ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 390/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Στις 5 Μαρτίου 1979 το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 79/279/ΕΟΚ, με αντικείμενο το συντονισμό των όρων εισαγωγής κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 41). Το άρθρο 22 της οδηγίας 79/279/ΕΟΚ προέβλεπε ότι τα κράτη μέλη όφειλαν, αφενός μεν, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως τους προς την οδηγία εντός προθεσμίας δύο ετών από την κοινοποίηση της, αφετέρου δε, να ενημερώσουν επ' αυτού αμέσως την Επιτροπή.
Στις 17 Μαρτίου 1980 το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 80/390/ΕΟΚ, αντικείμενο της οποίας ήταν ο συντονισμός των όρων καταρτίσεως, ελέγχου και διαδόσεως του ενημερωτικού δελτίου που πρέπει να δημοσιεύεται για την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 88 ). Το άρθρο 27 της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ προέβλεπε ότι τα κράτη μέλη όφειλαν, αφενός μεν, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως τους προς τις διατάξεις της εντός προθεσμίας 30 μηνών από την κοινοποίηση της, αφετέρου δε, να ενημερώσουν επ' αυτού αμέσως την Επιτροπή.
Στις 15 Φεβρουαρίου 1982 το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 82/121/ΕΟΚ σχετικά με την περιοδική πληροφόρηση που πρέπει να δημοσιεύουν οι εταιρίες, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών ( ΕΕ L 48 της 20.2.1982, σ. 26). Το άρθρο 12 της οδηγίας 82/121/ΕΟΚ προέβλεπε ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως τους προς τις διατάξεις της μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983 και να ενημερώσουν επ' αυτού αμέσως την Επιτροπή.
Πάντως, για να αποτρέψει την εκ μέρους των κρατών μελών κίνηση αλλεπάλληλων διαδικασιών μεταφοράς των εν λόγω οδηγιών στην εσωτερική τους έννομη τάξη με πολύ μικρή διαφορά χρόνου, το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 82/148/ΕΟΚ, της 3ης Μαρτίου 1982 ( ΕΕ L 62 της 5.3.1982, σ. 22 ), παρέχοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θέσουν σε ισχύ τις τρεις οδηγίες ταυτόχρονα και παρατείνοντας με τα άρθρα 1 και 2 τις προβλεπόμενες συναφώς προθεσμίες μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983.
Δεδομένου ότι η κυβέρνηση του Βελγίου δεν ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με τις διατάξεις που θέσπισε προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις εν λόγω οδηγίες, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν ελήφθησαν τα μέτρα μεταφοράς τους με το έγγραφο SG (84) D/715 της 19ης Ιανουαρίου 1984 και σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, η Επιτροπή έταξε στη βελγική κυβέρνηση προθεσμία δύο μηνών για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της εν λόγω παραβάσεως.
Με το έγγραφο C 12-96 της 28ης Μαρτίου 1984, η βελγική κυβέρνηση απάντησε ότι, χωρίς να απαιτεί ουσιώδεις τροποποιήσεις της εθνικής ρυθμίσεως, η μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο καθιστά παρ' όλα αυτά αναγκαία τη λήψη ορισμένων μέτρων νομοθετικής και κανονιστικής φύσεως, προκειμένου να κατοχυρωθεί η απόλυτη συμμόρφωση του βελγικού δικαίου προς τις διατάξεις τους' προς το σκοπό μάλιστα αυτό η βελγική κυβέρνηση υπέβαλε ήδη στο Συμβούλιο της Επικρατείας νομοσχέδιο, ενώ τα αναγκαία βασιλικά διατάγματα βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο επεξεργασίας.
Στις 16 Απριλίου 1985, η Επιτροπή, κρίνοντας ως ανεπαρκή την απάντηση της βελγικής κυβερνήσεως, διατύπωσε και κοινοποίησε την αιτιολογημένη γνώμη υπ' αριθ. SG (84) D 4832, με την οποία καλούσε τη βελγική κυβέρνηση να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της.
Με το υπ' αριθ. C 12.96 1412/95.492 έγγραφο της 24ης Μαΐου 1985, η βελγική κυβέρνηση γνωστοποίησε και πάλι στην Επιτροπή ότι προσχέδιο νόμου για τη μεταφορά των τριών οδηγιών στη βελγική έννομη τάξη εκκρεμεί για γνωμοδότηση στο τμήμα επεξεργασίας νόμων του Συμβουλίου της Επικρατείας.
2.
Επειδή η βελγική κυβέρνηση δεν θέσπισε τα μέτρα μεταφοράς που είχε εξαγγείλει, η Επιτροπή άσκησε κατά του Βασιλείου του Βελγίου την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Δεκεμβρίου 1985.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά με την κατάθεση της προσφυγής και του υπομνήματος αντικρούσεως, ενώ η Επιτροπή παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να υποβάλει υπόμνημα απαντήσεως.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επειδή δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις:
α)
της οδηγίας 79/279/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979, περί του συντονισμού των όρων εισαγωγής κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών,
β)
της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1980, περί συντονισμού των όρων καταρτίσεως, ελέγχου και διαδόσεως του ενημερωτικού δελτίου που πρέπει να δημοσιεύεται για την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών,
γ)
της οδηγίας 82/121/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1982, περί της περιοδικής πληροφορήσεως που πρέπει να δημοσιεύουν οι εταιρίες, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα,
2.
Η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου δεν διατύπωσε ρητά αιτήματα ενώπιον του Δικαστηρίου.
III — Ισχυρισμοί και αιτήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή επικαλείται το δεσμευτικό χαρακτήρα των οδηγιών έναντι των κρατών μελών προς τα οποία αυτές απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 5, παράγραφος 1, της ίδιας Συνθήκης, που προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη ή από τις πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Επιπλέον, αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι προαναφερθείσες διατάξεις συνεπάγονται για τα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνονται οι οδηγίες την υποχρέωση προσαρμογής της νομοθεσίας τους προς αυτές εντός των προβλεπόμενων συναφώς προθεσμιών χωρίς να μπορούν τα κράτη να επικαλεστούν διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που τάσσουν οι κοινοτικές οδηγίες. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, εφόσον είναι αληθές και δεν αμφισβητείται ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν θέσπισε τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως του προς τις οδηγίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις οδηγίες 79/279/ΕΟΚ, 80/390/ΕΟΚ και 82/121/ΕΟΚ.
2.
Χωρίς να αμφισβητεί το γεγονός ότι τα μέτρα μεταφοράς των τριών οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη του Βελγίου εξακολουθούν να μην έχουν θεσπιστεί, η βελγική κυβέρνηση περιορίζεται να παραθέσει τις δυσχέρειες στις οποίες προσέκρουσε για την προσαρμογή της βελγικής νομοθεσίας. Οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται, αφενός μεν, στις ίδιες τις οδηγίες, αφετέρου δε, στη μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο.
α)
Κατά την άποψη της βελγικής κυβερνήσεως, οι συμφυείς προς τις ίδιες τις οδηγίες δυσχέρειες εμφανίζουν τρεις πτυχές.
Πρώτον, οι τρεις οδηγίες που έχουν το αυτό αντικείμενο και συγκεκριμένα την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών καθώς και τις υποχρεώσεις, την τήρηση των οποίων συνεπάγεται η εισαγωγή αυτή, επέβαλαν στα κράτη μέλη τρεις διαφορετικές υποχρεώσεις σε διάστημα τριών ετών μεταξύ της εκδόσεως της πρώτης και της τρίτης οδηγίας.
Έτσι, κατέστη αναγκαία η βαθμιαία θέσπιση εθνικής ρυθμίσεως, ακριβώς δε για να μετριαστεί η αρνητική αυτή επίπτωση η οδηγία 82/148/ΕΟΚ της 3ης Μαρτίου 1982 προέβλεψε τη δυνατότητα παρεκτάσεως των προθεσμιών υπό τον όρο της ταυτόχρονης μεταφοράς και των τριών οδηγιών. Πάντως, οι προθεσμίες που χορηγήθηκαν συμπληρωματικά ήταν βραχείες, αν ληφθεί υπόψη ότι όσον αφορά μεν την οδηγία 79/279/ΕΟΚ, αντί της 8ης Μαρτίου 1982 η σχετική προθεσμία έληξε στις 30 Ιουνίου 1983, ενώ, όσον αφορά την οδηγία 80/390/ΕΟΚ, αντί της 19ης Σεπτεμβρίου 1982 στις 30 Ιουνίου 1983.
Δεύτερον, η βελγική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι λόγω του προβλεπόμενου με τις τρεις οδηγίες συντονισμού σε αρκετά θέματα τα κράτη μέλη όφειλαν να ελέγξουν αν ήταν επιβεβλημένο να διατηρήσουν σε ισχύ τις πρόσθετες προϋποθέσεις που προέβλεπε η εθνική τους νομοθεσία ή να τις περιορίσουν, ώστε να ευθυγραμμιστούν με τους κανόνες των οδηγιών, αλλά και να αποφασίσουν αν ήταν επιβεβλημένη ή μη η χρήση των δυνατοτήτων που προσέφεραν οι οδηγίες και αν έπρεπε να βουν πέραν των στοιχειωδών κανόνων που θεσπίστηκαν με αυτές. Τα κράτη μέλη έπρεπε επίσης να κάνουν την επιλογή τους με γνώμονα όχι μόνο την προγενέστερη των οδηγιών εθνική ρύθμιση αλλ' επίσης και το, ενόψει της προοδευτικής δημιουργίας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, επιδιωκόμενο με τις οδηγίες στόχο.
Τέλος, η βελγική κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι οδηγίες επιβάλλουν υποχρεώσεις που βαρύνουν τους εκδότες κινητών αξιών είτε ενόψει της εισαγωγής στο χρηματιστήριο αξιών είτε μεταγενέστερα, καθώς και το διορισμό από τα κράτη μέλη των αρμόδιων διοικητικών αρχών που είναι επιφορτισμένες με την τήρηση των διατάξεών τους και διαθέτουν συναφώς εξουσίες. Σύμφωνα πάντως με τη βελγική κυβέρνηση, επειδή οι οδηγίες είναι ασαφείς και δεν ρυθμίζουν ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίσουν την προστασία των συμφερόντων των εκδοτών τίτλων και την κατ' αποτελεσματικό τρόπο ρύθμιση της αποστολής των αρμόδιων εθνικών αρχών, να θεσπίσουν επαρκώς σαφείς κανόνες και να μην περιοριστούν στην ασάφεια των οδηγιών, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο την προϋφιστάμενη εθνική ρύθμιση αλλά και το σύνολο των προβλημάτων που συνεπάγεται η υπό σύσταση ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά.
β)
Όσον αφορά τις δυσχέρειες σχετικά με τη μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο, η βελγική κυβέρνηση προβάλλει τρεις σειρές επιχειρημάτων.
Πρώτον, παρέχεται η διευκρίνιση ότι, λόγω αδυναμίας μεταφοράς των οδηγιών με απλή κανονιστική πράξη, καταρτίσθηκε νομοσχέδιο, το οποίο υποβλήθηκε για γνωμοδότηση στις 7 Μαρτίου 1984 στο Συμβούλιο της Επικρατείας, διαδικασία που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, ώστε να μην είναι δυνατή η κατάθεση του νομοσχεδίου στο Κοινοβούλιο.
Δεύτερον, η βελγική κυβέρνηση προβάλλει ως δικαιολογία την ανάγκη διαβουλεύσεων λόγω συναρμοδιότητάς τους στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών μεταξύ των διαφόρων εθνικών διοικητικών αρχών, όπως είναι η τραπεζική επιτροπή και οι επιτροπές αξιών των τεσσάρων χρηματιστηρίων του Βελγίου, καθώς και την ανάγκη συμμετοχής στις σχετικές εργασίες όχι μόνο του Υπουργού των Οικονομικών, αρμόδιου για τη λήψη των εκτελεστικών μέτρων που συνεπάγεται η μεταφορά, αλλ' επίσης και του Υπουργού Δικαιοσύνης, λόγω, αφενός μεν, της σχέσεως μεταξύ της δημοσιεύσεως ενημερωτικού δελτίου πριν από την εισαγωγή τίτλων στο χρηματιστήριο αξιών, όπως προβλέπει η οδηγία 80/390/ΕΟΚ, και της δημοσιεύσεως της γνωστοποιήσεως που απαιτεί συναφώς η εθνική νομοθεσία και που πρέπει να καταργηθεί, αφετέρου δε, της σχέσεως μεταξύ της υποχρεώσεως να προσλαμβάνουν δημοσιότητα τα γεγονότα ή οι αποφάσεις που είναι δυνατόν να ασκήσουν σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση των τιμών χρηματιστηρίου που θέτει η οδηγία 79/279/ΕΟΚ και του ζητήματος της εκμεταλλεύσεως χρηματιστηριακός των εμπιστευτικού χαρακτήρα πληροφοριακών στοιχείων, ζητήματος το οποίο έπρεπε επίσης να ρυθμιστεί νομοθετικώς.
Τέλος, η βελγική κυβέρνηση επικαλείται τη σύνθετη φύση της καταρτίσεως των πράξεων που αφορούν την αποστολή και τις προς ανάθεση εξουσίες των αρμόδιων εθνικών αρχών των κρατών μελών, που απαιτούν επαρκώς ακριβείς κανόνες λόγω σχετικής ασάφειας των κοινοτικών οδηγιών επικαλείται επίσης το γεγονός ότι στο θέμα της εισαγωγής τίτλων σε χρηματιστήριο αξιών εμπλέκονται δύο εθνικές διοικητικές υπηρεσίες ( η τραπεζική και η χρηματιστηριακή επιτροπή), ενώ οι πολυάριθμες δυνατότητες επιλογής, ενδεχόμενες εξαιρέσεις ή αυστηρότεροι όροι που απορρέουν από τις οδηγίες δεν διευκολύνουν το έργο της προσαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως προς τις οδηγίες.
Καταλήγοντας, η βελγική κυβέρνηση εκφράζει την πρόθεσή της να θέσει σε ισχύ, ταυτόχρονα με την προς ψήφιση από το Κοινοβούλιο νομοθετική πράξη, τρία εκτελεστικά βασιλικά διατάγματα, τα οποία βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο.
Κ. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσκ διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 12ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 390/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Etienne Lasnet, νομικό της σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, διά του Υπουργού Εξωτερικών, rue Quatre Bras 2, Β-1000 Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενου από τον R. Hoebaer, διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, επικουρούμενου από τον L. Lempereur, σύμβουλο της τραπεζικής επιτροπής, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins, résidence Champagne,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επειδή δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις:
—
της οδηγίας 79/279/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979, περί του συντονισμού των όρων εισαγωγής κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών,
—
της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1980, περί συντονισμού των όρων καταρτίσεως, ελέγχου και διαδόσεως του ενημερωτικού δελτίου που πρέπει να δημοσιεύεται για την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών,
—
της οδηγίας 82/121/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1982, περί της περιοδικής πληροφορήσεως που πρέπει να δημοσιεύουν οι εταιρίες, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Κ. Κακούρη και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 15ης Ιανουαρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ίδιας ημέρας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Δεκεμβρίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν μερίμνησε για τη μεταφορά στην εσωτερική του έννομη τάξη της οδηγίας 79/279/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979, περί του συντονισμού των όρων εισαγωγής κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 41), της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1980, περί συντονισμού των όρων καταρτίσεως, ελέγχου και διαδόσεως του ενημερωτικού δελτίου που πρέπει να δημοσιεύεται για την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 57), και της οδηγίας 82/121/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1982, περί της περιοδικής πληροφορήσεως που πρέπει να δημοσιεύουν οι εταιρίες, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών ( EE L 48, σ. 26 ).
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται το ιστορικό της διαφοράς, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο εφόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
3
Επειδή η βελγική κυβέρνηση δεν ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με τις προς θέσπιση διατάξεις εσωτερικού δικαίου προκειμένου να συμμορφωθεί με τις τρεις αυτές οδηγίες εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών οι οποίες είχαν παραταθεί με την οδηγία 82/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1982 (ΕΕ L 62, σ. 22), μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983 υπό τον όρο ότι τα κράτη μέλη επρόκειτο να μεταφέρουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη ταυτόχρονα και τις τρεις οδηγίες, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, θεωρώντας ότι δεν ελήφθησαν τα μέτρα μεταφοράς. Αφού έταξε με έγγραφο της 28ης Μαρτίου 1984 στη βελγική κυβέρνηση προθεσμία για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή διατύπωσε στις 16 Απριλίου 1985 αιτιολογημένη γνώμη. Η παρούσα προσφυγή ασκήθηκε, επειδή η βελγική κυβέρνηση δεν θέσπισε τα μέτρα μεταφοράς που είχε εξαγγείλει με το έγγραφο της 24ης Μαΐου 1985, σε απάντηση της αιτιολογημένης γνώμης.
4
Με το υπόμνημα αντικρούσεως της, η βελγική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι παρέλειψε να μεταφέρει τις τρεις οδηγίες στη βελγική έννομη τάξη. Επικαλείται τις δυσχέρειες στις οποίες προσέκρουσε η μεταφορά αυτή λόγω της βραχύτητας των προθεσμιών που είχαν ταχθεί συναφώς, των πολλαπλών ζητημάτων που έπρεπε να ρυθμίσει η εθνική νομοθεσία, της ελλείψεως σαφήνειας των οδηγιών με συνέπεια τα κράτη μέλη να είναι υποχρεωμένα να θεσπίσουν συγκεκριμένες διατάξεις, της ανάγκης να ληφθεί υπόψη η υπό σύσταση ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά, τέλος δε του σύνθετου χαρακτήρα των ακολουθητέων εθνικών διαδικασιών και των οφειλόμενων στην ασάφεια των οδηγιών δυσχερειών που συνδέονται με τις προς ανάθεση εξουσίες στις αρμόδιες εθνικές αρχές. Τέλος, η βελγική κυβέρνηση διευκρινίζει ότι στις 7 Μαρτίου 1984 ζήτησε από το Συμβούλιο της Επικρατείας να γνωμοδοτήσει επί νομοσχεδίου, η ψήφιση του οποίου θα κατοχύρωνε νομοθετικά τη μεταφορά των τριών οδηγιών και με βάση το οποίο καταρτίστηκαν τρία βασιλικά διατάγματα εκτελέσεως με σκοπό τη θέση τους σε ισχύ ταυτόχρονα με το εν λόγω νομοθετικό κείμενο.
5
Η Επιτροπή έκρινε ότι η περιλαμβανόμενη στο υπόμνημά αντικρούσεως της βελγικής κυβερνήσεως δήλωση αποδεικνύει επαρκώς την παράβαση και παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να υποβάλει υπόμνημα απαντήσεως.
6
Κατά την προφορική διαδικασία η βελγική κυβέρνηση διευκρίνισε ότι στις 11 Φεβρουαρίου 1986 το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε τη γνωμοδότηση του επί του νομοσχεδίου που του είχε υποβληθεί στις 7 Μαρτίου 1984 και ότι το νομοσχέδιο πρόκειται να κατατεθεί στο προεδρείο των νομοθετικών σωμάτων στις αρχές Απριλίου του 1987, αφού προηγουμένως χωρήσει εκ νέου επεξεργασία του. Εφόσον συζητηθεί κατά προτεραιότητα ενδέχεται να ψηφιστεί και να τεθεί σε ισχύ περί τα τέλη του έτους. Τα εκτελεστικά διατάγματα πρόκειται να αρχίσουν να ισχύουν συγχρόνως με την έναρξη ισχύος του νόμου.
7
Πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι περιστάσεις αυτές δεν είναι ικανές να εξαλείψουν την παράβαση που προσάπτεται στο Βασίλειο του Βελγίου. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες.
8
Πρέπει, συνεπώς, να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν θέσπισε εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες 79/279/ΕΟΚ, 80/390/ΕΟΚ και 82/121/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
9
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το καθού ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν θέσπισε εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/279/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979, περί του συντονισμού των όρων εισαγωγής κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών, την οδηγία 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1980, περί συντονισμού των όρων καταρτίσεως, ελέγχου και διαδόσεως του ενημερωτικού δελτίου που πρέπει να δημοσιεύεται για την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών, καθώς και την οδηγία 82/121/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1982, περί της περιοδικής πληροφορήσεως που πρέπει να δημοσιεύουν οι εταιρίες, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Κακούρης
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Bahlmann
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy