ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 350/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Με έγγραφο της 11ης Οκτωβρίου 1983, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή της γενικής αποφάσεως 2177/83, της 28ης Ιουλίου 1983, για παράταση του συστήματος επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 208, σ. 1 ) κοινοποίησε στην προσφεύγουσα, την επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα, Cockerill-Sambre SA, Seraing, την απόφαση της με την οποία καθόρισε σε 113612 τόνους την ποσόστωση παραγωγής της εν λόγω επιχειρήσεως για το τέταρτο τρίμηνο 1983 σχετικά με τα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα της κατηγορίας IV.
2.
Δεδομένου ότι από τα στοιχεία που παρέσχε η προσφεύγουσα στην Επιτροπή προκύπτει ότι η παραγωγή που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του εν λόγω τριμήνου υπερέβαινε κατά 910 τόνους την ποσόστωση που της είχε χορηγηθεί, μετά τις προσαρμογές που έγιναν (υπέρβαση 4432 τόνων μείον το περιθώριο ανοχής 3522 τόνων ), η Επιτροπή, με έγγραφο οχλήσεως της 14ης Ιουνίου 1985, κάλεσε την προσφεύγουσα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
3.
Με έγγραφο της 25ης Ιουνίου 1985, η προσφεύγουσα διαβίβασε προς την Επιτροπή τα ακόλουθα στοιχεία:
«...
Οφείλουμε να σας υπενθυμίσουμε ότι οι εγκαταστάσεις μας στο Valfil υπέστησαν ζημία από πυρκαγιά τον Ιανουάριο του 1983 και τέθηκαν εκ νέου σε λειτουργία στις 27 Ιουνίου 1983, με μειωμένη όμως ικανότητα παραγωγής.
Συνεπώς, ... αναγκαστήκαμε να καταφύγουμε στην επέμβαση διαφόρων ανταγωνιστριών επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα για να μπορέσουμε να ικανοποιήσουμε την πελατεία μας.
...
Κατά τη διάρκεια ιδίως του τέταρτου τριμήνου 28000 τόνοι παραγγελιών και ποσοστώσεων ανατέθηκαν στην Thyssen, από τους οποίους 4892 τόνοι δεν πραγματοποιήθηκαν και επιστράφηκαν κατά το πρώτο τρίμηνο ( 1984). Η επιστροφή της ποσότητας αυτής του τέταρτου τριμήνου όχι μόνο εξάλειψε την κολάσιμη υπέρβαση των 910 τόνων, αλλά και τη μη κολάσιμη υπέρβαση των 3522 τόνων έτσι ώστε να υπολειπόμαστε μάλιστα από την ποσόστωση κατά 460 τόνους.
Ισχυριζόμαστε, συνεπώς, ότι η υπέρβαση της ποσοστώσεως που εμφανίζεται είναι μόνο λογιστικής μορφής, διότι η ποσόστωση που δεν χρησιμοποίησε η Thyssen κατά το τέταρτο τρίμηνο ( 1983 ) δεν μπόρεσε, για διοικητικούς λόγους, να εμφανιστεί στα λογιστικά μας βιβλία πριν από το πρώτο τρίμηνο (1984). Συνεπώς, η υπέρβαση στην οποία αναφέρεστε δεν υφίσταται στην πραγματικότητα. Είναι καθαρώς πλασματική.
... »
4.
Στις 9 Οκτωβρίου 1985, η Επιτροπή θέσπισε την επίδικη απόφαση, δηλαδή την ατομική απόφαση S (85) 1603/8 «σχετικά με πρόστιμο που επιβλήθηκε βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ στην επιχείρηση Cockerill-Sambre», με την οποία διαπίστωσε την υπέρβαση, εκ μέρους της προσφεύγουσας, της ποσοστώσεως παραγωγής για την κατηγορία IV κατά 910 τόνους, στο τέταρτο τρίμηνο του 1983, κατά παράβαση της προαναφερθείσας γενικής αποφάσεως 2177/83.
Από τις αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ιδίως ότι:
—
η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε την υπέρβαση που της προσάπτεται,
—
το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 2177/83 προβλέπει για τις υπερβάσεις πρόστιμο που ανέρχεται κατά κανόνα σε 100 ECU ανά τόνο υπερβάσεως,
—
η αβεβαιότητα που επικρατούσε κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1983 ως προς την παράταση του συστήματος των ποσοστώσεων δικαιολογεί τη μείωση του συντελεστή-κανόνα σε 50 ECU ανά τόνο υπερβάσεως,
—
η ειδική περίσταση που συνιστά η πυρκαγιά στο Valfil δικαιολογεί πρόσθετη μείωση του συντελεστή-κανόνα σε 25 ECU ανά τόνο, και
—
λόγω της ποσότητας της υπερβάσεως κρίνεται, συνεπώς, δικαιολογημένο πρόστιμο 22750 ECU.
Η απόφαση περιήλθε στην προσφεύγουσα στις 17 Οκτωβρίου 1985.
5.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Νοεμβρίου 1985, η προσφεύγουσα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
6.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
7.
Με απόφαση της 4ης Ιουνίου 1986, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση στο έκτο τμήμα.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή βάσιμη·
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής S( 85 ) 1603/8 της 9ης Οκτωβρίου 1985, με την οποία επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα πρόστιμο 22750 ECU για υπέρβαση της ποσοστώσεως κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1983·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η προσφεύγουσα παραδέχεται ότι, αν προστεθεί απλώς η πραγματική παραγωγή της κατά τη διάρκεια του τέταρτου τριμήνου του 1983 και το συνολικό ποσό των ποσοστώσεων που παραχωρήθηκαν σε άλλους παραγωγούς στο πλαίσιο εργολαβικών συμβάσεων, προκύπτει άθροισμα που υπερβαίνει κατά 4432 τόνους την ποσόστωση που χορήγησε η Επιτροπή στην προσφεύγουσα για το εν λόγω τρίμηνο. Όταν, όμως, μια επιχείρηση εργάζεται εργολαβικώς για λογαριασμό άλλης επιχειρήσεως σιδήρου και χάλυβα, η δραστηριότητα της εξομοιώνεται με τη δραστηριότητα ενός κέντρου παραγωγής της δεύτερης αυτής επιχειρήσεως. Πράγματι, μόνο επ' αυτής της βάσεως μπορεί να γίνει ακριβής και όχι παραποιημένος υπολογισμός της συνολικής παραγωγής που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της παραχωρήτριας επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια ενός και του ίδιου τριμήνου, υπολογισμός απολύτως σύμφωνος προς τον τρίμηνο χαρακτήρα του συστήματος των ποσοστώσεων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, για να εκτιμηθεί αν μια επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα υπερέβη τις ποσοστώσεις της, πρέπει να συνυπολογιστεί η παραγωγή που πραγματοποιήθηκε στα διάφορα κέντρα της παραγωγής. Η εφαρμογή, όμως, του κανόνα αυτού στην περίπτωση της προσφεύγουσας, για το τέταρτο τρίμηνο του 1983, θα είχε ως αποτέλεσμα να της αναγνωριστεί συνολική παραγωγή κατώτερη ( κατά 460 τόνους ) από τις ποσοστώσεις που της χορηγήθηκαν. Πράγματι, κατά τη διάρκεια του εν λόγω τριμήνου, η εταιρία Thyssen παρήγαγε 4892 τόνους λιγότερους από την ποσόστωση που της παραχώρησε η προσφεύγουσα. Κατά συνέπεια, η υπέρβαση που προσάπτεται στην προσφεύγουσα δεν υφίσταται παρά μόνο λογιστικώς, εφόσον η ποσόστωση που δεν χρησιμοποίησε η Thyssen κατά τη διάρκεια του τέταρτου τριμήνου δεν μπόρεσε να εμφανιστεί στα λογιστικά βιβλία της προσφεύγουσας παρά μόνο το 1984.
Εφόσον το άρθρο 12 της γενικής αποφάσεως 2177/83 επιτρέπει στην Επιτροπή να επιβάλει πρόστιμα μόνο σε περίπτωση πραγματικής υπερβάσεως των ποσοστώσεων παραγωγής, η επίδικη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και πρέπει να ακυρωθεί.
2.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει, πρώτον, ότι ο συλλογισμός της προσφεύγουσας στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση. Πράγματι, η παραγωγή που πραγματοποίησε η επιχείρηση στην οποία παραχωρήθηκε μια ποσόστωση δεν μπορεί να καταλογιστεί στην επιχείρηση που παραχώρησε την ποσόστωση αυτή, αλλά στην παραχωρησιούχο επιχείρηση. Αυτό αποτελεί την άμεση συνέπεια της παραχωρήσεως της ποσοστώσεως, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να μεταφέρει από την παραχωρήτρια στην παραχωρησιούχο το δικαίωμα, έναντι της Κοινότητας, παραγωγής των αντιστοίχων ποσοτήτων. Γι' αυτόν ιδίως τον λόγο οι παραχωρήσεις πρέπει να δηλώνονται στην Επιτροπή, ώστε να τις λαμβάνει υπόψη της, προκειμένου να προσδιορίσει εάν υπάρχει υπέρβαση της παραγωγής που πραγματοποίησε η παραχωρησιούχος — και την οποία η τελευταία δήλωσε προς την Επιτροπή — σε σχέση με την ποσόστωση της προσηυξημένη λόγω της παραχωρήσεως. Βεβαίως, είναι πιθανό η σύμβαση παραχωρήσεως να υποχρεώνει την παραχωρησιούχο να χρησιμοποιήσει την παραχωρούμενη ποσόστωση μόνο για τους σκοπούς και εντός των ορίων που καθορίζονται στη σύμβαση, οι όροι αυτοί όμως μεταξύ των συμβαλλομένων δεν έχουν καμία συνέπεια έναντι του κοινοτικού δικαίου: είτε η σύμβαση παραχωρήσεως επιτρέπει στην παραχωρησιούχο να παράγει για δικό της λογαριασμό είτε εργολαβικώς, η παραχωρησιούχος αποκτά το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της παραχωρηθείσας ποσοστώσεως καθώς και την υποχρέωση τηρήσεως της κατά τη διάρκεια του τριμήνου για το οποίο εφαρμόζεται.
Η Επιτροπή αναφέρει, δεύτερον, ότι ο τρίμηνος χαρακτήρας, που αποτελεί χαρακτηριστικό του συστήματος των ποσοστώσεων από της θεσπίσεως του, ενδείκνυται για να μπορούν οι επιχειρήσεις να καταρτίζουν τα προγράμματα τους παραγωγής και για να έχει η Επιτροπή τη δυνατότητα, επιβάλλοντας νέες ποσοστώσεις για το επόμενο τρίμηνο, να λάμβάνει υπόψη τις διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζητήσεως, καθώς και την αποκτηθείσα πείρα. Οι παραχωρήσεις ποσοστώσεων διέπονται από την ίδια λογική της τρίμηνης διάρκειας, όπως και όλα τα άλλα στοιχεία του συστήματος των ποσοστώσεων, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2177/83 το οποίο επιτρέπει στις επιχειρήσεις « κατά τη διάρκεια του τριμήνου » και μετά από ενημέρωση της Επιτροπής να προβούν με άλλες επιχειρήσεις σε ανταλλαγές ή πωλήσεις ποσοστώσεων, «που αφορούν το ίδιο τρίμηνο ». Δεν μπορούν, συνεπώς, να ληφθούν υπόψη παραχωρήσεις « εξ επιστροφής » που πραγματοποιήθηκαν από την παραχωρησιούχο προς την παραχωρήτρια επιχείρηση κατά τη διάρκεια του επόμενου τριμήνου, προκειμένου να προσδιορισθεί η ποσόστωση που διέθετε η παραχωρούσα κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου τριμήνου.
Ο. Due
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 24ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 350/85,
Cockerill-Sambre SA, Seraing ( Βέλγιο ), εκπροσωπούμενη από τους M. Waelbroeck και Α. Vandencasteele, δικηγόρους Βρυξελλών με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο E. Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Μ. van Ackere, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής S( 85)1603/8 της 9ης Οκτωβρίου 1985, με την οποία επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα πρόστιμο για υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής της για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1983,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, Ο. Due, Κ. Bahlmann και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: S. Hackspiel, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Οκτωβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Νοεμβρίου 1985, η επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα, Cockerill-Sambre SA, με έδρα το Seraing ( Βέλγιο ), άσκησε, δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως S( 85 ) 1603/8 της Επιτροπής, της 9ης Οκτωβρίου 1985, με την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο 22750 ECU για υπέρβαση, κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1983, της ποσοστώσεως παραγωγής της που καθορίστηκε δυνάμει της γενικής αποφάσεως 2177/83 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1983 ( ΕΕ L 208, σ. 1 ).
2
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, με έγγραφο της 14ης Ιουνίου 1985, η Επιτροπή διατύπωσε κατά της προσφεύγουσας την αιτίαση ότι υπερέβη κατά 910 τόνους την ποσόστωση παραγωγής της για την κατηγορία IV κατά τη διάρκεια του τέταρτου τριμήνου 1983 (ονομαστική υπέρβαση 4432 τόνων μείον το περιθώριο ανοχής που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, της γενικής αποφάσεως 2177/83, 3522 τόνων ).
3
Κληθείσα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της σχετικά με την υπέρβαση αυτή η προσφεύγουσα, με έγγραφο της 25ης Ιουνίου 1985, ανέφερε ότι μέρος των εγκαταστάσεών της στο Valfil είχε υποστεί ζημίες από πυρκαγιά τον Ιανουάριο του 1983 και ότι, κατά συνέπεια, ήταν υποχρεωμένη, προκειμένου να ανταποκριθεί στις παραγγελίες της, να παραχωρήσει μέρος της ποσοστώσεως της για τα προϊόντα της ομάδας IV σε άλλες παραγωγικές επιχειρήσεις διατεθειμένες να εργαστούν εργολαβικώς για την προσφεύγουσα. Κατά συνέπεια, κατά τη διάρκεια του τέταρτου τριμήνου του 1983, 28000 τόνοι παραγελιών και ποσοστώσεων παραχωρήθηκαν στη γερμανική εταιρία Thyssen από τους οποίους 4892 τόνοι, δηλαδή 460 τόνοι επιπλέον της ονομαστικής υπερβάσεως, επιστράφηκαν στην προσφεύγουσα κατά το πρώτο τρίμηνο του 1984. Εάν, συνεπώς, εμφανίζεται υπέρβαση της ποσοστώσεως, αυτό συμβαίνει μόνο λογιστικώς.
4
Στις 9 Οκτωβρίου 1985 η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση με την οποία διαπίστωσε, ιδίως, ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε το ύψος της υπερβάσεως που της προσάπτεται, αλλ' ότι η αβεβαιότητα που επικρατούσε κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1983 ως προς την παράταση του συστήματος ποσοστώσεων, καθώς και η ειδική περίσταση που συνιστά η πυρκαγιά στο Valfil δικαιολογούν μείωση του συντελεστήκανόνα από 100 ECU σε 25 ECU ανά τόνο υπερβάσεως.
5
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
6
Προς στήριξη της προσφυγής της η προσφεύγουσα προβάλλει ένα μόνο λόγο, ότι δηλαδή δεν υφίσταται η υπέρβαση στην πραγματικότητα.
7
Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει, σχετικώς, ότι για να κριθεί εάν μια επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα υπερέβη τις ποσοστώσεις της πρέπει να υπολογιστεί το σύνολο της παραγωγής που πραγματοποίησε στα διάφορα κέντρα παραγωγής της. Καθόσον μια επιχείρηση εργάζεται εργολαβικώς για λογαριασμό άλλης επιχειρήσεως σιδήρου και χάλυβα, η δραστηριότητά της εξομοιώνεται με τη δραστηριότητα ενός κέντρου παραγωγής της δεύτερης αυτής επιχειρήσεως. Πράγματι, μόνο επ' αυτής της βάσεως θα μπορούσε να επιτευχθεί ακριβής υπολογισμός της παραγωγής που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της παραχωρούσας επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια ενός και του ίδιου τριμήνου, υπολογισμός σύμφωνος προς τον τρίμηνο χαρακτήρα που αποτελεί το χαρακτηριστικό του συστήματος των ποσοστώσεων. Η εφαρμογή, όμως, του κανόνα αυτού στην περίπτωση της προσφεύγουσας για το τέταρτο τρίμηνο του 1983 θα είχε ως αποτέλεσμα να της αναγνωριστεί συνολική παραγωγή μικρότερη από τις ποσοστώσεις που της είχαν χορηγηθεί. Κατά τη διάρκεια του εν λόγω τριμήνου η εταιρία Thyssen παρήγαγε 4892 λιγότερους τόνους από την ποσόστωση που της είχε παραχωρήσει η προσφεύγουσα, ποσότητα που επέστρεψε στην προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 1984. Συνεπώς, με την επιστροφή αυτή όχι μόνο εξαλείφθηκε η κολάσιμη υπέρβαση των 910 τόνων, αλλά και η μη κολάσιμη υπέρβαση των 3522 τόνων.
8
Πρέπει να τονιστεί ότι το σύστημα των ποσοστώσεων από τότε που θεσπίστηκε, το έτος 1980, στηρίζεται στη χορήγηση σε κάθε επιχείρηση μιας τριμηνιαίας ποσοστώσεως παραγωγής, που υπολογίζεται βάσει των παραγωγών ή ποσοτήτων αναφοράς της κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου. Όπως προκύπτει από το σημείο 4 των αιτιολογικών σκέψεων της γενικής αποφάσεως 2794/80 της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1980, με την οποία θεσπίστηκε το εν λόγω σύστημα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 50 ), ο καθορισμός των ποσοστώσεων ανά τρίμηνο αποσκοπεί όχι μόνο στο να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να καταρτίσουν τα προγράμματά τους παραγωγής, αλλά και στο να δώσει στην Επιτροπή, μέσω επιβολής νέων ποσοστώσεων για το επόμενο τρίμηνο, τη δυνατότητα να λάβει υπόψη τις διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζητήσεως, καθώς και την αποκτηθείσα πείρα. Για να διασφαλιστεί, όμως, η αποτελεσματικότητα του εν λόγω συστήματος, είναι απαραίτητο να εξακριβώνει επιμελώς η Επιτροπή, κατά τη λήξη του κάθε τριμήνου, εάν οι επιχειρήσεις εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους έναντι της Κοινότητας και να επιβάλει αποτελεσματικές κυρώσεις για κάθε υπέρβαση των ποσοστώσεων.
9
Καίτοι επιτρέπεται στις επιχειρήσεις, στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος και μετά από προηγούμενη δήλωση προς την Επιτροπή, να προβαίνουν σε αμοιβαίες παραχωρήσεις των ποσοστώσεων τους προκειμένου να προσαρμόζουν τις παραγωγικές τους δυνατότητες προς τη ζήτηση της αγοράς, είναι απαραίτητο η Επιτροπή, για να μπορέσει να ασκήσει το καθήκον ελέγχου που της έχει ανατεθεί, να αντιμετωπίζει τις παραχωρήσεις αυτές κατά τρόπο αντικειμενικό και ανεξάρτητα από τους κατ' ιδίαν όρους που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, η παραχωρηθείσα ποσόστωση πρέπει, εν πάση περιπτώσει, και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η παραχώρηση πραγματοποιείται στο πλαίσιο πωλήσεως ή στο πλαίσιο αναθέσεως εργολαβικής εργασίας, να καταλογίζεται στην παραχωρησιούχο επιχείρηση και να εκπίπτει από τη διαθέσιμη ποσόστωση της παραχωρήτριας επιχειρήσεως.
10
Σε αντιστοιχία προς την αναγκαιότητα αυτή, ούτε ο κανόνας που προβλέπει τη δυνατότητα παραχωρήσεων, δηλαδή το άρθρο 11, παράγραφος 4, της προαναφερθείσας αποφάσεως 2177/83, ούτε το έντυπο που προβλέπεται για την προηγούμενη δήλωση κάνουν διάκριση ανάλογα με την αιτία της παραχωρήσεως. Εξάλλου, στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα δεν είχε ενημερώσει κατά τον υπό κρίση χρόνο την Επιτροπή για το γεγονός ότι επρόκειτο για σύμβαση αναθέσεως εργολαβικής εργασίας.
11
Όπως και η αρχική παραχώρηση, η επιστροφή μέρους της παραχωρηθείσας ποσοστώσεως μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη περί ανταλλαγής ποσοστώσεων μεταξύ των επιχειρήσεων. Η διάταξη αυτή, όμως, επιτρέπει μόνο παραχωρήσεις ποσοστώσεων που αφορούν το τρέχον τρίμηνο. Η επιστροφή εκ μέρους της Thyssen, κατά το πρώτο τρίμηνο του 1984, δεν μπορεί, συνεπώς, να επηρεάσει τις διαθέσιμες ποσοστώσεις των εν λόγω δύο επιχειρήσεων για το τέταρτο τρίμηνο του 1983.
12
Ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται, επίσης, και από την ανάγκη ελέγχου. Το δικαίωμα που δόθηκε στις επιχειρήσεις να προβαίνουν σε ανταλλαγές ποσοστώσεων αποβλέπει στο να τους δώσει τη δυνατότητα, κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου τριμήνου, να προσαρμόσουν τις παραγωγικές τους δυνατότητες στη ζήτηση της αγοράς και όχι στο να κατανείμουν μεταξύ τους, εκ των υστέρων, τις μη χρησιμοποιηθείσες ποσοστώσεις για να αποφύγουν τις συνέπειες των υπερβάσεων που διαπιστώνονται.
13
Ορθώς, συνεπώς, η Επιτροπή διαπίστωσε παράνομη υπέρβαση της ποσοστώσεως που είχε χορηγηθεί στην προσφεύγουσα για το τέταρτο τρίμηνο του 1983. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή.
Επί των δικαστικών εξόδων
14
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Κακούρης
Koopmans
Due
Bahlmann
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy