνεργασίας, παρείχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εγκρίνει, βάσει μεταγενεστέρων διευκρινίσεων, για την περίπτωση μη πραγματοποιήσεως της εν λόγω συνεργίας, τη χορήγηση ενισχύσεων για μειώσεις παραγωγικής ικανότητας που θα προέκυπταν από άλλη αιτία, δεν της παρείχε, όμως, τη δυνατότητα να εγκρίνει ενισχύσεις για σκοπούς διαφορετικούς, όπως η οικονομική αναδιάρθρωση.
20
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ο πρώτος λόγος της προσφεύγουσας, ο οποίος στηρίζεται σε διαφορετική ερμηνεία του εγγράφου της 28ης Μαΐου 1985, δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Γ — Ισότητα μεταχειρίσεως
21
Η προσφεύγουσα, αφού ανέφερε ότι το άρθρο 4, παράγραφος β ), της Συνθήκης ΕΚΑΧ επιβάλλει την ίση μεταχείριση όλων των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας, τονίζει ότι η επιχείρησή της είναι η μόνη άμεση ιταλική ανταγωνίστρια της Finsider στον τομέα των προϊόντων ελάσεως. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να εγκρίνει τη χορήγηση σημαντικών πρόσθετων ενισχύσεων στη Finsider, χωρίς να χορηγήσει ορισμένες ενισχύσεις στη Falck.
22
Προς στήριξη του λόγου αυτού η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, επίσης, ότι η άνιση αυτή μεταχείριση επιβαρύνεται από το γεγονός ότι, κατά το παρελθόν, η Finsider είχε λάβει σημαντικές ενισχύσεις που της επέτρεψαν να καλύψει τις ζημίες της χωρίς να υποχρεωθεί να μειώσει την παραγωγική της ικανότητα, ενώ επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, όπως η Falck, υποχρεώθηκαν, για να διασφαλίσουν την επιβίωση τους να προβούν στην εκ βάθρων αναδιάρθρωση του παραγωγικού τους μηχανισμού, χωρίς να λάβουν παρόμοιες ενισχύσεις. Υπό τους όρους αυτούς, η άνιση μεταχείριση έχει ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού.
23
Μετά την επισήμανση ότι και κατά το παρελθόν έχει επίσης εγκρίνει σημαντικές ενισχύσεις υπέρ της Falck, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις Finsider και Falck δεν βρίσκονταν σε κατάσταση παρόμοια, από απόψεως εφαρμογής της επίδικης απόφασης στην περίπτωση μη συνεργίας, δεδομένου ότι η πρώτη ήταν υποχρεωμένη, σε αντιστάθμισμα των ενισχύσεων που της χορηγούνται, να μειώσει την παραγωγική ικανότητα κατά 800000 τόνους, ενώ η δεύτερη δεν συμμετέχει σε νέα προσπάθεια αναδιαρθρώσεως.
24
Ως προς την αιτίαση που αναφέρεται στον αθέμιτο ανταγωνισμό, η Επιτροπή, καίτοι αναγνωρίζει ότι κάθε ενίσχυση που χορηγείται σε επιχείρηση της παρέχει ένα πλεονέκτημα έναντι των άλλων και, συνεπώς, επηρεάζει, εκ της φύσεώς της, τον ανταγωνισμό, αναφέρει ότι το άρθρο 2 του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων επιτρέπει τη χορήγηση ενισχύσεων μόνο εφόσον δεν συνεπιφέρουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού « κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον ». Για να βεβαιωθεί ότι η προϋπόθεση αυτή συνέτρεχε, η Επιτροπή εξακρίβωσε, καταρχάς, αν η χορηγηθείσα προς τη Finsider ενίσχυση ήταν απολύτως αναγκαία για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της εν λόγω επιχειρήσεως· ζήτησε, κατόπιν, ουσιώδη συμβολή στη μείωση των παραγωγικών ικανοτήτων στον εν λόγω τομέα· τέλος, προέβη σε επισταμένη έρευνα της χρησιμοποιήσεως των ενισχύσεων προκειμένου ιδίως να διασφαλίσει ότι η χορήγηση των ενισχύσεων δεν προκαλεί υποτιμολογήσεις.
25
Σχετικά με το διάλογο αυτό μεταξύ των διαδίκων μπορούν να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις. Σε περίπτωση πραγματοποιήσεως της συνεργίας, η Falck θα συμμετείχε σε σημαντική προσπάθεια αναδιαρθρώσεως της παραγωγής προϊόντων ελάσεως στην Ιταλία, λαμβάνοντας ταυτόχρονα πρόσθετες ενισχύσεις που θα της επέτρεπαν να κλείσει ορισμένες εγκαταστάσεις. Εφόσον η συνεργία δεν πραγματοποιήθηκε, η Falck δεν λαμβάνει καμία πρόσθετη ενίσχυση, ούτε είναι υποχρεωμένη να προβεί σε πρόσθετες μειώσεις της παραγωγικής της ικανότητας. Από την άποψη αυτή, πρέπει να παρατηρηθεί ότι στο πλαίσιο του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων, η πολιτική αναδιαρθρώσεως του τομέα σιδήρου και χάλυβα είναι διαμορφωμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε, καταρχήν, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για την κατάρτιση συγκεκριμένων σχεδίων ανδιαρθρώσεως και η Επιτροπή είναι αρμόδια να κρίνει τη σημασία που θα έχει η υλοποίηση των σχεδίων αυτών σε αντιστάθμισμα των ενισχύσεων των οποίων μπορεί να εγκρίνει τη χορήγηση ή την τροποποίηση των όρων καταβολής.
26
Υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να εξεταστούν οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας. Κατ' ουσία, προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν συμπεριέλαβε και την επιχείρηση Falck στη χορήγηση ενισχύσεων και στις προσπάθειες μειώσεως της παραγωγής, όταν η συνεργία δεν πραγματοποιήθηκε. Ωστόσο, οι αιτιάσεις αυτές δεν στρέφονται άμεσα κατά της Επιτροπής, δεδομένου ότι στην ιταλική κυβέρνηση εναπέκειτο να κοινοποιήσει, εμπροθέσμως, σχέδιο ενισχύσεων που να περιλαμβάνει την επιχείρηση Falck σε περίπτωση της μη συνεργίας.
27
Βεβαίως, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, καίτοι κάθε παρέμβαση στον τομέα των ενισχύσεων μπορεί να ευνοήσει μια επιχείρηση σε σχέση με άλλη, η Επιτροπή δεν μπορεί, ωστόσο, να εγκρίνει ενισχύσεις η χορήγηση των οποίων θα μπορούσε να προκαλέσει προφανή διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή η χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων θα προκαλούσε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον.
28
Ωστόσο, από την έρευνα του φακέλου, ιδίως της αλληλογραφίας, από το τέλος του έτους 1984, μεταξύ Falck, ιταλικού Υπουργείου Βιομηχανίας και υπηρεσιών της Επιτροπής, δεν προκύπτει ότι υπήρξε στην παρούσα υπόθεση παρόμοια περίπτωση προφανούς διακρίσεως μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.
29
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Δ — Πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως
30
Με τον τρίτο λόγο, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση είναι παράνομη λόγω ελλείψεως συγκροτημένου και ακριβούς προγράμματος αναδιαρθρώσεως Στηριζόμενη σε δύο εναλλακτικές λύσεις, ανάλογα με την έκβαση των σχετικών με τη συνεργία συζητήσεων, η ίδια η Επιτροπή δέχτηκε ότι κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεώς της δεν διέθετε ένα συνολικό σχέδιο για την αναδιάρθρωση της ιταλικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
31
Η έλλειψη αυτή είχε ως συνέπεια τη μη αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, καθόσον η αναφορά σε εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που έγιναν για λογαριασμό της Επιτροπής συνιστά απλώς μια αόριστη έκφραση εφόσον εγκρίνονται υπέρ της Finsider οι ίδιες ενισχύσεις είτε υπάρξει συνεργία είτε όχι, ενώ η κατάσταση της εν λόγω επιχειρήσεως διαφοροποιείται προφανώς ανάλογα με την τύχη του ελασματουργείου φαρδιών ταινιών στο Bagnoli.
32
Η Επιτροπή αμφισβητεί την άποψη αυτή. Εκτίμησε τις επιπτώσεις των ενισχύσεων προς τη Finsider με βάση τη δυνατότητα επιβιώσεως της εν λόγω επιχειρήσεως στις δύο υποθέσεις, της συνεργίας και της μη συνεργίας. Εξάλλου, η Επιτροπή επέβαλε διαφορετικές μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας για τις δύο αυτές υποθέσεις, καθόσον η Finsider δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει την ίδια προσπάθεια μειώσεως των παραγωγικών της ικανοτήτων στην περίπτωση που η συνεργία θα είχε ως αποτέλεσμα σημαντική μείωση της παραγωγικής ικανότητας στον ιδιωτικό τομέα.
33
Πρέπει, καταρχάς, να τονιστεί ότι, εφόσον δεν πραγματοποιήθηκε η συνεργία, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας είναι βάσιμα μόνο εφόσον αναφέρονται στο πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως που εφάρμοσε η Finsider για τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων της και για τη μείωση των παραγωγικών της ικανοτήτων σε περίπτωση μη συνεργίας.
34
Βεβαίως, η κοινοποίηση της ιταλικής κυβερνήσεως αναφέρεται ιδίως στο σχέδιο συνεργασίας και δεν κάνει καθόλου λόγο για το ποιες θα είναι οι προσπάθειες αναδιαρθρώσεως στην περίπτωση μη πραγματοποιήσεως του σχεδίου αυτού. Αντιθέτως, η επίδικη απόφαση είναι πολύ σαφής ως προς το θέμα αυτό: εξαρτά τη χορήγηση ενισχύσεων προς τη Finsider από το κλείσιμο των ελασματουργείων βαρέων μορφοσιδήρων στο Italsider και στο Bagnoli (ικανότητα παραγωγής: 400000 τόνοι). Επιβάλλοντας τις υποχρεώσεις αυτές η Επιτροπή, σύμφωνα με την απόφαση, έλαβε υπόψη της τις προοπτικές αναδιαρθρώσεως στις οποίες αναφέρθηκε η ιταλική κυβέρνηση για την περίπτωση συνεργίας, πρόσθετα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε η εν λόγω κυβέρνηση, ιδίως με το από 22 Ιουλίου 1985 τηλετύπημά της, τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων, καθώς και τα πορίσματα πραγματογνωμοσύνης που διεξήγαγαν από κοινού η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση. Η απόφαση αναφέρει ότι, βάσει όλων αυτών των στοιχείων, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σχεδιαζόμενο κλείσιμο εγκαταστάσεων μπορούσε να γίνει χωρίς μεγάλες δυσκολίες και χωρίς να θίξει τις προϋποθέσεις μιας πιθανής ανακάμψεως της βιωσιμότητας της Finsider, η οποία αποτελούσε και το στόχο στον οποίο απέβλεπε η έγκριση των εν λόγω ενισχύσεων υπέρ της επιχειρήσεως αυτής.
35
Πρέπει, τέλος, να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων προβλέπει ότι οι ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εύρυθμη λειτουργία της καλής αγοράς, υπό τον όρο ότι η επιχείρηση που τις λαμβάνει « έχει αναλάβει την εκτέλεση προγράμματος αναδιαρθρώσεως » συγκροτημένου και σαφούς, καθώς και ότι οι διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 3, επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να κοινοποιούν « τα προγράμματα που αποβλέπουν στην εγκαθίδρυση ή τροποποίηση των ενισχύσεων » και στην Επιτροπή να λαμβάνει την απόφαση της « μετά τη λήψη των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να της επιτρέψουν να εκτιμήσει την οικεία ενίσχυση ». Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την Επιτροπή να διευκρινίζει, στην απόφαση της, τις προσπάθειες αναδιαρθρώσεως που κρίνει αναγκαίες προκειμένου να εγκρίνει μια ενίσχυση.
36
Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, δεν προέβη ούτε στην εφαρμογή κριτηρίων ξένων προς τις διατάξεις και τους στόχους των γενικών αποφάσεων 2320/81 και 1018/85 ούτε παρέλειψε να αιτιολογήσει την έγκριση χορηγήσεως ενισχύσεων υπέρ της επιχειρήσεως Finsider. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
37
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
38
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Κακούρης
Koopmans
Due
Bahlmann
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy