ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 324/85 ( *1 )
Ι — Ιστορικό
1.
Ο Yves Bouteiller, γάλλος υπήκοος, είναι υπάλληλος της Επιτροπής από το 1959 και υπηρετεί στη γενική διεύθυνση «Ανταγωνισμός ». Από το 1965 έχει βαθμό Α 4. Το 1968, τοποθετήθηκε στο τμήμα « Ενέργεια » της γενικής διευθύνσεως «Ανταγωνισμός», διεύθυνση «Συμπράξεις και μονοπώλια, ντάμπινγκ, δυσμενείς διακρίσεις επί ιδιωτικών επιχειρήσεων ». Στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της γενικής διευθύνσεως « Ανταγωνισμός », ο Bouteiller, με απόφαση που ίσχυε από την 1η Οκτωβρίου 1984, τοποθετήθηκε στο τμήμα « Ενέργεια ( εκτός άνθρακα ), χημεία, γεωργικά προϊόντα και προϊόντα διατροφής » της διεύθυνσης «Συμπράξεις και κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως II ». Σύμφωνα με υπηρεσιακό σημείωμα του διευθυντή της οικείας διευθύνσεως, της 1ης Οκτωβρίου 1984, και επειδή ήταν ο αρχαιότερος υπάλληλος του τμήματος αυτού, ο Bouteiller ασκούσε καθήκοντα προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος μέχρις ότου διορισθεί ο μέλλων προϊστάμενος στην εν λόγω θέση.
Στις 26 Οκτωβρίου 1984, η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1421/84 για τη θέση προϊσταμένου τμήματος (Α 3 ) του τμήματος « Ενέργεια ( εκτός άνθρακα), χημεία, γεωργικά προϊόντα και προϊόντα διατροφής ». Τα καθήκοντα της θέσης αυτής περιγράφονταν ως εξής:
« να κατευθύνει την έρευνα σε ατομικές υποθέσεις συμπράξεων και καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως στους οικείους οικονομικούς τομείς'
να αναλύει κατά τρόπο εμπεριστατωμένο τις νομικές και οικονομικές επόψεις των διαφόρων υποθέσεων
να παρακολουθεί την εξέλιξη των όρων του ανταγωνισμού στις αγορές των τομέων αυτών και να εξασφαλίζει την επαφή με τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. »
Τα απαιτούμενα προσόντα ήταν:
«γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου πιστοποιούμενες με πτυχίο ή επαγγελματική πείρα αναλόγου επιπέδου'
γνώση εις βάθος της Συνθήκης ΕΟΚ και του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού'
γνώση ενός ή περισσοτέρων από τους οικείους τομείς'
ικανότητα διεξαγωγής διαπραγματεύσεων και επεξεργασίας λύσεων για τις ατομικές υποθέσεις συμπράξεων και καταχρήσεως δεσποζούσης θέσεως στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής ανταγωνισμού
πολύ μεγάλη πείρα σχετική με τα καθήκοντα·
ικανότητα διοικήσεως ενός τμήματος. »
Ο Yves Bouteiller και 18 άλλοι υπάλληλοι υπέβαλαν υποψηφιότητα για τη θέση αυτή.
Μεταξύ των υποψηφίων αυτών περιλαμβανόταν ο Jürgen Mensching, γερμανός υπήκοος, υπάλληλος με βαθμό Α 4 από το 1978, ο οποίος ήταν από το 1970 μέχρι το 1975 μέλος του γραφείου του επιτρόπου Haferkamp, από το 1975 μέχρι το 1981 βοηθός του γενικού διευθυντή ανταγωνισμού και εν συνεχεία αποσπασμένος στο γραφείο του επιτρόπου Haferkamp, αρχικά ως αναπληρωτής προϊστάμενος του ιδιαιτέρου του γραφείου (Α 3) και εν συνεχεία, από την 1η Σεπτεμβρίου 1984, ως προϊστάμενος του ιδιαιτέρου γραφείου ( Α 2 ).
2.
Οι υποψηφιότητες για την εν λόγω θέση εξετάστηκαν από τη συμβουλευτική επιτροπή που είχε επιφορτισθεί από την Επιτροπή να διατυπώσει γνώμη επί των υποψηφιοτήτων για τις θέσεις βαθμών Α 2 και Α 3 από άποψη προσόντων και ικανοτήτων των υποψηφίων.
Η επιτροπή αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα, με έκθεση της 17ης Δεκεμβρίου 1984, ότι πέντε υποψηφιότητες έπρεπε να ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη. Μεταξύ των υποψηφιοτήτων αυτών περιλαμβανόταν και εκείνη του Mensching, ενώ η υποψηφιότητα του Bouteiller δεν περιλαμβανόταν.
3.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1984, η Επιτροπή εξέτασε τις υποψηφιότητες. Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίασης αυτής, η Επιτροπή προέβη στη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της θέσης, και εξέτασε τις εκθέσεις ως προς την ικανότητα, την απόδοση και τη συμπεριφορά στην υπηρεσία κάθε υποψηφίου. Στη συνέχεια αποφάσισε να διορίσει τον Mensching στη θέση προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος.
Η συνεδρίαση αυτή έγινε σε χρόνο κατά τον οποίο δύο μέλη της Επιτροπής, ήτοι οι Ortoli και Pisani, και οι δύο γάλλοι υπήκοοι, είχαν παραιτηθεί, ο ένας από 26 Οκτωβρίου 1984 και ο άλλος από 3 Δεκεμβρίου 1984. Επειδή η νέα επιτροπή έπρεπε να αναλάβει καθήκοντα στις 5 Ιανουαρίου 1985, το Συμβούλιο, στις συνεδριάσεις του της 6ης Νοεμβρίου και 11ης Δεκεμβρίου 1984, δεν έκρινε σκόπιμο να διορίσει αντικαταστάτες για μια τόσο σύντομη περίοδο.
4.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 5ης Φεβρουαρίου 1985, ο προσφεύγων πληροφορήθηκε ότι η υποψηφιότητά του για τη θέση προϊσταμένου τμήματος δεν έγινε δεκτή και, εν συνεχεία, έμαθε ότι ο Mensching είχε διοριστεί στην εν λόγω θέση.
Στις 29 Απριλίου 1985, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της απόφασης αυτής της Επιτροπής. Η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε με έγγραφο της 2ας Αυγούστου 1985.
II — Διαδικασία και αιτήματα
1.
Με δικόγραφο που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Νοεμβρίου 1985, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει άκυρο το διορισμό του Jürgen Mensching στη θέση προϊσταμένου τμήματος·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Με την απάντηση του, ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο, επικουρικώς:
—
να διατάξει την Επιτροπή ή το Συμβούλιο να προσκομίσει τα πρακτικά που αφορούν τη μη αντικατάσταση των επιτρόπων Ortoli και Pisani
—
να διατάξει την Επιτροπή να προσκομίσει τα έγγραφα που αφορούν τη λειτουργία της συμβουλευτικής επιτροπής διορισμών στους βαθμούς Α 2 και Α 3, καθώς και όλα τα έγγραφα που είχε συντάξει η Επιτροπή αυτή πριν από την ανακοίνωση 52/84 για τη θέση Α 3 του προϊσταμένου του τμήματος « Ενέργεια, χημεία, γεωργικά προϊόντα και προϊόντα διατροφής »
—
να διατάξει την Επιτροπή να προσκομίσει τις εκθέσεις κρίσεως του Mensching.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
—
να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
3.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο ( τρίτο τμήμα ) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία
1.
Με τον πρώτο Åλyo, ο προσφεύγων προβάλλει ότι, κατά το χρόνο λήψεως της επίδικης αποφάσεως, η σύνθεση της Επιτροπής δεν ήταν νόμιμη κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, εδάφιο 4, της Συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφόσον, κατά το χρόνο αυτό, δεν συμμετείχαν σ' αυτή μέλη γαλλικής ιθαγένειας μετά την παραίτηση των επιτρόπων Ortoli και Pisani. Επομένως, δεν είχε το δικαίωμα, υπό τη σύνθεση αυτή, να αποφανθεί επί της υποψηφιότητας γάλλων υπαλλήλων και να λάβει σημαντικές αποφάσεις, όπως ο εν λόγω διορισμός, καθόσον δεν είχαν χαρακτήρα επείγοντος. Κατά τον προσφεύγοντα, η Επιτροπή ενήργησε εσπευσμένως για να διορίσει ένα μέλος του ιδιαιτέρου γραφείου ενός επιτρόπου, προκειμένου η νέα επιτροπή, η οποία ανελάμβανε καθήκοντα στις 5 Ιανουαρίου 1985, να μην επιληφθεί του ζητήματος αυτού. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο προσφεύγων διερωτάται αν τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Συμβουλίου της 6ης Νοεμβρίου και 11ης Δεκεμβρίου 1984, των οποίων ζητεί από το Δικαστήριο να διατάξει την προσκόμιση, σχετικά με την απόφαση του Συμβουλίου να μην αντικαταστήσει τους δύο παραιτηθέντες γάλλους επιτρόπους, δεν περιλαμβάνει περιορισμούς στην εξουσία της Επιτροπής.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε εντός της κανονικής προθεσμίας και αμφισβητεί ότι επεδίωξε να ευνοήσει το μέλος του ιδιαιτέρου γραφείου ενός επιτρόπου. Υπογραμμίζει ότι η διάταξη ως προς τη σύνθεση της Επιτροπής, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, εδάφιο 4, δεν παρεμποδίζει την εφαρμογή της υπέρτερης αρχής της συνέχειας της δημόσιας υπηρεσίας. Το άρθρο 12, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής επιτρέπει ρητά στο Συμβούλιο να μην αντικαταστήσει έναν επίτροπο του οποίου λήγει η θητεία κατά τη διάρκεια της θητείας της Επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή, η λειτουργία της Επιτροπής δεν μπορεί να διακοπεί και το κύρος των πράξεων που θεσπίστηκαν κατά την περίοδο αυτή δεν θίγεται. Η Επιτροπή αναφέρεται σχετικά στην απάντηση του Συμβουλίου στη γραπτή ερώτηση 1942/84 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ 1985, C 135, σ. 35 ).
2.
Με το δεύτερο λόyo, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή, κατά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, και για λόγους ιθαγένειας, διόρισε στην εν λόγω θέση υποψήφιο που δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της ανακοίνωσης κενής θέσεως. Ο Mensching, με τις διάφορες προγενέστερες δραστηριότητες του, δεν απέκτησε την απαιτούμενη πείρα, δηλαδή γνώση ενός ή περισσοτέρων οικείων τομέων του ανταγωνισμού που απαιτούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως' αυτό αποδεικνύεται από τα διαδοχικά οργανογράμματα της Επιτροπής από το 1970 μέχρι το 1984 σύμφωνα με τα οποία ο επίτροπος Haferkamp, για τον οποίο εργαζόταν, ασχολείτο με ζητήματα με τα οποία δεν είχε καμιά σχέση ο ανταγωνισμός όπως η ενεργειακή πολιτική και η δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς με την εναρμόνιση των νομοθεσιών. Ομοίως, κατά το χρόνο που ο Mensching ήταν βοηθός του γενικού διευθυντή του ανταγωνισμού, ασχολήθηκε κυρίως με διοικητικά ζητήματα και ζητήματα προσωπικού καθώς και με τα προβλήματα ενισχύσεων. Μπορεί να γίνει η σκέψη ότι είχε αφιερώσει 2 % περίπου από το χρόνο του στην εξέταση ειδικών περιπτώσεων εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ στους οικείους τομείς. Για να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή έκανε ορθή χρήση της εξουσίας της εκτιμήσεως ως προς το ζήτημα αυτό, επιβάλλεται το Δικαστήριο να λάβει γνώση του περιεχομένου των εκθέσεων κρίσεως του Mensching, την προσκόμιση των οποίων ζητεί ο προσφεύγων. Αντίθετα προς τον Mensching ο προσφεύγων πληροί σαφώς τις προϋποθέσεις της ανακοίνωσης κενής θέσεως, όπως αποδεικνύεται από τις επαινετικές εκθέσεις κρίσεως και το γεγονός ότι του είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος. Σχετικά ο προσφεύγων επικρίνει ειδικότερα το γεγονός ότι το υπηρεσιακό σημείωμα της 1ης Οκτωβρίου 1984, με το οποίο του ανατέθηκαν τα καθήκοντα αυτά, δεν είχε υποβληθεί στην Επιτροπή κατά τις διαβουλεύσεις αυτές για τον επίδικο διορισμό.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, διορίζοντας τον Mensching στην εν λόγω θέση, δεν υπερέβη προφανώς τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει. Ο Mensching πληροί τις προϋποθέσεις της ανακοίνωσης κενής θέσεως διότι ασχολήθηκε με ζητήματα ενεργείας και ανταγωνισμού ως μέλος του ιδιαιτέρου γραφείου του Haferkamp και ότι, ως βοηθός του γενικού διευθυντή ανταγωνισμού, είχε δραστηριότητες σε όλους τους τομείς του ανταγωνισμού, όπως προκύπτει από αυτές τις εκθέσεις κρίσεως. Ως μέλος του ιδιαιτέρου γραφείου ενός μέλους της Επιτροπής, ο Mensching παρακολουθούσε το σύνολο των δραστηριοτήτων του κοινοτικού αυτού οργάνου, αποδεικνύοντας έτσι τις ικανότητες του αντιλήψεως, μεθόδου και πολυμέρειας, όπως επίσης απέδειξε και τις ικανότητες του διοικήσεως προσωπικού.
Η σταδιοδρομία του προσφεύγοντος αποδεικνύει επίσης ότι έχει τα απαιτούμενα προσόντα. Πάντως, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει ο προσφεύγων, το γεγονός ότι είχε ασκήσει τα καθήκοντα προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη διότι αυτό οφειλόταν μόνο, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής, στην περίσταση ότι ο προσφεύγων ήταν ο αρχαιότερος υπάλληλος με τον υψηλότερο βαθμό, και όχι σε απόφαση της ΑΔΑ· αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα δεν θα είχε επίπτωση για την επίδικη απόφαση. Εναπόκειτο μόνο στην ΑΔΑ να εκτιμήσει τα προσόντα και τις ικανότητες των υποψηφίων. Η Επιτροπή υπογραμμίζει σχετικά ότι η συμβουλευτική επιτροπή διορισμών Α 2 και Α 3 είχε συμπεριλάβει, στις υποψηφιότητες που έπρεπε να ληφθούν υπόψη, την υποψηφιότητα του Mensching και όχι εκείνη του προσφεύγοντος, και ότι ο ισχυρισμός ότι η επιλογή δικαιολογείται από την ιθαγένεια αναιρείται από το ότι οι γερμανοί υπερεκπροσωπούνται στη γενική διεύθυνση ανταγωνισμού. Ο Mensching επελέγη διότι η ΑΔΑ κάνοντας ορθή χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, έκρινε υπέρτερα τα προσόντα και τις ικανότητές του.
3.
Με τον τρίτο λόγο ο προσφεύγων προβάλλει ότι, κατά παράβαση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, η Επιτροπή παρέλειψε να προβεί η ίδια στη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων. Κατ' αυτόν, η Επιτροπή περιορίστηκε μόνο στην επαλήθευση των υποψηφιοτήτων από τη γενική διεύθυνση προσωπικού και διοικήσεως και στη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής διορισμών στους βαθμούς Α 2 και Α 3, επιτροπής της οποίας η λειτουργία είναι αντίθετη προς το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Εξάλλου, η εξέταση αυτή έγινε επί εσφαλμένης βάσεως καθόσον δεν περιλαμβανόταν στο φάκελο του το ότι του είχε ανατεθεί η άσκηση των καθηκόντων της εν λόγω θέσης και, επομένως, ήταν ο μόνος υποψήφιος που είχε ήδη ασκήσει τα καθήκοντα αυτά. Τέλος, η Επιτροπή δεν είχε ακόμη στη διάθεση της, στις 19 Δεκεμβρίου 1985, την έκθεση κρίσεως για τα έτη 1983 μέχρι 1985.
Η Επιτροπή εκθέτει ότι, αφού εξακριβώθηκαν από τη διεύθυνση προσωπικού και διοικήσεως, όλες οι υποψηφιότητες διανεμήθηκαν στα μέλη της Επιτροπής. Από τα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής προκύπτει ότι η ίδια η Επιτροπή προέβη στη συγκριτική εξέταση των προσόντων. Η συμβουλευτική επιτροπή προαγωγής προσωπικού, της οποίας η γνώμη υποβλήθηκε επίσης στην Επιτροπή, είναι συμβουλευτικό όργανο, που δημιουργήθηκε δυνάμει αποφάσεως της 23ης Ιουλίου 1980, αποτελούμενη από το γενικό γραμματέα, το γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως, ένα γενικό διευθυντή διοριζόμενο από τον πρόεδρο της Επιτροπής και έναν εκπρόσωπο του μέλους της Επιτροπής αρμοδίου για θέματα προσωπικού και διοικήσεως, η οποία διατυπώνει γνώμη για τα προσόντα και τις ικανότητες των διαφόρων υποψηφίων ενόψει των απαιτουμένων προσόντων για τη θέση που πρέπει να πληρωθεί. Η απλή αυτόματη αναπλήρωση του προϊσταμένου τμήματος δυνάμει του εσωτερικού κανονισμού, σε αντίθεση με την προσωρινή άσκηση καθηκόντων που αποφασίζεται από την ΑΔΑ δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν έχει επίπτωση στην εκτίμηση των προσόντων. Δεν υπήρξε καμιά καθυστέρηση στην κατάρτιση της έκθεσης κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο 1983 μέχρι 1985, και επομένως, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ληφθεί πριν από την κατάρτιση της έκθεσης αυτής δεν βλάπτει τον προσφεύγοντα.
4.
Με τον τέταρτο Αόγο, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας καθόσον προτίμησε ένα συνεργάτη μέλους της Επιτροπής παρά έναν υπάλληλο σταδιοδρομίας. Τέτοια πρακτική της Επιτροπής μπορεί να προκαλέσει γενική αναστάτωση στο προσωπικό. Εν προκειμένω, η κατάχρηση εξουσίας αποδεικνύεται από δέσμη ενδείξεων και περιστάσεων. Σχετικά, ο προσφεύγων αναφέρει ειδικότερα την εξαιρετική σπουδή με την οποία ενήργησε η Επιτροπή, ενώ η νέα Επιτροπή θα αναλάμβανε καθήκοντα στις 5 Ιανουαρίου 1985, και αυτό χωρίς τη συμμετοχή μελών γαλλικής ιθαγένειας. Η προαγωγή μέλους ιδιαιτέρου γραφείου ενός επιτρόπου είναι, αυτή καθεαυτή, ύποπτη έγινε στο πλαίσιο ενός « συνολικού πακέτου » ( package deal ) που απέβλεπε στην ανταμοιβή διαφόρων συνεργατών. Εξάλλου, στην ίδια συνεδρίαση της 19ης Δεκεμβρίου 1984, η Επιτροπή έλαβε απόφαση διορισμού ενός άλλου υπαλλήλου που ανακλήθηκε μεταγενέστερα διότι είχε ληφθεί κατά λάθος. Τέλος, ο προκαθορισμένος υποψήφιος που διορίστηκε στη θέση δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Κατά την Επιτροπή ο προσφεύγων δεν προέβαλε κανένα σοβαρό και συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο μπορεί να αποδειχτεί ότι έλαβε την απόφαση της κατόπιν σκέψεων διαφορετικών από εκείνες που πρέπει να επικρατήσουν στην εκτίμηση των προσόντων των υποψηφίων και του συμφέροντος της υπηρεσίας και ότι επεδίωξε να ευνοήσει το μέλος ενός ιδιαιτέρου γραφείου επιτρόπου. Θεωρεί ότι η νομιμότητα μιας προαγωγής μπορεί να εκτιμηθεί μόνο σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ότι δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία ξένα προς την υπόθεση όπως αυτά που παραθέτει ο προσφεύγων. Η Επιτροπή αμφισβητεί εξάλλου ότι, στον εν λόγω διορισμό, ενήργησε με σπουδή και θεωρεί ότι το επιχείρημα που ο προσφεύγων αντλεί από τη μη συμμετοχή μέλους γαλλικής ιθαγένειας κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης αντιβαίνει προς την ανεξαρτησία των επιτρόπων σε σχέση με τα κράτη μέλη από τα οποία προέρχονται.
U. Everling
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τρίτο τμήμα )
της 4ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 324/85,
Yves Bouteiller, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Kraainem, εκπροσωπούμενος από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Catherine Wolter, 4, rue Lemire, Belair-Λουξεμβούργο,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και την Marie Wolfcarius, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της 19ης Δεκεμβρίου 1984, περί διορισμού προϊσταμένου του τμήματος «Ενέργεια (εκτός του άνθρακα), χημεία, γεωργικά προϊόντα και προϊόντα διατροφής» στη γενική διεύθυνση «Ανταγωνισμός »,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και J. C Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaça
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 13ης Νοεμβρίου 1986, αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Νοεμβρίου 1985, ο Yves Bouteiller, υπάλληλος στη γενική διεύθυνση « Ανταγωνισμός » της Επιτροπής από το 1959, με βαθμό Α 4 από το 1965, και τοποθετημένος στο τμήμα « Ενέργεια ( εκτός άνθρακα ), χημεία, γεωργικά προϊόντα και προϊόντα διατροφής » της διεύθυνσης « Συμπράξεις, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως II », άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, με την οποία άλλος υποψήφιος διορίστηκε στη θέση προϊσταμένου του τμήματος στο οποίο υπηρετεί ο προσφεύγων.
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται τα πραγματικά περιστατικά, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του πρώτου λόγου: αντικανονική σύνθεση της Επιτροπής
3
Σχετικά με τον πρώτο λόγο που αφορά τη σύνθεση της Επιτροπής κατά τη στιγμή που λήφθηκε η επίδικη απόφαση, και την τήρηση του άρθρου 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής, ο προσφεύγων διασαφήνισε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, κατά τη γνώμη του, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν περιελάμβανε πλέον μέλη γαλλικής ιθαγένειας, μετά την απόφαση του Συμβουλίου να μην αντικαταστήσει δύο από τα παραιτηθέντα μέλη της πριν από την επικείμενη ανανέωση της θητείας των μελών της Επιτροπής, δεν μπορεί αυτό καθεαυτό να καταστήσει παράνομη απόφαση που ελήφθη από την Επιτροπή με τη σύνθεση αυτή. Πάντως, ο προσφεύγων προέβαλε ότι το γεγονός αυτό συνιστούσε στοιχείο ικανό να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας, ενώ συγχρόνως διασαφήνισε ότι δεν επεδίωξε να υποστηρίξει ότι η απόφαση της Επιτροπής είχε ληφθεί για λόγους αναφερόμενους στην ιθαγένεια των υποψηφίων.
4
Το Δικαστήριο κρίνει επομένως ότι παρέλκει η εξέταση της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως υπό το πρίσμα της ενδεχόμενης μη τηρήσεως των κανόνων ως προς τη σύνθεση της Επιτροπής και ότι το στοιχείο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ως προς την κατάχρηση εξουσίας.
Επί του δεύτερου λόγου: έλλειψη προσόντων του διορισθέντος υποψηφίου
5
Ο προσφεύγων προέβαλε εν συνεχεία ότι ο υποψήφιος που διόρισε η Επιτροπή στην εν λόγω θέση δεν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις της ανακοίνωσης κενής θέσεως καθόσον δεν είχε « γνώσεις ενός ή ορισμένων τομέων για τους οποίους επρόκειτο ». Προς στήριξη του λόγου αυτού, ο προσφεύγων αναφέρθηκε στη σταδιοδρομία του διορισθέντος υποψηφίου και ζήτησε από το Δικαστήριο να διατάξει την προσκόμιση του ατομικού φακέλου του εν λόγω υποψηφίου προκειμένου να εξακριβωθούν τα προσόντα του για την εν λόγω θέση.
6
Σχετικά, πρέπει πρώτον να υπογραμμιστεί ότι, για να εκτιμηθεί το συμφέρον της υπηρεσίας καθώς και τα προσόντα των υποψηφίων που πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο αποφάσεως προαγωγής που προβλέπει το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και ότι, στον τομέα αυτό, ο έλεγχος του Δικαστηρίου πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν, λαμβάνοντας υπόψη τις μεθόδους και τους λόγους που οδήγησαν τη διοίκηση στην εκτίμηση της, η διοίκηση κινήθηκε εντός λογικών ορίων και δεν έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προφανώς εσφαλμένο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, συνεπώς, να υποκαταστήσει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στην εκτίμηση των προσόντων και της αξίας των υποψηφίων.
7
Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως απαιτούσε « γνώση εις βάθος » της Συνθήκης ΕΟΚ και του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού και « μεγάλη πείρα » σχετική με τη θέση, αλλά μόνο « γνώση » ενός ή ορισμένων σχετικών τομέων, δηλαδή ενέργεια, χημεία, γεωργικά προϊόντα και προϊόντα διατροφής. Η διαφορετική αυτή σύνταξη δείχνει ότι η τελευταία αυτή απαίτηση ήταν για την εν λόγω θέση λιγότερο σημαντική από τα άλλα απαιτούμενα προσόντα.
8
Επειδή ο διορισθείς υποψήφιος είχε ασκήσει επί δεκατέσσερα έτη καθήκοντα μεγάλης ευθύνης τόσο στο γραφείο ενός μέλους της Επιτροπής, όπου ήταν ειδικότερα επιφορτισμένος με τον τομέα του ανταγωνισμού, όσο και παρά τω γενικώ διευθυντή ανταγωνισμού, δεν φαίνεται προφανώς εσφαλμένη η εκτίμηση ότι, με τα καθήκοντα αυτά; απέκτησε γνώση των διαφόρων τομέων του ανταγωνισμού, περιλαμβανομένων και εκείνων για τους οποίους γίνεται λόγος εν προκειμένω, και ότι η γνώση αυτή ήταν επαρκής αν ληφθούν υπόψη τα άλλα προσόντα του υποψηφίου αυτού στα οποία η Επιτροπή απέδιδε μεγαλύτερη σημασία. Αντίθετα από ό,τι φαίνεται να υποστηρίζει ο προσφεύγων, η Επιτροπή δεν ήταν ιδίως υποχρεωμένη να απαιτήσει ο υποψήφιος να είχε ήδη ασκήσει εξειδικευμένες δραστηριότητες σε ένα ή περισσότερους τομείς για τους οποίους γίνεται λόγος, όπως συνέβαινε με τον προσφεύγοντα.
9
Έπεται ότι κανένα στοιχείο του φακέλου δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι, διαπιστώνοντας ότι ο υποψήφιος που διορίστηκε στην εν λόγω θέση πληρούσε τις προϋποθέσεις της ανακοίνωσης κενής θέσεως, η Επιτροπή διέπραξε προφανές σφάλμα ή υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, και λαμβάνοντας υπόψη τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των ατομικών φακέλων των υπαλλήλων δυνάμει του άρθρου 26 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έπρεπε να διατάξει την προσκόμιση του ατομικού φακέλου του διορισθέντος υποψηφίου.
Επί του τρίτου λόγου: ανεπαρκής εξέταση των προσόντων των υποψηφίων
10
Δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτός ούτε ο τρίτος λόγος του προσφεύγοντος με τον οποίο προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέλειψε, κατά παράβαση του άρθρου 45 του κανονισμού, να προβεί η ίδια στη συγκριτική εξέταση των προσόντων των διαφόρων υποψηφίων και, εν πάση περιπτώσει, ότι προέβη στην εξέταση αυτή βάσει ενός αντικανονικού φακέλου από τον οποίο έλειπε έγγραφο που αποδείκνυε ότι ο προσφεύγων είχε ήδη ασκήσει τα εν λόγω καθήκοντα, καθώς και τα στοιχεία στα οποία αναφερόταν η τελευταία του έκθεση κρίσεως, που συντάχθηκε για τα έτη 1983 μέχρι 1985.
11
Πράγματι, μολονότι οι αποφάσεις προαγωγής και η συγκριτική εξέταση των προσόντων που προβλέπει το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ανήκουν στη μόνη ευθύνη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, η τελευταία μπορεί, κατά την προπαρασκευαστική φάση των αποφάσεων αυτών, να ζητήσει τη συμμετοχή συμβουλευτικού οργάνου του οποίου τη σύνθεση και τις ευθύνες είναι ελεύθερη να ρυθμίσει. Όσον αφορά ειδικότερα τη συμβουλευτική επιτροπή που δημιούργησε η Επιτροπή για ορισμένους διορισμούς στους βαθμούς Α 2 και Α 3, η οποία διατύπωσε εν προκειμένω συμβουλευτική γνώμη ως προς τις ικανότητες και τα προσόντα των υποψηφίων, προκύπτει ήδη από την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986 (Vaysse κατά Επιτροπής, 26/85, Συλλογή 1986, σ. 3131) ότι το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη η γνώμη της επιτροπής αυτής δεν είναι ικανό, αυτό καθεαυτό, να καταστήσει πλημμελή απόφαση της Επιτροπής.
12
Εξάλλου, κανένα στοιχείο του φακέλου δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν προέβη η ίδια σε όλες τις αναγκαίες εν προκειμένω εκτιμήσεις πριν λάβει την επίδικη απόφαση.
13
Όσον αφορά την απουσία ορισμένων εγγράφων από το φάκελο που υποβλήθηκε στην Επιτροπή, αρκεί η παρατήρηση ότι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής, ο προσφεύγων ως ο αρχαιότερος υπάλληλος στον υψηλότερο βαθμού του νεοδημιουργηθέντος τμήματος είχε, μεταξύ 1ης Οκτωβρίου και 19ης Δεκεμβρίου 1984, ασκήσει καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος δεν αποτελούσε αρκετά σημαντικό στοιχείο της σταδιοδρομίας του ώστε η απουσία ενός σχετικού εγγράφου από το φάκελο μπορούσε να καταστήσει πλημμελή την απόφαση της Επιτροπής. Επειδή η τελευταία έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο 1983-1985 συντάχθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1986 και ο προσφεύγων δεν επικαλέστηκε καμιά σχετική καθυστέρηση, δεν μπορεί να προσάπτει στην Επιτροπή ότι, κατά τη λήψη της επίδικης αποφάσεως, δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση αυτή.
Επί του τέταρτου λόγου: κατάχρηση εξουσίας
14
Ο προσφεύγων απέτυχε επίσης να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένων στοιχείων ικανών να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή, προβαίνοντας στον επίδικο διορισμό, επεδίωκε σκοπό διαφορετικό από τον νομίμως προβλεπόμενο. Η κατάχρηση εξουσίας ως λόγος ακυρώσεως στηρίχθηκε σε ισχυρισμούς γενικής φύσεως, που δεν επιβεβαιώθηκαν με πραγματικά περιστατικά και σε στοιχεία άσχετα με την επίδικη απόφαση.
15
Ειδικότερα, κανένα στοιχείο του φακέλου δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε με μόνη την πρόθεση να εξασφαλιστεί μία θέση σε προσωπικό συνεργάτη ενός από τα απερχόμενα μέλη της Επιτροπής, όπως ισχυρίζεται ο προσφεύγων, και ως εκ τούτου συνιστά κατάχρηση της εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής. Πράγματι, ο ίδιος ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε, εκτός από τη γνώση ενός ή περισσοτέρων από τους οικείους τομείς για τους οποίους έγινε λόγος πιο πάνω, τα προσόντα του διορισθέντος υποψηφίου. Εξάλλου και κατ' αντίθεση προς τον προσφεύγοντα, ο διορισθείς ήταν ένας από τους πέντε υποψηφίους, μεταξύ 19, για τους οποίους η προαναφερθείσα συμβουλευτική επιτροπή είχε ειδικότερα διατυπώσει ευνοϊκή γνώμη για την εν λόγω θέση, πράγμα που ενισχύει τον ισχυρισμό ότι η επίδικη απόφαση συνιστά το αποτέλεσμα συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων των υποψηφίων και εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας.
16
Προς στήριξη του λόγου αυτού ο προσφεύγων ματαίως επικαλείται την ταχύτητα με την οποία λήφθηκε η επίδικη απόφαση πριν αναλάβουν καθήκοντα τα νεοδιορισθέντα μέλη της Επιτροπής, από την 1η Ιανουαρίου 1986. Πράγματι, η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να κρίνει ότι ήταν επείγον να καλύψει γρήγορα, και αυτό πριν από την ανανέωση της θητείας των μελών της, τη θέση προϊσταμένου τμήματος μιας νεοδημιουργηθείσας μονάδας. Οι καθυστερήσεις που επικαλείται ο προσφεύγων, οι οποίες είχαν παρατηρηθεί σε άλλους διορισμούς, δεν επηρεάζουν τη διαπίστωση αυτή.
17
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι όλοι οι λόγοι του προσφεύγοντος είναι αβάσιμοι και η προσφυγή του πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Galmot
Everling
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy