ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 333/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Προοφενγονοες
Οι προσφεύγουσες είναι γερμανικές επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα που κατασκευάζουν και διαθέτουν στο εμπόριο σωλήνες κάθε είδους από χάλυβα. Μόνες τους, καλύπτουν περίπου το 70 % των γερμανικών εξαγωγών αυτών των προϊόντων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Σχετικώς, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν σημαντική αγορά, ιδίως για μια αρκετά ειδική κατηγορία σωλήνων, δηλαδή τους σωλήνες τους αποκαλούμενους OCTG ( « Oil Country Tubular Goods » ). Αυτά τα προϊόντα χρησιμοποιούνται στις ζώνες εξαγωγής πετρελαίου. Οι προσφεύγουσες εταιρίες κατατάσσονται, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μεταξύ των έξι παραγωγών σωλήνων OCTG.
2. Νομικό πλαίσιο της διαφοράς
Κατόπιν σειράς μέτρων που έλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και πλήττουν τις κοινοτικές εισαγωγές σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα, διεξήχθησαν, το 1982, διαπραγματεύσεις μεταξύ Επιτροπής και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής που κατέληξαν, στις 21 Οκτωβρίου 1982, σε διακανονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά το χάλυβα ( EE L 307, σ. 1 ). Αυτός ο διακανονισμός προέβλεπε ότι τα μέτρα που ελήφθησαν από τις αμερικανικές αρχές θα ανεκαλούντο έναντι περιορισμού, από την Κοινότητα, των εξαγωγών της σε ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα που ορίζονται σε κατάλογο προσαρτημένο στο κείμενο του διακανονισμού. Οι σωλήνες κάθε είδους, από χάλυβα, δεν περιλαμβάνονταν σ' αυτό τον κατάλογο.
Ο διακανονισμός του 1982 συνοδευόταν από ανταλλαγή επιστολών, επίσης υπό ημερομηνία 21 Οκτωβρίου 1982, μεταξύ των κοινοτικών και αμερικανικών αρχών. Σ' αυτή την ανταλλαγή επιστολών, η Κοινότητα δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια ισχύος του διακανονισμού, δηλαδή μέχρι του τέλους του έτους 1985, οι ετήσιες εξαγωγές της σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα δεν θα υπερέβαιναν προφανώς το μέσο όγκο των εξαγωγών των ίδιων προϊόντων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 1979-198 Γ σχετικώς η ανταλλαγή των επιστολών προβλέπει επιπλέον διαδικασία διαβουλεύσεως επί της εξελίξεως των κοινοτικών εξαγωγών σωλήνων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με την αγγλική έκδοση της ανταλλαγής επιστολών, η οποία και είναι η μόνη ισχύουσα, η ανωτέρω συμφωνία διατυπώνεται ως εξής:
« Α —
It has been agreed during negotiations on trade in steel mill products between the European Communities ( EC ) and the United States (US) that for the duration of the Arrangement negotiated for those products diversions of trade from steel products described in Appendix Β of the steel Arrangement towards pipes and tubes should be avoided. The US Government wishes trade in the tube sector to be examined at this stage. The Communities are of the opinion that such a diversion will not take place insofar as annual exports of pipes and tubes to the US do not exceed the 1979-1981 average share of annual US apparent consumption. In the light of its market forecasts, the European Economic Community believes that exports of pipes and tubes to the US will not exceed this average.
...
C —
Consultations may be requested at any time by the EC or US in the light of the market developments or in the event of any particular problem in trade between the EC and the US in pipes and tubes. »
Όταν διαπιστώθηκε ότι η εισαγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες σωλήνων κάθε είδους υπερέβη κατά πολύ το επίπεδο της περιόδου αναφοράς, απαγορεύτηκε γενικά, το Νοέμβριο 1984, η εισαγωγή αυτών των σωλήνων. Στη συνέχεια, διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Επιτροπής και αμερικανικών αρχών, οι οποίες κατέληξαν, στις 7 Ιανουαρίου 1985, στη σύναψη νέας συμφωνίας ( ΕΕ L 9, σ. 1 ). Αυτός ο διακανονισμός, εφαρμοστέος μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1986, προβλέπει στην ουσία:
—
ότι η Κοινότητα περιορίζει τις εξαγωγές της σε σωλήνες κάθε είδους από χάλυβα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες στο 7,6 % της φαινομενικής καταναλώσεως της αμερικανικής αγοράς κατά τη διάρκεια των ετών 1985 και 1986 κατά την ίδια περίοδο θα απαιτούνται άδειες εξαγωγής.
—
ότι στα όρια του 7,6 %, οι εξαγωγές σωλήνων OCTG δεν θα υπερβούν το 10 ο/ο της φαινομενικής καταναλώσεως αυτών των προϊόντων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε εκτέλεση του διακανονισμού του 1985, το Συμβούλιο θέσπισε, με τον κανονισμό 60/85 της 9ης Ιανουαρίου 1985 ( ΕΕ L 9, σ. 13 ), ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής. Στο παράρτημα III του κανονισμού, το Συμβούλιο κατένειμε μεταξύ των κρατών μελών τις ποσότητες στις οποίες η Κοινότητα συμφώνησε να περιορίσει τις εξαγωγές της' όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα « για τη διάθεση των ποσοτήτων που καθορίστηκαν για το καθένα από αυτά στις επιχειρήσεις, εφαρμόζοντας αντικειμενικά κριτήρια ». Όσον αφορά τους σωλήνες OCTG, το Συμβούλιο ωστόσο ανέφερε, στο παράρτημα III του κανονισμού, οτι θα καθόριζε παρόμοια κατανομή το αργότερο στις 31 Ιανουαρίου 1985. Αυτή η υπόσχεση τηρήθηκε με τη θέσπιση, στις 6 Αυγούστου 1985, του κανονισμού 2355/85 για τη συμπλήρωση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 για τους περιορισμούς των εξαγωγών σωλήνων από χάλυβα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ( ΕΕ L 222, σ. 1 ). Αυτός ο κανονισμός περιλαμβάνει κλίμακα κατανομής κατά την οποία το 43,8% του συνόλου της κοινοτικής ποσόστωσης, της προβλεπόμενης για τους σωλήνες OCTG, απονεμήθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Ιταλία: 32, 5 ο/ο, Ελλάδα: 7,6 ο/ο, Γαλλία: 5,3 ο/ο, Ηνωμένο Βασίλειο: 5,5 ο/ο, Βέλγιο: 5 %, Κάτω Χώρες: 0,2 %, Λουξεμβούργο: 0,1 ο/ο ).
3. Αννικείμενο νης διαφοράς
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η κατανομή της κοινοτικής ποσόστωσης σε εθνικές υποπο-σοστώσεις, όπως καθορίζεται από τον κανονισμό 2355/85 για τους σωλήνες OCTG, είναι δυσμενής για τη γερμανική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα και αποβαίνει έτσι σε βάρος της. Θεωρούν ότι αυτός ο κανονισμός, του οποίου ζητούν την ακύρωση, τις αφορά άμεσα και ατομικά.
4. Διαοικααία
Το εισαγωγικό δικόγραφο των προσφευγουσών πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Νοεμβρίου 1985.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε ομαλά.
Με απόφαση της 18ης Ιουνίου 1986, ληφθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο έκτο τμήμα. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε επίσης να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων κάλεσε ωστόσο το Συμβούλιο να απαντήσει σε ερώτηση στην οποία το τελευταίο απάντησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προαφενγονοες εταιρίες ζητούν από το Δικαστήριο:
α)
να ακυρωθεί ο κανονισμός 2355/85 του Συμβουλίου, της 6ης Αυγούστου 1985, για τη συμπλήρωση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 60/85 για τους περιορισμούς των εξαγωγών σωλήνων κάθε είδους, από χάλυβα, προς τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ( ΕΕ L 222, σ. 1)·
β)
να καταδικαστεί το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Το Συμβούλιο, καθού, ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη και, επικουρικώς, ως αβάσιμη ·
β)
να καταδικαστούν οι προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί τον παραδεκτού
Το Συμβούλιο, καθού, διατυπώνει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της προσφυγής. Προς το σκοπό αυτό, υπενθυμίζει ότι το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης δεν επιτρέπει στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα να προσβάλλουν παρά μόνο τις αποφάσεις των οποίων είναι αποδέκτες. Ενας ιδιώτης θα μπορούσε ωστόσο να προσβάλλει κάθε απόφαση η οποία, παρόλον ότι έχει εκδοθεί υπό τη μορφή κανονισμού, τον ενδιαφέρει τόσο άμεσα όσο και ατομικά. Στην προκειμένη περίπτωση, το αμφισβητούμενο μέτρο συνιστά ωστόσο κανονισμό υπό την αληθή έννοια του όρου. Προς στήριξη αυτής της τελευταίας άποψης το Συμβούλιο, αναφερόμενο στην απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1977 ( Koninklijke Scholten-Honig, 101/76, Rec. σ. 797), ισχυρίζεται ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 60/85, του οποίου ο επίδικος κανονισμός αποτελεί απλώς συμπλήρωμα, συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα έναντι όλων των εξαγωγέων σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Ο κανονισμός αφορά, πράγματι, τους εξαγωγείς αυτών των προϊόντων είτε πρόκειται περί εξαγωγέων που ασκούσαν τη δραστηριότητα του κατά το χρόνο θεσπίσεως του κανονισμού ή ενδεχόμενους νέους εξαγωγείς. Συνιστά, συνεπώς, πλάνη το να ισχυρίζεται κανείς ότι ο κανονισμός 2355/85 αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συγκεκαλυμμένη απόφαση.
Εντούτοις, στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε τον ένδικο κανονισμό ως απόφαση απευθυνόμενη στα κράτη μέλη υπό τη μορφή κανονισμού, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί να αφορά τις επιχειρήσεις ούτε άμεσα ούτε ατομικά. Πράγματι, θεσπίζοντας τον κανονισμό 2355/85, το Συμβούλιο δεν κατένειμε, όσον αφορά τους σωλήνες OCTG, την κοινοτική ποσόστωση παρά μόνο μεταξύ των κρατών μελών. Με άλλα λόγια: οι αρμόδιες εθνικές αρχές είναι οι μόνες υπεύθυνες για την κατανομή των εθνικών υποποσοστώσεων. Από αυτό προκύπτει ότι τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις δεν αφορούν άμεσα παρά οι αποφάσεις των κρατών μελών. Επιπλέον, στην περίπτωση που οι προσφεύγουσες δεν είναι ικανοποιημένες από τις ποσότητες που τους χορηγήθηκαν, μπορούν πάντοτε να προσβάλουν την εθνική απόφαση ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Σ' αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσαν να επικαλεστούν τον παράνομο χαρακτήρα του κοινοτικού κανονισμού' υπ' αυτές τις συνθήκες, το ένδικο μέσο ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173 δεν είναι πλέον το ενδεδειγμένο. Το Συμβούλιο προσθέτει ότι οι κανονισμοί 60/85 και 2355/85 δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη έχοντας, ούτως ειπείν, αυτόματο αποτέλεσμα. Εναπόκειται, αντιθέτως, στα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη, εντός των ορίων του ανωτάτου εθνικού ορίου, ενδεχόμενο νέο εξαγωγέα που θα ανελάμβανε δραστηριότητες στην αγορά πριν τις 31 Δεκεμβρίου 1986. Υπ' αυτές τις συνθήκες, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι ο ένδικος κανονισμός εξατομικεύει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις κατά τρόπο που να συγκρίνονται με αποδέκτες.
Συνοπτικά, το Συμβούλιο θεωρεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, διότι δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, και αυτό ανεξαρτήτως του αν το προσβαλλόμενο μέτρο είναι πραγματικός κανονισμός ή μάλλον απόφαση απευθυνόμενη στα κράτη μέλη.
Οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις τονίζουν, προεισαγωγικά, ότι το ένδικο μέσο του άρθρου 173 δεν είναι επικουρικό του προβλεπόμενου από το άρθρο 177 της Συνθήκης και ότι το έννομο συμφέρον του οποίου επιδιώκουν την προστασία με την υπό κρίση προσφυγή είναι πρόδηλο: ότι σαν γερμανικές επιχειρήσεις που διασφαλίζουν περίπου το 70 % των γερμανικών εξαγωγών σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν ίδιο συμφέρον στο να οριστεί ορθώς η υποπο-σόστωση εξαγωγής, η χορηγούμενη από το Συμβούλιο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Εξάλλου, για να γίνει δεκτό το παραδεκτό μιας προσφυγής ακυρώσεως ασκούμενης από ιδιώτη κατά κοινοτικού κανονισμού, αρκεί να αποδειχθεί ότι το προσβαλλόμενο μέτρο αφορά τον εν λόγω ιδιώτη άμεσα και ατομικά. Υπ' αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχει ανάγκη να εξεταστεί χωριστά το αν πρόκειται περί πραγματικού κανονισμού ή περί αποφάσεως που εκδόθηκε υπό τη μροφή κανονισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση, συνεχίζουν οι προσφεύγουσες, συντρέχουν απολύτως οι προϋποθέσεις του άρθρου 173. Πρώτον, αν είναι αληθές ότι οι εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για να προβούν στην οριστική κατανομή των εθνικών υποποσοστώσεων που ορίζει το Συμβούλιο, οι εν λόγω αρχές θα έπρεπε τότε να τηρούν τα « αντικειμενικά κριτήρια » όπως προβλέπονται από τον κανονισμό 60/85 καθώς και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο ορισμός της εθνικής υπο-ποσόστωσης και a fortiori κάθε μείωση υποπο-σόστωσης, καταλήγει αναγκαστικά σε μείωση των δικαιωμάτων διαθέσεως που διέθεταν οι ενδιαφερόμενες διάφορες επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η προσβαλλόμενη πράξη συνεπάγεται, στην προκειμένη περίπτωση, μείωση της γερμανικής ποσόστωσης, αυτή η πράξη αναγκαστικά θα έχει αρνητικές συνέπειες επί της ποσοστώσεως εξαγωγής των προσφευγουσών επιχειρήσεων συνεπώς, η εν λόγω πράξη αφορά άμεσα τις τελευταίες. Περαιτέρω, είναι πρόδηλο ότι, παρόλον ότι δεν αναφέρονται ονομαστικώς στην επίμαχη πράξη, οι προσφεύγουσες θίγονται ατομικά από το περιεχόμενο της εν λόγω πράξεως. Πράγματι, η ταυτότητα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων ήταν γνωστή κατά την εποχή θεσπίσεως του ένδικου κανονισμού. Επιπροσθέτως, η κοινοτική ποσόστωση υπολογίστηκε βάσει των εισαχθεισών στις Ηνωμένες Πολιτείες ποσοτήτων που προέρχονταν από αυτές τις κάποιες επιχειρήσεις. Σχετικώς, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι ο αμφισβητούμενος κανονισμός φέρει ημερομηνία Αυγούστου 1985 και ότι ισχύει αναδρομικώς από την 1η Ιανουαρίου 1985. Όμως, οι έξι γερμανοί παραγωγοί σωλήνων OCTG είχαν ήδη αποκτήσει κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου αυτού του έτους, στο πλαίσιο των προκαθορισμών, προσωρινά πιστοποιητικά που ίσχυαν ακόμα κατά την εποχή της θεσπίσεως του κανονισμού 2355/85. Αυτή την εποχή, ο κύκλος των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων είχε επομένως οριστικά διαγραφεί.
Επί της ουσίας
Οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις προβάλλουν, κατά του αμφισβητούμενου κανονισμού, δύο λόγους ακυρώσεως, από τους οποίους ο πρώτος βασίζεται στην παραβίαση ουσιωδών τύπων, κατά το ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν περιλαμβάνει καμία ένδειξη ως προς τα εφαρ-μοσθέντα κριτήρια κατά τον καθορισμό της γερμανικής υποποσόστωσης. Το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την ένδικη κλίμακα κατανομής, όχι μόνο γιατί είχε υποχρέωση να το πράξει σύμφωνα με το άρθρο 190 της Συνθήκης, αλλά επίσης λόγω του ότι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της επίμαχης κανονιστικής ρύθμισης συνεπαγόταν την ανάγκη σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας. Ο καθορισμός κοινοτικής ποσοστώσεως και η συνακόλουθη κατανομή των εθνικών υποποσοστώσεων ήταν, πράγματι, ικανές να επηρεάσουν την ανταγωνιστική θέση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και μπορούσαν μάλιστα να καταλήξουν σε « ανακατανομή » των μεριδίων της αγοράς. Επομένως, κάθε κανονιστική ρύθμιση τέτοιας φύσεως όφειλε να περιλαμβάνει αιτιολογία επιτρέπουσα να καθοριστεί η ουδετερότητα της από την άποψη του ανταγωνισμού.
Περαιτέρω, υφίσταται παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου, ιδίως δε της επιείκειας και της αναλογικότητας, κατά το ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τον ένδικο κανονισμό, προέβη σε αυθαίρετη κατανομή της κοινοτικής ποσόστωσης καθώς και σε αδικαιολόγητη μείωση της γερμανικής υποποσόστωσης. Σχετικώς, οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις υπενθυμίζουν ότι η εξαγωγή των σωλήνων από χάλυβα, περιλαμβανομένων των σωλήνων OCTG, παρόλον ότι δεν αποτελούσε μέλος του αρχικού διακανονισμού του 1982, αποτέλεσε αντικείμενο ανταλλαγής επιστολών μεταξύ αμερικανικών και κοινοτικών αρχών, κατά την οποία περιορίστηκε επίσης η διάθεση στην αμερικανική αγορά και αυτών των προϊόντων. Σε αυτό το πλαίσιο ορίστηκε ανώτατο όριο εξαγωγής υπολογισθέν βάσει των εμπορικών ρευμάτων των ετών 1979-1981. Εις εκτέλεση του διακανονισμού του 1985, το Συμβούλιο όρισε ωστόσο τις εθνικές υποποσοστώσεις βάσει των εμπορικών ρευμάτων των υφιστάμενων κατά την περίοδο 1979-1983. Όμως, εν αντιθέσει προς τους γερμανούς εξαγωγείς, ικανός αριθμός ανταγωνιστικών επιχειρήσεων αύξησαν, ακριβώς το 1983, τον όγκο των εξαγωγών τους, παρά τον αυτοπεριορισμό που προβλέφθηκε το 1982. Κατά συνέπεια, το ότι ελήφθησαν υπόψη οι εμπορικές ανταλλαγές του 1983, όπως προκύπτει από τον ένδικο κανονισμό, αναγκαστικά περιάγει σε δυσμενή θέση τους γερμανούς εξαγωγείς που τήρησαν όλοι το μερίδιο τους όπως προέκυπτε από τη συμφωνία του 1982. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η ένδικη κατανομή της κοινοτικής ποσόστωσης είναι προφανώς αυθαίρετη.
Προς στήριξη αυτής της άποψης, οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις αναφέρονται τέλος σε ορισμένους αριθμούς που μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Στο πλαίσιο της συμφωνίας περί αυτοπεριορισμού του 1982, το γερμανικό μερίδιο υπολογίστηκε σε 50,6 ο/ο της συνολικής κοινοτικής ποσόστωσης σωλήνων κάθε είδους, περιλαμβανομένων των σωλήνων OCTG. Ωστόσο, με τον ένδικο κανονισμό, το Συμβούλιο δεν επιφύλαξε στους γερμανούς παραγωγούς παρά μερίδιο 43,8 ο/ο. Στην πραγματικότητα, το γερμανικό μερίδιο εναι ακόμα πιο χαμηλό, δεδομένου ότι σ' αυτό τον τελευταίο αριθμό, περιλαμβάνεται ειδική ποσότητα 10000 τόνων υπέρ της επιχειρήσεως Hoesch. Αν αφαιρεθεί αυτή η ποσότητα, το πραγματικό γερμανικό μερίδιο δεν είναι παρά μόνο 39.5 ο/ο. Γενικά, το Συμβούλιο μείωσε, χωρίς εύλογη αιτιολογία, το γερμανικό μερίδιο από 50.6 ο/ο σε 39,5 ο/ο.
Υπό μορφή απαντήσεως, το Συμβούλιο, καθον, τονίζει καταρχάς ότι ο κανονισμός 2355/85 συμπληρώνει τον κανονισμό 60/85 και ότι, κατά συνέπεια, η αιτιολογία της τελευταίας αυτής κανονιστικής ρύθμισης εφαρμόζεται επίσης στον ένδικο κανονισμό. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, οι έντεκα αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 60/85 συνιστούν επαρκή αιτιολογία της κατανομής της κοινοτικής ποσόστωσης που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς. Σχετικώς, πρέπει ιδίως να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 60/85, « η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των συνολικών εξαγωγικών δυνατοτήτων που προσφέρει ο διακανονισμός πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα ». Ακριβώς βάσει αυτού του κριτηρίου ελήφθησαν υπόψη, κατά τον καθορισμό των εθνικών υποποσοστώσεων, οι εξαγωγές σωλήνων που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου 1979-1983, η οποία περίοδος ήταν επαρκώς μακρά για να είναι αντιπροσωπευτική των εν λόγω εμπορικών ρευμάτων. Υπ' αυτές τις συνθήκες, είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι ο ένδικος κανονισμός δεν περιλαμβάνει αρκετές ενδείξεις για να επιτρέπει τον έλεγχο της νομιμότητας του.
Το Συμβούλιο επεξηγεί περαιτέρω ότι, μολονότι, το 1982, αντηλλάγησαν επιστολές μεταξύ κοινοτικών και αμερικανικών αρχών σχετικά με τους σωλήνες από χάλυβα, κοινοτικής προελεύσεως, η εν λόγω ανταλλαγή επιστολών ανταποκρινόταν στις ανησυχίες των αμερικανικών αρχών, που φοβούνταν μήπως ο περιορισμός των εξαγωγών προϊόντων σιδήρου και χάλυβα που αφορούσε ο διακανονισμός του 1982 παραβιαστεί με παρεκτροπή του εμπορίου υπό τη μορφή σωλήνων από χάλυβα μη καλυπτόμενων από τον εν λόγω κανονισμό. Γι' αυτό το λόγο, η Κοινότητα δήλωσε, από την πλευρά της, ότι μια τέτοια παρεκτροπή δεν θα ελάμβανε χώρα εφόσον οι εξαγωγές σωλήνων δεν θα υπερέβαιναν το μέσο όρο εξαγωγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 1979 έως 1981. Μόνο σ' αυτό το πλαίσιο τα έτη 1979-1981 χρησίμευσαν ως περίοδος αναφοράς τέτοια περίοδος δεν αναφερόταν άλλωστε στο διακανονισμό του 1985. Επιπλέον, οι κοινοτικές και αμερικανικές αρχές συνήνεσαν, το 1982, σε μια διαδικασία διαβουλεύσεων επί της εξελίξεως των εξαγωγών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, η περίοδος αναφοράς 1979 έως 1981 συνιστά κατά κάποιο τρόπο « κατώφλι » συνεπαγόμενο διαβουλεύσεις. Συνεπώς, πριν από το 1985, δεν υπήρξε ποτέ κοινοτική ποσόστωση ούτε εθνικές υποποσοστώσεις για τους σωλήνες κάθε είδους, από χάλυβα, περιλαμβανομένων των σωλήνων OCTG. Οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις δεν μπορούν, επομένως, να επικαλεστούν τον όγκο των εξαγωγών που πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου 1979-1981.
T. Koopmans
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 17ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 333/85,
Mannesmann-Röhrenwerke AG, εταιρία γερμανικού δικαίου με έδρα το Ντύσσελντορφ,
και
Paderwerk Gebr. Benteler GmbH & Co., εταιρία γερμανικού δικαίου με έδρα το Paderborn-Schloß Neuhaus,
εκπροσωπούμενες από τον J. Sieger, δικηγόρο Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J. Loesch,
προσφεύγουσες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους R. Fornasier, διευθυντή και Β. Schloh, νομικό σύμβουλο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη νομική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού 2355/85 του Συμβουλίου της 6ης Αυγούστου 1985, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 60/85 για τους περιορισμούς των εξαγωγών σωλήνων από χάλυβα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ( ΕΕ L 222, σ. 1 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, Ο. Due, Κ. Bahlmann και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaça
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 21ης Οκτωβρίου 1986,
αφού άκουσε τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας στη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Νοεμβρίου 1985, η εταιρία Mannesmann-Röhrenwerke AG και η εταιρία Paderwerk Gebr. Benteler GmbH & Co., με έδρα, αντίστοιχα, το Ντύσσελντορφ και το Paderborn-Schloß Neuhaus, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση του κανονισμού 2355/85 του Συμβουλίου, της 6ης Αυγούστου 1985, για τη συμπλήρωση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 60/85 για τους περιορισμούς των εξαγωγών σωλήνων κάθε είδους, από χάλυβα, προς τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ( ΕΕ L 222, σ. 1 ).
2
Το Συμβούλιο, καθού, αμφισβήτησε το παραδεκτό της προσφυγής βάσει ορισμένου αριθμού σκέψεων που πρέπει να εξεταστούν καταρχάς.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο της διαφοράς, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4
Το Συμβούλιο ισχυρίζεται καταρχάς ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί συμπλήρωμα του κανονισμού 60/85 του Συμβουλίου, της 9ης Ιανουαρίου 1985, για τους περιορισμούς των εξαγωγών σωλήνων κάθε είδους, από χάλυβα, προς τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΕΕ L 9, σ. 13), οι δε δύο κανονισμοί αποτελούν αδιαίρετο σύνολο. Ο κανονισμός 60/85 συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων που αντιμετωπίζονται κατά γενικό και αφηρημένο τρόπο, δηλαδή έναντι των παραγωγών και εξαγωγέων — τόσο υφισταμένων όσο και μελλοντικών — σωλήνων κάθε είδους. Ο κανονισμός 2355/85, ο οποίος περιορίζεται στο να προσθέσει μια στήλη σχετική με ορισμένο τύπο σωλήνων στο παράρτημα III του κανονισμού 60/85, πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθεί ως πραγματικός κανονισμός κατά του οποίου οι ιδιώτες δεν έχουν δικαίωμα προσφυγής.
5
Εξάλλου, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι, αν αντιμετωπιστεί η τροποποίηση του παραρτήματος III ως αυτόνομη διάταξη, η κατανομή της κοινοτικής ποσοστώσεως μεταξύ των κρατών μελών που συνεπάγεται έπρεπε να θεωρηθεί ως απόφαση απευθυνόμενη στα κράτη μέλη. Η εν λόγω απόφαση δεν αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα, εφόσον η κατανομή, μεταξύ των επιχειρήσεων, της υποποσοστώσεως που χορηγεί το Συμβούλιο σε ένα κράτος μέλος πρέπει να γίνεται από τις αρχές αυτού του κράτους μέλους. Η προσβαλλομένη πράξη δεν αφορά τις προσφεύγουσες ατομικά διότι η κατανομή της κοινοτικής ποσοστώσεως των κρατών μελών που συνεπάγεται παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους εξαγωγείς του συνόλου της Κοινότητας, ακόμα και για τις νέες επιχειρήσεις, ειδικευμένες στο εμπόριο κάθε είδους σωλήνων, που θα μπορούσαν να εμφανιστούν.
6
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η προσβαλλόμενη πράξη τους αφορά άμεσα και ατομικά. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να κατανέμουν ελεύθερα, μεταξύ των επιχειρήσεων, τις υποποσοστώσεις που τους χορηγούνται, αλλά οφείλουν να εφαρμόζουν τα αντικειμενικά κριτήρια που προβλέπει ο κανονισμός 60/85· κατά συνέπεια, αν το μερίδιο που χορηγείται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι αντικειμενικά πολύ μειωμένο, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, οι έξι γερμανικές επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα τα οποία αφορά ο κανονισμός 2355/85 θα είναι υποχρεωμένες να προβούν σε συμπληρωματική μείωση των παραδόσεων τους σε σχέση με τη μείωση που προκύπτει από το διακανονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
7
Οι προσφεύγουσες τονίζουν περαιτέρω ότι δεν υφίστανται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρά έξι επιχειρήσεις που παράγουν σωλήνες κάθε είδους από χάλυβα και ότι μια άλλη επιχείρηση δεν θα μπορούσε να ενωθεί μ' αυτό τον όμιλο και να διεισδύσει στην αγορά εξαγωγών παρά μόνο έπειτα από εξαιρετικά μακρά προετοιμασία. Αυτές οι έξι επιχειρήσεις εξατομικεύονται από το γεγονός ότι κατά τη θέσπιση του κανονισμού 2355/85 διέθεταν προσωρινά πιστοποιητικά εξαγωγής για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1985 και της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού. Δεδομένου ότι ο τελευταίος ισχύει αναδρομικώς από την 1η Ιανουαρίου 1985, ο κύκλος των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων έχει οριστικά καθοριστεί.
8
Ενώπιον αυτής της συζητήσεως, πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τους όρους διακανονισμού με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής που αφορά το εμπόριο σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα που εγκρίθηκε με τον κανονισμό 59/85 του Συμβουλίου της 9ης Ιανουαρίου 1985 ( ΕΕ L 9, σ. 1 ), το κοινοτικό επίπεδο εξαγωγής σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα καταγωγής Κοινότητας ορίζεται σε 7,6 ο/ο της φαινομενικής καταναλώσεως των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τα έτη 1985 και 1986. Εντούτοις, για τους σωλήνες που χαρακτηρίζονται « oil country tubular goods », ή σωλήνες OCTG, αυτό το επίπεδο ορίζεται σε 10 ο/ο της φαινομενικής καταναλώσεως αυτών των σωλήνων στις Ηνωμένες Πολιτείες, εντός του γενικού επιπέδου των 7,6 ο/ο.
9
Ο κανονισμός 60/85 έχει ως αντικείμενο την επιβολή εντός της Κοινότητας, προς διασφάλιση της εφαρμογής αυτού του διακανονισμού, περιορισμών στη διοχέτευση των εν λόγω προϊόντων στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις αυτού του κανονισμού, πρακτικές διαχειριστικές ανάγκες οδηγούν στην κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των ποσοτήτων στις οποίες η Κοινότητα συμφώνησε να περιορίσει τις εξαγωγές, και, για το σκοπό αυτό πρέπει να οριστεί μια κλίμακα κατανομής η οποία να λαμβάνει υπόψη τα παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα. Περαιτέρω τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα « για τη διάθεση των ποσοτήτων που καθορίστηκαν για το καθένα από αυτά στις επιχειρήσεις, εφαρμόζοντας αντικειμενικά κριτήρια ».
10
Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού το ανώτατο κοινοτικό όριο εξαγωγής σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα, και αυτών των σωλήνων OCTG, υπολογίζονται από την Επιτροπή βάσει του επιπέδου της φαινομενικής καταναλώσεως των προϊόντων αυτών στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως αυτό προβλέπεται από το διακανονισμό. Τα ανώτατα κοινοτικά όρια που υπολογίζονται με τον τρόπο αυτό προσαρμόζονται από την Επιτροπή βάσει των μεταβολών της εν λόγω φαινομενικής κατανάλωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το άρθρο 3 ορίζει ότι η Επιτροπή κατανέμει τα ανώτατα ποσοτικά όρια εξαγωγής της Κοινότητας, τα οποία καθορίστηκαν και υπολογίστηκαν σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο άρθρο 2, σύμφωνα με το παράρτημα III. Αυτή η κατανομή μπορεί να προσαρμοστεί από την Επιτροπή, υπό τις προβλεπόμενες στο άρθρο 3 προϋποθέσεις, ενόψει της μεγίστης χρησιμοποιήσεως ποσοτικών ανωτάτων ορίων.
11
Στο παράρτημα III του κανονισμού 60/85 παρατίθεται η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των σωλήνων κάθε είδους, ενώ σε κάθε κράτος μέλος ορίζεται αριθμός που αντιπροσωπεύει μερίδιο στην κατανάλωση των Ηνωμένων Πολιτειών ( Γερμανία: 2,82 ο/ο ). Για τους σωλήνες OCTG, το παράρτημα περιελάμβανε, στην αρχική έκδοση του κανονισμού, χωριστή στήλη που περιείχε μνεία κατά την οποία η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών θα αποφασιζόταν από το Συμβούλιο προ της 31ης Ιανουαρίου 1985. Το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 2355/85 που αποσκοπούσε στη συμπλήρωση του παραρτήματος III όσον αφορά τους σωλήνες OCTG μόλις στις 6 Αυγούστου 1985. Αυτός ο κανονισμός αντικαθιστά τη στήλη OCTG στο παράρτημα III με πίνακα που εμφαίνει το μερίδιο της κατανάλωσης των Ηνωμένων Πολιτειών για κάθε κράτος μέλος ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: 4,38 ο/ο ).
12
Το άρθρο 5 του κανονισμού 60/85 προβλέπει ότι οι άδειες εξαγωγής εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους τηρώντας τα ανώτατα ποσοτικά όρια που του έχουν χορηγηθεί δυνάμει του άρθρου 3. Η χορήγηση των αδειών πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 αυτού του άρθρου:
—
την τήρηση των κανόνων που προβλέπει ο παρών κανονισμός, ιδιαίτερα του κανόνα σχετικά με το μερίδιο που χορηγεί η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 3,
—
την τήρηση των παραδοσιακών παραγωγικών ρευμάτων των επιχειρήσεων, αφού ληφθούν υπόψη οι περιοριστικές αρχές που θεσπίζει ο παρών κανονισμός και, ενδεχομένως, η κατάσταση των νέων παραγωγών σωλήνων,
—
την τήρηση των εξαγωγικών ρευμάτων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες όπως παραδοσιακά κατανέμονται στη διάρκεια του έτους,
—
την όσο το δυνατό καλύτερη χρησιμοποίηση και διαχείριση των δυνατοτήτων εξαγωγής που παρέχει ο παρών κανονισμός,
—
την κατά το δυνατό καλύτερη χρησιμοποίηση των πιθανών νέων δυνατοτήτων που προβλέπει, ενδεχομένως, ο παρών κανονισμός.
13
Αυτή η σύνοψη του εφαρμοστέου κανονισμού καταδεικνύει ότι οι δυνατότητες εξαγωγής σωλήνων OCTG καταγωγής Κοινότητας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες από τις επιχειρήσεις δεν καθορίζονται από μία μόνη πράξη ενός κοινοτικού ή εθνικού οργάνου, αλλά από σύνολο μέτρων και αποφάσεων που αφορούν, διαδοχικά, τον περιορισμό των εξαγωγών στο επίπεδο της Κοινότητας, των κρατών μελών και των επιχειρήσεων. Πράγματι, η ποσότητα σωλήνων OCTG που μπορεί να διατεθεί στην αμερικανή αγορά περιορίζεται από το διακανονισμό, για όλη την Κοινότητα, σε ποσοστό της αμερικανικής καταναλώσεως η Επιτροπή ορίζει το ανώτατο κοινοτικό όριο εξαγωγής βάσει αυτού του ποσοστού, το οποίο ενδεχομένως προσαρμόζει. Περαιτέρω, οι εξαγωγές σωλήνων OCTG καταγωγής ορισμένου κράτους μέλους δεν μπορούν να υπερβούν το ορισθέν ποσοστό της αμερικανικής καταναλώσεως, γι' αυτό το κράτος μέλος, από το παράρτημα IIΓ η Επιτροπή κατανέμει το ανώτατο κοινοτικό όριο εξαγωγής μεταξύ των κρατών μελών βάσει αυτού του ποσοστού και, ενδεχομένως, το προσαρμόζει. Τέλος, οι αρχές των κρατών μελών χορηγούν πιστοποιητικά εξαγωγής στο πλαίσιο του ανωτάτου ορίου που καθορίζεται μ' αυτό τον τρόπο' κατά τη χορήγηση αυτών των πιστοποιητικών πρέπει να τηρούνται κριτήρια ασφαλώς αντικειμενικά, των οποίων όμως η εφαρμογή ενέχει βέβαιο περιθώριο εκτιμήσεως και των οποίων η σημασία πρέπει να ορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το σύνδεσμο που υφίσταται μεταξύ κριτηρίων διαφορετικής φύσεως.
14
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο καθορισμός του ποσοστού της υποποστώσεως για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, από τον κανονισμό 2355/85, δεν επηρεάζει άμεσα τη νομική κατάσταση των επιχειρήσεων που παράγουν σωλήνες OCTG στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεδομένου ότι οι χορηγήσεις σ' αυτές τις επιχειρήσεις τίτλων εξαγωγής δεν εξαρτάται άμεσα από αυτό το ποσοστό αλλά, αφενός, από τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή υπολόγισε και προσάρμοσε το ανώτατο κοινοτικό όριο εξαγωγής και όρισε τη γερμανική υποποσόστωση βάσει αυτού του ποσοστού και, αφετέρου, από την κατανομή αυτής της υποποσοστώσεως, από τις εθνικές αρχές, μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και η οποία κατανομή πραγματοποιείται, χωρίς κανένα αυτοματισμό, βάσει διαφορετικών κριτηρίων.
15
Κατά συνέπεια, το παράρτημα III του κανονισμού 60/85, όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2355/85, δεν αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες.
16
Οι προσφεύγουσες υπέβαλαν, επικουρικώς, το αίτημα ο κανονισμός 2355/85 να ακυρωθεί μόνο για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 20ής Αυγούστου 1985, ημερομηνίας θέσεως του σε ισχύ, με την αιτιολογία ότι, εν πάση περιπτώσει, το αναδρομικό αποτέλεσμα αυτού του κανονισμού τις αφορά ατομικά. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι το εν λόγω αναδρομικό αποτέλεσμα δεν αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες, το επικουρικό αίτημα δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
17
Όπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει τις προσφεύγουσες ενεχόμενες εις ολόκληρο στα δικαστικά έξοδα.
Κακούρης
Koopmans
Due
Bahlmann
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
O πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy