ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 379, 380, 381/85 και 93/86 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Η οικεία εθνική νομοθεσία
Στη Γαλλία ιδρύθηκε το 1956 το Fonds national de solidarité (Εθνικό Ταμείο Αλληλεγγύης), με σκοπό την προώθηση πολιτικής που θα αποβλέπει στην εν γένει προστασία των υπερηλίκων, ιδίως μέσω της βελτιώσεως των συντάξεων και επιδομάτων γήρατος. Από το Fonds αυτό χορηγείται « συμπληρωματικό επίδομα» στους δικαιούχους παροχών γήρατος ή αναπηρίας, όταν αυτοί στερούνται επαρκών πόρων. Σήμερα, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος αυτού ορίζονται ιδίως από τα άρθρα L 815-1 έως 815-11 του Code de la sécurité sociale (Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το συμπληρωματικό επίδομα χρηματοδοτείται από φορολογικά έσοδα και ό(tm) η χορήγηση του δεν συναρτάται προς την ιδιότητα του τέως εργαζομένου, μισθωτού ή μη. Πρόκειται για παροχή που συμπληρώνει τους οποιασδήποτε φύσεως πόρους, περιλαμβανομένων και των παροχών που εξαρτώνται από την καταβολή εισφορών, μέχρι του ύψους που κρίνεται απαραίτητο, ενόψει του κόστους ζωής στη Γαλλία. Κατά το άρθρο L 815-11 του Κώδικα, το συμπληρωματικό επίδομα οφείλεται σε αλλοδαπούς που κατοικούν στο Γαλλία μόνο εφόσον έχει υπογραφεί σχετική διεθνής σύμβαση που προβλέπει την αμοιβαιότητα. Το άρθρο L 815-11 ορίζει ακόμη ότι η καταβολή του συμπληρωματικού επιδόματος παύει για τα πρόσωπα που μεταφέρουν την κατοικία τους εκτός του εδάφους της Γαλλικής Δημοκρατίας.
2. Ιστορικό των διαφορών στις κύριες δίκες
Τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών στις κύριες δίκες συνοψίζονται ως εξής:
Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης στην υπόθεση 379/85, Α. Giletti, ιταλίδα υπήκοος, λαμβάνει σύνταξη επιζώντος βάσει του γαλλικού συστήματος λόγω του ότι ο σύζυγός της είχε εργαστεί ως μισθωτός στη Γαλλία από το 1930 μέχρι το θάνατο του το 1961. Έκτοτε η Giletti κατοικεί στην Ιταλία. Το 1981 ζήτησε να της χορηγηθεί το συμπληρωματικό επίδομα, η αίτηση της όμως απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν κατοικούσε στη Γαλλία. Οι υποθέσεις 380/85 και 381/85 αφορούν δύο διακινούμένους εργαζομένους ιταλικής ιθαγένειας, τον D. Giardini και τον F. Tampan αντιστοίχως, οι οποίοι άσκησαν το επάγγελμά τους στη Γαλλία και, μετά τη συνταξιοδότηση τους, έλαβαν σύνταξη γήρατος συνοδευόμενη από το συμπληρωματικό επίδομα του Fonds national de solidarité. Όταν εξέφρασαν την πρόθεση να παλιννοστήσουν στη χώρα καταγωγής τους, οι οικείοι γαλλικοί οργανισμοί τους γνωστοποίησαν ότι για το λόγο αυτό δεν θα τους χορηγούσαν πλέον το συμπληρωματικό επίδομα· στην περίπτωση μάλιστα του Tampan (υπόθεση 381/85), ο οικείος φορέας έπαυσε πράγματι να το χορηγεί. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης στην υπόθεση 93/86, S. Severini, είναι ιταλός υπήκοος, ο οποίος λάμβανε στη Γαλλία, από το 1964, σύνταξη αναπηρίας, καθώς και το συμπληρωματικό επίδομα. Το 1982 ωστόσο, του ανακλήθηκε η χορήγηση της τελευταίας αυτής παροχής κατόπιν της μεταφοράς της κατοικίας του στην Ιταλία· ο οικείος οφειλέτης φορέας μάλιστα αναζήτησε το ποσό που του είχε καταβάλει αχρεωστήτως μετά την αναχώρηση του από τη Γαλλία.
Κατά τις δίκες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, οι ενδιαφερόμενοι επικαλέστηκαν το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), κατά το οποίο « οι... παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων... και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, ... επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης ». Οι οικείοι οργανισμοί, από την άλλη πλευρά, υποστήριξαν ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμοζόταν στις υπό κρίση περιπτώσεις, διότι το συμπληρωματικό επίδομα έχει το χαρακτήρα παροχής κοινωνικής πρόνοιας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 και δεν υπάγεται επομένως στην εν λόγω κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
3. Προδικαοτικά ερωτήματα
Το Cour de cassation, ενώπιον του οποίου τέθηκε το ζήτημα, αποφάσισε, για καθεμιά από τις πιο πάνω δίκες, να ζητήσει με ταυτόσημα ερωτήματα από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποφανθεί:
« 1)
αν ένα επίδομα, όπως το συμπληρωματικό επίδομα του Fonds national de solidarité, που προβλέπεται στο βιβλίο IX του Code de la sécurité sociale, εμπίπτει στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και
2)
ποια έννοια και ποιο περιεχόμενο πρέπει να αποδοθεί στον όρο “που αποκτώνται” στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. »
Κατά το σκεπτικό των αποφάσεων παραπομπής, το Cour de cassation ζητεί ιδίως να πληροφορηθεί « αν ένα επίδομα αλληλεγγύης, το οποίο χρηματοδοτείται από φορολογικά έσοδα, έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει γενικώς ένα ελάχιστο όριο μέσων διαβιώσεως και καταβάλλεται επικουρικώς προς άλλη παροχή, ασχέτως του αν η παροχή αυτή εξαρτάται ή όχι από την καταβολή εισφορών, και το οποίο χορηγείται ανάλογα με τους πόρους του αιτούντος, χωρίς όμως να έχει σχέση με την επαγγελματική του δραστηριότητα, μπορεί δε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αναληφθεί από την κληρονομία που καταλείπει ο δικαιούχος, εμπίπτει στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής που ορίζεται στο άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού». Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί ακόμη να πληροφορηθεί αν μια τέτοια παροχή συνιστά για τον ενδιαφερόμενο παροχή «που αποκτάται» κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1408/71, σε περίπτωση που είτε κατοικεί ( υπόθεση 379/85), είτε μεταβαίνει για να κατοικήσει (υποθέσεις 380, 381/85 και 93/86) σε άλλο κράτος μέλος.
4. Αιαδικασία
Οι αποφάσεις παραπομπής πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Νοεμβρίου 1985 (υποθέσεις 379, 380 και 381/85 ) και στις 3 Απριλίου 1986 ( υπόθεση 93/86 ), αντιστοίχως.
Με απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, το Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει και να συνεκδικάσει τις υποθέσεις 379, 380 και 381/85 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως. Με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1986, το Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει και να συνεκδικάσει την υπόθεση 93/86 με τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 379, 380και 381/85 προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις:
—
στην υπόθεση 379/85, η Α. Giletti, αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον J. G. Nicolas, δικηγόρο Παρισιού, και το Caisse régionale d'assurance maladie Rhône-Alpes, αναιρεσείον στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τον J. Rouvière, δικηγόρο Παρισιού·
—
στην υπόθεση 380/85, ο D. Giardini, αναιρεσίβλητος στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τον J. le Prado, δικηγόρο Παρισιού, και η Direction régionale des affaires sanitaires et sociales de Lorraine, αναιρεσείουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη σ' αυτή από τον κύριο επιθεωρητή της Η. Mauss
—
στην υπόθεση 93/86, το Caisse primaire centrale d'assurance maladie, αναιρεσίβλητο στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τον J.-R Desaché, δικηγόρο Παρισιού·
—
στις υποθέσεις 379, 380 και 381/85, η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους πληρεξουσίους της G. Guillaume και S. C de Μαργεριε·
—
στις υποθέσεις 379, 380, 381/85 και 93/86, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την S. J. Hay, του Treasury Solicitor's Department, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον avvocato dello Stato P. G. Ferri, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J. Griesmar.
Με αποφάσεις της 18ης Ιουνίου και της 3ης Οκτωβρίου 1986, που έλαβε κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση των συνεκδικαζομένων υποθέσεων 379, 380 και 381/85 και της υπόθεσης 93/86 στο τέταρτο τμήμα. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε εξάλλου να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Το Caisse régionale d'assurance maladie Rhône-Alpes, η Direction régionale des affaires sanitaires et sociales de Lorraine, το Caisse primaire centrale d'assurance maladie, καθώς και η γαλλική κνβέρνηοη φρονούν ότι, δεδομένου ότι η νομοθεσία περί του συμπληρωματικού επιδόματος του Fonds national de solidarité συνιστά νομοθεσία περί κοινωνικής πρόνοιας, εκφεύγει του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
Προς στήριξη της άποψης αυτής, τα προαναφερθέντα μέρη τονίζουν ότι το προκείμενο συμπληρωματικό επίδομα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως ». Καταρχάς, το επίδομα αυτό δεν χρηματοδοτείται από ασφαλιστικές εισφορές αλλά από πόρους του Δημοσίου. Η καταβολή του συνεπώς στηρίζεται στην εθνική αλληλεγγύη και δεν συναρτάται ασφαλώς με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Έπειτα, το επίδομα έχει την έννοια αρωγής σε περιπτώσεις απορίας, έστω και αν συμπληρώνει παροχές διαφορετικής φύσεως, όπως οι παροχές αναπηρίας, γήρατος κλπ. Τέλος, η καταβολή του επίδικου επιδόματος εξαρτάται από τους πόρους του δικαιούχου' για το λόγο αυτό και αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως, μπορεί επομένως να ανασταλεί ή να αναθεωρηθεί σε συνάρτηση με τις συνθήκες. Ενόψει αυτών των χαρακτηριστικών του, είναι προφανές ότι το επίδικο συμπληρωματικό επίδομα συνιστά μάλλον μέτρο κοινωνικής πρόνοιας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71. Εξάλλου, ενόψει των ίδιων αυτών χαρακτηριστικών, δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι το εν λόγω επίδομα μπορεί να « αποκτάται » με την έννοια που « αποκτώνται » οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Πράγματι, ο όρος «που αποκτώνται», που περιέχεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, αφορά μόνο τις παροχές επί των οποίων ο δικαιούχος απέκτησε, για το μέλλον, δικαιώματα κατά τη διάρκεια της άσκησης της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Αντιθέτως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κεκτημένη η παροχή, επί της οποίας ο δικαιούχος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα και που μπορεί να αναθεωρηθεί ανά πάσα στιγμή ανάλογα με τους πόρους του δικαιούχου.
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο τυχόν θα έκρινε ότι οφείλει να δώσει διαφορετική ερμηνεία από αυτή που υποστηρίζεται πιο πάνω, η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί ακόμη ότι εύλογο θα ήταν η ενδεχόμενη νέα ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 να ισχύσει μόνο από το χρόνο της έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου, αν ληφθούν υπόψη οι σημαντικές δαπάνες που θα προέκυπταν από οποιαδήποτε τροποποίηση της οικείας εθνικής νομοθεσίας.
Αναφερόμενοι στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1972 (υπόθεση 1/72, Frilli, Rec. σ. 457), της 9ης Οκτωβρίου 1974 ( υπόθεση 24/74, Biason, Rec. σ. 999 ) και της 5ης Μαΐου 1983 (υπόθεση 139/82, Piscitello, Συλλογή σ. 1427 ), η Giletti, αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης στην υπόθεση 379/85, ο Giardini, αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης στην υπόθεση 380/85, η βρετανική και η ιταλική κυβέρνηοη, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπενθυμίζουν ότι δεν είναι πάντα δυνατό να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ των συστημάτων που εμπίπτουν στην κοινωνική ασφάλιση και εκείνων που εμπίπτουν στην κοινωνική πρόνοια. Σχετικώς, και το ίδιο το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί συνολική κατάταξη, λόγω της υπάρξεως παροχών μικτού τύπου που δεν εξαρτώνται από την καταβολή εισφορών. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι, ενόψει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, ασφαλώς δεν αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του οι παροχές που δεν εξαρτώνται από την καταβολή εισφορών ο ίδιος κανονισμός εξάλλου περιέχει, στο άρθρο 1, στοιχείο κ), σχετικά ευρύ ορισμό του όρου « παροχή ». Με τον όρο αυτό πράγματι νοείται κάθε παροχή, « περιλαμβανομένων και όλων των τμημάτων τους που βαρύνουν το Δημόσιο Ταμείο, οι προσαυξήσεις αναπροσαρμογής ή τα συμπληρωματικά επιδόματα». Όπως προκύπτει άλλωστε από την προαναφερθείσα νομολογία, μια παροχή όπως είναι το επίδομα κοινωνικής αρωγής εμπίπτει καταρχήν στην κοινωνική ασφάλιση κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν αποκλείεται από τον κανονισμό 1408/71, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, αυτού, όταν, αφενός, προσδίδει στους δικαιούχους νομικώς ορισμένη κατάσταση, πέρα από οποιαδήποτε ατομική και κατά διακριτική ευχέρεια εκτίμηση των προσωπικών αναγκών, και, αφετέρου, μπορεί να εξασφαλίζει για τους δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ένα συμπλήρωμα στο εισόδημά τους.
Κατά την άποψη των προαναφερθέντων μερών, από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προκύπτει ότι το επίδικο συμπληρωματικό επίδομα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 κατά τρόπο απόλυτο και σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά μόνον όταν καταβάλλεται χωρίς να μεσολαβήσει κατά περίπτωση εκτίμηση των αναγκών και ως συμπλήρωμα παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως. Η GHetti, ο Giardini, η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή προσθέτουν ότι, στις υπό κρίση περιπτώσεις, το επίδικο επίδομα εμπίπτει πράγματι στον κανονισμό 1408/71. Πράγματι, σε όλες τις υποθέσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο το παραπέμπον δικαστήριο, το συμπληρωματικό επίδομα είτε καταβλήθηκε (υποθέσεις 380 και 381/85, 93/86 ), είτε ζητήθηκε η καταβολή του ( υπόθεση 379/85) συμπληρωματικά προς παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως βαρύνουσα σύστημα παροχών που εξαρτώνται από την καταβολή εισφορών (σύνταξη επιζώντος συζύγου, σύνταξη εργαζομένου, σύνταξη αναπηρίας). Επιπλέον, ο οφειλέτης φορέας, ο οποίος είναι αρμόδιος να αποφασίζει για τη χορήγηση ή μη του εν λόγω επιδόματος, ασκούσε απλώς δεσμία αρμοδιότητα, αναφερόμενη μόνο στην εξέταση της συνδρομής ή μη των νομίμων προϋποθέσεων με άλλα λόγια, δεν υπάρχει καμία εκτίμηση των ατομικών αναγκών.
Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι η καταβολή του επίδικου επιδόματος περιορίζεται στους υπερήλικες ή στους ανάπηρους και ότι, ως εκ τούτου, αποτελεί μια εξασφάλιση που δεν έχει τίποτα κοινό με εκείνη που παρέχει το επίδομα συντηρήσεως, το λεγόμενο « κατώτατο όριο διαβιώσεως », που προβλέπεται από τη βελγική νομοθεσία και το οποίο το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως παροχή κοινωνικής πρόνοιας με την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985 ( υπόθεση 249/83, Hoeckx, Συλλογή σ. 973). Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
«Ένα επίδομα αλληλεγγύης που χρηματοδοτείται από φορολογικά έσοδα, όπως το συμπληρωματικό επίδομα του Fonds national de solidarité που θεσπίστηκε από το γαλλικό νόμο της 30ής Ιουνίου 1956, το οποίο, αφενός, προσδίδει στους δικαιούχους μια νομικώς ορισμένη κατάσταση, πέρα από οποιαδήποτε ατομική και κατά διακριτική ευχέρεια εκτίμηση των προσωπικών αναγκών και καταστάσεων, και, αφετέρου, μπορεί να εξασφαλίζει ένα συμπλήρωμα στο εισόδημα υπερηλίκων ή αναπήρων που είναι δικαιούχοι παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, έτσι ώστε να τους εγγυάται ένα κατώτατο όριο μέσων συντηρήσεως, εμπίπτει καταρχήν στην κοινωνική ασφάλιση κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και δεν αποκλείεται από τον κανονισμό 1408/71, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 4. Ένα τέτοιο επίδομα, όταν συμπληρώνει μια απολαβή γήρατος ή αναπηρίας ή μια παροχή επιζώντος από σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, πρέπει να εξομοιώνεται αντιστοίχως προς παροχή γήρατος, αναπηρίας ή επιζώντος κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία γ ), β ) ή δ ), του κανονισμού 1408/71.»
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, το οποίο αναφέρεται στην έννοια του όρου « που αποκτώνται» στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, η Gik/li, η βρετανική και η ιταλική κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, αναφερόμενες στο γράμμα και στο σκοπό της διάταξης αυτής καθώς και στην απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουνίου 1982 ( υπόθεση 92/81, Camera, Συλλογή 1982, σ. 2213), τονίζουν ότι η κτήση ή η γέννηση δικαιώματος του ενδιαφερομένου για τις παροχές, για τις συντάξεις και τα επιδόματα που αναφέρονται στην ίδια αυτή διάταξη δεν μπορεί να ματαιωθεί για το μόνο λόγο ότι δεν κατοικεί στο έδαφος του κράτους όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης φορέας.
Τ. Koopmans
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τέταρτο τμήμα )
της 24ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 379, 380, 381/85 και 93/86,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Cour de cassation της Γαλλικής Δημοκρατίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Caisse régionale d'assurance maladie Rhône-Alpes
και
Anna Giletti ( υπόθεση 379/85 ),
Directeur régional des affaires sanitaires et sociales de Lorraine
και
Domenico Giardini ( υπόθεση 380/85 ),
Caisse régionale d'assurance maladie du Nord-Est
και
Feliciano Tampan (υπόθεση 381/85),
και μεταξύ
Severino Severini
και
Caisse primaire centrale d'assurance maladie ( υπόθεση 93/86 ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4 και 10 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ), προκειμένου να αποφανθεί αν συμβιβάζεται με τον κανονισμό αυτό η ανάκληση επιδόματος που προβλέπεται από τη γαλλική νομοθεσία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans και G. C Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. Da Cruz Vilaça
γραμματέας: S. Hackspiel, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
στην υπόθεση 379/85
—
το αναιρεσείον στην κύρια δίκη, Caisse régionale d'assurance maladie Rhône-Alpes, εκπροσωπούμενο από τον J. Rouvière, δικηγόρο Παρισιού,
—
η αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη, Α. Giletti, εκπροσωπούμενη κατά μεν την έγγραφη διαδικασία από τον J. G. Nicolas, δικηγόρο Παρισιού, κατά δε την προφορική διαδικασία από το δικηγόρο F. Agostini,
στην υπόθεση 380/85
—
ο αναιρεσείων στην κύρια δίκη, Directeur régional des affaires sanitaires et sociales de Lorraine, εκπροσωπούμενος κατά μεν την έγγραφη διαδικασία από τον Η. Mauss, κατά δε την προφορική διαδικασία από το δικηγόρο Β. Peignot,
—
ο αναιρεσίβλητος στην κύρια δίκη, D. Giardini, εκπροσωπούμενος κατά την έγγραφη διαδικασία από τον J. le Prado, δικηγόρο Παρισιού,
στην υπόθεση 93/86
—
ο αναιρεσείων στην κύρια δίκη, Severino Severini, εκπροσωπούμενος κατά την προφορική διαδικασία από το δικηγόρο F. Agostini,
—
το αναιρεσίβλητο στην κύρια δίκη, Caisse primaire centrale d'assurance maladie, εκπροσωπούμενο κατά την έγγραφη διαδικασία από τον J.-P. Desaché, δικηγόρο Παρισιού,
στις υποθέσεις 379, 380 και 381/85
—
η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη κατά μεν την έγγραφη διαδικασία από τον G. Guillaume και την S. C de Margene, κατά δε την προφορική διαδικασία από τον Β. Botte,
στις υποθέσεις 379, 380, 381/85 και 93/86
—
η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον L. Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον P. G. Ferri,
—
η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από την S. J. Hay,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J. Griesmar,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 8ης Οκτωβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με τρεις αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 1985, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 28 Νοεμβρίου 1985, και με μία απόφαση της 19ης Μαρτίου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Απριλίου 1986, το Cour de cassation της Γαλλικής Δημοκρατίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα, που διατυπώνονται με τον ίδιο τρόπο και στις τέσσερις υποθέσεις και αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 4 και 10 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών σχετικά με την άρνηση των αρμοδίων περιφερειακών ταμείων να καταβάλουν ή να συνεχίσουν να καταβάλλουν το λεγόμενο « συμπληρωματικό επίδομα » σε δικαιούχους συντάξεως γήρατος, επιζώντος συζύγου και αναπηρίας που είχαν εγκατασταθεί στην Ιταλία. Σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία, το επίδομα αυτό χορηγείται στους δικαιούχους παροχών γήρατος ή αναπηρίας που στερούνται επαρκών πόρων, ενώ παύει να τους χορηγείται όταν μεταφέρουν την κατοικία τους εκτός του εδάφους της Γαλλικής Δημοκρατίας.
3
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το συμπληρωματικό επίδομα χορηγείται από το Fonds national de solidarité ( Εθνικό Ταμείο Αλληλεγγύης ), φορέως που δημιουργήθηκε το 1956 με σκοπό την προστασία των υπερηλίκων, ιδίως μέσω της βελτιώσεως των συντάξεων και επιδομάτων γήρατος. Το συμπληρωματικό επίδομα χρηματοδοτείται από φορολογικά έσοδα. Οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του ορίζονται στον Code de la sécurité sociale ( Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως ) ( άρθρα L 815-1 επ. ).
4
Οι αποφάσεις παραπομπής χαρακτηρίζουν το συμπληρωματικό επίδομα ως « επίδομα αλληλεγγύης, το οποίο χρηματοδοτείται από φορολογικά έσοδα, έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει γενικώς ένα ελάχιστο όριο μέσων διαβιώσεως και καταβάλλεται επικουρικώς προς άλλη παροχή, ασχέτως του αν η παροχή αυτή εξαρτάται ή όχι από την καταβολή εισφορών, και το οποίο χορηγείται ανάλογα με τους πόρους του αιτούντος, χωρίς όμως να έχει σχέση με την επαγγελματική του δραστηριότητα, μπορεί δε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αναληφθεί από την κληρονομία που καταλείπει ο δικαιούχος ». Το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ένα τέτοιο επίδομα εμπίπτει στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν συνιστά για τον ενδιαφερόμενο παροχή « που αποκτάται » κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος εγκαταλείπει το έδαφος του κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο οφειλέτης φορέας ή σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος, στον οποίο δεν έχει ακόμη χορηγηθεί η παροχή, κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος.
5
Για να λάβει τα στοιχεία που του είναι αναγκαία για την ερμηνεία των προαναφερομένων διατάξεων, το Cour de cassation ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς:
« 1)
αν ένα επίδομα, όπως το συμπληρωματικό επίδομα του Fonds national de solidarité, που προβλέπεται στο βιβλίο IX του Code de la sécurité sociale, εμπίπτει στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71·
2)
ποια έννοια και ποιο περιεχόμενο πρέπει να αποδοθεί στον όρο “που αποκτώνται ” στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. »
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται τα πραγματικά περιστατικά των τεσσάρων υποθέσεων και το περιεχόμενο των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν κατά την έγγραφη διαδικασία. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
7
Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται στις νομοθεσίες των κρατών μελών περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν αποκλείονται από το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού οι παροχές που δεν εξαρτώνται από την καταβολή εισφοράς. Επομένως, ο χαρακτηρισμός ενός επιδόματος ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτεται από τον κανονισμό δεν εξαρτάται από τον τρόπο χρηματοδοτήσεως του επιδόματος αυτού.
8
Πρέπει, εν συνεχεία, να παρατηρηθεί ότι στην έννοια της παροχής περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 1, στοιχείο κ), και « οι προσαυξήσεις αναπροσαρμογής ή τα συμπληρωματικά επιδόματα ». Αποκλείονται, αντιθέτως, από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, τα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας.
9
Με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974 (υπόθεση 24/74, Biason, Rec. σ. 999), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ναι μεν είναι ευκταίο, από άποψη εφαρμογής της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης περί κοινωνικής ασφαλίσεως, να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των νομοθετικών συστημάτων που εμπίπτουν στην κοινωνική ασφάλιση και εκείνων που εμπίπτουν στην κοινωνική πρόνοια, δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί η πιθανότητα, λόγω του κύκλου των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται, των σκοπών της και του τρόπου εφαρμογής της, μια εθνική νομοθεσία να συνδέεται ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατηγορίες.
10
Οι σκέψεις αυτές ισχύουν και εν προκειμένω. Μια νομοθεσία σαν αυτή που αποτελεί αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος επιτελεί, πράγματι, διττή λειτουργία, που συνίσταται, αφενός, στην εξασφάλιση ενός ελαχίστου ορίου μέσων διαβιώσεως σε πρόσωπα που τη χρειάζονται και, αφετέρου, στην παροχή συμπληρώματος του εισοδήματος στους δικαιούχους ανεπαρκών παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως.
11
Κατά το μέτρο που μια τέτοια νομοθεσία απονέμει δικαίωμα επί συμπληρωματικών παροχών που αποσκοπούν στην προσαύξηση του ύψους συντάξεων που εμπίπτουν στην κοινωνική ασφάλιση, χωρίς οποιαδήποτε στάθμιση των αναγκών και των ατομικών καταστάσεων, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό της κοινωνικής πρόνοιας, η νομοθεσία αυτή εμπίπτει στο σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Το γεγονός ότι ένας και ο αυτός νόμος ενδέχεται να αφορά και ευεργετήματα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές κοινωνικής πρόνοιας δεν μεταβάλλει, από τη σκοπιά του κοινοτικού δικαίου, τον εγγενή κοινωνικοασφαλιστικό χαρακτήρα μιας παροχής που συναρτάται προς σύνταξη αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντος συζύγου, της οποίας αποτελεί αυτοδικαίως παρεπόμενο στοιχείο.
12
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει από το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού το συμπληρωματικό επίδομα που καταβάλλεται από φορέα όπως το Fonds national de solidarité, χρηματοδοτείται από φορολογικά έσοδα και χορηγείται στους δικαιούχους συντάξεως γήρατος, επιζώντος συζύγου ή αναπηρίας για να τους εξασφαλίσει ένα ελάχιστο όριο μέσων διαβιώσεως, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι έχουν έννομη αξίωση προς χορήγηση του επιδόματος αυτού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
13
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει ότι οι συντάξεις, παροχές και επιδόματα « που αποκτώνται » δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν μπορούν να υποστούν καμία μείωση για το λόγο ότι ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης φορέας.
14
Με την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1973 (υπόθεση 51/73, Smieja, Rec. σ. 1213 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η διάταξη αυτή αποβλέπει στο να ευνοήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, προστατεύοντας τους ενδιαφερομένους από τις ζημίες που δύναται να συνεπάγεται η μεταφορά της κατοικίας τους από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Ο σκοπός αυτός επιβάλλει, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, την επέκταση αυτής της παρεχόμενης προστασίας και σε ευεργετήματα που, μολονότι προβλέπονται στο πλαίσιο ειδικού συστήματος, υλοποιούνται με την αύξηση του ύψους της σύνταξης.
15
Κατά την απόφαση της 10ης Ιουνίου 1982 (υπόθεση 92/81, Camera, Συλλογή 1982, σ. 2213 ), οι προηγούμενες σκέψεις συνεπάγονται όχι μόνο ότι ο ενδιαφερόμενος διατηρεί το δικαίωμα να λαμβάνει τις συντάξεις και τα επιδόματα που έχει αποκτήσει δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών και μετά τη μεταφορά της κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος, αλλά και ότι δεν μπορεί να εμποδιστεί να αποκτήσει το δικαίωμα αυτό για το μόνο λόγο ότι δεν κατοικεί στο έδαφος του κράτους όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης φορέας.
16
Πράγματι, το άρθρο 10, παράγραφος 1, απαγορεύει γενικά στους αρμόδιους φορείς των κρατών μελών να μειώνουν, τροποποιούν, αναστέλλουν, καταργούν ή να προβαίνουν σε κατάσχεση παροχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για το λόγο ότι ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Οι μόνες εξαιρέσεις της απαγόρευσης αυτής είναι εκείνες που προβλέπονται ρητά από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
17
Πρέπει, επομένως, στο δεύτερο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ούτε η κτήση ούτε η διατήρηση του δικαιώματος για παροχές, συντάξεις και επιδόματα που αναφέρει η διάταξη αυτή εμποδίζονται από το γεγονός και μόνο ότι ο ενδιαφερόμενος δεν κατοικεί στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης φορέας.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με τις αποφάσεις παραπομπής της 21ης Οκτωβρίου 1985 και της 19ης Μαρτίου 1986 το Cour de cassation, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει από το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού το συμπληρωματικό επίδομα που καταβάλλεται από φορέα όπως το Fonds national de solidarité, χρηματοδοτείται από φορολογικά έσοδα και χορηγείται στους δικαιούχους συντάξεως γήρατος, επιζώντος συζύγου ή αναπηρίας για να τους εξασφαλίσει ένα ελάχιστο όριο μέσων διαβιώσεως, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι έχουν έννομη αξίωση προς χορήγηση του επιδόματος αυτού.
2)
Το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ούτε η κτήση ούτε η διατήρηση του δικαιώματος για παροχές, συντάξεις και επιδόματα που αναφέρει η διάταξη αυτή εμποδίζονται από το γεγονός και μόνο ότι ο ενδιαφερόμενος δεν κατοικεί στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης φορέας.
Κακούρης
Koopmans
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy