ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 322 και 323/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Στις 24 Ιουνίου 1985, το Ελεγκτικό Συνέδριο δημοσίευσε την προκήρυξη του εσωτερικού διαγωνισμού CC/Α/8/85 για την πλήρωση θέσεως διοικητικού υπαλλήλου σταδιοδρομίας Α 7/Α 6. Τα καθήκοντα συνίσταντο στη διεύθυνση της υπηρεσίας διοικήσεως, υπό την εποπτεία του ιεραρχικώς προϊσταμένου, και την εκτέλεση εργασιών σχεδιασμού και αναλύσεως στους τομείς που υπάγονται στην υπηρεσία αυτή.
2.
Στο σημείο IV, παράγραφος 3, η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτούσε, μεταξύ των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό, αφενός μεν, άρτια γνώση μιας επίσημης γλώσσας των Κοινοτήτων και επαρκή γνώση μιας δεύτερης γλώσσας των Κοινοτήτων και, αφετέρου, « για υπηρεσιακούς λόγους τη γνώση της γαλλικής γλώσσας ».
Εξάλλου, στο σημείο V, μέρος Β, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), που αναφερόταν στις εξετάσεις, διευκρίνιζε ότι θα διεξαγόταν « προφορική εξέταση για τον έλεγχο των γλωσσικών γνώσεων που αναφέρονται στο σημείο IV, παράγραφος 3. ».
3.
Στις αιτήσεις υποψηφιότητάς τους οι προσφεύγοντες δήλωσαν ότι οι γνώσεις γαλλικής που είχαν ήταν « καλές » σε ό,τι αφορά την κατανόηση και απλώς «επαρκείς» σε ό,τι αφορά τη γραφή και την ομιλία.
4.
Η εξεταστική επιτροπή, η απόφαση της οποίας αιτιολογείται λεπτομερώς στην τελική έκθεση που υπέβαλε στις 28 Οκτωβρίου 1985, έκρινε, στηριζόμενη στις διατάξεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού και στη φύση της προς πλήρωση θέσεως, ότι ήταν απαραίτητη η « καλή » γνώση της γαλλικής γλώσσας και ότι συγκεκριμένα οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν επίπεδο τουλάχιστον ισοδύναμο προς το « καλώς » για καθεμία από τις στήλες « κατανόηση », « γραφή » και « ομιλία ». Η εξεταστική επιτροπή προέβη κατόπιν στην εξέταση των αιτήσεων υποψηφιότητας και απέρριψε τις υποψηφιότητες όλων εκείνων των υποψηφίων που είχαν δηλώσει « επαρκή » και όχι τουλάχιστον « καλή » γνώση της γαλλικής γλώσσας, έστω και σε μία από τις τρεις αυτές στήλες.
Με βάση το κριτήριο αυτό αποκλείστηκαν από τις εξετάσεις του διαγωνισμού πέντε από τους δεκατέσσερις υποψηφίους, μεταξύ και των οποίων και οι προσφεύγοντες.
5.
Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, με έγγραφα που απέστειλε στις 12 Αυγούστου 1985 ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού στους προσφεύγοντες, τους ανακοίνωσε ότι αποκλείονταν από τις εξετάσεις του διαγωνισμού.
6.
Μετά από συνομιλία με τον προϊστάμενο του τμήματος προσωπικού και διοικήσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και να παράσχει σε όλους τους υποψηφίους του διαγωνισμού τη δυνατότητα να υποβάλουν το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1985 τυχόν συμπληρωματικές παρατηρήσεις σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις που τους αφορούσαν.
Ο Hoyer και ο Neumann κατέθεσαν τις « συμπληρωματικές παρατηρήσεις» τους στις 26 Σεπτεμβρίου 1985.
7.
Την 1η Οκτωβρίου 1985 έγινε συνάντηση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, υπό την ιδιότητα του ως ΑΔΑ, και των μελών της εξεταστικής επιτροπής. Κατόπιν της συναντήσεως αυτής, ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής ενημερώθηκε με συνοπτικό υπηρεσιακό σημείωμα της 4ης Οκτωβρίου 1985 για τον τρόπο με τον οποίο η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αντιλαμβανόταν την εφαρμογή των προϋποθέσεων συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό.
Ως προς την προϋπόθεση που αφορούσε τη γνώση της γαλλικής γλώσσας η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διευκρίνιζε ότι « μολονότι περιλαμβάνονται στον τίτλο “ προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό ”, δεδομένου ότι τα στοιχεία που παρέχουν σχετικώς οι υποψήφιοι είναι εξ ορισμού υποκειμενικά, πρέπει να εξακριβωθούν αντικειμενικώς με την υποβολή των υποψηφίων στις γλωσσικές εξετάσεις που προβλέπονται στο σημείο V, μέρος Β, παράγραφος 1, στοιχείο γ), της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Δεν επιτρέπεται ο αποκλεισμός των υποψηφίων βάσει της υποκειμενικής δηλώσεώς τους και μόνο ».
8.
Ωστόσο, με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1985, η εξεταστική επιτροπή ενέμεινε στην απόφαση της της 2ας Αυγούστου 1985, με την οποία δεν επέτρεπε τη συμμετοχή των υποψηφίων στο διαγωνισμό.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή κατά του Ελεγκτικού Συνεδρίου με δικόγραφα που κατέθεσαν στις 31 Οκτωβρίου 1985. Ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τις αποφάσεις της 2ας Αυγούστου και της 28ης Οκτωβρίου 1985, με τις οποίες η εξεταστική επιτροπή απέκλεισε τους προσφεύγοντες από τις εξετάσεις του διαγωνισμού CC/Α/8/85
—
να καταδικάσει το Ελεγκτικό Συνέδριο στα δικαστικά έξοδα.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει βάσιμη την προσφυγή
—
να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με το άρθρο 69 και επόμενα του κανονισμού διαδικασίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, το: Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή! αποδείξεων. Κάλεσε, ωστόσο, το Ελεγκτικό) Συνέδριο να καταθέσει πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση την αίτηση υποψηφιότητας του Neumann.
Με απόφαση της 4ης Νοεμβρίου 1985 και σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων στο τρίτο τμήμα.
Με Διάταξη του Δικαστηρίου της 9ης Απριλίου 1986, οι υποθέσεις αυτές ενώθηκαν προς διευκόλυνση της διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν κυρίως ότι, μεταβάλλοντας με δική της πρωτοβουλία τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό, σε ό,τι αφορά τις γλωσσικές γνώσεις, η εξεταστική επιτροπή προχώρησε πέραν των προϋποθέσεων που προέβλεπε η προκήρυξη του διαγωνισμού και τις ερμήνευσε εσφαλμένα.
Η προκήρυξη του διαγωνισμού' απαιτούσε τη γνώση της γαλλικής γλώσσας για υπηρεσιατ κούς λόγους, χωρίς προσδιορισμό' του επιπέδου. Συνεπώς; η εξεταστική επιτροπή όχι μόνο πρόσθεσε εξ ιδίας πρωτοβουλίας: ένα νέοι κανόνα σχετικά, με τις προϋποθέσεις: συμμε;-τοχής στο διαγωνισμό,, αλλά και αποφάνθηκε: χωρίς να εξετάσει' τις γνώσεις; γαλλικής γλώσσας των υποψηφίων. Η προκήρυξη, όμως του διαγωνισμού προέβλεπε: γλώσσικήι εξέταση) με. σκοπό ακριβώς vœ ελΐγ/χθ'ούνν on γ/νίώσεις αυτές.
2.
Το Ελεγκτικό, Συνέδριο θεωρεί ότι η προσφυγή είναι όχι μόνο παραδεκτή; αλλά καιι βάσιμη. Θεωρεί ότι οι εξηγήσεις που παρέσχε η εξέταστικήι επιτροπή του διαγωνισμού σται έγγραφα πον απέικτεώίε στους προσφεύγοντες στις 2 Αυγούστου καιι στις 28 Οκτωβρίου 1985 είναιι νομικώς αβάσψες, αν ληφθούν υπόψη, αφενός μεν, οι προϋποθέσεις της προκηρύξεως του δίωγωνισμού και, αφετέρου, η σαφής άποψη που διατύπωσε η ΑΛΑ στο υπηρεσιακό της σημείωμα της 4ης Οκτώβριου 1985.
Εξάλλου, το καβού δεν μπορεί να αποδεχτεί τις εξηγήσεις που παρέσχε η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού στην τελική της έκθεση, της 28ης Οκτωβρίου 1985, στη στήλη « γλωσσικές γνώσεις ».
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το καθού αντιμετώπισε, υπό την ιδιότητα του ως ΑΔΑ, το ενδεχόμενο να ακυρώσει το ίδιο τις αποφάσεις αποκλεισμού από το διαγωνισμό, οι οποίες βαρύνονταν προφανώς με βαρεία πλάνη και να αναθέσει την επανεξέταση των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό σε νέα εξεταστική επιτροπή. Τείνει, πράγματι, να πιστέψει ότι ενόψει προφανών διαδικαστικών πλημμελειών, που ανάγονται στο νόμιμο της εφαρμογής των προϋποθέσεων προκηρύξεως διαγωνισμού για την κάλυψη ορισμένης θέσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει διορθωτικά μέτρα.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983 (Detti κατά Δικαστηρίου, 144/82, Συλλογή σ. 2421 ), το καθού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε δικαίωμα να ακυρώσει ή να τροποποιήσει τις αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού.
Το καθού εκφράζει τη λύπη του για την κατάσταση αυτή, ιδίως διότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Για το λόγο αυτό, η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για αναθεώρηση της νομολογίας του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό.
Υ. Galmot
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 23ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 322 και 323/85,
Volker Hoyer, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Dommeldange, 2, rue Jean Engling, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Λουξεμβούργου Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il, τον οποίο όρισε και ως αντίκλητο,
Manfred Neumann, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Strassen, 14, rue de la Chapelle, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Λουξεμβούργου Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il, τον οποίο όρισε και ως αντίκλητο,
προσφεύγοντες,
κατά
Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους Jean-Aimé Stoli και Michael Becker, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία του, 29, rue Aldringen,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CC/Α/8/85, της 2ας Αυγούστου και της 28ης Οκτωβρίου 1985, με τις οποίες αποκλείστηκαν οι προσφεύγοντες από τις εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και J. C Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Κ. Riechenberg, ασκών καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 28ης Μαΐου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφα που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Οκτωβρίου 1985 οι Volker Hoyer και Manfred Neumann, υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησαν δύο προσφυγές, τις οποίες το Δικαστήριο με Διάταξη της 9ης Απριλίου 1986 αποφάσισε να συνεκδικάσει και με τις οποίες οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CC/Α/8/85, της 2ας Αυγούστου και της 28ης Οκτωβρίου 1985, με τις οποίες αποκλείστηκαν από τις εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού.
2
Στις 24 Ιουνίου 1985, το Ελεγκτικό Συνέδριο δημοσίευσε την προκήρυξη του εσωτερικού διαγωνισμού CC/Α/8/85 για την πλήρωση θέσεως διοικητικού υπαλλήλου σταδιοδρομίας Α 7/Α 6. Τα καθήκοντα συνίσταντο στη διεύθυνση της υπηρεσίας διοικήσεως, υπό την εποπτεία του ιεραρχικώς προϊσταμένου, και την εκτέλεση εργασιών σχεδιασμού και αναλύσεως στους τομείς που υπάγονται στην υπηρεσία αυτή.
3
Στο σημείο IV, παράγραφος 3, η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτούσε, μεταξύ των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό, αφενός μεν, άρτια γνώση μιας επίσημης γλώσσας των Κοινοτήτων και επαρκή γνώση μιας δεύτερης γλώσσας των Κοινοτήτων και, αφετέρου, « για υπηρεσιακούς λόγους τη γνώση της γαλλικής γλώσσας ». Εξάλλου, στο σημείο V, μέρος Β, παράγραφος 1, στοιχείο γ), που αναφερόταν στις εξετάσεις, διευκρίνιζε ότι θα διεξαγόταν « προφορική εξέταση για τον έλεγχο των γλωσσικών γνώσεων που αναφέρονται στο σημείο IV, παράγραφος 3 ».
4
Στις αιτήσεις υποψηφιότητάς τους οι προσφεύγοντες δήλωσαν ότι οι γνώσεις γαλλικής που είχαν ήταν « καλές » σε ό,τι αφορά την κατανόηση και απλώς « επαρκείς » σε ό,τι αφορά τη γραφή και την ομιλία.
5
Η εξεταστική επιτροπή έκρινε, στηριζόμενη στις διατάξεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού και στη φύση της προς πλήρωση θέσεως, ότι ήταν απαραίτητη η « καλή » γνώση της γαλλικής γλώσσας και ότι συγκεκριμένα οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν επίπεδο τουλάχιστον ισοδύναμο προς το «καλώς» για καθεμία από τις στήλες « κατανόηση », « γραφή » και « ομιλία ». Η εξεταστική επιτροπή προέβη κατόπιν στην εξέταση των αιτήσεων υποψηφιότητας και απέρριψε τις υποψηφιότητες όλων εκείνων των υποψηφίων που είχαν δηλώσει « επαρκή » και όχι τουλάχιστον « καλή » γνώση της γαλλικής γλώσσας, έστω και σε μία από τις τρεις αυτές στήλες. Με βάση το κριτήριο αυτό αποκλείστηκαν από τις εξετάσεις του διαγωνισμού :πέντε από τους δεκατέσσερις υποψηφίους, μεταξύ και των οποίων και οι προσφεύγοντες.
6
Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, με έγγραφα που απέστειλε στις 12 Αυγούστου 1985 ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού στους προσφεύγοντες, τους ανακοίνωσε ότι αποκλείονταν από τις εξετάσεις του διαγωνισμού. Ωστόσο, μετά από συνομιλία με τον προϊστάμενο του τμήματος προσωπικού και διοικήσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και να παράσχει σε όλους τους υποψηφίους του διαγωνισμού τη δυνατότητα να υποβάλουν το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1985 τυχόν συμπληρωματικές παρατηρήσεις σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις που τους αφορούσαν. Ο Hoyer και ο Neumann κατέθεσαν τις « συμπληρωματικές παρατηρήσεις » τους στις 26 Σεπτεμβρίου 1985.
7
Ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής ενημερώθηκε με υπηρεσιακό σημείωμα της 4ης Οκτωβρίου 1985 για τον τρόπο με τον οποίο η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αντιλαμβανόταν την εφαρμογή των προϋποθέσεων συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό. Ως προς την προϋπόθεση που αφορούσε τη γνώση της γαλλικής γλώσσας η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διευκρίνιζε ότι:
« μολονότι περιλαμβάνονται στον τίτλο “ προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό », δεδομένου ότι τα στοιχεία που παρέχουν σχετικώς οι υποψήφιοι είναι εξ ορισμού υποκειμενικά, πρέπει να εξακριβωθούν αντικειμενικώς με την υποβολή των υποψηφίων στις γλωσσικές εξετάσεις που προβλέπονται στο σημείο V, μέρος Β, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Δεν επιτρέπεται ο αποκλεισμός των υποψηφίων βάσει της υποκειμενικής δηλώσεως τους και μόνο ».
8
Ωστόσο, με αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1985, η εξεταστική επιτροπή ενέμεινε στις αποφάσεις της της 2ας Αυγούστου 1985, με τις οποίες δεν επέτρεπε τη συμμετοχή των υποψηφίων στο διαγωνισμό. Κατά των αποφάσεων αυτών στρέφονται οι παρούσες προσφυγές.
9
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν κυρίως ότι, μεταβάλλοντας με δική της πρωτοβουλία τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό, σε ό,τι αφορά τις γλωσσικές γνώσεις, η εξεταστική επιτροπή προχώρησε πέραν των προϋποθέσεων που προέβλεπε η προκήρυξη του διαγωνισμού και τις ερμήνευσε εσφαλμένα. Πράγματι, η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτούσε τη γνώση της γαλλικής γλώσσας για υπηρεσιακούς λόγους, χωρίς προσδιορισμό του επιπέδου. Συνεπώς, η εξεταστική επιτροπή πρόσθεσε ένα νέο κανόνα εξ ιδίας πρωτοβουλίας. Εξάλλου, αποφάνθηκε χωρίς να εξετάσει τις γνώσεις γαλλικής γλώσσας των υποψηφίων, καίτοι η προκήρυξη του διαγωνισμού προέβλεπε γλωσσική εξέταση με σκοπό 'ακριβώς να ελεγχθούν οι γνώσεις αυτές.
10
Το Ελεγκτικό Συνέδριο θεωρεί ότι η προσφυγή είναι βάσιμη. Πράγματι, οι εξηγήσεις που έδινε η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού στα έγγραφα που απέστειλε στους προσφεύγοντες στις 2 Αυγούστου και στις 28 Οκτωβρίου 1985 ήταν νομικώς αβάσιμες, αν ληφθούν υπόψη οι προϋποθέσεις που έθετε η προκήρυξη του διαγωνισμού, τα έγγραφα των προσφευγόντων της 26ης Σεπτεμβρίου 1985 και η σαφής άποψη που διατύπωσε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στο υπηρεσιακό της σημείωμα της 4ης Οκτωβρίου 1985.
11
Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρει επίσης ότι αντιμετώπισε το ενδεχόμενο να ακυρώσει το ίδιο τις αποφάσεις αποκλεισμού από το διαγωνισμό οι οποίες βαρύνονταν προφανώς με βαρεία πλάνη και να αναθέσει την επανεξέταση των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό σε νέα εξεταστική επιτροπή. Λαμβάνοντας όμως υπόψη την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν επιτρέπεται να ακυρώνει ή να τροποποιεί αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής. Η κατάσταση αυτή δεν είναι καθόλου ικανοποιητική.
12
Πρέπει πρώτον να αναφερθεί, ως απάντηση στην παρατήρηση αυτή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που στηρίζεται στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των εξεταστικών επιτροπών των διαγωνισμών, το ενδιαφερόμενο όργανο δεν μπορεί να ακυρώνει ή να τροποποιεί αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής (απόφαση της 14ης Ιουνίου 1972, Marcato κατά Επιτροπής, 44/71, Sig. σ. 427' απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1981, Authié κατά Επιτροπής, 34/80, Sig. σ. 665 απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, Detti κατά Δικαστηρίου, 144/82, Συλλογή σ. 2421 ).
13
Ωστόσο, κατά την άσκηση των δικών της αρμοδιοτήτων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή υποχρεούται να λαμβάνει αποφάσεις καθ' όλα νομότυπες. Δεν μπορεί, συνεπώς, να δεσμεύεται από αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής ο παράνομος χαρακτήρας των οποίων θα μπορούσε, κατά προέκταση, να επηρεάσει τη νομιμότητα των δικών της αποφάσεων.
14
Για το λόγο αυτό, όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κρίνει, όπως στην παρούσα υπόθεση, ότι η εξεταστική επιτροπή παρανόμως απέκλεισε από το διαγωνισμό έναν ή περισσότερους υποψήφιους και ότι η όλη διαδικασία του διαγωνισμού βαρύνεται, λόγω του γεγονότος αυτού, με πλημμέλειες, βρίσκεται σε αδυναμία διορισμού οποιουδήποτε υποψηφίου. Υπέχει, τότε, την υποχρέωση να διαπιστώσει την κατάσταση αυτή με αιτιολογημένη απόφαση και να επαναλάβει εξαρχής τη διαδικασία του διαγωνισμού, μετά από νέα προκήρυξη και, ενδεχομένως, το διορισμό νέας εξεταστικής επιτροπής. Αν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν λάβει μια τέτοια απόφαση, εναπόκειται στο Δικαστήριο, μετά από προσφυγή των ενδιαφερομένων, να αποφανθεί άμεσα σχετικά με τη νομιμότητα της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής.
15
Ως προς τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως περί αποκλεισμού των προσφευγόντων από το διαγωνισμό,πρέπει να τονιστεί ότι η εξεταστική επιτροπή είχε το δικαίωμα, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει, βάσει των όρων της προκηρύξεως του διαγωνισμού, της φύσεως της προς πλήρωση θέσεως και του τόπου διορισμού, να κρίνει ότι ήταν απαραίτητη η « καλή » γνώση της γαλλικής γλώσσας, ακόμα και αν η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν περιείχε καμία ένδειξη για το επίπεδο των γνώσεων αυτών.
16
Ωστόσο, μολονότι η εξεταστική επιτροπή είχε την υποχρέωση να ελέγξει αν οι υποψήφιοι συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό, όπως τις είχε προσδιορίσει η ίδια, δεν μπορούσε να ασκήσει την αρμοδιότητα αυτή παρά μόνο στηριζόμενη σε αντικειμενικά στοιχεία, όπως οι πανεπιστημιακοί τίτλοι ή πιστοποιητικά και όχι, όπως έπραξε, στις καθαρώς υποκειμενικές εκτιμήσεις εκ μέρους των υποψηφίων του επιπέδου γνώσεων της γαλλικής γλώσσας που διέθεταν, εκτός αν οι τελευταίοι είχαν δηλώσει ότι δεν είχαν καμία γνώση της γλώσσας αυτής.
17
Η ενέργεια αυτή της εξεταστικής επιτροπής είναι κατά μείζονα λόγο απαράδεκτη, αν ληφθεί υπόψη ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού προέβλεπε προφορική εξέταση στη γαλλική γλώσσα, που θα επέτρεπε την αναμφισβήτητα αντικειμενική εξακρίβωση του επιπέδου των γνώσεων των υποψηφίων στη γλώσσα αυτή.
18
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι αποφάσεις της 2ας Αυγούστου και της 28ης Οκτωβρίου 1985, με τις οποίες αποκλείστηκαν από το διαγωνισμό οι προσφεύγοντες, αντιβαίνουν προς τις διατάξεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού και το σύστημα εξετάσεων που προβλέπει. Πρέπει, συνεπώς, να ακυρωθούν.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Υπό τις περιστάσεις της παρούσης υποθέσεως και παρά το ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο ζήτησε να κριθεί βάσιμη η προσφυγή, δεν μπορεί παρά να καταδικαστεί στα έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει τις αποφάσεις της 2ας Αυγούστου και της 28ης Οκτωβρίου 1985 της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CC/Α/8/85 με τις οποίες αποκλείστηκαν από το διαγωνισμό ο Hoyer και ο Neumann.
2)
Το Ελεγκτικό Συνέδριο φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Galmot
Everling
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Οκτωβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy