Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Κενή θέση - Πλήρωση - Τρόπος πληρώσεως - Εξουσία εκτιμήσεως των θεσμικών οργάνων - 'Ορια - Θέση που περιλαμβάνει την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων - Επιλογή ενός από τα νομικά συστήματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ή από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού
2. Υπάλληλοι - Προσφυγή - 'Εννομο συμφέρον - Πρόσωπο το οποίο αφορά μια ακυρωτική απόφαση - Προσφυγή κατά πράξεως οργάνου που ελήφθη εις εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου - Παραδεκτή
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, άρθρο 91)
3. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου - Πρόσληψη προς τακτοποίηση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου μετά από ακύρωση του διορισμού του ως μονίμου υπαλλήλου - Κατάχρηση εξουσίας - Παράνομη πράξη
4. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαδικασίες - Επιλογή - Εξουσία εκτιμήσεως της διοικήσεως - Πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου για την πλήρωση μονίμου θέσεως - Επιτρέπεται
((Καθεστώς που εφαρμόζεται επί των λοιπών υπαλλήλων, άρθρο 2, στοιχείο β) ))
5. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Ανακοίνωση κενής θέσεως - Διαδικασία γενικού διαγωνισμού - Αναγκαία η αντιστοιχία μεταξύ της ανακοινώσεως κενής θέσεως και της προκηρύξεως του διαγωνισμού
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, άρθρο 29, παράγραφος 1)
Περίληψη
1. Τα θεσμικά όργανα, τα οποία διαθέτουν ευρεία διακριτική εξουσία κατά την εκλογή των πιο κατάλληλων μέτρων για τη θεραπεία των αναγκών τους σε προσωπικό, είναι πάντως υποχρεωμένα, όταν πρόκειται για θέσεις που συνεπάγονται την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων, να συμμορφώνονται σε ένα από τα νομικά συστήματα που προβλέπονται περιοριστικά από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ή από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.
Κατά συνέπεια, ελλείψει δυνατότητας προσλήψεως προσώπου ως μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου, τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να πληρώσουν ακόμη και προσωρινά, μια τέτοια θέση παρά μόνον με το σύστημα της αναπληρώσεως ή της προσωρινής αναθέσεως καθηκόντων.
Δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή, ενδεχομένως, παρά μόνο προ επιτακτικών λόγων που αναφέρονται κυρίως στο επείγον της πληρώσεως μιας κενής θέσεως.
2. Τα πρόσωπα τα οποία αφορά μία απόφαση με την οποία ακυρώνεται πράξη θεσμικού οργάνου θίγονται άμεσα από τον τρόπο με τον οποίο εκτελεί το όργανο την απόφαση αυτή και επομένως δικαιούνται να ασκήσουν προσφυγή κατά πράξεως που ελήφθη εις εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ακόμη και στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη πράξη εξήντλησε εν τω μεταξύ τα αποτελέσματά της.
3. Η πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου δεν μπορεί να έχει άλλο σκοπό παρά τη θεραπεία των αναγκών της υπηρεσίας και όχι την "τακτοποίηση" μιας de facto καταστάσεως. Επομένως, εξεδόθη κατά κατάχρηση εξουσίας η πράξη προσλήψεως αναδρομικά εκτάκτου υπαλλήλου για να τακτοποιηθεί η κατάσταση του ενδιαφερομένου, του οποίου ο διορισμός ως μονίμου υπαλλήλου είχε ακυρωθεί με απόφαση, η οποία δεν επέφερε ούτε την ακυρότητα των πράξεων που εξέδωσε ο ενδιαφερόμενος κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεδομένου ότι φαινομενικά είχε περιβληθεί κανονικά την ιδιότητα αυτή, ούτε, ενόψει της καλής του πίστεως, την απώλεια των κεκτημένων δικαιωμάτων για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες.
4. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την πλήρωση θέσεων και επομένως μπορεί, όταν πρόκειται για μόνιμη θέση, να προσλάβει έκτακτο υπάλληλο, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο β), του καθεστώτος που ισχύει για το λοιπό προσωπικό, πριν διορίσει μόνιμο υπάλληλο για την άσκηση των καθηκόντων που αντιστοιχούν σ' αυτή τη θέση.
5. Κατά την πλήρωση κενών θέσεων, η ΑΔΑ διαθέτει μεν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη σύγκριση των τίτλων των υποψηφίων, οφείλει όμως να ασκεί την εξουσία αυτή μέσα στο πλαίσιο που καθορίστηκε με την ανακοίνωση κενής θέσεως, έτσι ώστε αν οι προϋποθέσεις που απαιτεί η ανακοίνωση κενής θέσεως αποκαλυφθούν, κατά την εξέταση των υποψηφιοτήτων, αυστηρότερες από ό,τι απαιτούν οι ανάγκες της υπηρεσίας, δικαιούται να επαναλάβει τη διαδικασία, αντικαθιστώντας την αρχική ανακοίνωση κενής θέσεως με νέα ανακοίνωση.
Οι αρχές αυτές πρέπει να εφαρμοστούν με μεγαλύτερη αυστηρότητα στην περίπτωση διαδικασίας προσλήψεως προσώπων που δεν υπηρετούν σε κοινοτικά όργανα, όσον αφορά την αντιστοιχία μεταξύ της ανακοινώσεως κενής θέσεως και της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Πράγματι, αν ήταν ελεύθεση η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να τροποποιεί στο στάδιο της προκηρύξεως του διαγωνισμού τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την ανακοίνωση κενής θέσεως, θα μπορούσε στην πραγματικότητα να διοργανώσει διαδικασία εξωτερικής προσλήψεως χωρίς να χρειάζεται να ερευνά προηγουμένως τις εσωτερικές υποψηφιότητες, αντίθετα προς την υποχρέωση που υπέχει, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, να ερευνά τις δυνατότητες εσωτερικής προσλήψεως πριν διοργανώσει γενικό διαγωνισμό.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 341/85, 251, 258, 259, 262 και 266/86, 222 και 232/87,
Erik van der Stijl, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον Francis Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Nicolas Decker, 16, avenue Marie-Therese,
και
Geoffrey Cullington, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον Francis Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand-Rue,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Δημήτριο Γκουλούση, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από τον
Bernard Math, υπάλληλο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ιδιωτική του διεύθυνση, 2, rue Mameranus,
παρεμβαίνων,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί διατηρήσεως, μετά την 7η Οκτωβρίου 1985, του Math στη θέση του προϊσταμένου τμήματος της Γενικής Διευθύνσεως "Ενέργεια", Διευθύνσεως "'Ελεγχος διασφαλίσεως Ευρατόμ", τμήματος F 1 "Επιθεώρηση", της σιωπηρής απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του van der Stijl που ζητούσε να ληφθεί απόφαση επί της υποψηφιότητάς του για την εν λόγω θέση, της αποφάσεως της 16ης Οκτωβρίου 1985 περί προσλήψεως του Math ως εκτάκτου υπαλλήλου από τις 28 Σεπτεμβρίου 1983, για διάρκεια δύο ετών, η οποία παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985, για να ασκήσει τα καθήκοντα του προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος, της αποφάσεως της 18ης Δεκεμβρίου 1985 περί παρατάσεως της διάρκειας της προσλήψεως αυτής μέχρι τις 30 Ιουνίου 1986, της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού CΟΜ/Α/477, των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού αυτού που επέτρεψαν στον Math να μετάσχει στο διαγωνισμό και τον ενέγραψαν στον πίνακα επιτυχόντων, καθώς και της αποφάσεως περί μη εγγραφής του van der Stijl στον πίνακα αυτό και, τέλος, της αποφάσεως της Επιτροπής περί διορισμού του Math στην εν λόγω θέση προϊσταμένου τμήματος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους T. F. O' Higgins, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 30ής Νοεμβρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Νοεμβρίου 1985 (υπόθεση 341/85), στις 29 Σεπτεμβρίου 1986 (υπόθεση 251/86), στις 15 Οκτωβρίου 1986 (υπόθεση 258/86), στις 20 Οκτωβρίου 1986 (υπόθεση 262/86), στις 29 Οκτωβρίου 1986 (υπόθεση 266/86) και στις 30 Ιουλίου 1987 (υπόθεση 232/87), ο Eric van der Stijl, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε έξι προσφυγές με τις οποίες ζητεί:
α) στην υπόθεση 341/85, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της 16ης Οκτωβρίου 1985 περί προσλήψεως υπό την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου βαθμού Α 3 του Bernard Math, από τις 28 Σεπτεμβρίου 1983, για περίοδο δύο ετών, η οποία παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985, για την άσκηση των καθηκόντων του προϊσταμένου τμήματος F 1 "Επιθεώρηση" στη Γενική Διεύθυνση "Ενέργεια" και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στον van der Stijl αποζημίωση 2 000 Ecu ή επικουρικά αποζημίωση την οποία θα ορίσει το Δικαστήριο ex aequo et bono προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.
β) στην υπόθεση 251/86, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως περί διατηρήσεως του Math στην εν λόγω θέση μετά την 7η Οκτωβρίου 1985, καθώς και της αποφάσεως της 18ης Δεκεμβρίου 1985 περί παρατάσεως μέχρι τις 30 Ιουνίου 1986 της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου που συνήψε η Επιτροπή με τον Math και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στον van der Stijl αποζημίωση που θα ορισθεί ex aequo et bono προς αποκατάσταση της ηθικής ζημίας την οποία υπέστη
γ) στην υπόθεση 266/86, την ακύρωση της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού CΟΜ/Α/477 περί πληρώσεως της θέσεως του προϊσταμένου του τμήματος F 1, βαθμού Α 3 (ΕΕ 1986, C 67, σ. 8), καθώς και της σιωπηρής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της 21ης Οκτωβρίου 1985, με την οποία ζήτησε ο van der Stijl από την Επιτροπή να λάβει απόφαση επί της υποψηφιότητάς του εντός του πλαισίου της ανακοινώσεως κενής θέσεως CΟΜ/963/83
δ) στην υπόθεση 258/86, την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CΟΜ/Α/477 με την οποία δέχτηκε τον Math να μετάσχει στις εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού, καθώς και της αποφάσεως εγγραφής του στον πίνακα επιτυχόντων
ε) στην υπόθεση 262/86, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της ίδιας εξεταστικής επιτροπής που δεν ενέγραψε τον van der Stijl στον πίνακα επιτυχόντων και, αφετέρου, να καταδικαστεί η Επιτροπή να καταβάλει στον van der Stijl αποζημίωση η οποία θα οριστεί ex aequo et bono προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη
στ) στην υπόθεση 232/87, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως διορισμού του Math στη θέση του προϊσταμένου τμήματος που αναφέρεται πιο πάνω και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στον van der Stijl αποζημίωση η οποία θα καθοριστεί ex aequo et bono προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη.
2 Εξάλλου, με δικόγραφα που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Οκτωβρίου 1986 (υπόθεση 259/86) και στις 16 Ιουλίου 1987 (υπόθεση 222/87), ο Geoffrey Cullington, υπάλληλος βαθμού Α 4 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε δύο προσφυγές με τις οποίες ζητεί:
α) στην υπόθεση 259/86, την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CΟΜ/Α/477 που επέτρεψε στον Math να μετάσχει στις εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού, καθώς και της αποφάσεως που τον ενέγραψε στον πίνακα επιτυχόντων:
β) στην υπόθεση 222/87, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως διορισμού του Math στη θέση του προϊσταμένου τμήματος που αναφέρεται πιο πάνω και της απορρίψεως της υποψηφιότητας του Cullington που ήταν συνέπεια της προηγούμενης αποφάσεως και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στον Cullington αποζημίωση η οποία θα οριστεί ex aequo et bono προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη.
3 Ο van der Stijl κατείχε, από το 1971 έως το 1986, θέση βαθμού Α 4 στη Διεύθυνση "'Ελεγχος διασφαλίσεως" όπου ασκούσε τα καθήκοντα του προσωρινού προϊσταμένου του τμήματος F 1 "Επιθεώρηση" από το 1982 έως το 1983. Ο Cullington υπάλληλος του βαθμού Α 4, υπηρετών στο ίδιο τμήμα, είναι υπεύθυνος του δευτέρου από τα δύο κλιμάκια που αποτελούν το τμήμα αυτό. Ο Math, παρεμβαίνων στις οκτώ υποθέσεις, υπήρξε υπάλληλος της γαλλικής επιτροπείας ατομικής ενεργείας από το 1968 έως το 1983. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1983 διορίστηκε προϊστάμενος του τμήματος F 1 με βαθμό Α 3.
4 Με απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1985 (van der Stijl κατά Επιτροπής, 128/84, Συλλογή 1985, σ. 3281), το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του προέδρου της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 1983, περί διορισμού του Math στη θέση του προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος F 1 και την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του van der Stijl για τη θέση αυτή, για το λόγο ότι η προσφυγή της Επιτροπής στην έκτακτη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν δικαιολογούνταν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
5 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, αποφάσισε η Επιτροπή στις 16 Οκτωβρίου 1985 να προσλάβει τον Math υπό την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου βαθμού Α 3, αναδρομικά από τις 28 Σεπτεμβρίου 1983, ημερομηνίας εισόδου του στην υπηρεσία, για διάρκεια δύο ετών, η οποία παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985, για να ασκήσει τα καθήκοντα του προϊσταμένου του τμήματος F 1.
6 Στις 18 Δεκεμβρίου 1985 η Επιτροπή αποφάσισε, αφενός, να παρατείνει την υπηρεσία του Math μέχρι τις 30 Ιουνίου 1986 και, αφετέρου, να διοργανώσει το γενικό διαγωνισμό CΟΜ/Α/477 βάσει τίτλων και εξετάσεων για την πλήρωση της ίδιας αυτής θέσεως. Κατά το πέρας αυτού του διαγωνισμού, ο Cullington και ο Math εγγράφηκαν στον πίνακα επιτυχόντων και ο Math διορίστηκε στη συνέχεια στην επίμαχη θέση ο van der Stijl, ο οποίος ήταν επίσης υποψήφιος στον εν λόγω διαγωνισμό, δεν εγγράφηκε στον πίνακα επιτυχόντων, για το λόγο ότι δεν διέθετε τα "πολύ ειδικά προσόντα για την κενή θέση".
7 'Ολες οι διοικητικές ενστάσεις που υπέβαλαν ο van der Stijl και ο Cullington κατά των πράξεων που αποτελούν το αντικείμενο των παρουσών προσφυγών απορρίφθηκαν από την Επιτροπή.
8 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και η επιχειρηματολογία των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί της αποφάσεως περί διατηρήσεως του Math στη θέση του μετά τις 7 Οκτωβρίου 1985 (υπόθεση 251/86)
9 Ο προσφεύγων van der Stijl υποστηρίζει ότι η de facto διατήρηση του Math στη θέση του μεταξύ της 7ης Οκτωβρίου 1985, ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, και της 16ης Οκτωβρίου 1985, ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως περί προσλήψεως του Math ως εκτάκτου υπαλλήλου, συνιστά παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, η οποία υποχρεώνει το θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχεται η ακυρωθείσα πράξη να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Η διατήρηση του Math είναι επίσης αντίθετη στις βασικές αρχές του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, σύμφωνα με τις οποίες μόνον ο μόνιμος ή ο μη μόνιμος υπάλληλος που έχει διοριστεί κανονικά μπορεί να ασκήσει καθήκοντα της ευρωπαϊκής δημοσίας υπηρεσίας.
10 Η Επιτροπή απαντά ότι τα μέτρα που αποσκοπούν στη διασφάλιση της συνέχειας της υπηρεσίας εμπίπτουν στη διακριτική της εξουσία, δεν υφίσταται δε στη συγκεκριμένη περίπτωση υπέρβαση των άκρων ορίων της. Θεωρεί ότι, κατά το μέτρο που ο Math άσκησε τα καθήκοντα του προϊσταμένου της εν λόγω υπηρεσίας επί δύο και πλέον έτη, είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι ήταν το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά προσωρινά.
11 Πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία διακριτική εξουσία κατά την εκλογή των πιο κατάλληλων μέτρων για τη θεραπεία των αναγκών τους σε προσωπικό. Εντούτοις και χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί το ζήτημα αν, σε άλλες περιπτώσεις μπορούν να προσφύγουν τα όργανα σε διαφορετικές λύσεις, πρέπει να παρατηρηθεί ότι όταν πρόκειται για θέσεις που συνεπάγονται την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων, τα όργανα αυτά είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται σε ένα από τα νομικά συστήματα που προβλέπονται περιοριστικά από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ή από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, στο εξής το καθεστώς λοιπού προσωπικού.
12 Θα ήταν πράγματι αντίθετο στην αρχή της χρηστής διοικήσεως, ένα πρόσωπο που δεν συνδέεται με τις Κοινότητες με καμιά υπαλληλική σχέση να είναι περιβεβλημένο με καθήκοντα που περιέχουν τόσο σημαντικές ευθύνες. Το πρόσωπο αυτό δεν θα υπέκειτο κυρίως στις υποχρεώσεις που ανήκουν στους μονίμους και μη μονίμους υπαλλήλους των Κοινοτήτων και θα διέφευγε ενδεχομένως τις πειθαρχικές κυρώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση παραβάσεως των υποχρεώσεων αυτών.
13 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, ελλείψει δυνατότητας προσλήψεως προσώπου ως μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου, τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να πληρώσουν ακόμη και προσωρινά, μια κενή θέση που περιλαμβάνει την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων παρά μόνον με το σύστημα της αναπληρώσεως ή της προσωρινής αναθέσεως καθηκόντων. Δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή, ενδεχομένως, παρά μόνο προ επιτακτικών λόγων που αναφέρονται κυρίως στο επείγον της πληρώσεως μιας κενής θέσεως, λόγων την ύπαρξη των οποίων δεν απέδειξε η Επιτροπή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
14 Κατά συνέπεια, πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση διατηρήσεως de facto του Math στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος F1 κατά την περίοδο μεταξύ της 7ης Οκτωβρίου 1985, ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως περί ακυρώσεως του διορισμού του, και της 16ης Οκτωβρίου 1985, ημερομηνίας της προσλήψεώς του υπό την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου.
Επί της αποφάσεως της 16ης Οκτωβρίου 1985 περί προσλήψεως του Math ως εκτάκτου υπαλλήλου από τις 28 Σεπτεμβρίου 1983 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985 (υπόθεση 341/85)
Α - Επί του παραδεκτού
15 Η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο αυτού του κεφαλαίου της προσφυγής, επειδή στρέφεται κατά αποφάσεως η οποία έπαυσε να παράγει αποτελέσματα από τις 31 Δεκεμβρίου 1985. Μετά την ημερομηνία αυτή η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί, κατά την άποψη της Επιτροπής, να ακυρωθεί από το Δικαστήριο και επομένως η προσφυγή έχει χάσει το αντικείμενό της.
16 Ο παρεμβαίνων υπογραμμίζει ότι κατά το μέτρο που, στις 18 Δεκεμβρίου 1985, η Επιτροπή αποφάσισε να διοργανώσει γενικό διαγωνισμό για να πληρώσει την κατεχόμενη από τον Math θέση, η επίδικη απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1985 δεν μπορούσε να βλάψει τον προσφεύγοντα.
17 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιών που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως στη διοικητική φάση που προηγείται της ένδικης διαδικασίας και στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η άποψη της καθής ισοδυναμεί με το να καταστεί στην πραγματικότητα απρόσβλητη κάθε απόφαση της οποίας η διάρκεια είναι χρονικά περιορισμένη. Θεωρεί εξάλλου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει τη νομική του κατάσταση ακόμα και μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1985.
18 Χωρίς να χρειάζεται να κριθούν τα επιχειρήματα αυτά, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 25ης Νοεμβρίου 1976 (Kuester, 30/76, Rec. 1976, σ. 1718, σκέψη 8), τα πρόσωπα τα οποία αφορά μία απόφαση με την οποία ακυρώνεται πράξη θεσμικού οργάνου θίγονται άμεσα από τον τρόπο με τον οποίο εκτελεί το όργανο την απόφαση αυτή. Εφόσον η προσφυγή στρέφεται κατά πράξεως που εκδόθηκε κατόπιν της αποφάσεως της 7ης Οκτωβρίου 1985 που αναφέρθηκε πιο πάνω, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή, έστω και στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη πράξη εξήντλησε εν τω μεταξύ τα αποτελέσματά της.
Β - Επί της ουσίας
19 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η απόφαση προσλήψεως του Math αναδρομικά υπό την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου παραβιάζει το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή ανασυνιστά μια de facto κατάσταση, την παρανομία της οποίας κατέδειξε το Δικαστήριο. Ο μόνος ορθός τρόπος εκτελέσεως της αποφάσεως της 7ης Οκτωβρίου 1985 ήταν να διοργανωθεί γενικός διαγωνισμός και να διασφαλιστεί η συνέχεια της υπηρεσίας με το σύστημα της αναπληρώσεως ή της προσωρινής αναθέσεως καθηκόντων.
20 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν ακύρωσε το διορισμό του Math παρά μόνο λόγω πλημμελείας της εφαρμοσθείσας διαδικασίας. Κατόπιν αυτού, τίποτε δεν την εμπόδιζε, μέχρις ότου διοργανωθεί ο γενικός διαγωνισμός, να θέσει επικεφαλής του τμήματος με την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου το πρόσωπο που το είχε ήδη διευθύνει επί δύο και πλέον έτη.
21 Ο παρεμβαίνων παρατηρεί ότι θα υφίστατο παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης μόνον αν η Επιτροπή περιοριζόταν να αναπαραγάγει την ακυρωθείσα απόφαση. Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει όμως διαφορετικό αντικείμενο από εκείνο που είχε η ακυρωθείσα απόφαση, διότι αφορά σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου και όχι διορισμό μονίμου υπαλλήλου.
22 Πρέπει να διαπιστωθεί σχετικά ότι το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του της 7ης Οκτωβρίου 1985, δεν έκρινε επί του ζητήματος αν ο Math κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα για την επίδικη θέση. Δεν μπορεί επομένως να αμφισβητηθεί ότι η Επιτροπή δικαιούνταν να τον προσλάβει ως έκτακτο υπάλληλο για να πληρώσει την εν λόγω θέση.
23 Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να απορριφθεί.
24 Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά καταστρατήγηση της διαδικασίας και κατά κατάχρηση εξουσίας.
25 Ο προσφεύγων υποστηρίζει, προς στήριξη του λόγου αυτού, ότι η Επιτροπή προσπάθησε με την πρόσδοση αναδρομικής ισχύος να τακτοποιήσει υπέρ του Math μια διοικητική κατάσταση που ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Η αναδρομική όμως αυτή τακτοποίηση δεν μπορεί να αιτιολογηθεί προς το συμφέρον της υπηρεσίας. 'Ηταν άλλωστε περιττή αφού, σύμφωνα με τη θεωρία των de facto υπαλλήλων, ούτε οι διοικητικές πράξεις που εξέδωσε ο Math ούτε τα χρηματικά του δικαιώματα μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Κατά τη γνώμη του προσφεύγοντος, μοναδικός σκοπός της Επιτροπής ήταν να εξασφαλιστεί στον Math αρχαιότητα και πείρα που να μπορούν να ληφθούν υπόψη σε μια νέα διαδικασία προσλήψεως και να διατηρηθεί στην υπηρεσία ο Math μέχρις ότου πραγματοποιηθεί ο τελικός διορισμός του.
26 Η Επιτροπή αρνείται ότι θέλησε να ευνοήσει τον Math. Ο προσφεύγων προβαίνει σε εικασίες χωρίς αποδείξεις, οι οποίες άλλωστε αποδυναμώθηκαν με τη διοργάνωση του γενικού διαγωνισμού.
27 Ο παρεμβαίνων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έλαβε την απόφασή της προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Ουδόλως άλλωστε απέδειξε ο προσφεύγων ότι το κίνητρο της επίδικης απόφασης ήταν άσχετο προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ούτε προσπάθησε δε να προσδιορίσει το κίνητρο αυτό.
28 Ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός. Η πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου από ένα όργανο δεν μπορεί να έχει άλλο σκοπό παρά τη θεραπεία των αναγκών της υπηρεσίας και όχι την "τακτοποίηση" μιας de facto καταστάσεως. Επιπλέον, όπως ορθώς παρατηρεί ο προσφεύγων, η Επιτροπή δεν ήταν καθόλου υποχρεωμένη να προσδώσει αναδρομική δύναμη στο διορισμό του Math πράγματι, η ακύρωση του διορισμού του ως υπαλλήλου δεν συνεπήγετο, καθαυτή, την ακυρότητα των διαφόρων πράξεων που εξέδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του προϊσταμένου τμήματος, εφόσον φαινομενικά είχε περιβληθεί κανονικά την ιδιότητα αυτή. Δεδομένου άλλωστε ότι δεν αμφισβητείται η καλή του πίστη, τα ποσά που έλαβε και τα δικαιώματα που απέκτησε ο Math ως αμοιβή για την εκτελεσθείσα υπηρεσία στην Επιτροπή δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν.
29 Χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν οι λόγοι που οδήγησαν την Επιτροπή στον αναδρομικό διορισμό του Math, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας κατά το μέτρο που αποσκοπεί στην "τακτοποίηση" μιας de facto καταστάσεως για το παρελθόν. Κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή πρέπει να ακυρωθεί για την περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ της 28ης Σεπτεμβρίου 1983 και της 15ης Οκτωβρίου 1985. Είναι συνεπώς περιττό να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως τους οποίους επικαλείται ο προσφεύγων καθόσον αναφέρονται στην ίδια αυτή περίοδο.
30 Αντιθέτως, πρέπει να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η επίδικη απόφαση είναι παράνομη καθόσον αφορά την περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ της 16ης Οκτωβρίου και της 31ης Δεκεμβρίου 1985.
31 Ο προσφεύγων αμφισβητεί με έναν επικουρικό λόγο ακυρώσεως τη νομιμότητα της διαδικασίας που κατέληξε στο διορισμό του Math ως εκτάκτου υπαλλήλου, κατά το μέτρο που εξήλειψε την προτεραιότητα της εσωτερικής προσλήψεως που καθιερώνει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η κενή θέση πληρώθηκε χωρίς να επανεξεταστεί η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος.
32 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 2, στοιχείο β), του καθεστώτος λοιπού προσωπικού της επιτρέπει να προσλάβει έκτακτο υπάλληλο για να πληρώσει μια κενή μόνιμη θέση, αντί να διορίσει αμέσως μόνιμο υπάλληλο.
33 Η άποψη της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή. Πράγματι, οι διατάξεις του υπαλληλικού δικαίου παρέχουν στην ΑΔΑ ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την πλήρωση μόνιμης θέσης η ΑΔΑ έχει επομένως τη δυνατότητα να προσλάβει έναν έκτακτο υπάλληλο πριν προχωρήσει στον οριστικό διορισμό τακτικού υπαλλήλου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει υπέρβαση των άκρων ορίων της εξουσίας αυτής, πλην καθόσον αφορά την πρόσδοση αναδρομικής ισχύος στην πρόσληψη του Math.
34 Ο προσφεύγων προβάλλει μ' έναν δεύτερο επικουρικό λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, και της παραγράφου 2, στοιχείο ε), του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, κατά το μέτρο που, αφενός, ο Math δεν κατείχε τις αναγκαίες γλωσσικές γνώσεις για να διοριστεί υπάλληλος των Κοινοτήτων, αφετέρου δε, δεν είχε τις γλωσσικές γνώσεις και τις ειδικές ικανότητες που απαιτούσε η προηγουμένως δημοσιευθείσα ανακοίνωση κενής θέσεως και κατά το μέτρο, τέλος, που η πρόσληψή του δεν έγινε επί όσο το δυνατόν ευρύτερης γεωγραφικής βάσης.
35 Η Επιτροπή και ο παρεμβαίνων αμφισβητούν τη βασιμότητα αυτών των ισχυρισμών. Οι γλωσσικές γνώσεις και οι ειδικές ικανότητες του Math ικανοποιούσαν απολύτως τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως.
36 Παρά τις αμφιβολίες που υφίστανται για τις γλωσσικές γνώσεις του Math κατά το χρόνο που προσελήφθη, ο προσφεύγων δεν απέδειξε κατά τρόπο ικανοποιητικό ότι οι γνώσεις αυτές ήταν ανεπαρκείς. Τίποτα δεν επιτρέπει άλλωστε να γίνει δεκτή η άποψη ότι οι ειδικές ικανότητες του ενδιαφερομένου δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της κενής θέσεως. Πρέπει να υπογραμμιστεί επιπλέον ότι κατά το χρόνο της προσλήψεώς του ως εκτάκτου υπαλλήλου ο Math είχε ήδη ασκήσει, de facto, τα καθήκοντα του προϊσταμένου του τμήματος F 1 επί δύο και πλέον έτη και ότι κατόπιν αυτού οι ιεραρχικοί του προϊστάμενοι είχαν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν πλήρως τις ικανότητές του. Τέλος, παρά την ισχυρή πιθανολόγηση, δεν αποδείχθηκε ότι η ιθαγένεια του Math ήταν ο μόνος λόγος για την πρόσληψή του.
37 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι δύο επικουρικοί λόγοι δεν είναι βάσιμοι.
Επί της αποφάσεως παρατάσεως της προσλήψεως του Math από τις 31 Δεκεμβρίου 1985 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1986 (υπόθεση 251/86)
38 Ο προσφεύγων υποοστηρίζει ότι η απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1985 περί παρατάσεως της προσλήψεως του Math μέχρι τις 30 Ιουνίου 1986, πέραν του ότι ενισχύει τις πλημμέλειες της αρχικής αποφάσεως προσλήψεως, αποτελεί κατάφωρη παράβαση του άρθρου 8, δεύτερο εδάφιο, του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, σύμφωνα με το οποίο η πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου για να καταλάβει μόνιμη θέση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη και δεν μπορεί να ανανεωθεί παρά μόνο μία φορά για ένα επιπλέον έτος. 'Ετσι, εφόσον η αρχική απόφαση προσλήψεως είχε ήδη ανανεώσει την πρόσληψη του Math μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985, δεν ήταν δυνατή άλλη παράταση.
39 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ανανεωθείσα πρόσληψη του Math δεν υπερβαίνει την επιτρεπόμενη ανωτάτη διάρκεια, δηλαδή τα τρία έτη. Η ερμηνεία των διατάξεων του καθεστώτος λοιπού προσωπικού την οποία επικαλείται ο προσφεύγων είναι, κατά την άποψή της, υπερβολικά συσταλτική.
40 Η άποψη της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του καθεστώτος λοιπού προσωπικού θέτει τρεις διακεκριμένους περιορισμούς κατά το διορισμό εκτάκτων υπαλλήλων για να καταλάβουν προσωρινά μόνιμη θέση, ήτοι ότι η διάρκεια της αρχικής προσλήψεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη, ότι η αρχική αυτή διάρκεια δεν μπορεί να παραταθεί παρά μόνο μία φορά και ότι η διάρκεια της παρατάσεως αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος.
41 Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να διαπιστωθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής παρέβη το δεύτερο περιορισμό εφόσον η απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1985 που είχε ήδη προβεί στην πρόσληψη του Math για περίοδο δύο ετών (από τις 28 Σεπτεμβρίου 1983 μέχρι τις 28 Σεπτεμβρίου 1985), παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985, οποιαδήποτε απόφαση μεταγενέστερη παρατάσεως ήταν παράνομη επομένως η απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1985 πρέπει να ακυρωθεί.
Επί της νομιμότητας της προκηρύξεως του διαγωνισμού CΟΜ/Α/477 (υπόθεση 251/86)
42 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η απόφαση διοργανώσεως γενικού διαγωνισμού ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, επειδή η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει προηγουμένως τις εσωτερικές υποψηφιότητες, ειδικότερα δε την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος, η απόρριψη της οποίας είχε ακυρωθεί με την απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1985.
43 Ο προσφεύγων αμφισβητεί, προς στήριξη του λόγου αυτού ακυρώσεως, τους ισχυρισμούς της Επιτροπής σύμφωνα με τους οποίους, κατά τη σύσκεψη της 18ης Δεκεμβρίου 1985, το καθού η προσφυγή όργανο προέβη στην έρευνα "των υποψηφιοτήτων". Υποστηρίζει σχετικά ότι δεν μπορούσε να υπάρχει παρά μόνο μία υποψηφιότητα, η δική του, δεδομένου ότι δεν είχε δημοσιευθεί καμιά άλλη ανακοίνωση κενής θέσεως, όλες δε οι αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν οι υποψηφιότητες που είχαν υποβληθεί κατά την πρώτη διαδικασία προσλήψεως είχαν καταστεί οριστικές, πλην εκείνης που τον αφορούσε και η οποία είχε ακυρωθεί με την απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1985. Υπογραμίζει ότι, παρά τη ρητή του αίτηση, δεν ειδοποιήθηκε επίσημα για την απόρριψη της υποψηφιότητάς του παρά με έγγραφο το οποίο του απευθύνθηκε στις 25 Ιουλίου 1986, εις απάντηση της διοικητικής ενστάσεως την οποία είχε εν τω μεταξύ υποβάλει.
44 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ενήργησε σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως. Αφού επανέλαβε κατά τη σύσκεψη της 18ης Δεκεμβρίου 1985 την εξέταση των δυνατοτήτων προαγωγής ή μεταθέσεως εντός του οργάνου, αποφάσισε να μην πληρώσει την επίδικη θέση με προαγωγή και να μη διοργανώσει εσωτερικό διαγωνισμό βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο β). Κατόπιν, ελλείψει αιτήσεων μετατάξεως υπαλλήλων από άλλα όργανα, αποφάσισε τη διοργάνωση γενικού διαγωνισμού.
45 Πρέπει σχετικά να διαπιστωθεί ότι τα πρακτικά της εν λόγω συσκέψεως της Επιτροπής, που κατατέθηκαν κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, δείχνουν πράγματι ότι το καθού η προσφυγή όργανο ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
46 Ναι μεν η συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία συνίσταται στην τήρηση μακράς σιωπής επί της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος, παρά τη ρητή αίτηση του ενδιαφερομένου, δεν είναι σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και μαρτυρεί στάση όχι πολύ προσεκτική έναντι των υπαλλήλων της, δεν μπορεί όμως να έχει καμιά επίδραση επί της ομαλής εξελίξεως της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι οι εξηγήσεις της Επιτροπής είναι διφορούμενες. Επομένως, ο πρώτος αυτός λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
47 Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παρανομία της προκηρύξεως του διαγωνισμού λόγω του ότι η διατύπωσή του απομακρύνεται από τη διατύπωση της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Η απαίτηση της "ευρείας πείρας σχετικής με τα καθήκοντα", που αναγράφεται στην ανακοίνωση κενής θέσεως αντικαταστάθηκε με την έκφραση "μεταπτυχιακή πείρα ... από την οποία αρκετά τουλάχιστον έτη (πρέπει) να είχαν σχέση με τη φύση των καθηκόντων" που θα ασκηθούν.
48 Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η δεύτερη διατύπωση είναι συγχρόνως λιγότερο αυστηρή και ουσιαστικά διαφορετική από την πρώτη. Ισχυρίζεται ότι κατά το μέτρο που η επαγγελματική πείρα του Math δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως, οι τροποποιήσεις που επήλθαν είχαν ως σκοπό να ανταποκριθούν οι προϋποθέσεις συμμετοχής στην πείρα του τελευταίου.
49 Η Επιτροπή δηλώνει ότι πρόκειται απλώς για ασήμαντες διαφορές γλωσσικής διατυπώσεως, απαραίτητες για να καταστεί περισσότερο κατανοητή η προκήρυξη του διαγωνισμού από το εξωτερικό κοινό.
50 Η άποψη της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Οι επελθούσες τροποποιήσεις αποτελούν σαφή ελάφρυνση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συμμετοχή στη διαδικασία προσλήψεως.
51 'Οπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 30ής Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου (Rec. 1974, σ. 1099, σκέψη 38), η ΑΔΑ διαθέτει μεν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη σύγκριση των τίτλων των υποψηφίων, οφείλει όμως να ασκεί την εξουσία αυτή μέσα στο πλαίσιο που επέβαλε η ίδια στον εαυτό της με την ανακοίνωση κενής θέσεως. Με την ίδια απόφαση διευκρίνισε το Δικαστήριο, στη σκέψη 43, ότι αν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ανακαλύψει μεταγενέστερα ότι οι προϋποθέσεις που απαιτεί η ανακοίνωση κενής θέσεως είναι αυστηρότερες από ό,τι απαιτούν οι ανάγκες της υπηρεσίας, δικαιούται να επαναλάβει τη διαδικασία, ανακαλώντας την αρχική ανακοίνωση κενής θέσεως και αντικαθιστώντας την με το διορθωμένο κείμενο.
52 'Ετσι, εφόσον οι αρχές αυτές αφορούν εσωτερική διαδικασία προαγωγών, πρέπει να εφαρμοστούν με μεγαλύτερη αυστηρότητα όσον αφορά την αντιστοιχία μεταξύ της ανακοινώσεως κενής θέσεως και της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα απογύμνωνε από τ' αποτελέσματά τους τις διατάξεις του άρθρου 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οι οποίες επιβάλλουν στα θεσμικά όργανα να ερευνούν τη δυνατότητα εσωτερικής προσλήψεως πριν διοργανώσουν γενικό διαγωνισμό. Αν επιτρεπόταν στα όργανα αυτά να τροποποιήσουν τις προϋποθέσεις συμμετοχής από ένα στάδιο σε άλλο στάδιο της διαδικασίας, ιδίως απαλύνοντάς τις, τα εν λόγω όργανα θα ήταν στην πραγματικότητα ελεύθερα να διοργανώνουν διαδικασίες εξωτερικής προσλήψεως χωρίς να χρειάζεται να εξετάζονται εσωτερικές υποψηφιότητες.
53 Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος αυτός λόγος ακυρώσεως και να ακυρωθεί η προκήρυξη του γενικού διαγωνισμού CΟΜ/Α/477.
54 Μετά την πιο πάνω ακύρωση, οι προσφυγές στις υποθέσεις 258, 259 και 262/86, 222 και 232/87 έχασαν το αντικείμενό τους και η δίκη πρέπει να καταργηθεί όσον αφορά τις προσφυγές αυτές.
Επί των αγωγών αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης
55 Προς στήριξη των αγωγών τους αποζημιώσεως στο πλαίσιο του υποθέσεων 341/85, 251 και 266/86, 222 και 232/87, οι προσφεύγοντες επικαλούνται κυρίως τη βαρύτητα των διαπραχθέντων πταισμάτων, τον προκλητικό χαρακτήρα των αποφάσεων που ελήφθησαν έναντι αυτών, την παράλειψη της Επιτροπής να ασκήσει το καθήκον της αρωγής και την παράβαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και των υπαλλήλων της και, όσον αφορά τον van der Stijl, την αύξηση των ψυχολογικών εντάσεων που προέκυψαν από τις πιο πάνω ενέργειες γι' αυτόν και την οικογένειά του.
56 Μολονότι ο τρόπος με τον οποίο προέβη η Επιτροπή στην εκτέλεση των αποφάσεων της 7ης Οκτωβρίου 1985 δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες, θα πρέπει να θεωρηθεί, λαμβανομένων υπόψη των λόγων που επικαλούνται οι προσφεύγοντες για να στηρίξουν τις αγωγές τους αποζημιώσεως, ότι η παρούσα απόφαση αποτελεί καθαυτή πρόσφορη αποκατάσταση κάθε ηθικής βλάβης που μπορεί να υπέστησαν στην υπό κρίση περίπτωση. Επομένως, εφόσον δεν υφίσταται επανορθώσιμη βλάβη, οι αγωγές αποζημιώσεως είναι αβάσιμες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
57 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Εφόσον η Επιτροπή ηττήθηκε στα κύρια αιτήματά της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η οποία έδωσε λαβή στην έκδοση Διατάξεως του προέδρου του δευτέρου τμήματος, της 5ης Δεκεμβρίου 1985 (υπόθεση 341/85), καθώς και των εξόδων που εντάσσονται στο πλαίσιο των ενστάσεων απαραδέκτου, οι οποίες οδήγησαν στην έκδοση τεσσάρων Διατάξεων του προέδρου του δευτέρου τμήματος, της 25ης Ιουνίου 1987 (υποθέσεις 251, 258, 262 και 266/86). Ο παρεμβαίνων πρέπει να φέρει το βάρος των δικών του δικαστικών εξόδων καθώς και των εξόδων που συνεπήγετο η παρέμβασή του στους παρεμβαίνοντες.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση διατηρήσεως του Math στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος F 1 της Γενικής Διευθύνσεως "Ενέργεια" από 7 Οκτωβρίου 1985 μέχρι 16 Οκτωβρίου 1985.
2) Ακυρώνει την απόφαση προσλήψεως του Math ως εκτάκτου υπαλλήλου για την περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ της 28ης Σεπτεμβρίου 1983 και της 15ης Οκτωβρίου 1986.
3) Ακυρώνει την απόφαση παρατάσεως της προσλήψεως του Math από τις 31 Δεκεμβρίου 1985 έως τις 30 Ιουνίου 1986.
4) Ακυρώνει την προκήρυξη του διαγωνισμού CΟΜ/Α/477.
5) Απορρίπτει τις αγωγές αποζημιώσεως.
6) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, πλην των εξόδων που οφείλονται στην παρέμβαση.
7) Ο παρεμβαίνων φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα και τα έξοδα που συνεπήγετο η παρέμβασή του στους προσφεύγοντες.
Full & Egal Universal Law Academy