ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 363/85 ( *1 )
Ι — Παράθεση των πραγματικών περιστατικών
1.
Η οδηγία 80/502/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 1980, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 74/63/ΕΟΚ περί του προσδιορισμού σε μέγιστες περιεκτικότητες των ανεπιθύμητων ουσιών και προϊόντων στις ζωοτροφές (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 164), συμπληρώνει κατ' ουσίαν τους ορισμούς των τεχνικών όρων στους οποίους αναφέρεται η οδηγία 74/63/ΕΟΚ, δηλαδή τις έννοιες ζώα, οικιακά ζώα (κατοικίδια) και μίγματα ζωοτροφών ( σύνθετες ζωοτροφές ).
Το άρθρο 2 της οδηγίας 80/502 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1981 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτήν και ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή επ' αυτού.
2.
Επειδή η ιταλική κυβέρνηση δεν προέβη σε καμία ενημέρωση σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της και δεδομένου ότι δεν υπήρχαν άλλα στοιχεία που να επιτρέπουν να συναχθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία εξεπλήρωσε την υποχρέωση της να θέσει σε ισχύ τις αναγκαίες διατάξεις, η Επιτροπή έταξε, με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 1983 και σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, στην ιταλική κυβέρνηση προθεσμία ενός μηνός για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της εν λόγω παραβάσεως.
3.
Με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1984 οι ιταλικές αρχές απάντησαν ότι η ιταλική κυβέρνηση επεξεργαζόταν νομοσχέδιο προορισμένο να εισαγάγει στην ιταλική έννομη τάξη τις διατάξεις και τους ορισμούς που περιείχε το άρθρο 1, παράγραφοι 1, 2 και 3, της οδηγίας.
4.
Καμία άλλη πληροφορία δεν περιήλθε στην Επιτροπή μετά τη λήψη του εν λόγω εγγράφου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η Ιταλική Δημοκρατία εξεπλήρωσε τις επιβαλλόμενες από τη σχετική οδηγία υποχρεώσεις της. Στις 7 Ιουνίου 1985, η Επιτροπή διατύπωσε, δυνάμει του άρθρου 169, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, αιτιολογημένη γνώμη σύμφωνα με την οποία η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 80/502, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Η Επιτροπή κάλεσε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, παράγραφος 2, της Συνθήκης, την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της.
Στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, η οποία κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία με έγγραφο της 7ης Ιουνίου 1985, δεν δόθηκε απάντηση.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Νοεμβρίου 1985, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία η τελευταία δεν έλαβε εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 80/502.
2.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
3.
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 80/502/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 1980, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 74/63/ΕΟΚ περί του προσδιορισμού σε μέγιστες περιεκτικότητες των ανεπιθύμητων ουσιών και προϊόντων στις ζωοτροφές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ·
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
4.
Η Ιταλική Δημοκρατία, καΟής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήμτα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, οι οδηγίες δεσμεύουν τα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συνθήκης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη ή που προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 80/502 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτήν το αργότερο την 1η Ιουλίου 1981, ενώ ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή επ' αυτού και ότι, παρ' όλ' αυτά, η Ιταλική Δημοκρατία δεν έλαβε εντός της ταχθείσης προθεσμίας τα μέτρα εφαρμογής που όφειλε να λάβει.
Με το υπόμνημα απαντήσεως της η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η προσφυγή της αφορά τό άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο συμπληρώνει το άρθρο 2 της οδηγίας 74/63, δίδοντας τον ορισμό των εννοιών ζώα, κατοικίδια ζώα και σύνθετες ζωοτροφές, και ότι οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας δεν απαιτούν τη θέσπιση « αναγκαίων διατάξεων ».
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είναι αντιφατικό αφενός μεν η καθής να δηλώνει ότι όλα είναι διευθετημένα, παράλληλα δε να καταθέτει στο Κοινοβούλιο προς ψήφιση ad hoc νομοσχέδιο. Η εν λόγω αντίφαση έγκειται στο γεγονός ότι οι επίδικοι ορισμοί δεν εμφαίνονται στους νόμους που παρέθεσε η καθής, ενώ ο μοναδικός ορισμός που δίδεται σαφώς με το άρθρο 1 του νόμου της 8ης Μαρτίου 1968 είναι εκείνος των σύνθετων ζωοτροφών που έχει ως εξής: ως « σύνθετες ζωοτροφές » νοούνται τα παρασκευάσματα που προέρχονται από την ανάμιξη κατά τον προσήκοντα τρόπο δύο ή περισσοτέρων απλών ζωοτροφών. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο ορισμός αυτός δεν συμπίπτει με εκείνον της οδηγίας.
2.
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας απαντά ότι η προσφυγή στερείται προφανώς οιασδήποτε νομικής βάσεως.
Καταρχάς, η Ιταλική Δημοκρατία παρατηρεί ότι η Επιτροπή δεν διευκρινίζει τις διατάξεις της οδηγίας 80/502, τις οποίες αφορά η παράβαση που προσάπτεται εν γένει στην Ιταλική Δημοκρατία Kat ότι η Επιτροπή όφειλε να αναφέρει τις επιπτώσεις από τις τροποποιήσεις που επήλθαν με το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας.
Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι εν πάση περιπτώσει οι κατά την παράγραφο 3 του άρθρου Ι της οδηγίας ορισμοί μπορούν να συναχθούν από τον ιταλικό νόμο 281, της 15ης Φεβρουαρίου 1963, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 399, της 8ης Μαρτίου 1968, και τις συναφείς υπουργικές αποφάσεις.
Αλλ' ακόμα και αν ήταν αδύνατο να ανευρεθούν στην ιταλική ρύθμιση οι αντίστοιχοι ρητοί ορισμοί, τα τρεφόμενα ζώα (ζώα και κατοικίδια ζώα) καθώς και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των τροφών, συμπεριλαμβανομένων των σύνθετων τροφών, θα μπορούσαν και πάλι να συναχθούν από το σύνολο της εθνικής ρύθμισης.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η ιταλική νομοθεσία δεν επαναλαμβάνει επακριβώς τους ορισμούς που περιλαμβάνει η οδηγία δεν μπορεί αφ' εαυτού να θεωρηθεί ως μη εκτέλεση, τη στιγμή ιδίως κατά την οποία η ίδια η Επιτροπή δεν ανέφερε, μολονότι της ζητήθηκε να το πράξει με το υπόμνημα αντικρούσεως, ποιες είναι κατ' ουσία οι επιπτώσεις που συνεπάγονται οι διαφορετικοί ορισμοί.
Συνεπώς, τόσο από άποψη ουσίας όσο και από άποψη αποτελέσματος δεν μπορεί να προσαφθεί στην καθής καμία παράβαση. Εν πάση περιπτώσει με νομοσχέδιο που κατατέθηκε από καιρό στο ιταλικό κοινοβούλιο διασφαλίζεται και από τυπική άποψη η αποδοχή των επίδικων ορισμών στην ιταλική έννομη τάξη.
F. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 9ης Απριλίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 363/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Alberto Prozzillo, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, συνθηκών και νομοθετικών υποθέσεων στο ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες 80/502/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 1980, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 74/63/ΕΟΚ περί του προσδιορισμού σε μέγιστες περιεκτικότητες των ανεπιθύμητων ουσιών και προϊόντων στις ζωοτροφές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. F. O'Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, U. Everling, Κ. Bahlmann, R. Joliet και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 14ης Ιανουαρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Νοεμβρίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 80/502/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 1980, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 74/63/ΕΟΚ περί του προσδιορισμού σε μέγιστες περιεκτικότητες των ανεπιθύμητων ουσιών και προϊόντων στις ζωοτροφές ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 164), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2
Ειδικότερα, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι δεν μετέφερε στην εσωτερική της έννομη τάξη τους ορισμούς των εννοιών « ζώα », « οικιακά ζώα » ( κατοικίδια ζώα) και « μίγματα ζωοτροφών» (σύνθετες ζωοτροφές) του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 80/502/ΕΟΚ που προστέθηκαν στο άρθρο 2 της οδηγίας 74/63/ΕΟΚ.
3
Μολονότι αποδέχεται ότι οι εν λόγω έννοιες δεν επαναλαμβάνονται στο εσωτερικό δίκαιο ως έχουν, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας βεβαιώνει ότι οι έννοιες αυτές απαντώνται παρ' όλα αυτά έμμεσα στο σύνολο της ιταλικής νομοθεσίας περί ζωοτροφών, το πεδίο εφαρμογής της οποίας συμπίπτει στην πραγματικότητα με εκείνο της οδηγίας. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν ανέφερε καμία δυσχέρεια σχετικά με την εφαρμογή της τελευταίας από τη μη κατά γράμμα επανάληψη των επίμαχων ορισμών.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι ισχυρισμοί και τα επιχείρημα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο εφόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
5
Πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί ότι με την προσφυγή λόγω παραβάσεως του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ επιδιώκεται να αναγνωριστεί ότι κράτος μέλος δεν εξεπλή-ρωσε, κατά νόμον ή στην πράξη, υποχρέωση που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
6
Όσον αφορά τις οδηγίες, σύμφωνα με το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αυτές δεσμεύουν τα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
7
Όπως ήδη έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση της 23ης Μαΐου 1985 ( υπόθεση 29/84, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή σ. 1661 ), η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτεί κατ' ανάγκη την πανηγυρική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων της με ρητή και συγκεκριμένη διάταξη ενδέχεται η υλοποίηση της, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της, να είναι δυνατή σ' ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον το πλαίσιο αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο αρκετά διαυγή και σαφή, έτσι ώστε σε περίπτωση κατά την οποία η οδηγία αποσκοπεί στη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών, οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών Δικαστηρίων.
8
Ενόψει των προϋποθέσεων αυτών, πρέπει να εξεταστεί αν η ιταλική νομοθεσία διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή του συστήματος περί ζωοτροφών που επέβαλαν οι οδηγίες 74/63 και 80/502.
9
Οι εν λόγω οδηγίες έχουν ως στόχο, όπως αναφέρεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 74/63, να μειώσουν την περιεκτικότητα των ζωοτροφών σε ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα που είναι δυνατό να βλάψουν « την υγεία του ζώου ή, λόγω της παρουσίας τους στα ζωικά προϊόντα, την υγεία των ανθρώπων ». Ενόψει του σκοπού αυτού, με την οδηγία 80/502 επιδιώχθηκε να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής με την παράθεση των ορισμών που δεν επανέλαβε κατά γράμμα στη νομοθεσία της η Ιταλική Δημοκρατία, όπως της προσάπτεται.
10
Για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της παραβάσεως εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας, πρέπει να εκτιμηθεί αν το γεγονός ότι οι διδόμενοι με την οδηγία 80/502 ορισμοί δεν ανευρίσκονται κατά γράμμα στην υφιστάμενη ιταλική νομοθεσία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ορθή εφαρμογή του συστήματος που έχει επιβληθεί με τις εν λόγω οδηγίες.
11
Επ' αυτού, πρέπει καταρχάς να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η μη κατά γράμμα επανάληψη των ορισμών είχε ελάχιστη επίπτωση στην πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και του συστήματος που επιδιώχθηκε να καθιερωθεί με τις οδηγίες όσον αφορά τα ανώτατα όρια περιεκτικότητας των ζωοτροφών σε ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα, επειδή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση παρεδέχθη ότι δεν υπήρξαν πρακτικές δυσχέρειες.
12
Επειδή η Επιτροπή δεν διαπίστωσε κατ' ουσία καμία επίπτωση στην πράξη, πρέπει να εξεταστεί αν τουλάχιστον θεωρητικά είναι δυνατή κάποια αρνητική επίπτωση.
13
Όσον αφορά την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της ρύθμισης, με τον όρο « ζώα » η οδηγία χαρακτηρίζει « τα ζώα που ανήκουν σε είδη κανονικής διατροφής και διατηρούνται ή καταναλώνονται από τον άνθρωπο », ενώ ο ιταλικός νόμος της 15ης Φεβρουαρίου 1963 ορίζει ότι ο όρος αναφέρεται στα « ζώα εκτροφής ». Στηριζόμενος στη συνήθη έννοια των λέξων, είναι αδύνατο να αντιληφθεί κανείς σε τι συνίσταται η διαφορά μεταξύ ενός ζώου εκτρεφόμενου από τον άνθρωπο και ενός ζώου που τρέφει και διατηρεί ο άνθρωπος, ανεξάρτητα από το αν το καταναλώνει. Δεδομένου ότι η έννοια του ορισμού που περιέχει η ιταλική νομοθεσία καλύπτει εκείνη της οδηγίας, η αιτίαση της Επιτροπής κατ' ουσία δεν ευσταθεί.
14
Όσον αφορά την έλλειψη ορισμού της εννοίας « κατοικίδιο ζώο » στην ιταλική νομοθεσία, πρέπει περαιτέρω να αναγνωριστεί ότι ο όρος « κατοικίδιο ζώο », όπως τουλάχιστον γίνεται δεκτός στην τρέχουσα και όχι στην τεχνική ορολογία, σημαίνει ότι περιλαμβάνει ζώο εκτρεφόμενο από τον άνθρωπο, με αποτέλεσμα να πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια του « εκτρεφόμενου ζώου » κατά την έννοια του ιταλικού νόμου. Είναι γεγονός ότι η οδηγία το κατατάσσει σε ιδιαίτερη κατηγορία ζώου, εκτρεφόμενου από τον άνθρωπο αλλά μη καταναλισκόμενου από αυτόν. Πάντως, η διάκριση αυτή δεν έχει πρακτικές συνέπειες, εφόσον η Επιτροπή ούτε καν ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω υποκατηγορία υπόκειται σε ειδικό καθεστώς. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 76/934 της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 1976, περί τροποποιήσεως του παραρτήματος της οδηγίας 74/63/ΕΟΚ ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 211 ), με την οποία καθορίζεται σε 15η ανώτατη παραδεκτή περιεκτικότητα σε νιτρώδες νάτριο των σύνθετων ζωοτροφών, εξαιρεί από το ανώτατο αυτό όριο τις ζωοτροφές που προορίζονται για τα κατοικίδια ζώα, εξαιρέσει των πτηνών και των ιχθύων για ενυδρείο. Επειδή όμως πρόκειται για παρέκκλιση που συνεπάγεται τη δυνατότητα αποδοχής διαφορετικού βαθμού περιεκτικότητας σε βλαβερές ουσίες της τροφής ορισμένων ζώων, δεν είναι δυνατό να προσάπτεται σε κράτος μέλος ότι δεν έκανε χρήση της εν λόγω δυνατότητας. Δεδομένου ότι η έλλειψη συγκεκριμένου ορισμού για την εν λόγω κατηγορία ζώων δεν είναι συνεπώς δυνατή να παρεμποδίσει την εφαρμογή της οδηγίας, το Δικαστήριο δεν δύναται παρά να διαπιστώσει ότι η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.
15
Όσον αφορά την έννοια του όρου « σύνθετες ζωοτροφές » που η οδηγία 80/502 ορίζει ως « μίγματα οργανικών ή ανόργανων ουσιών περιέχοντα ή όχι πρόσθετες ύλες, τα οποία προορίζονται για την από του στόματος διατροφή των ζώων με τη μορφή πλήρων ή συμπληρωματικών ζωοτροφών », πρέπει να σημειωθεί ότι υπό την ονομασία αυτή ο ιταλικός νόμος δεν συμπεριλαμβάνει ρητά παρά « τα παρασκευάσματα που προέρχονται από την ανάμιξη κατά τον προσήκοντα τρόπο δύο ή περισσοτέρων ζωοτροφών », πλην όμως ρυθμίζει περαιτέρω το ζήτημα της χρησιμοποιήσεως τροφών ορυκτής προελεύσεως, τροφών που περιέχουν πρόσθετες ύλες, υγειονομικά ιδιοσκευάσματα ή δραστικές ουσίες. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το πεδίο εφαρμογής, όπως οριοθετείται με το κεφάλαιο Ι του ιταλικού νόμου της 15ης Φεβρουαρίου 1963, διαφέρει από την κοινοτική ρύθμιση, όπως αυτή καθορίζεται με τον διδόμενο με την οδηγία 80/502 ορισμό, το Δικαστήριο οφείλει να δεχτεί ότι η παράβαση συνίσταται σε απλή διαφορά ορολογίας, η οποία δεν αντιλαμβάνεται πώς είναι δυνατό να έχει ενδεχόμενες επιπτώσεις επί της εφαρμογής των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό καθεστώς. Κατά συνέπεια, ούτε η τρίτη αιτίαση είναι βάσιμη.
16
Η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Εκί των δικαστικών εξόδων
17
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2 )
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
O'Higgins
Schockweiler
Everling
Bahlmann
Joliét
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Απριλίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy