ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 306/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο André Huybrechts, προσφεύγων, εργάζεται από το 1958 στην Επιτροπή ως κύριος υπάλληλος διοικήσεως με το βαθμό Α 4 ( στο όγδοο κλιμάκιο του βαθμού αυτού από δεκαετίας περίπου ).
Από τις 15 Σεπτεμβρίου 1982 υπηρετεί στη ΓΔ VIII-A-3, τμήμα «Ενέργεια, ορυχεία, βιομηχανία». Μετά την αποχώρηση του πρώην προϊσταμένου του τμήματος αυτού, ο προσφεύγων άσκησε από 1ης Σεπτεμβρίου 1983 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1984 τα καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος, αρχικά ως αναπληρωτής (από 1η Σεπτεμβρίου 1983 μέχρι 31 Μαρτίου 1984), στη συνέχεια δε ως προσωρινός προϊστάμενος ( από 1ης Απριλίου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1984).
2.
Στις 26 Οκτωβρίου 1984, η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1422/84 (που είχε συνταχθεί το Νοέμβριο του 1983 ) για τη θέση του προϊσταμένου του τμήματος VIII-A-3. 'Οσον αφορά τα απαιτούμενα προσόντα, η ανακοίνωση προέβλεπε ιδίως τα ακόλουθα:
« Απαιτούμενα προσόντα:
1)
...
2)
Πολύ εμπεριστατωμένη γνώση της πολιτικής της ανάπτυξης και της συνεργασίας, καθώς και των τομέων της ενέργειας, της βιομηχανίας και των ορυχείων των αναπτυσσόμενων χωρών, των προοπτικών τους και των επιπτώσεων στο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον.
3)
Μεγάλη πείρα σχετικά με τα καθήκοντα.
4)
Ικανότητα διευθύνσεως διοικητικής μονάδας, που περιλαμβάνει διάφορους τομείς κοινωνικοοικονομικού χαρακτήρα. »
3.
Ο προσφεύγων υπέβαλε την υποψηφιότητά του για την εν λόγω θέση. Η Επιτροπή, όμως, διόρισε, με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1984, στην εν λόγω θέση τον J. Delorme, διευθυντή του γραφείου του τότε επιφορτισμένου με την ανάπτυξη επιτρόπου Pisani. Με έγγραφο της 5ης Φεβρουαρίου 1985 γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα ότι η ΑΔΑ «δεν μπόρεσε να κάνει δεκτή την υποψηφιότητα ( του ) για την προς πλήρωση θέση ».
4.
Στις 19 Μαρτίου 1985 ο προσφεύγων υπέβαλε ενώπιον της ΑΔΑ διοικητική ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με αντικείμενο την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως διορισμού και της συνακόλουθης αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του.
Με έγγραφο της 17ης Απριλίου 1985, ο προσφεύγων ζήτησε, στο πλαίσιο της εξετάσεως της διοικητικής ενστάσεως του, από την υπηρεσία που επελήφθη σχετικά να φροντίσει να της προσκομιστούν ιδίως:
« α)
τα διαβιβαστικά έγγραφα των φακέλων (των υπαλλήλων που υπέβαλαν υποψηφιότητα για τη θέση...) προς τη συμβουλευτική επιτροπή για τους διορισμούς ή τις προαγωγές υπαλλήλων στις θέσεις των βαθμών Α 1, Α 2 και Α 3·
... ».
5.
Η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος απορρίφθηκε ρητά με έγγραφο της 2ας Αυγούστου 1985. Στη συνέχεια, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Οκτωβρίου 1985.
6.
Μετά από έκθεση του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Ζήτησε, πάντως, από την Επιτροπή να προσκομίσει αντίγραφα της γνωμοδότησης 48/84 της συμβουλευτικής επιτροπής για τους διορισμούς στους βαθμούς Α 2 και Α 3, καθώς και τα ειδικά πρακτικά της συσκέψεως της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της οποίας αποφασίστηκε ο διορισμός άλλου υποψηφίου αντί του προσφεύγοντος στην επίδικη θέση.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγων ξητεí. από το Δικαστήριο:
1)
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη-
2)
κατά συνέπεια, να ακυρώσει:
—
την απόφαση της ΑΔΑ, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, περί διορισμού του J. Delorme στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος VIII-A-3 « Ενέργεια, ορυχεία, βιομηχανία »,
—
τη συνακόλουθη απόφαση της ΑΔΑ περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος για την εν λόγω θέση,
—
την απόφαση της ΑΔΑ περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος·
3)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή,
—
να επιδικάσει κατά νόμο τα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγων επικαλείται τους ακόλουθους τρεις λόγους:
—
παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ιδίως των άρθρων 25, παράγραφος 2, και 45, παράγραφος 1, παράβαση ουσιώδους τύπου και διαδικαστικό ελάττωμα'
—
παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ιδίως των άρθρων 5, παράγραφος 3, 7, παράγραφος 1, 27 και 45, παράγραφος 1, παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου, και ιδίως της αρχής ότι οι διοικητικές πράξεις πρέπει να είναι κατά νόμο αιτιολογημένες (να είναι δηλαδή οι προσήκουσες και να μην είναι πεπλανημένες ως προς τα νομικά και τα πραγματικά περιστατικά), καθώς και παράβαση του καθήκοντος αρωγής'
—
παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ιδίως των άρθρων 7, παράγραφος 1, και 45, παράγραφος 1, και κατάχρηση εξουσίας.
Επί του πρώτον λόγου
1.
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι δεν προηγήθηκε των αποφάσεων περί διορισμού άλλου υποψηφίου στην επίδικη θέση και απορρίψεως της δικής του υποψηφιότητας συγκριτική εξέταση ούτε των προσόντων των υπαλλήλων που είχαν υποβάλει σχετικά υποψηφιότητα ούτε των εκθέσεων κρίσεως τους.
Πράγματι, εξ όσων γνωρίζει ο προσφεύγων, τόσο η συμβουλευτική επιτροπή για τους διορισμούς στους βαθμούς Α 2 και Α 3 όσο και η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως ΑΔΑ, δεν διέθεταν τους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων. Γεγονός είναι ότι κατά τη διάρκεια συναντήσεως του με τον προϊστάμενο του τμήματος « κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων » στις 7 Μαΐου 1985, ο προσφεύγων θα μπορούσε να λάβει γνώση των αντιγράφων της γνωμοδοτήσεως της εν λόγω επιτροπής και των πρακτικών της Επιτροπής σχετικά με τον επίδικο διορισμό,πλην όμως επρόκειτο για καθαρά τυπικά έγγραφα. Επιπλέον, αν και υποβλήθηκε σχετικό αίτημα με έγγραφο της 17ης Απριλίου 1985, δεν επιδείχθηκαν στον προσφεύγοντα τα «διαβιβαστικά έγγραφα» των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων προς τη συμβουλευτική επιτροπή. Εναπόκειται συνεπώς στην Επιτροπή να αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων έγινε κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στις επιταγές που θέτει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως σχετικά με την εξέταση αυτή.
2.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται σε πεπλανημένους ισχυρισμούς ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Πράγματι απόδειξη του ότι η συμβουλευτική επιτροπή για τους διορισμούς στους βαθμούς Α 2 και Α 3 και η Επιτροπή προέβησαν κανονικά στη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, καθώς και των εκθέσεων κρίσεων τους, παρέχεται από τα αντίστοιχα πρακτικά των οποίων έλαβε γνώση ο προσφεύγων κατά τη συνάντηση της 7ης Μαΐου 1985. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν διέθετε κανένα διαβιβαστικό έγγραφο των φακέλων των υποψηφίων προς την εν λόγω συμβουλευτική επιτροπή και τα μέλη της Επιτροπής.
Επί του δεύτερου λόγου
1.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις στερούνται αιτιολογίας ή τουλάχιστον ότι δεν είναι κατά νόμο αιτιολογημένες.
Κατά τον προσφεύγοντα, τα πάντα υπαγόρευαν το διορισμό του στην επίδικη θέση. Συγκεκριμένα, ήταν ο πλέον ηλικιωμένος (57 ετών ) από όλους τους υποψηφίους, ο αρχαιότερος στην υπηρεσία (26 έτη ) και στο βαθμό Α 4 (26 έτη), ενώ διέθετε τη μεγαλύτερη επαγγελματική πείρα στον αντίστοιχο τομέα (31 έτη), ιδίως δε στον ειδικότερο τομέα του τμήματος VIII-A-3. Επιπλέον, ο προσφεύγων ανταποκρινόταν απόλυτα και περισσότερο από όλους τους άλλους υποψηφίους στα απαιτούμενα προσόντα' συγκεκριμένα, είχε αναπληρώσει τον προϊστάμενο, στη συνέχεια δε είχε ασκήσει προσωρινά καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος κατά τη διάρκεια 16 μηνών, ενώ η τελευταία έκθεση κρίσεως του ήταν εγκωμιαστική. Περαιτέρω, η ανάθεση σ' αυτόν της επίδικης θέσεως θα ήταν η τελευταία του ευκαιρία για ομαλή περάτωση της σταδιοδρομίας του. Τέλος, ο διευθυντής του οικείου τμήματος είχε κρίνει ότι ο προσφεύγων υπερείχε κατά πολύ των λοιπών υποψηφίων. Επομένως, υπό τις περιστάσεις αυτές, διορίζοντας άλλο υποψήφιο, η ΑΔΑ εξήλθε των θεμιτών ορίων ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας της ή τουλάχιστον δεν αποδεικνύεται επαρκώς κατά νόμο ότι ενήργησε εντός αυτών.
Επιπλέον, το καθήκον αρωγής έναντι του προσφεύγοντος υπαγόρευε να ληφθεί υπόψη το πρωταρχικής σημασίας συμφέρον του να προαχθεί επιτέλους στο βαθμό Α 3, εφόσον ήταν προφανώς απόλυτα κατάλληλος να ασκήσει τα σχετικά καθήκοντα, τα οποία άλλωστε είχε ασκήσει επί 16 μήνες προς γενική ικανοποίηση.
2.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει καταρχάς ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ΑΔΑ δεν υποχρεούται να αιτιολογεί τις προαγωγές έναντι των μη προαχθέντων υποψηφίων.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η εξέταση της υπηρεσιακής καταστάσεως του προσφεύγοντος, και ειδικότερα των στοιχείων στα οποία αναφέρθηκε ο ίδιος, αποδεικνύει ότι η ΑΔΑ δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που της αναγνωρίζει το Δικαστήριο. Επ' αυτού, η Επιτροπή υπογραμμίζει ιδίως ότι, κατά το χρόνο λήψεως της επίδικης αποφάσεως, ο Delorme πλησίαζε τα 50 έτη, είχε αρχαιότητα στην υπηρεσία και αρχαιότητα στο βαθμό περίπου 9 ετών, καθώς και σχετική επαγγελματική πείρα 22 περίπου ετών. Επιπλέον, από τη σύγκριση των εκθέσεων κρίσεως του Delorme, εγκωμιαστικών ως προς όλα τα σημεία, και εκείνων του προσφεύγοντος, ευνοούνταν ο πρώτος. Όσον αφορά το επιχείρημα που αρύεται ο προσφεύγων από το γεγονός ότι άσκησε τα καθήκοντα του προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος ως αναπληρωτής και ως προσωρινός προϊστάμενος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η άσκηση καθηκόντων ανώτερων από το βαθμό του δεν παρέχει στον ενδιαφερόμενο κανένα δικαίωμα προαγωγής. Εξάλλου, σύμφωνα με τις πληροφορίες του γενικού διευθυντή του εν λόγω τομέα, η προσωρινή άσκηση εκ μέρους του προσφεύγοντος καθηκόντων προϊσταμένου του τμήματος VIII-A-3 δεν απέδειξε ότι είχε τις « διευθυντικές » ικανότητες, τις οποίες ο γενικός διευθυντής θεωρούσε ως απαραίτητες για τη διοίκηση του τμήματος.
Τέλος, αναφορικά με την προβαλλόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εκπληρώσει το καθήκον της αρωγής, το καθήκον αυτό σε καμία περίπτωση δεν περιέχει την υποχρέωση προαγωγής ενός υπαλλήλου, τη στιγμή κατά την οποία το συμφέρον της υπηρεσίας επιβάλλει την προαγωγή άλλου.
Επί του τρίτον λόγου
1.
Ο προσφείγων θεωρεί ότι η εξουσία, διορισμού ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο παρέχεται κατά νόμο.
'Ετσι, η κατάχρηση εξουσίας συνάγεται ήδη από την έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας ως προς την επιλογή της ΑΔΑ, όπως αναλύθηκε στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου.
Επιπλέον, ο διορισμός που έγινε εντάσσεται στο πλαίσιο των διορισμών που γίνονται με τη λήξη της θητείας των μελών της Επιτροπής ( και αποκαλούνται κοινώς « διορισμοί αλεξιπτωτιστών»), πράγμα που διαπιστώνεται ιδίως με την από 7ης Νοεμβρίου 1984 εγκύκλιο της συνδικαλιστικής οργανώσεως των διεθνών και ευρωπαίων υπαλλήλων, σύμφωνα με την οποία η επίδικη ανακοίνωση κενής θέσεως αναφερόταν ως δείγμα πράξεως προλειάνσεως διορισμού « αλεξιπτωτιστή », εν προκειμένω δε ακριβώς ενός μέλους του γραφείου του επιτρόπου Pisani.
Τέλος, ως τρίτο δηλωτικό της καταχρήσεως εξουσίας στοιχείο, ο προσφεύγων αναφέρεται στο ιστορικό της πληρώσεως της επίδικης θέσεως. Επ' αυτού, υπενθυμίζει κυρίως ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως για τη θέση αυτή είχε συνταχθεί από το Νοέμβριο του 1983, δημοσιεύτηκε δε μόλις τον Οκτώβριο του 1984, ακριβώς πριν από τη λήξη της θητείας των μελών της προηγούμενης Επιτροπής στις 31 Δεκεμβρίου 1984. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η θέση προοριζόταν ρητά για το διευθυντή γραφείου του επιτρόπου Pisani.
2.
Κατά την Επιτροπή, ο λόγος που συνίσταται σε κατάχρηση εξουσίας στερείται κατ' ουσία βάσεως.
Καθόσον ο προσφεύγων συνάγει ότι συντρέχει κατάχρηση εξουσίας από την προβαλλόμενη έλλειψη κατά νόμο αιτιολογίας ως προς την επιλογή της ΑΔΑ, η Επιτροπή παραπέμπει στα επιχειρήματα που ανέπτυξε στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου.
Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος συνιστούν απλές εικασίες που δεν είναι καθόλου αποδεδειγμένες. Πράγματι, τίποτε δεν εμποδίζει την Επιτροπή να προαγάγει ως προϊστάμενο τμήματος υπάλληλο αποσπασμένο σε γραφείο επιτρόπου, εφόσον κρίνεται ως ο καταλληλότερος να ασκήσει τα εν λόγω καθήκοντα.
Τέλος, όσον αφορά το ιστορικό της πληρώσεως της επίδικης θέσεως, η Επιτροπή εκθέτει ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως δεν μπορούσε να δημοσιευτεί μέχρι την 1η Απριλίου 1984, επειδή η θέση που παρέμενε κενή μετά την αποχώρηση του πρώην προϊσταμένου του τμήματος VIII-A-3 μεταφέρθηκε από το εν λόγω τμήμα σε άλλο λόγω μεταθέσεως υπαλλήλου. Κατά συνέπεια, η θέση δεν επανήλθε στο τμήμα VIII-A-3 παρά μόνο όταν την 1η Απριλίου 1984 αποδεσμεύτηκε άλλη θέση Α 3. Στη συνέχεια, η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στη δημοσίευση της επίδικης ανακοινώσεως περί κενής θέσεως. Πράγματι, υπήρχαν άλλες θέσεις προς δημοσίευση πριν από αυτή του προϊσταμένου του συγκεκριμένου τμήματος.
Ο. Due
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 5ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 306/85,
André Huybrechts, υπάλληλος της Επιτροπής, κάτοικος Wezembeek ( Βέλγιο ), εκπροσωπούμενος από τον Ε. Lebrun, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Τ. Biever, 83, boulevard Grande-Duchesse Charlotte,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Δ. Γκουλούση, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος για θέση προϊσταμένου τμήματος ( κατηγορία και σταδιοδρομία Α 3 ) στην Επιτροπή, καθώς και της αποφάσεως περί διορισμού άλλου υποψηφίου στην εν λόγω θέση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. F. Ο' Higgins, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: S. Hackspiel, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 21ης Οκτωβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Οκτωβρίου 1985, ο André Huybrechts, κύριος υπάλληλος διοικήσεως του τμήματος « Ενέργεια, ορυχεία, βιομηχανία » της γενικής διευθύνσεως VIII « Ανάπτυξη » της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της 19ης Δεκεμβρίου 1984, περί διορισμού άλλου υποψηφίου στη θέση του προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος, καθώς και της συνακόλουθης αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος για αυτή τη θέση.
2
Προς στήριξη των αιτημάτων του ο προσφεύγων επικαλείται κατ' ουσία τους ακόλουθους τρεις λόγους:
—
παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και ιδίως του άρθρου 45, παράγραφος 1, καθόσον δεν έγινε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων,
—
παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ιδίως των άρθρων 5, παράγραφος 3, 7, παράγραφος 1, 27 και 45, παράγραφος 1, καθώς και παράβαση ουσιώδους τύπου και του καθήκοντος αρωγής στο μέτρο που οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν είναι κατά νόμο αιτιολογημένες,
—
κατάχρηση εξουσίας.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του πρώτου λόγου
4
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι εξ όσων γνωρίζει τόσο η συμβουλευτική επιτροπή των διορισμών στους βαθμούς Α 2 και Α 3, όσο και η Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (εφεξής: ΑΔΑ), δεν διέθεταν τους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων.
5
Προς εξακρίβωση του βάσιμου του λόγου αυτού, το Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να προσκομίσει αντίγραφα της γνωμοδοτήσεως της εν λόγω συμβουλευτικής επιτροπής και των ειδικών πρακτικών της συνεδριάσεως της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της οποίας αποφασίστηκε η πλήρωση της επίδικης θέσεως. Τα προσκομισθέντα κατόπιν αυτού έγγραφα επιβεβαιώνουν σαφώς ότι τόσο η συμβουλευτική επιτροπή όσο και η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως ΑΔA, προέβησαν σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων με βάση όχι μόνο τις υποψηφιότητες αλλά και τους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων.
6
Ενόψει της επιβεβαιώσεως αυτής και ελλείψει οιασδήποτε αποδείξεως περί του αντιθέτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο πρώτος λόγος στερείται πραγματικής βάσεως.
Επί του δευτέρου λόγου
7
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι είναι ο πλέον ηλικιωμένος από όλους τους υποψηφίους, ο αρχαιότερος στην υπηρεσία με βαθμό Α 4 και ότι διαθέτει τη μεγαλύτερη πείρα στον οικείο τομέα. Επιπλέον, του είχε ανατεθεί να αναπληρώνει τον προϊστάμενο, στη συνέχεια δε άσκησε επί 16 μήνες προσωρινά τα καθήκοντα προϊσταμένου στην επίδικη θέση, η τελευταία έκθεση κρίσεως του ήταν εγκωμιαστική, ο δε διευθυντής στον οποίο υπάγεται το τμήμα θεώρησε ότι υπερείχε κατά πολύ έναντι των λοιπών υποψηφίων. Τέλος, το καθήκον αρωγής έναντι του προσφεύγοντος επιβάλλει την προαγωγή του στο βαθμό Α 3 με τον τρόπο αυτό θα του παρείχετο ύστερα από 26 έτη ευδόκιμης υπηρεσίας στο βαθμό Α 4η δυνατότητα να περατώσει ομαλά τη σταδιοδρομία του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο διορισμός άλλου υποψηφίου απαιτεί πειστική αιτιολογία, η οποία ελλείπει όχι μόνο στις επίδικες αποφάσεις αλλά και στον υπηρεσιακό φάκελο που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
8
Όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, και με την απόφαση του της 30ής Οκτωβρίου 1974 (στην υπόθεση 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 1099), η απόφαση προαγωγής δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένη έναντι του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται, αλλ' ούτε η ΑΔΑ είναι υποχρεωμένη να αιτιολογήσει την απόφαση της έναντι των μη προαχθέντων υποψηφίων, δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος η σχετική αιτιολογία να αποβεί επιζήμια για τους τελευταίους ή τουλάχιστον για ορισμένους από αυτούς. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι οι επίδικες αποφάσεις στερούνται οιασδήποτε αιτιολογίας δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου.
9
Περαιτέρω, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε ιδίως την απόφαση της 21ης Απριλίου 1983 στην υπόθεση 282/81, Ragusa κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1245, και την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1986 στην υπόθεση 26/85, Vaysse κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 3131 ), η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να σταθμίσει το συμφέρον της υπηρεσίας, καθώς και τα προσόντα που πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της αποφάσεως περί προαγωγής, όπως προβλέπει το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο δε έλεγχος του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό πρέπει να περιορίζεται στο αν η διοίκηση, ενόψει των μεθόδων και διαδικασιών βάσει των οποίων διαμόρφωσε την κρίση της, παρέμεινε εντός θεμιτών ορίων και δεν άσκησε την εξουσία της κατά τρόπο προφανώς πεπλανημένο.
10
Παρόλον ότι ο προσφεύγων προηγείται έναντι του προαχθέντος υποψηφίου ως πλέον ηλικιωμένος και αρχαιότερος στην υπηρεσία, από τα στοιχεία σχετικά με τα προσόντα και τις ικανότητες των δύο αυτών προσώπων τα οποία συγκαταλέγονται, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της συμβουλευτικής επιτροπής, μεταξύ των τριών υποψηφίων που έπρεπε να ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη, δεν συνάγεται προφανής πλάνη, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να ελέγξει την εκτίμηση της Επιτροπής. Επ' αυτού, πρέπει να προστεθεί ότι τόσο το γεγονός ότι ο προσφεύγων άσκησε προσωρινά καθήκοντα στην επίδικη θέση, όσο και η μακρά περίοδος προϋπηρεσίας του στο βαθμό Α 4 δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία εκτιμήσεως ικανά να υπερισχύσουν του συμφέροντος της υπηρεσίας που συνιστά το αποφασιστικό κριτήριο για την επιλογή του προακτέου υποψηφίου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
11
Επομένως, ο δεύτερος λόγος του προσφεύγοντος είναι απορριπτέος.
Επί του τρίτου λόγου
12
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι επίμαχες αποφάσεις απέβλεπαν στην πραγματικότητα όχι στην πλήρωση της κενής θέσεως με το διορισμό του καταλληλότερου υποψηφίου, αλλά στην ανεύρεση στις υπηρεσίες της Επιτροπής θέσεως κατάλληλης για το διευθυντή γραφείου ενός απερχόμενου επιτρόπου. Την άποψη αυτή ενισχύουν όχι μόνο τα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων προς στήριξη των δύο πρώτων αιτιάσεών του, αλλ' επίσης και το γεγονός ότι η δημοσίευση της ανακοινώσεως κενής θέσεως καθυστέρησε, έτσι ώστε να ενταχθεί στο πλαίσιο των διορισμών που γίνονται με τη λήξη της θητείας της Επιτροπής, ήδη δε από τις 7 Νοεμβρίου 1985, περισσότερο δηλαδή από ένα μήνα νωρίτερα, η συνδικαλιστική οργάνωση των υπαλλήλων είχε προβλέψει με σχετική εγκύκλιο το αποτέλεσμα της διαδικασίας προαγωγής.
13
Όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο προσφεύγων, ο διορισμός μέλους γραφείου ενός επιτρόπου σε θέση στις υπηρεσίες της Επιτροπής αντί του διορισμού άλλου υποψηφίου προερχόμενου από τις ίδιες υπηρεσίες δεν συνιστά κατάχρηση εξουσίας, εφόσον ο διορισμός αυτός δικαιολογείται από τη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων. Από την εξέταση των ανωτέρω δύο πρώτων αιτιάσεων δεν ανέκυψαν στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι αυτό συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
14
Γεγονός είναι ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως δημοσιεύτηκε τουλάχιστον ένα έτος, αφότου ο προηγούμενος κάτοχος της θέσεως είχε παύσει να ασκεί τα καθήκοντα του και σε χρόνο εγγύτατο προς τη λήξη της θητείας της Επιτροπής. Όμως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η σχετική καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός ότι μέχρι την 1η Απριλίου 1984 η θέση που παρέμενε κενή λόγω της αποχωρήσεως του πρώην προϊσταμένου τμήματος μεταφέρθηκε από το τμήμα αυτό σε άλλο λόγω μεταθέσεως ενός υπαλλήλου. Η ανακοίνωση κενής θέσεως δεν δημοσιεύτηκε μέχρι τον επόμενο Οκτώβριο, επειδή η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στην πλήρωση άλλων θέσεων.
15
Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα στοιχεία του φακέλου δεν του επιτρέπουν να μη δεχτεί τις εξηγήσεις που του παρέσχε κατ' αυτό τον τρόπο η Επιτροπή και ότι, κατά συνέπεια, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση πληρώσεως της κενής θέσεως μέλος γραφείου ενός απερχόμενου επιτρόπου στην πραγματικότητα ελήφθη πριν από τη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων για την εν λόγω θέση.
16
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η προσφυγή είναι απορριπτέα στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
O'Higgins
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Τ. F. O'Higgins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy