Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόφαση του Δικαστηρίου περί αναγνωρίσεως της παραβάσεως - Μη εκτέλεση - Δικαιολογία βασιζόμενη στην εσωτερική έννομη τάξη - Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 169 και 177)
Διάδικοι
Στην υπόθεση 383/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Δ. Γκουλούση, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον J. Devadder, conseiller adjoint στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας στον Τομέα της Αναπτύξεως, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της
Συνθήκης, επειδή εν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1981 (Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, 137/80, Συλλογή σ. 2393),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους: T. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, ασκούντα καθήκοντα προέδρου, R. Joliet και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Κ.Ν. Κακούρη, F.A. Schockweiler, G.C. Rodriguez Iglesias και Diez de Velasco, δικαστές,
γενικοί εισαγγελείς: G. F. Mancini και, μετά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, G. Tesauro
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Ιουλίου 1987 και, μετά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως, κατά τη συζήτηση της 20ής Σεπτεμβρίου 1989,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπως συμπληρώθηκε μετά τις επ' ακροατηρίου συζητήσεις της 7ης Ιουλίου 1987 και της 20ής Σεπτεμβριου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1987 και, μετά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, κατά τη συζήτηση της 20ής Σεπτεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
ΚΟR/Ρ/V
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Νοεμβρίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή δεν έλαβε τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1981 (Επιτροπή κατά Βελγίου, 137/80, Συλλογή σ. 2393).
2 Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, αρνούμενο να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά του στατιστικού ισοδυνάμου ή του κατ' αποκοπήν ποσού εξαγοράς των αποκτηθέντων υπό το βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11 του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Κοινοτήτων.
3 Κατά τη διάταξη αυτή
"ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία μιας από τις Κοινότητες, μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση, έχει την ευχέρεια, κατά το χρόνο της μονιμοποιήσεώς του, να καταβάλει στην Κοινότητα στην οποία υπάγεται:
- είτε το στατιστικό ισοδύναμο των δικαιωμάτων επί της συντάξεως αρχαιότητας που είχε αποκτήσει στη διοίκηση, τον εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή την επιχείρηση όπου υπαγόταν,
- είτε το κατ' αποκοπή εισόδημα της εξαγοράς που του οφείλεται από το ταμείο συντάξεως αυτής της διοικήσεως, του οργανισμού ή της επιχειρήσεως κατά το χρόνο της αποχωρήσεώς του.
Σε παρόμοια περίπτωση, το όργανο, στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό μονιμοποιήσεως, τον αριθμό των συνταξίμων ετών που συνυπολογίζει σύμφωνα με το καθεστώς που τον διέπει, δυνάμει του χρόνου προϋπηρεσίας βάσει του ποσού του στατιστικού ισοδυνάμου ή του κατ' αποκοπή ποσού της εξαγοράς".
4 Η Επιτροπή κάλεσε τη Βελγική Κυβέρνηση να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 20ης Οκτωβρίου 1981. Επειδή η Βελγική Κυβέρνηση δεν της ανακοίνωσε τα μέτρα που είχε λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί με την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή την όχλησε για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, με έγγραφο της 31ης Ιουλίου 1984. Κρίνοντας ανεπαρκείς τις απαντήσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή της απηύθυνε στις 8 Μαΐου 1985 αιτιολογημένη γνώμη.
5 Εν συνεχεία, η Βελγική Κυβέρνηση ανακοίνωσε στην Επιτροπή "νομοσχέδιο περί καθιερώσεως ορισμένων σχέσεων μεταξύ των βελγικών συνταξιοδοτικών συστημάτων και των συστημάτων των οργανισμών δημοσίου διεθνούς δικαίου". Στις 22 Νοεμβρίου 1985, η Επιτροπή διαβίβασε στη Βελγική Κυβέρνηση τις παρατηρήσεις της επί του κειμένου του εν λόγω νομοσχεδίου και αναγνώρισε ότι, ακόμη και αν το σχέδιο ψηφιζόταν, το Βασίλειο του Βελγίου θα εξακολουθούσε την παράβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
6 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη έχοντας θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως της 20ής Οκτωβρίου 1981, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθηκης.
7 Η Βελγική Κυβέρνηση, παρόλον ότι αναγνωρίζει την παράβαση που της προσάπτεται, ισχυρίζεται ότι η εκτέλεση της αποφάσεως της 20ής Οκτωβρίου 1981 δημιουργεί σημαντικές δυσχέρειες, δεδομένου ότι η έννοια της μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων δεν υφίσταται στη βελγική νομοθεσία. Επομένως, είναι αναγκαία η δημιουργία, δια της νομοθετικής οδού, νέας ρυθμίσεως προσαρμοσμένης στα διάφορα συνταξιοδοτικά συστήματα που υφίστανται στο Βέλγιο.
8 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, με την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981, το Δικαστήριο έκρινε ότι στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εναπόκειται να επιλέξει και να εφαρμόσει τα συγκεκριμένα μέτρα που θα καταστήσουν δυνατή την άσκηση της παρεχομένης στους υπαλλήλους ευχερείας να μεταφέρουν τα κεκτημένα εντός του εθνικού πλαισίου δικαιώματα στο συνταξιοδοτικό σύστημα των Κοινοτήτων. Αποφάνθηκε ότι η άρνηση κράτους μέλους να λάβει τα αναγκαία μέτρα που διασφαλίζουν τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο κοινοτικό σύστημα θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει τους υπαλλήλους των Κοινοτήτων από την ίδια την ευχέρεια της ασκήσεως της επιλογής που τους παρέχεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
10 'Οσον αφορά το επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι η έννοια της μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων θέτει ορισμένα προβλήματα σχετικά με τη μεταφορά του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτές οι δυσχέρειες δεν μπορούν να εξαλείψουν την προσαπτομένη παράβαση. Πράγματι, κατά την παγία νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν δύναται να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτική ή ισχύουσες καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης του για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη. Εξάλλου, παρόμοια αιτιολογία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1986 (Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, 72/85, Συλλογή σ. 1219) όσον αφορά τον ειδικό τομέα της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των υπαλλήλων στο κοινοτικό σύστημα.
11 Λόγω των εκτιμήσεων αυτών πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη εκτελώντας την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1981, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
12 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, μη εκτελώντας την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1981, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy