ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 320/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 ), ορίζει:
«Όταν καθορισθούν κανόνες ποιότητος, τα προϊόντα στα οποία εφαρμόζονται είναι δυνατό να εκτεθούν προς πώληση, να διατεθούν προς πώληση, να πωληθούν, να παραδοθούν ή να τεθούν σε εμπορία με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, στο εσωτερικό της Κοινότητος, μόνο αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς. »
2.
Ο Pierre Maniglier, κατηγορούμενος στην κύρια δίκη, εκμεταλλεύεται κατάστημα στο Chaumont όπου εμπορεύεται φρούτα και λαχανικά. Τον Αύγουστο του 1984, προμηθεύτηκε με το φορτηγό του απευθείας φρούτα από τους παραγωγούς της Νότιας Γαλλίας. Αγόρασε κιβώτια φρούτων με ροδάκινα και βερίκοκα, που μετέφερε ο ίδιος από τη ζώνη παραγωγής στο κατάστημα του, το οποίο βρίσκεται εκτός της περιοχής αυτής. Ενώ τα προϊόντα εκφορτώνονταν συντάχθηκε κατά τον Maniglier έκθεση παραβάσεως για την αγορά και την παράδοση, εκτός της περιοχής παραγωγής, διαφόρων φρούτων που δεν πληρούσαν τους ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες ποιότητας. Όταν ο Maniglier εκφόρτωνε το όχημά του, δεν είχε ακόμη επιθέσει ετικέτες στα εν λόγω προϊόντα.
3.
Με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1985 το Tribunal de police του Chaumont ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως μέχρις ότου το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, αποφανθεί προδικαστικώς επί του ερωτήματος αν η μεταφορά φρούτων εκτός της περιοχής παραγωγής από έμπορο, ο οποίος τα αγόρασε απευθείας από τους παραγωγούς, πρέπει να θεωρηθεί ως « παράδοση ή εμπορία » κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1035/72.
4.
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Οκτωβρίου 1985.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Pierre Maniglier, κατηγορούμενος στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τον J. Willelem, δικηγόρο καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C Berardis-Kayser, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής.
Με απόφαση της 29ης Απριλίου 1986, εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο τέταρτο τμήμα. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, εξάλλου, να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Ο Maniglier, κατηγορούμενος στην κύρια άίκη, και η Επιτροπή, προβάλλουν ότι η μεταφορά φρούτων εκτός της περιοχής παραγωγής από έμπορο ο οποίος τα αγόρασε απευθείας από τους παραγωγούς, δεν πρέπει να θεωρείται ως παράδοση ή εμπορία που συνεπάγεται την τήρηση των κοινών κανόνων ποιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72. Προς στήριξη της άποψης αυτής, ο Maniglier παρατηρεί, πρώτον, ότι εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις εφαρμογής που προβλέπει η εν λόγω διάταξη δεν συνέτρεχαν εφόσον, κατά το χρονικό σημείο που συντάχθηκε κατ' αυτού η έκθεση παραβάσεως, τα εν λόγω προϊόντα ήταν εκτός κοινής θέας και κατ' ουδένα τρόπο είχαν εκτεθεί προς πώληση. Δεύτερον, ο Maniglier και η Επιτροπή αναφέρονται στους όρους του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1035/72, κατά τους οποίους η υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων ποιότητας δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα τα οποία, στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, « πωλούνται ή παραδίδονται από τον παραγωγό σε σταθμούς προετοιμασίας και συσκευασίας ή σε σταθμούς εναποθηκεύσεως ή διοχετεύονται από την εκμετάλλευση του παραγωγού προς τους σταθμούς αυτούς». Όμως, αυτή ακριβώς η παρέκκλιση εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, στις αποθήκες του Maniglier, θα έπρεπε ακόμη να γίνουν, πριν διατεθούν προς πώληση, οι ενέργειες προετοιμασίας και συσκευασίας των εν λόγω προϊόντων, ώστε να μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο υπό προϋποθέσεις σύμφωνες με τους κανόνες ποιότητας.
Τ. Koopmans
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 8ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 320/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de police του Chaumont προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Ministère public
και
Ρ. Maniglier,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans και G. C Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaça
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο Ρ. Maniglier, κατηγορούμενος στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τον J. Wilhelem, δικηγόρο, και
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη C. Berardis-Kayser, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 12ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1985, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Οκτωβρίου 1985, το Tribunal de police του Chaumont υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που ασκήθηκε κατά του εμπόρου οπωροκηπευτικών Maniglier, ο οποίος κατηγορείται ότι διέθεσε στο εμπόριο αγκινάρες και κουνουπίδια κακής ποιότητας και μετέφερε κιβώτια μη τυποποιημένων φρούτων εκτός της περιοχής παραγωγής.
3
Από την απόφαση περί παραπομπής, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη προμηθεύτηκε με το φορτηγό του απευθείας φρούτα από τους παραγωγούς της Νότιας Γαλλίας. Αγόρασε κιβώτια διαφόρων φρούτων που μετέφερε ο ίδιος, από την περιοχή παραγωγής στο κατάστημά του που βρίσκεται στο Chaumont, εκτός της περιοχής αυτής. Ενώ τα προϊόντα εκφορτώνονταν, η αστυνομία διαπίστωσε ότι δεν έφεραν ετικέτες και θεώρησε ότι διατέθηκαν στο εμπόριο χωρίς να πληρούν τους ισχύοντες κανόνες ποιότητας.
4
Το εθνικό δικαστήριο αναρωτήθηκε εν προκειμένω αν τα φρούτα διατέθηκαν πράγματι στο « εμπόριο » υπό την έννοια του κανονισμού 1035/72, βασικού κανονισμού στον τομέα των οπωροκηπευτικών. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το εθνικό δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί με προδικαστική απόφαση επί του ερωτήματος αν « επιτρέπεται στο εθνικό δικαστήριο να θεωρήσει ως παράδοση ή εμπορία τη μεταφορά από τον ίδιο τον έμπορο, εμπορευμάτων που αγόρασε απευθείας από τους παραγωγούς ».
5
Πρωτίστως πρέπει να υπομνηστεί ότι όπως προκύπτει από τον κανονισμό 1035/72η εφαρμογή των κοινών κανόνων ποιότητας συνιστά ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών. Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, οι κανόνες ποιότητας μπορούν να καθορίζονται κατά προϊόν ή κατά ομάδα προϊόντων για τα προϊόντα που προορίζονται να διατεθούν νωπά στον καταναλωτή, καθώς και για τα προϊόντα που προορίζονται για βιομηχανική μεταποίηση. Κοινοτικές διαδικασίες προβλέπουν τον καθορισμό των κανόνων ποιότητας καθώς και τη λήψη αποφάσεως σχετικά με το ποια προϊόντα πρέπει να υπόκεινται σε κανόνες ποιότητας.
6
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, όταν καθοριστούν κανόνες ποιότητας, τα προϊόντα στα οποία εφαρμόζονται « μπορούν να εκτεθούν προς πώληση, να διατεθούν προς πώληση, να πωληθούν, να παραδοθούν ή να κυκλοφορήσουν στο εμπόριο με οποιοδήποτε άλλο τρόπο », στο εσωτερικό της Κοινότητας, μόνο αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς.
7
Για την ερμηνεία της γενικής αυτής διατάξεως, προέχει πρωτίστως η παρατήρηση ότι, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, η προβλεπόμενη εκεί τυποποίηση δεν μπορεί να είναι πλήρως αποτελεσματική παρά μόνο εάν εφαρμόζεται « σε όλα τα στάδια της εμπορίας», μπορούν όμως να προβλεφθούν εξαιρέσεις «για ορισμένες πράξεις που διενεργούνται κατά την έναρξη του κυκλώματος εμπορίας », καθώς και για τα προϊόντα που διοχετεύονται προς τα εργοστάσια μεταποιήσεως (έκτη αιτιολογική σκέψη ).
8
Οι εξαιρέσεις αυτές καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 3 του κανονισμού. Δεν υπόκεινται στην υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων ποιότητας τα προϊόντα τα οποία, στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους:
—
πωλούνται ή παραδίδονται από τον παραγωγό σε σταθμούς προετοιμασίας και συσκευασίας ή σε σταθμούς εναποθηκεύσεως ή που διοχετεύονται από την εκμετάλλευση του παραγωγού προς τους σταθμούς αυτούς [παράγραφος 2, στοιχείο α)]
—
διοχετεύονται από τους σταθμούς εναποθηκεύσεως προς τους σταθμούς προετοιμασίας και συσκευασίας [ παράγραφος 2, στοιχείο β ) ]
—
διοχετεύονται προς τα εργοστάσια μεταποιήσεως, με την επιφύλαξη του ενδεχομένου καθορισμού κανόνων ποιότητος για τα προϊόντα που προορίζονται για βιομηχανική μεταποίηση [ παράγραφος 3, στοιχείο α ) ]
—
διατίθενται από τον παραγωγό στον καταναλωτή για τις προσωπικές του ανάγκες, στον τόπο της εκμεταλλεύσεως του παραγωγού [ παράγραφος 3, στοιχείο β ) ].
9
Συνεπώς, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 3 καθώς και από το σκοπό του, συνάγεται ότι οι όροι που αναφέρονται, στο γενικό κανόνα που ορίζει η παράγραφος 1, στην πώληση, στην παράδοση ή στην εμπορία των προϊόντων πρέπει να τύχουν ευρείας ερμηνείας, ώστε να περιλαμβάνουν τις πράξεις που διενεργούνται στην αρχή του κυκλώματος διαθέσεως στο εμπόριο. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 8 του κανονισμού, περί των ελέγχων συμφωνίας των προϊόντων προς τους κανόνες ποιότητας, διάταξη η οποία προβλέπει κυρίως δειγματοληπτικό έλεγχο « σε όλα τα στάδια εμπορίας, καθώς και κατά τη μεταφορά » · ο έλεγχος αυτός πρέπει να διενεργείται, κατά προτίμηση, πριν από την αναχώρηση από τις περιοχές παραγωγής, κατά τη συσκευασία ή τη φόρτωση του εμπορεύματος.
10
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι έμπορος ο οποίος; αγοράζει απευθείας φρούτα από τους παραγωγούς και τα μεταφέρει στο κατάστημά του που βρίσκεται εκτός της περιοχής παραγωγής, για να τα ξεφορτώσει εκεί, διενεργεί πράξεις, που εμπίπτουν στην έννοια της εμπορίας όπως την καθορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72. Συνεπώς, ο έμπορος αυτός υποχρεούται να. τηρήσει τους; κανόνες ποιότητας, εκτός αν έχει εφαρμογή μια από τις εξαιρέσεις που; προβλέπει ο κανονισμός.
11
Επ' αυτού, ο Maniglier υποστήριξε με το υπόμνημα του ότι. μετέφερε τα προϊόντα από τον τόπο παραγωγής στις αποθήκες του. και ότι οι αποθήκες πρέπει να θεωρηθούν ως σταθμός συσκευασίας όπου έπρεπε να, γίνει η διαλογή αναλόγως του μεγέθους, η σήμανση και η τυποποίηση πριν από τη διάθεση προς πώληση. Πάντως, στο πλαίσιο της διαδικασίας που θέσπισε το άρθρο 177 της Συνθήκης, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, αλλά στο εθνικό δικαστήριο, να διαπιστώσει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για να προσδιορίσει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή μιας από τις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 3 του κανονισμού 1035/72.
12
Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η από έμπορο απευθείας αγορά φρούτων από τους παραγωγούς και η μεταφορά των προϊόντων αυτών στο κατάστημα του που βρίσκεται εκτός της περιοχής παραγωγής, στο ίδιο όμως κράτος μέλος, συνιστούν πράξεις παράδοσης ή εμπορίας που συνεπάγονται την υποχρέωση τηρήσεως των κοινών κανόνων ποιότητας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 ), εκτός αν οι πράξεις αυτές εμπίπτουν σε μια από τις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Tribunal de police του Chaumont, με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1985, αποφαίνεται:
Η από έμπορο απευθείας αγορά φρούτων από τους παραγωγούς και η μεταφορά των προϊόντων αυτών στο κατάστημά του που βρίσκεται εκτός της περιοχής παραγωγής, στο ίδιο όμως κράτος μέλος, συνιστούν πράξεις παράδοσης ή εμπορίας που συνεπάγονται την υποχρέωση τηρήσεως των κοινών κανόνων ποιότητας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 ), εκτός αν οι πράξεις αυτές εμπίπτουν σε μια από τις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού.
Κακούρης
Koopmans
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Οκτωβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy