ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 313/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Με γραπτή σύμβαση της 28ης Δεκεμβρίου 1956, η εταιρία Iveco Fiat παραχώρησε στην εταιρία Van Hool το αποκλειστικό δικαίωμα κατασκευής πλαισίων Fiat για υπεραστικά και αστικά λεωφορεία, συναρμολογήσεως κινητήρων και μηχανισμών Fiat σε υπεραστικά και αστικά λεωφορεία, καθώς και σε οχήματα προορισμένα για βιομηχανική χρήση, τέλος δε πωλήσεως ανταλλακτικών Fiat για τους τρεις αυτούς τύπους οχημάτων στις χώρες της Benelux.
Την 1η Ιανουαρίου 1958 οι ίδιοι συμβαλλόμενοι συνήψαν νέα σύμβαση, με την οποία παραχωρούνταν στην εταιρία Van Hool το δικαίωμα πωλήσεως κατ' αποκλειστικότητα στις χώρες της Benelux οχημάτων Fiat προορισμένων για βιομηχανική χρήση. Τη σύμβαση αυτή υπέγραψε, τουλάχιστον όσον αφορά το βασικό μέρος της, και η νεοσυσταθείσα εταιρία Catrabel στις 30 Δεκεμβρίου 1961.
2.
Το άρθρο 9 της σύμβασης του 1956 ορίζει ότι η σύμβαση αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1957 και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1957, ενώ για την ανανέωση της είναι αναγκαία η γραπτή επιβεβαίωση της εταιρίας Fiat. Το άρθρο 16 της σύμβασης του 1958 διατυπώνεται κατά παρόμοιο τρόπο. Η ισχύς της σύμβασης του 1956 παρατεινόταν εγγράφως κατ' έτος και διαδοχικά μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1961. Παρόλο ότι η σύμβαση δεν παρατάθηκε ρητώς μετά το 1961, οι συμβαλλόμενοι εξακολούθησαν να έχουν εμπορικές σχέσεις επί εικοσαετία. Ύστερα από διαφορές που ανέκυψαν μεταξύ των δύο εταιριών το 1982, η Iveco Fiat διέκοψε τις εμπορικές της σχέσεις με τη Van Hool από την 1η Ιανουαρίου 1982.
3.
Το άρθρο 10 της σύμβασης του 1956 περιλαμβάνει ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με την οποία οι διαφορές που ενδεχομένως θα ανέκυπταν θα εκδικάζονταν κατά το ιταλικό δίκαιο και θα υπάγονταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του Τορίνου. Παρόμοια ρήτρα περιλαμβάνει και το άρθρο 18 της σύμβασης του 1958.
4.
Όταν η εταιρία Van Hool την ενήγαγε ενώπιον του Rechtbank van Koophandel ( Εμπορο-δικείου) του Mechelen, η εταιρία Iveco Fiat προέβαλε ένσταση αναρμοδιότητας, ισχυριζόμενη ότι η ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας επεκτείνεται και στις συμβατικές σχέσεις των μερών μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης του 1956.
Με απόφαση της 6ης Ιουλίου 1983, το Εμπορο-δικείο του Mechelen αποφάσισε ότι ήταν αρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 1, της Σύμβασης των Βρυξελλών όσον αφορά το κύρος των συμφωνιών περί διεθνούς δικαιοδοσίας. Το Hof van Beroep ( Εφετείο ) της Αμβέρσας επικύρωσε, με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1984, την πρωτόδικη αυτή απόφαση.
5.
Η εταιρία Iveco Fiat άσκησε αναίρεση κατά της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Hof van Cassatie του Βελγίου, το οποίο με Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1985 ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί του ακόλουθου προδικαστικού ερωτήματος:
« Πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 η γραπτή σύμβαση η οποία περιλαμβάνει ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας και η οποία, παρόλο ότι έχει λήξει, εξακολούθησε να συνιστά τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων των μερών, μολονότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από την ίδια τη σύμβαση προϋπόθεση ότι η ισχύς της δεν μπορούσε να παραταθεί παρά μόνο εγγράφως; »
6.
Η Διάταξη του Hof van Cassatie του Βελγίου περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Οκτωβρίου 1985.
7.
Δυνάμει του άρθρου 5 του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, και σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στις 3 Ιανουαρίου 1986 η εταιρία SpA Iveco Fiat, αναιρεσεί-ουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Βρυξελλών Marc Willemart και François Xavier de Dorlodot, στις 6 Ιανουαρίου 1986 η εταιρία Van Hool NV, αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Βρυξελλών Aimé de Caluwé, στις 10 Ιανουαρίου 1986 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Hendrik van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Silvio Pieri, ιταλό δημόσιο υπάλληλο υπηρετούντα στην Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος ανταλλαγών μεταξύ εθνικών και κοινοτικών υπαλλήλων, και στις 23 Ιανουαρίου 1986 η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον Β. Ε. McHenry, του Treasury Solicitor' s Department.
8.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
9.
Με απόφαση της 29ης Απριλίου 1986, το Δικαστήριο ανέθεσε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, την εκδίκαση της υπόθεσης στο πέμπτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Η εταιρία Iveco Fiat διευκρινίζει ότι, όπως προκύπτει από ανάλυση του άρθρου 17 και από την έκθεση του Ρ. Jenard επί της Συμβάσεως των Βρυξελλών ( PB 1979, C 59, σ. 1 ) ( εφεξής: έκθεση Jenard ), η συμφωνία των μερών επί της ρήτρας περί παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας συνιστά το ουσιώδες στοιχείο, ενώ οι απαιτούμενες τυπικές διαδικασίες σκοπό έχουν να αποδεικνύουν την ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας. Το τροποποιημένο κείμενο του άρθρου 17 που περιέχεται στη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση των Βρυξελλών ( ΕΕ L 388, 1982, σ. 24 ), σύμφωνα με το οποίο μια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας μπορεί να καταρτιστεί, στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου που τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν, επιβεβαιώνει την ανάγκη αποφυγής υπερβολικής τυπολατρίας στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.
Από την ανάλυση της νομολογίας προκύπτει, αφενός, ότι σκοπός του άρθρου 17 είναι να εξασφαλιστεί ότι οι συμφωνίες μεταξύ των μερών θα αποδεικνύονται με βεβαιότητα και, αφετέρου, ότι ο έγγραφος τύπος δεν συνιστά ουσιώδη τυπική προϋπόθεση από την οποία να εξαρτάται η ίδια η υπόσταση της συμφωνίας. Σύμπτωση βουλήσεων υφίσταται στη σύμβαση του 1956, η οποία άλλωστε εξακολούθησε να διέπει τις εμπορικές σχέσεις των μερών παρά την έλλειψη έγγραφης παρατάσεως. Εξακολουθώντας να αναφέρονται, ρητά μάλιστα, στη σύμβαση του 1956, τα μέρη απέδειξαν ότι είχαν συμφωνήσει να εξακολουθήσει να ισχύει με όλες τις ρήτρες της, περιλαμβανομένης και της ρήτρας περί παρεκτάσεως της δικαιοδοσίας. Οι ίδιες παρατηρήσεις ισχύουν και για τη σύμβαση του 1958, αν υποτεθεί ότι εξακολούθησε να διέπει ώς κάποιο βαθμό τις σχέσεις μεταξύ των μερών.
Πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, της Σύμβασης των Βρυξελλών πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πληρούται η επιβαλλόμενη τυπική προϋπόθεση όταν αποδεικνύεται ότι η απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας σε ορισμένο δικαστήριο αποτέλεσε αντικείμενο γραπτής συμφωνίας, η οποία ρύθμισε ρητά το σημείο αυτό και εξακολούθησε να διέπει τις σχέσεις μεταξύ των μερών μέχρις ότου έπαυσαν να υφίστανται, παρόλον ότι δεν ανανεώθηκε εγγράφως.
2.
Η εταιρία Van Hool παρατηρεί ότι από το ερώτημα που υπέβαλε το Hof van Cassatie του Βελγίου μπορεί να συναχθεί ότι μεταξύ των μερών υφίστατο γραπτή συμφωνία που περιείχε ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, ότι η συμφωνία αυτή έληξε, ότι δεν μπορούσε να παραταθεί παρά μόνο εγγράφως, πράγμα το οποίο δεν έγινε, και ότι η εν λόγω συμφωνία αποτέλεσε τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μερών.
Από την ανάλυση του κειμένου του άρθρου 17 προκύπτει ότι στο παραπέμπον δικαστήριο μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι κατά το χρόνο που επελήφθη της διαφοράς δεν υφίστατο γραπτή συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας. Η ανάλυση της νομολογίας ενδέχεται να είναι περιττή, δεδομένου ότι σε όλες τις υποθέσεις που ήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε ένα έγγραφο ή μια γραπτή αναφορά σε ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας. Σε περίπτωση έμμεσης ή σιωπηρής παραπομπής σε προγενέστερα έγγραφα, απαιτείται ρητή μνεία της ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 24/76, Salotti, Jurispr. 1976, σ. 1831). Με την απόφαση του της 14ης Ιουλίου 1983 (στην υπόθεση 201/82, Gerling, Συλλογή σ. 2503), αντικείμενο της οποίας ήταν ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας που είχε συνομολογήσει υπέρ αυτού και υπέρ τρίτων ένας ασφαλιζόμενος, το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να έχει τηρηθεί ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος και να έχει εκδηλωθεί με σαφήνεια η συναίνεση του ασφαλιστή. Με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 (στην υπόθεση 221/84, Berghoefer, Συλλογή 1985, σ. 2699) το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε περίπτωση προφορικής συμφωνίας περί διεθνούς δικαιοδοσίας, απαιτείται γραπτή επιβεβαίωση της από τον ένα συμβαλλόμενο και λήψη της από τον αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος και να μη διατυπώσει καμία αντίρρηση. Στην παρούσα υπόθεση, είναι προφανές ότι μεταξύ των μερών δεν ίσχυε καμία ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι αυτή που περιλαμβανόταν στη συμφωνία δεν ίσχυε πλέον μετά το 1961, έκτοτε δεν υπήρξε γραπτή επιβεβαίωση της συμφωνίας από τα μέρη και κατά λογική συνέπεια καμία τέτοια επιβεβαίωση δεν περιήλθε στον αντισυμβαλλόμενο.
Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 17 για το κύρος των συμφωνιών διεθνούς δικαιοδοσίας αποσκοπούν στο να εξασφαλίσουν ότι η σύμπτωση βουλήσεων μεταξύ των μερών συντρέχει πραγματικά και ότι εκδηλώθηκε κατά τρόπο σαφή και ακριβή. Οι τυπικές προϋποθέσεις, όπως το έγγραφο ή η γραπτή επιβεβαίωση προφορικής συμφωνίας, που αποδεικνύουν τη σύμπτωση των βουλήσεων, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση.
Επιβάλλεται η διάκριση μεταξύ της σιωπηρής παράτασης μιας συμφωνίας και της de facto διατήρησης της ισχύος της. Σε περίπτωση σιωπηρής παράτασης, η σύμβαση παραμένει σε ισχύ με όλες τις προγενέστερες ρήτρες. Στην παρούσα περίπτωση, κατά την οποία η παράταση δεν ήταν δυνατόν να γίνει παρά μόνο εγγράφως, πρόκειται για de facto διατήρηση σε ισχύ που διέπεται από τις διατάξεις του κοινού δικαίου και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γραπτή μνεία κατά την έννοια του άρθρου 17.
Η εταιρία Van Hool προτείνει κατά συνέπεια να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
« Η προβλεπόμενη από το άρθρο 17 προϋπόθεση δεν πληρούται όταν οι σχέσεις μεταξύ των μερών διατηρούνται de facto, ακόμα και αν προηγουμένως υπήρχε ρήτρα που προέβλεπε την αρμοδιότητα συγκεκριμένου δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται μόνο στο βαθμό που οι σχέσεις μεταξύ των μερών συνεχίστηκαν σιωπηρά υπό τεχνική έννοια. »
3.
Η κνβέρνηοη rov Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει ότι, όπως αποδεικνύεται από τη Διάταξη περί παραπομπής και την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι συμβάσεις του 1956 και του 1958 περιείχαν συγκεκριμένη ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας και ότι τα μέρη συνέχισαν τις εμπορικές τους σχέσεις, τη νομική βάση των οποίων συνιστούσαν οι προγενέστερες αυτές συμβάσεις, παρά το γεγονός ότι οι συμβάσεις αυτές δεν παρατάθηκαν εγγράφως, όπως απαιτούσαν ρητά.
Οι ρήτρες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που περιείχαν οι συμβάσεις του 1956 και του 1958 ανταποκρίνονται αναμφισβήτητα στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 17 ως προς τον τύπο, δεδομένου ότι η συμφωνία των μερών είναι πλήρως αποδεδειγμένη. Εντούτοις, το Hof van Cassatie του Βελγίου ερωτά αν μια γραπτή συμφωνία εξακολουθεί να δεσμεύει τα μέρη, εφόσον τα τελευταία εξακολούθησαν να την εφαρμόζουν και να την εκτελούν και μετά την παρέλευση του χρόνου ισχύος της, ο οποίος είχε οριστεί ρητά. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν ανευρίσκεται στο άρθρο 17 της Σύμβασης των Βρυξελλών, το οποίο άλλωστε δεν ρυθμίζει τα ζητήματα συνάψεως, λήξεως ή καταγγελίας της σύμβασης, αλλά στο εφαρμοστέο στη σύμβαση εθνικό δίκαιο.
Το αν ένας τρίτος έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας που συνομολογήθηκε υπέρ αυτού πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και όχι σύμφωνα με το άρθρο 17 ( βλέπε προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983). Ομοίως, το κύρος της υποκαταστάσεως τρίτου σε σύμβαση που περιλαμβάνει συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ( απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984 στην υπόθεση 71/83, Tilly Russ, Συλλογή σ. 2417).
Η ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνουν οι συμβάσεις του 1956 και του 1958 πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 17 ως προς τον τύπο. Σε περίπτωση κατά την οποία μπορεί να θεωρηθεί, βάσει του εθνικού δικαίου, ότι οι εν λόγω συμβάσεις εξακολούθησαν να ισχύουν, δεν μπορεί ένας συμβαλλόμενος να αμφισβητήσει βάσει του άρθρου 17 το κύρος της ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας, την οποία επικαλείται καλοπί-στως ο αντισυμβαλλόμενος του.
Κατά συνέπεια η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα είναι η ακόλουθη:
« Η γραπτή σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας πληροί τους όρους που θέτει το άρθρο 17, έστω και αν έχει παρέλθει η ρητά προβλεπόμενη ημερομηνία λήξεως, εφόσον εξακολουθεί, δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη. »
4.
Η Επιτροπή εξηγεί ότι, σύμφωνα με την έκθεση Jenard, το κύρος της ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικής συμφωνίας μεταξύ των μερών. Προκειμένου να μη θιγεί η ασφάλεια του δικαίου, είναι αναγκαία ώς κάποιο βαθμό η προσήλωση στον τύπο, χωρίς πάντως να χρειάζεται να είναι υπερβολική στα εμπορικά ζητήματα.
Το Δικαστήριο δίνει σταθερά στο άρθρο 17 ερμηνεία αυτοτελή και στηριζόμενη στο κοινοτικό δίκαιο, εμπνεόμενο από τους στόχους και το σύστημα της Σύμβασης των Βρυξελλών και τις γενικές αρχές των εθνικών δικαίων. Αντί της στενής και γραμματικής ερμηνείας, προτιμά αρκετά ευρεία ερμηνεία. Με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου του 1976 (που προαναφέρθηκε), το Δικαστήριο έθεσε μεν ως απαραίτητη προϋπόθεση την κατά τρόπο σαφή και επακριβή εκδήλωση της συμφωνίας, με άλλη όμως απόφαση της ίδιας ημέρας ( στην υπόθεση 25/76, Segoura, Jurispr. 1976, σ. 1851), αναγνώρισε ότι η μη επιβεβαιωμένη εγγράφως προφορική ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας είναι έγκυρη, εφόσον η προφορική συμφωνία αποτελεί τμήμα των τρεχουσών εμπορικών σχέσεων μεταξύ των μερών, οι οποίες διέπονται από τους γενικούς όρους που θέτει ο επιβεβαιώνων συμβαλλόμενος. Επίσης, με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984 (που προαναφέρθηκε), η οποία αφορούσε φορτωτική που είχε υπογράψει μόνον ο μεταφορέας, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας είναι έγκυρη, εφόσον η εν λόγω φορτωτική εντάσσεται στο πλαίσιο των τρεχουσών εμπορικών σχέσεων μεταξύ φορτωτή και μεταφορέα οι οποίες διέπονται από γενικούς όρους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η ρήτρα αυτή του εγγράφως επιβεβαιώ-σαντος συμβαλλομένου, δηλαδή εν προκειμένω του μεταφορέα. Με τις εν λόγω αποφάσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αποδοχή της παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας θα αντέκειτο προς την καλή πίστη.
Όπως προκύπτει από την έκθεση Schlosser ( PB 1979, C 59, σ. 71 ), η νέα διατύπωση του άρθρου 17 της Σύμβασης της 9ης Οκτωβρίου 1978 διαπνέεται από την ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες τυπικές προϋποθέσεις που τηρούνται στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές, τις οποίες έχει ήδη λάβει υπόψη της η νομολογία. Μολονότι η εν λόγω Σύμβαση δεν άρχισε ακόμα να ισχύει, η ερμηνεία του άρθρου 17 είναι ενδεδειγμένο να διαπνέεται από αυτή, προκειμένου, με γνώμονα την ασφάλεια του δικαίου, να καταστεί εφικτή η μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη Σύμβαση.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι διάδικοι συνήψαν μετά τη λήξη της αρχικής γραπτής σύμβασης προφορική σύμβαση με διαφορετικό και αυτοτελές περιεχόμενο κατά συνέπεια, η ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας που περιείχε η πρώτη σύμβαση δεν παρήγε πλέον κανένα έννομο αποτέλεσμα. Πάντως, το Δικαστήριο πρέπει να συγκεντρώσει την προσοχή του στο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο προϋποθέτει ότι η αρχική σύμβαση, παρόλον ότι έληξε και δεν ανανεώθηκε εγγράφως, εξακολούθησε να συνιστά τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων των μερών.
Η πρώτη περίπτωση που πρέπει να εξεταστεί είναι τα μέρη να συμφώνησαν προφορικά να τροποποιήσουν τη ρήτρα της αρχικής σύμβασης, κατά την οποία απαιτούνταν έγγραφη ανανέωση, στη συνέχεια δε να συμφώνησαν να παρατείνουν τη διάρκεια ισχύος της αρχικής σύμβασης. Η γραπτή ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας της πρώτης σύμβασης ανταποκρίνεται στους όρους του άρθρου 17. Σε περίπτωση παρατάσεως ή ανανεώσεως της αρχικής σύμβασης, εγγράφως ή προφορικώς, η εν λόγω ρήτρα εξακολουθεί να ισχύει. Δεν παραβιάζεται το πνεύμα και ο σκοπός του άρθρου 17, με το οποίο σκοπείται να εξασφαλιστεί ότι υφίσταται η συμφωνία και να εξουδετερωθούν οι έννομες συνέπειες των ρητρών που ενδέχεται να περάσουν απαρατήρητες στις συμβάσεις, ενώ παράλληλα πρέπει να αποφεύγεται μια υπερβολική τυπολατρία που αντίκειται προς την εμπορική πρακτική, δεδομένου ότι τα μέρη παρέτειναν τη διάρκεια ισχύος της αρχικής σύμβασης μαζί με όλες τις ρήτρες, μεταξύ των οποίων και εκείνη περί διεθνούς δικαιοδοσίας.
Η ενδεχόμενη προφορική ή σιωπηρή ανανέωση συμβάσεως στην οποία ορίζεται ότι η παράταση ή η ανανέωση της γίνεται εγγράφως εξαρτάται από τη σημασία που αποδίδεται είτε στην αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως των συμβαλλομένων είτε στην αρχή pacta sunt servanda. Το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών περιλαμβάνει κανόνες δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Η δεύτερη περίπτωση που πρέπει να εξεταστεί είναι να συνιστά μια σύμβαση, ο χρόνος ισχύος της οποίας έληξε και η οποία δεν ανανεώθηκε ή δεν παρατάθηκε κανονικά, τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μερών, τα οποία είτε εξακολουθούν να τη θεωρούν ως de facto ισχύουσα είτε τη χρησιμοποιούν ως σύμβαση-πλαίσιο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εμπίπτουν οι μακροχρόνιες συνήθεις εμπορικές σχέσεις που διέπονται από γενικούς όρους μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας και οι οποίοι εγκρίθηκαν εγγράφως όταν εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά. Σύμφωνα με τη νομολογία, η ρήτρα αυτή εξακολουθεί να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, παρά τη λήξη της αρχικής σύμβασης και την έλλειψη οιασδήποτε επιγενόμενης γραπτής εγκρίσεως ή επιβεβαιώσεως. Αντίθετα, σε περίπτωση συνάψεως νέας προφορικής συμβάσεως, ανεξάρτητης από την αρχική, δεν είναι πλέον δυνατή η επίκληση της ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 ως προς τον τύπο.
Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
Εφόσον οι συμβαλλόμενοι συνήψαν εγγράφως σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία περιλαμβάνει ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας καθώς και ρήτρα η οποία προβλέπει ότι οιαδήποτε ανανέωση της σύμβασης πρέπει να γίνεται εγγράφως, και εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη εξακολούθησαν, μετά τη λήξη ισχύος της σύμβασης, να εφαρμόζουν την αρχική σύμβαση, ελλείψει οιασδήποτε έγγραφης ανανεώσεως, η ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας πληροί τις προβλεπόμενες από το άρθρο 17 της Σύμβασης των Βρυξελλών προϋποθέσεις και εξακολουθεί να ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις:
—
εφόσον οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να τροποποιήσουν την αρχική σύμβαση κατά τρόπο που να καθιστά δυνατή την προφορική ανανέωσή της ( υπό τον όρο ότι η τροποποίηση αυτή είναι νόμιμη και έγκυρη κατά τις εθνικές διατάξεις που διέπουν τη σύμβαση ), στη συνέχεια δε ανανέωσαν τη σύμβαση με προφορική συμφωνία, Kat
—
εφόσον ot συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να θεωρήσουν την αρχική σύμβαση ως σύμβαση-πλαίσιο ή ως σύνολο γενικών όρων, οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται αυτομάτως σε όλες τις προφορικές συμβάσεις που συνήψαν ή πρόκειται να συνάψουν οι συμβαλλόμενοι στο πλαίσιο των τρεχουσών εμπορικών σχέσεών τους.
F. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πέμπτο τμήμα )
της 11ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 313/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hof van Cassatie του Βελγίου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
SpA Iveco Fiat, εταιρίας ιταλικού δικαίου με έδρα το Τορίνο ( Ιταλία ),
και
Van Hool NV, εταιρίας βελγικού δικαίου με έδρα το Koningshooikt-Lier ( Βέλγιο ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 17 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( ΕΕ 1982, L 388, σ. 7 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα )
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, F. Schockweiler, U. Everling, R. Joliét και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaça
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η εταιρία SpA Iveco Fiat, αναιρεσείουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τους δικηγόρους Willemart και F.-X. Dorlodot και κατά την προφορική διαδικασία από τον J. Lambers, δικηγόρο Βρυξελλών,
—
η εταιρία Van Hool NV, αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Α. de Caluwé, δικηγόρο Βρυξελλών,
—
η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τον Β. Ε. McHenry, του Treasury Solicitor's Department, και
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Η. Van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 10ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Οκτωβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1985, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Οκτωβρίου 1985, το Hof van Cassatie του Βελγίου υπέβαλε, δυνάμει του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( αποκαλούμενης εφεξής: η Σύμβαση ), προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 17 της εν λόγω Σύμβασης.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας ιταλικού δικαίου SpA Iveco Fiat της εταιρίας βελγικού δικαίου Van Hool NV ως προς το κύρος ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας η οποία περιλαμβανόταν σε γραπτή σύμβαση περί αποκλειστικότητας των πωλήσεων, η οποία προέβλεπε ότι η παράταση της ισχύος της ήταν δυνατόν να γίνει μόνο εγγράφως και η οποία εξακολούθησε και μετά τη λήξη της να συνιστά, παρά την έλλειψη οποιασδήποτε γραπτής ανανεώσεως της, τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων που συνέχισαν να έχουν τα μέρη.
3
Η διαφορά αυτή, της οποίας επελήφθη το Hof van Cassatie του Βελγίου, ώθησε το τελευταίο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 η γραπτή σύμβαση η οποία περιλαμβάνει ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας και η οποία, παρόλο ότι έχει λήξει, εξακολούθησε να συνιστά τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων των μερών, μολονότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από την ίδια τη σύμβαση προϋπόθεση ότι η ισχύς της δεν μπορούσε να παραταθεί παρά μόνο εγγράφως; »
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
5
Προς οριοθέτηση του ζητήματος πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι η προϋπόθεση του έγγραφου τύπου από την οποία το άρθρο 17 της Σύμβασης εξαρτά το κύρος των ρητρών διεθνούς δικαιοδοσίας έχει ως αποκλειστικό σκοπό να διασφαλίσει ότι υπάρχει πράγματι συμφωνία μεταξύ των μερών, αφετέρου δε, επιβάλλει στον εθνικό δικαστή την υποχρέωση να εξετάσει αν υφίσταται τέτοια συμφωνία όσον αφορά τη ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας, συμφωνία η οποία πρέπει να εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο (αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 24/76, Salotti, Sig. 1976, σ. 1831, και στην υπόθεση 25/76, Segoura, αυτόθι, σ. 1851 ).
6
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο επιβάλλεται να γίνει διάκριση μεταξύ δύο καταστάσεων.
7
Εφόσον το εφαρμοστέο δίκαιο δέχεται την παράταση της αρχικής σύμβασης χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος που προβλέπεται ρητά, όλες οι ρήτρες της εν λόγω σύμβασης, περιλαμβανομένης και της ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας, εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη, η συμφωνία των οποίων ως προς την τελευταία πρέπει να αποδεικνύεται κατά τρόπο βέβαιο και σύμφωνα με τον τύπο που ορίζει το άρθρο 17.
8
Αν, αντίθετα, κατά το εφαρμοστέο δίκαιο η ισχύς της αρχικής σύμβασης δεν μπορεί να παραταθεί, εφόσον η σύμβαση δεν ανανεωθεί εγγράφως, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν η ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 17, εφόσον εντάσσεται σε ένα σύνολο ρητρών προγενέστερης γραπτής συμβάσεως που έχει λήξει, οι οποίες εξακολούθησαν σιωπηρά να ισχύουν και να αποτελούν τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων που συνέχισαν να έχουν τα μέρη.
9
Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση μη εγγράφου συμφωνίας περί διεθνούς δικαιοδοσίας, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 17, εφόσον η γραπτή επιβεβαίωση της εν λόγω συμφωνίας εκ μέρους ενός από τους συμβαλλομένους περιήλθε στον αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος δεν διατύπωσε εγκαίρως καμία αντίρρηση (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 221/84, Berghoefer, Συλλογή 1985, σ. 2699 ). Αν λοιπόν η ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας εντάσσεται σε ένα σύνολο ρητρών προγενέστερης γραπτής συμφωνίας που έχει λήξει, οι οποίες εξακολούθησαν σιωπηρά να ισχύουν και να αποτελούν τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων που συνέχισαν να έχουν τα μέρη, οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 17 ως προς τον τύπο δεν πληρούνται παρά μόνο σε περίπτωση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους επιβεβαίωσε εγγράφως τη ρήτρα αυτή ή το σύνολο των ρητρών στις οποίες περιλαμβάνεται και η ίδια, χωρίς ο αντισυμβαλλόμενος, στον οποίο περιήλθε η επιβεβαίωση, να διατυπώσει σχετικά αντιρρήσεις.
10
Πρέπει λοιπόν στο υποβληθέν από το Hof van Cassatie του Βελγίου ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 17 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει την έννοια ότι, εφόσον έχει λήξει ο χρόνος ισχύος γραπτής συμβάσεως η οποία περιλαμβάνει ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας και προβλέπει, για την παράταση της ισχύος της, την τήρηση του έγγραφου τύπου, εξακολουθεί όμως να συνιστά τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μερών, η εν λόγω ρήτρα ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό ως προς τον τύπο, αν τα μέρη μπορούσαν, κατά το εφαρμοστέο δίκαιο, να παρατείνουν εγκύρως την αρχική σύμβαση χωρίς να τηρήσουν τον έγγραφο τύπο ή αν, σε αντίθετη περίπτωση, ο ένας από τους συμβαλλομένους έχει επιβεβαιώσει εγγράφως τη ρήτρα αυτή ή το σύνολο των ρητρών που εξακολουθούν σιωπηρά να ισχύουν και στις οποίες περιλαμβάνεται και η ίδια, χωρίς ο αντισυμβαλλόμενος, στον οποίο περιήλθε η επιβεβαίωση, να διατυπώσει σχετικά αντιρρήσεις.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1985 το Hof van Cassatie του Βελγίου, αποφαίνεται:
Το άρθρο 17 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει την έννοια ότι, εφόσον έχει λήξει ο χρόνος ισχύος γραπτής συμβάσεως η οποία περιλαμβάνει ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας και προβλέπει, για την παράταση της ισχύος της, την τήρηση του έγγραφου τύπου, εξακολουθεί όμως να συνιστά τη νομική βάση των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μερών, η εν λόγω ρήτρα ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό ως προς τον τύπο, αν τα μέρη μπορούσαν, κατά το εφαρμοστέο δίκαιο, να παρατείνουν εγκύρως την αρχική σύμβαση χωρίς να τηρήσουν τον έγγραφο τύπο ή αν, σε αντίθετη περίπτωση, ο ένας από τους συμβαλλομένους έχει επιβεβαιώσει εγγράφως τη ρήτρα αυτή ή το σύνολο των ρητρών που εξακολουθούν σιωπηρά να ισχύουν και στις οποίες περιλαμβάνεται και η ίδια, χωρίς ο αντισυμβαλλόμενος, στον οποίο περιήλθε η επιβεβαίωση, να διατυπώσει σχετικά αντιρρήσεις.
Galmot
Schockweiler
Everling
Joliét
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
Υ. Galmot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy