ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 403/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Ιστορικό
1.
Ο προσφεύγων F. προσελήφθη στην Επιτροπή ως έκτακτος υπάλληλος το 1975 και μονιμοποιήθηκε στο βαθμό Α 5 την 1η Απριλίου 1980.
2.
Στο πλαίσιο της πολιτικής ανταλλαγής υπαλλήλων, η οποία αποσκοπεί στην ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δημόσιων υπηρεσιών και των υπηρεσιών της Επιτροπής, ο προσφεύγων αποσπάστηκε στο γαλλικό Υπουργείο για τη Συνεργασία και την Ανάπτυξη, για διάστημα δύο ετών, από 1ης Ιουλίου 1982. Κατόπιν αυτού, ο προσφεύγων και η οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι.
3.
Από την αρχή της εν λόγω περιόδου, ο προσφεύγων, ο οποίος είναι κορσικανικής καταγωγής, υπήρξε υποψήφιος στις εκλογές για την ανάδειξη νέας τοπικής Βουλής της Κορσικής. Προς τούτο έλαβε από το γαλλικό υπουργείο άδεια απουσίας λόγω της υποψηφιότητας του, αλλά δεν ειδοποίησε σχετικά την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Κατά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, στις 8 Αυγούστου 1982, ο προσφεύγων πληροφορήθηκε ότι είχε εκλεγεί μέλος της Βουλής και γνωστοποίησε την εκλογή του στο γαλλικό υπουργείο. Αντίθετα, δεν πληροφόρησε σχετικά την Επιτροπή παρά με επιστολή της 8ης Σεπτεμβρίου 1982 και της ζήτησε την άδεια να ασκήσει τα καθήκοντά του ως μέλος της τοπικής Βουλής.
4.
Ο γενικός διευθυντής διοικήσεως και προσωπικού Morel, έχοντας πληροφορηθεί, προτού ακόμη ενημερωθεί σχετικά μέσω της προαναφερθείσας επιστολής του προσφεύγοντος, ότι ο προσφεύγων είχε εκλεγεί μέλος της Βουλής της Κορσικής, ζήτησε από τις υπηρεσίες του να εξετάσουν τα διάφορα προβλήματα που συνδέονταν με την υποψηφιότητα και την εκλογή του προσφεύγοντος κατά το χρόνο που βρισκόταν αποσπασμένος στις γαλλικές αρχές. Ο προσφεύγων, όταν πληροφορήθηκε τις φήμες σχετικά, ιδίως, με την πρόθεση να τεθεί τέρμα στην απόσπαση του, επιδίωξε συνάντηση με τον Morel.
Β — Τα γεγονότα της 6ης Οκτωβρίου 1982
1.
Στις 6 Οκτωβρίου 1982, ο Morel δέχτηκε τον προσφεύγοντα στο γραφείο του παρουσία του βοηθού του Petit-Laurent. Τα διαμειφθέντα κατά τη συνάντηση εκείνη, τα οποία προκάλεσαν εκ των υστέρων τις πειθαρχικές διώξεις κατά του προσφεύγοντος, συνοψίστηκαν από το πειθαρχικό συμβούλιο στην αιτιολογημένη γνώμη του της 8ης Μαρτίου 1983 ως εξής:
«...
Αντικείμενο της συνομιλίας ήταν η εξέταση των διοικητικών συνεπειών της εκλογής του (προσφεύγοντος) στην τοπική Βουλή της Κορσικής. Επρόκειτο για τα εξής ζητήματα:
—
την τήρηση εκ μέρους του (προσφεύγοντος) των διατάξεων του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων με την ευκαιρία της εκλογής του στη Βουλή της Κορσικής,
—
το συμβιβαστό της ασκήσεως των καθηκόντων του ως βουλευτή με την άσκηση των καθηκόντων του στην Επιτροπή σε σχέση με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης,
—
το συμβιβαστό της νέας καταστάσεως που προκύπτει από τα εν λόγω καθήκοντα του βουλευτή με την άσκηση των καθηκόντων του στη Γαλλία στο πλαίσιο των ανταλλαγών υπαλλήλων.
Μολονότι τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν υπήρξαν εν μέρει πολύ αμφισβητούμενα, η συζήτηση διεξήχθη κατά το μεγαλύτερο μέρος της σε ήπιο τόνο, με κάθε αντικειμενικότητα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μόνο στο τέλος, όταν φάνηκε ότι δεν ήταν δυνατή καμιά προσέγγιση απόψεων και ύστερα από την απάντηση του Morel (στον προσφεύγοντα) σχετικά με την πρόθεση που είχε εκφράσει ο τελευταίος να προσφύγει στο Δικαστήριο για την περίπτωση του.
(Ο προσφεύγων) επιτέθηκε κατά του Morel κατά τρόπο αιφνίδιο και βίαιο. Τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο και τον άρπαξε από το εμπρόσθιο μέρος του υποκαμίσου του που σχίστηκε. Από τη βιαιότητα της συγκρούσεως ο Morel έπεσε από την πολυθρόνα όπου ήταν καθισμένος και πληγώθηκε στο χέρι, στην προσπάθειά του να κρατηθεί από την άκρη του χαμηλού γυάλινου τραπεζιού, γύρω από το οποίο ήταν καθισμένοι οι τρεις συνομιλητές.
Ο Morel πρόσθεσε ότι (ο προσφεύγων) τον ελάκτισε ενώ ήταν καταγής και ότι, για να προστατεύσει την κοιλιά του, σήκωσε το πόδι του το οποίο και τραυματίστηκε. (Ο προσφεύγων ) δήλωσε ότι δεν θυμόταν τίποτα απ' όλ' αυτά. Ο Petit-Laurent δήλωσε ότι δεν το είδε αυτό, καθόσον προσπαθούσε να συγκρατήσει τον ( προσφεύγοντα ).
Εξάλλου, ο Morel και ο Petit-Laurent δήλωσαν ότι ενώ ο Morel ήταν καταγής, (ο προσφεύγων ) άρπαξε ένα σταχτοδοχείο που ήταν πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι για να το εκσφενδονίσει κατά του Morel και ότι χάρη στην παρέμβαση του Petit-Laurent, ο οποίος κράτησε από πίσω (τον προσφεύγοντα) για να τον συγκρατήσει, η τροχιά του σταχτοδοχείου παρέκκλινε με αποτέλεσμα να γρατζουνιστεί μόνο το αυτί του Morel. Ο Morel δήλωσε ότι η πληγή του αυτιού του πρέπει να θεωρηθεί ότι οφείλεται σ' αυτό το γεγονός. (Ο προσφεύγων) αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι εκσφενδόνισε το σταχτοδοχείο. Κατά τη γνώμη του, αυτό έπεσε προφανώς από το τραπέζι. »
2.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, στην υπόθεση 228/83 (βλέπε απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, F. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 275 ), ο προσφεύγων πρόσθεσε ιδίως ότι, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, ο Morel του ανακοίνωσε την αμετάκλητη απόφαση του να θέσει τέρμα στην απόσπαση του, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι είχε τη σχετική συγκατάθεση του γραφείου του γάλλου Υπουργού Συνεργασίας. Στην αρχή, ο προσφεύγων διατήρησε την ψυχραιμία του. Μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η παύση της αποσπάσεως του πριν από τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου των δύο ετών θα δημιουργούσε στον ίδιο και την οικογένειά του δυσκολίες λόγω των ιδιωτικών και οικογενειακών δεσμεύσεων που είχε αναλάβει λόγω της τοποθετήσεως του στο Παρίσι και, τέλος, ότι η άσκηση του λειτουργήματος του αντιπροσώπου στην τοπική Βουλή της Κορσικής συνεπαγόταν περιορισμένες μόνο απουσίες, τις οποίες ήταν πρόθυμος να συμψηφίσει με τις άδειες του. Παρ' όλα αυτά, ο Morel έμεινε ακλόνητος στην πρόθεση του να θέσει τέρμα στην απόσπαση. Ως ύστατη προσπάθεια, καθώς ο προσφεύγων έβλεπε ότι με κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε δεν μπορούσε ο Morel να αλλάξει στάση, σηκώθηκε λέγοντας ότι ήταν αναγκασμένος να προσφύγει στο Δικαστήριο. Εκείνη όμως τη στιγμή ο Morel ξέσπασε σε γέλια. Κατά τον προσφεύγοντα, αυτό το ξέσπασμα γέλιου του δημιούργησε ξαφνικά ένα βαθύ συναίσθημα αβεβαιότητας και αγωνίας που τον έκανε να υπερβεί τα όρια της αντοχής του στις απογοητεύσεις.
3.
Η Επιτροπή επισήμανε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Morel, κατά τη συνομιλία του με τον προσφεύγοντα, του γνωστοποίησε απλώς την προσωπική του αντίληψη ότι το να εξακολουθήσει να βρίσκεται στη διάθεση των γαλλικών αρχών ήταν αντίθετο προς το πνεύμα και τη φιλοσοφία του συστήματος ανταλλαγών των υπαλλήλων. Όταν ο προσφεύγων του εξέθεσε τις υλικές και οικογενειακής φύσεως δυσχέρειες, που θα του δημιουργούσε η επιστροφή του στις Βρυξέλλες, ο Morel δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να του χορηγήσει κάποια προθεσμία προκειμένου να τακτοποιήσει αυτά τα ζητήματα. Εξάλλου, ο Morel ζήτησε από τον προσφεύγοντα να τον πληροφορήσει λεπτομερέστερα για τη σημασία των καθηκόντων του ως μέλους της τοπικής Βουλής της Κορσικής. Η Επιτροπή επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι ο Morel αμφισβήτησε ότι ξέσπασε σε γέλια.
4.
Αμέσως μετά τα πιο πάνω γεγονότα, ο προσφεύγων υποβλήθηκε σε ψυχιατρική εξέταση. Από τη γνωμάτευση της 27ης Οκτωβρίου 1982, που συντάχθηκε από δύο ψυχιάτρους, τους ιατρούς De Geyter και Dumont, προέκυψε, μεταξύ άλλων, ότι ο προσφεύγων έπρεπε να θεωρηθεί ικανός προς καταλογισμό, κατά την έννοια του νόμου, κατά το χρονικό σημείο των περιστατικών που προαναφέρθηκαν, πλην όμως έπρεπε να ληφθεί υπόψη η «νευρωτική του προσωπικότητα που χαρακτηρίζεται, ιδίως, από μείωση των ορίων αντοχής του στις απογοητεύσεις. Η ψυχοδυναμική της επιθετικής συμπεριφοράς (του προσφεύγοντος) έγκειται σε μια απότομη και εκρηκτική αντίδραση αδυναμίας ενώπιον μαζικής απογοητεύσεως που επιφέρει όχι μόνο αβεβαιότητα αλλά και αγωνία, σχεδόν υπαρξιακή. Φαίνεται ότι η αντίδραση αυτή προκλήθηκε από τη ναρκιστική πληγή που συνιστούσε στα μάτια ( του προσφεύγοντος) η στάση του γενικού διευθυντή, την οποία αυτός θεώρησε ως αδιάφορη και αυθόρμητη. Πράγματι, ο θυμός ( του προσφεύγοντος) εξέφραζε μια δυσφορία ολόκληρης της υπάρξεως. Εξάλλου, πρέπει... να ληφθεί υπόψη ότι (ο προσφεύγων) έχει αναμφίβολα μεσογειακή ψυχοσύνθεση που εκρήγνυται ταχύτερα. Όταν κρίνεται ο αντιδραστικός επιθετικός θυμός που (ο προσφεύγων) επέδειξε στις 6 Οκτωβρίου 1982, πρέπει να ληφθεί υπόψη η νευρωτική προσωπικότητά του και η μεσογειακή ψυχοσύνθεση του ».
5.
Εξάλλου, από μια ιατρική γνωμάτευση της 12ης Οκτωβρίου 1982 των ιατρών Mambourg και Siddons προκύπτει ότι ο πρώτος, ο οποίος εκλήθη κατεπειγόντως στις 6 Οκτωβρίου 1982 για να παράσχει τις πρώτες φροντίδες στον Morel μετά τα γεγονότα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, διαπίστωσε ότι ο Morel παρουσίαζε επιφανειακές πληγές « ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη του δεξιού χεριού » και « στο λοβό του δεξιού αυτιού ». Τέλος, στις 11 Οκτωβρίου 1982, ο δρ Siddons διαπίστωσε ότι ο Morel είχε « μώλωπες που εκτείνονταν στο πίσω μέρος του δεξιού μηρού ».
Γ — Η πειθαρχική διαδικασία
1.
Με απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1982 του αρμόδιου την εποχή εκείνη για θέματα προσωπικού επιτρόπου Burke, ο προσφεύγων τέθηκε σε αργία χωρίς να στερηθεί τις αποδοχές του. Κατόπιν, κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία που προβλέπει το παράρτημα IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
2.
Αφού προέβη στην εξέταση του προσφεύγοντος και πολλών μαρτύρων, το πειθαρχικό συμβούλιο διατύπωσε ομοφώνως στις 8 Μαρτίου 1983 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία προτάθηκε να επιβληθεί στον προσφεύγοντα η πειθαρχική ποινή του υποβιβασμού και η οποία, εν κατακλείδι, περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«...
Συμπεριφορά όπως η περιγραφόμενη πρέπει να κριθεί αυστηρότατα, καθόσον μάλιστα προήλθε από υπάλληλο που ανήκει στην κατηγορία των κύριων υπαλλήλων διοικήσεως. ... Κατά συνέπεια, στον υπάλληλο που συμπεριφέρεται κατά τον τρόπο που περιγράφηκε έπρεπε να επιβληθεί η αυστηρότερη ποινή.
Από την ανάλυση όμως των πραγματικών περιστατικών, το πειθαρχικό συμβούλιο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι υπήρξαν ελαφρυντικές περιστάσεις, που απορρέουν:
—
αφενός, από το νευρωτικό χαρακτήρα ( του προσφεύγοντος), ο οποίος χαρακτηρίζεται από ελαττωμένο όριο αντοχής στις απογοητεύσεις·
—
αφετέρου, από το συναίσθημα ανασφάλειας και αγωνίας, ανάλογο με τη βαθιά απογοήτευση που δημιουργήθηκε στον (προσφεύγοντα), από το βάρος των ενδεχόμενων συνεπειών των αποφάσεων που ήταν δυνατό να ληφθούν σχετικά μ' αυτόν, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες οργανώθηκε η συνομιλία και από την εξέλιξη της·
—
τέλος, από την έκδηλη έλλειψη προμελέτης.
... »
3.
Με απόφαση της 7ης Απριλίου 1983, η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με έγγραφο της 8ης Απριλίου 1983, ο Burke, ενεργώντας ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού άκουσε τον προσφεύγοντα καθώς και τους δικηγόρους του, επέβαλε στον προσφεύγοντα την ποινή παύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 86, παράγραφος 2, στοιχείο στ), του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης χωρίς περιορισμό ή αφαίρεση του δικαιώματος συντάξεως, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Μαΐου 1983.
4.
Ο προσφεύγων, ύστερα από την απόρριψη της διοικητικής ενστάσεώς του, άσκησε την προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό 228/83, επιδιώκοντας κατ' ουσία την ακύρωση της προαναφερθείσας αποφάσεως της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 1983.
5.
Με την προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 7ης Απριλίου 1983 ελλείψει αιτιολογίας. Σχετικά, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «η αιτιολογία της... αποφάσεως δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο ούτε να ελέγξει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η εν λόγω απόφαση, ούτε, προπαντός, να εκτιμήσει τους λόγους για τους οποίους η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επέλεξε αυστηρότερη ποινή από αυτή που είχε προτείνει το συμβούλιο ». Επομένως, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην Επιτροπή εναπόκειτο να λάβει νέα απόφαση, δεόντως αιτιολογημένη, τερματίζουσα την πειθαρχική διαδικασία.
6.
Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή έλαβε απόφαση περί θέσεως του προσφεύγοντος σε αργία εν αναμονή της αποφάσεως που θα ελάμβανε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εις εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Εξάλλου, προβλέφθηκε η μη στέρηση των αποδοχών του προσφεύγοντος.
7.
Όσον αφορά τη νέα πειθαρχική απόφαση που επρόκειτο να ληφθεί κατά του προσφεύγοντος, ο τελευταίος, επικουρούμενος από τους δικηγόρους του, εξετάστηκε από το αρμόδιο για θέματα προσωπικού μέλος της Επιτροπής, τον Christophersen, ενεργώντας ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, στις 15 Φεβρουαρίου 1985. Από τα πρακτικά της συναντήσεως αυτή, που εγκρίθηκαν από τον προσφεύγοντα και τους δικηγόρους του, προκύπτει ότι ο προσφεύγων δήλωσε:
« ότι λυπάται για την υπόθεση αυτή και τις συνέπειές της αλλά ότι είχε δίκιο. Αντίθετα προς ό,τι λέγεται, υπήρχαν πολλά προβλήματα μεταξύ των Κορσικανών και των Γάλλων και κατά τη γνώμη του στις σχέσεις που είχε ο Morel μαζί του εκδηλώθηκε επίσης και η ένταση αυτή.
...
(Ο προσφεύγων) επισημαίνει ότι ματαίως δοκίμασε με τη μεσολάβηση τρίτου να έρθει σε επαφή με τον Morel, προκειμένου να έχει με τον τελευταίο συζήτηση κατά τη διάρκεια της οποίας θα μπορούσε να του δώσει εξηγήσεις και ίσως να του ζητήσει συγνώμη αν και θεωρεί ότι στην υπόθεση αυτή τα σφάλματα βαρύνουν και τις δύο πλευρές. (Ο προσφεύγων) αναγνωρίζει τη δική του ευθύνη στην υπόθεση αυτή αλλά θεωρεί ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Morel προσπάθησε να τον ξεγελάσει προσωπικώς, προσπαθώντας να τον κάνει να πιστεύσει ότι είχε τη συναίνεση του ιεραρχικώς ανωτέρου του στη Γαλλία, έχει επίσης μεγάλη σημασία και ότι είναι πολύ εύκολο υπό αυτές τις συνθήκες να καταλογίσουν σ' αυτόν όλες τις ευθύνες. Εντούτοις, ισχυρίζεται ότι θα είχε προβεί στο εν λόγω διάβημα όσο και αν του είχε στοιχίσει, αν ο Morel είχε δεχτεί την επαφή αυτή.
... »
9.
Με έγγραφο της 15ης Μαρτίου 1985, απευθυνόμενο στον επίτροπο Christophersen, οι δικηγόροι του προσφεύγοντος διαβίβασαν μια ιατρική έκθεση που είχε συντάξει ο θεράπων ιατρός του προσφεύγοντος και στην οποία αναφερόταν ότι, κατόπιν πληροφορίας της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων είχε παυθεί εκ νέου, ο τελευταίος υπέστη « σοβαρό καρδιακό επεισόδιο ».
10.
Τέλος, με απόφαση της 6ης Μαΐου 1985, η οποία διαβιβάστηκε στον προσφεύγοντα στις 10 Μαΐου, ο Christophersen, ενεργώντας ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αποφάσισε να επιβάλει στον προσφεύγοντα εκ νέου την ποινή παύσεως, χωρίς περιορισμό ή κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου. Η απόφαση, η οποία άρχισε να ισχύει στις 31 Μαΐου 1985, αιτιολογήθηκε με τις ακόλουθες σκέψεις:
«...
4)
εκτιμώντας ότι στις 6 Οκτωβρίου 1982, ( ο προσφεύγων ), τεθείς στη διάθεση του γαλλικού Υπουργείου για τη Συνεργασία και την Ανάπτυξη στο πλαίσιο της ανταλλαγής υπαλλήλων, έγινε δεκτός από τον J. C. Morel, γενικό διευθυντή διοικήσεως και προσωπικού, προκειμένου να εξετάσει μαζί του τις διοικητικές συνέπειες της πρόσφατης εκλογής του στη Βουλή της Κορσικής·
5)
εκτιμώντας ότι η συζήτηση αυτή προκάλεσε τη λήψη διαφορετικών θέσεων·
6)
εκτιμώντας ότι στο τέλος της συζητήσεως, μετά την απάντηση του Morel ( στον προσφεύγοντα) σχετικά με την πρόθεση του να φέρει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο τελευταίος γρονθοκόπησε τον Morel, τον άρπαξε από το εμπρόσθιο μέρος του υποκαμίσου του που σχίστηκε, τον έκανε να πέσει από το κάθισμα στο οποίο βρισκόταν, προκαλώντας επιφανειακή πληγή στο χέρι·
7)
εκτιμώντας ότι δεν κατέστη δυνατό να εκτιμηθεί με βεβαιότητα η προέλευση της πληγής στο λοβό του δεξιού αυτιού που ο Morel αποδίδει στο γεγονός ότι (ο προσφεύγων) του εκσφενδόνισε ένα σταχτοδοχείο, γεγονός που αυτός ο τελευταίος αμφισβητεί·
8)
εκτιμώντας ότι ο Morel δήλωσε ότι (ο προσφεύγων) τον λάκτισε ενώ βρισκόταν στο πάτωμα, γεγονός που (ο προσφεύγων ) δήλωσε ότι δεν θυμόταν·
9)
εκτιμώντας εν πάση περιπτώσει ότι την ίδια ημέρα που συνέβη το επεισόδιο ο δρ Mambourg διαπίστωσε ότι ο Morel είχε επιπόλαιες πληγές μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη του δεξιού χεριού και στο λοβό του δεξιού αυτιού, ότι ο δρ Siddons διαπίστωσε στις 11 Οκτωβρίου 1982 ότι ο Morel είχε «εκτεταμένους μώλωπες στο πίσω μέρος του δεξιού μηρού »·
10)
εκτιμώντας ότι οι εν λόγω πληγές και μώλωπες, η ύπαρξη των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι οι άμεσες ή έμμεσες συνέπειες της βιαιότητας με την οποία (ο προσφεύγων) επιτέθηκε κατά του συνομιλητή του·
11)
εκτιμώντας, συνεπώς, ότι έχει αποδειχθεί ότι ( ο προσφεύγων ) προέβη σε βίαιη επίθεση κατά του γενικού διευθυντή διοικήσεως και προσωπικού·
12)
εκτιμώντας ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της, αυτή η συμπεριφορά πρέπει να κριθεί αυστηρότατα, καθόσον μάλιστα προήλθε από υπάλληλο που ανήκει στην κατηγορία των κύριων υπαλλήλων διοικήσεως·
13)
εκτιμώντας ότι το πειθαρχικό συμβούλιο έχει τη γνώμη ότι ( στον προσφεύγοντα ) πρέπει να αναγνωριστούν ελαφρυντικές περιστάσεις, λόγω του νευρωτικού χαρακτήρα του που χαρακτηρίζεται από ελαττωμένο όριο αντοχής στις απογοητεύσεις, λόγω του συναισθήματος ανασφάλειας και αγωνίας κατά το χρόνο της συζητήσεως με το γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως και λόγω της ελλείψεως προμελέτης·
14)
εκτιμώντας ότι οι περιστάσεις τις οποίες ανέφερε το πειθαρχικό συμβούλιο δεν έχουν τον ελαφρυντικό χαρακτήρα που αυτό τους αποδίδει·
15)
εκτιμώντας ότι ένας υπάλληλος είναι ανεύθυνος πειθαρχικώς μόνο σε περίπτωση πνευματικής νόσου, τόσο βαριάς ώστε να υφίστανται αμφιβολίες ως προς την πρόθεση διαπράξεως πειθαρχικού παραπτώματος' ότι υπό το φως της ιατρικής γνωματεύσεως που υποβλήθηκε από τους ιατρούς De Geyter και Dumont στις 27 Οκτωβρίου 1982, δεν συνέβη κάτι τέτοιο στην περίπτωση ( του προσφεύγοντος ) και ότι οι πράξεις στις οποίες προέβη έγιναν με πλήρη επίγνωση της καταστάσεως·
16)
εκτιμώντας, καταρχάς, όσον αφορά την κατάσταση ανασφάλειας και αγωνίας στην οποία βρισκόταν, ότι ( ο προσφεύγων ) είχε τεθεί στη διάθεση του γαλλικού Υπουργείου για τη Συνεργασία και την Ανάπτυξη προς το συμφέρον της υπηρεσίας· ότι συνέβαλε στη δημιουργία της καταστάσεως όπως αυτή εμφανιζόταν στις 6 Οκτωβρίου 1982, λαμβάνοντας την πρωτοβουλία να εμφανιστεί ως υποψήφιος στις εκλογές της Βουλής της Κορσικής χωρίς να ενημερώσει την Επιτροπή από την αρχή, όπως είχε την υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης· ότι έπρεπε να σκεφτεί ότι στη διάρκεια της συζητήσεως θα αναφερθεί ιδίως το ενδεχόμενο ανακλήσεως στις Βρυξέλλες· ότι κατ' ουσίαν τον απασχολούσε ο κίνδυνος να τεθεί υπό αμφισβήτηση η δραστηριότητά του στο Παρίσι·
17)
εκτιμώντας ότι μπορεί μεν η διοικητική αρχή να λαμβάνει υπόψη της τις φιλοδοξίες των υπαλλήλων, δεν μπορεί όμως να δίνει στις προσωπικές αυτές απόψεις πρωτεύοντα χαρακτήρα, δεδομένου ότι η τελική της απόφαση πρέπει να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας·
18)
εκτιμώντας ότι, στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, σε κάθε υπάλληλο μπορούν να εφαρμοστούν διοικητικά μέτρα που υπαγορεύονται από το συμφέρον της υπηρεσίας και τα οποία θίγουν λιγότερο ή περισσότερο σοβαρά τις προσωπικές του φιλοδοξίες·
19)
εκτιμώντας ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και οι διοικητικές κανονιστικές ρυθμίσεις προβλέπουν ευρείες δυνατότητες προσφυγής σε διάφορα επίπεδα·
20)
εκτιμώντας ότι, όσον αφορά το ελαττωμένο όριο αντοχής στις απογοητεύσεις, αν οι διαφορές αυτών των ορίων από το ένα άτομο στο άλλο μπορούν να εξηγήσουν τις διαφορές στη συμπεριφορά, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρησιμοποίηση της σωματικής βίας·
21)
εκτιμώντας ότι αν πρέπει να γίνει δεκτό ότι η — μη προμελετημένη — συμπεριφορά ( του προσφεύγοντος ) είναι το αποτέλεσμα μιας παρορμητικής φύσεως, ομοίως πρέπει να λεχθεί ότι προβαίνοντας στην εν λόγω επίθεση ξεπέρασε ένα όριο που είναι απαράδεκτο για έναν υπάλληλο με ευθύνες κατά την άσκηση των καθηκόντων του·
22)
εκτιμώντας εντούτοις ότι αυτή η παρορμητικότατα δεν εκδηλώθηκε στη συνέχεια θετικά, ως έκφραση στον Morel της ελάχιστης λύπης είτε για την ίδια την ενέργεια είτε για τις συνέπειές της και ότι ( ο προσφεύγων) εκφράστηκε σχετικά μόλις κατά τη διάρκεια της εξετάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 1985, η διεξαγωγή της οποίας έγινε υπό ιδιαίτερες συνθήκες·
23)
εκτιμώντας ότι η προμελέτη μπορεί μεν σε ορισμένες περιπτώσεις να θεωρηθεί ως επιβαρυντική περίσταση, η έλλειψη προμελέτης όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντική περίσταση·
24)
εκτιμώντας υπό τις συνθήκες αυτές ότι κάθε ποινή υποβιβασμού θα ήταν ακατάλληλη σε σχέση με τη διαπιστωθείσα παράβαση, η βαρύτητα της οποίας δεν μπορεί να μειωθεί από τις περιστάσεις που έλαβε υπόψη του το πειθαρχικό συμβούλιο. »
Δ — Η μετά την επίμαχη απόφαση διαδικασία
1.
Στις 6 Ιουνίου 1985, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
2.
Με έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 1985, υπογεγραμμένο εξ ονόματος της Επιτροπής από τον Christophersen, γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα ότι η ένσταση του είχε απορριφθεί.
3.
Κατόπιν αυτού, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Δεκεμβρίου 1985.
4.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη
—
συνεπώς, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 1985 και, καθόσον είναι αναγκαίο, την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως·
—
να διατάξει την εξέταση ως μαρτύρων των Pierre Duchateau και J. Audibert καθώς και του πατέρα του προσφεύγοντος σχετικά με ορισμένα περιστατικά που επικαλέστηκε ο προσφεύγων και τέθηκαν εν αμφιβόλω ή αμφισβητήθηκαν από την Επιτροπή·
—
να εξετάσει, εφόσον είναι αναγκαίο, ως προς τα ίδια γεγονότα τον προσφεύγοντα·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει την προσφυγή αβάσιμη·
—
να αποφανθεί επί των εξόδων βάσει των σχετικών εφαρμοστέων διατάξεων.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
i) Επί τov αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 6ης Μαΐου 1985
Ο προσφεύγων προβάλλει δύο λόγους:
—
πεπλανημένη και ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεως·
—
παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Επί της αιτιολογίας της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, που ο προσφεύγων χαρακτήρισε πεπλανημένη και ανεπαρκή
1.
Ο προσφεύγων υπενθυμίζει ότι η αξίωση για ορθή αιτιολογία, όπως τη ζητεί το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, αναφέρεται τόσο στην πραγματικότητα των γεγονότων που προσάπτονται στον προσφεύγοντα όσο και στους λόγους επιλογής αυστηρότερης ποινής από αυτή που υπέδειξε το πειθαρχικό συμβούλιο. Όμως, η απόφαση δεν ανταποκρίνεται δεόντως σε κανένα από τα δύο αυτά σημεία.
α)
'Ετσι, όσον αφορά τα γεγονότα που προσάπτονται στον προσφεύγοντα, η απόφαση, παραλείποντας ορισμένα γεγονότα ή εμφανίζοντάς τα κατά τρόπο που να επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο ο προσφεύγων, λαμβάνει υπόψη της μέρος μόνο της αλήθειας. Εξάλλου, δεν αποδεικνύει τις επιβαρυντικές συνθήκες υπό τις οποίες διαδραματίστηκε το επεισόδιο στο γραφείο του Morel στις 6 Οκτωβρίου 1982.
Ειδικότερα, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής δεν μπορεί να βασιστεί, ακόμα και υπό τη μορφή αμφιβολίας, στο ότι ο προσφεύγων είχε εκσφενδονίσει ένα σταχτοδοχείο κατά του Morel ούτε στο ότι είχε λακτίσει τον Morel όταν αυτός έπεσε. Στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία ταυτίζεται με την ποινική διαδικασία, η αμφιβολία αποβαίνει υπέρ του προσφεύγοντος.
Εξάλλου, η απόφαση ηθελημένα δεν αντιπαράθεσε στην ενέργεια — αν και μη συγγνωστή — του προσφεύγοντος την προκλητική και εξευτελιστική συμπεριφορά της οποίας αυτός ήταν το αντικείμενο. Ιδίως, η απόφαση δεν υπενθύμισε την πείσμονα επιμονή του Morel, κατά τη συζήτηση της 6ης Οκτωβρίου 1982, να μη δίνει σημασία στα επαναλαμβανόμενα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, στάση η οποία μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ως έκφραση της θελήσεως του να βλάψει τον προσφεύγοντα. Ομοίως, η απόφαση δεν αναφέρεται στην έκρηξη περιφρονητικού γέλιου, με την οποία ο Morel υποδέχτηκε το απογοητευμένο αίτημα του προσφεύγοντος, σύμφωνα με το οποίο δεν του έμενε τίποτε άλλο παρά να φέρει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου.
Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται μεν ότι ο προσφεύγων συνέβαλε στο να δημιουργηθεί η κατάσταση όπως ήταν στις 6 Οκτωβρίου 1982, εμφανισθείς ως υποψήφιος της Βουλής της Κορσικής χωρίς να ειδοποιήσει σχετικά την Επιτροπή εξ υπαρχής, όπως είχε υποχρέωση να το πράξει βάσει του άρθρου 15 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο προσφεύγων υπενθυμίζει όμως, ότι όχι μόνο είχε ζητήσει και είχε λάβει την άδεια να συμμετάσχει στις εκλογές από την αρχή, υπό την επίβλεψη της οποίας βρισκόταν, λόγω της διαδικασίας ανταλλαγής, εν προκειμένω από το γαλλικό Υπουργείο για τη Συνεργασία και την Ανάπτυξη, αλλά είχε και ο ίδιος πάρει την πρωτοβουλία να ζητήσει, με επιστολή προς τον Morel της 8ης Σεπτεμβρίου 1982, δηλαδή αμέσως μετά τις διακοπές, την άδεια ασκήσεως της εντολής του. Η στάση αυτή έπρεπε να αντιταχθεί στη στάση του Morel, ο οποίος κακώς είχε βεβαιώσει ότι είχε λάβει τη συναίνεση του Audibert, προϊσταμένου του γραφείου του γάλλου υπουργού Cot, για να τερματιστεί η απόσπαση.
β)
Επιπλέον, η επίμαχη απόφαση δεν αντιτάσσει καμία προσήκουσα ανασκευή των ελαφρυντικών περιστάσεων που είχε λάβει υπόψη του το πειθαρχικό συμβούλιο.
Πράγματι, εντελώς εσφαλμένα προβάλλεται ο ισχυρισμός, όπως συμβαίνει στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα ιατρική γνωμάτευση της 27ης Οκτωβρίου 1982, οι πράξεις στις οποίες προέβη ο προσφεύγων έγιναν « με πλήρη επίγνωση της καταστάσεως». Αντιθέτως, ακόμη και αν ο προσφεύγων δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι είναι παράφρων σε σημείο που να είναι ακαταλόγιστος, από τη γνωμάτευση αυτή προκύπτει ότι είχε ενεργήσει παρορμητικά, χωρίς να έχει συνείδηση τη στιγμή εκείνη αυτού το οποίο έκανε.
Εξάλλου, η αναφορά στο « συμφέρον της υπηρεσίας », που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι και ακατάλληλη και αβάσιμη. Ακατάλληλη, υπό την έννοια ότι μια πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται λόγω του συμφέροντος της υπηρεσίας αλλά ενόψει επαγγελματικών πταισμάτων, ο βαθμός σπουδαιότητας των οποίων εκφράζεται με την κατάλληλη πειθαρχική ποινή. Αβάσιμη, καθόσον ενδεχόμενη παραβίαση του συμφέροντος της υπηρεσίας θα έπρεπε να αφορά τη μη τήρηση της διαδικασίας αποσπάσεως του προσφεύγοντος στο γαλλικό υπουργείο. Σχετικά ο προσφεύγων υπενθύμισε ότι στις 9 Νοεμβρίου 1982, ο Cot, γάλλος Υπουργός για τη Συνεργασία, είχε ρητά πληροφορήσει τον πρόεδρο της Επιτροπής ότι ο προσφεύγων μπορούσε να αναλάβει πάλι τα καθήκοντά του στο υπουργείο.
Εξάλλου, η Επιτροπή είχε μεν αναφέρει στην απόφαση της ότι ο προσφεύγων είχε « υπερβεί κατά τρόπο απαράδεκτο για έναν υπάλληλο με ευθύνες τα όρια της καλής συμπεριφοράς κατά την άσκηση των καθηκόντων του », ο ίδιος ο προσφεύγων υπενθυμίζει όμως τη διαπίστωση που αναγράφεται στην ιατρική γνωμάτευση της 27ης Οκτωβρίου 1982, κατά την οποία έπρεπε να ληφθεί υπόψη η « νευρωτική του προσωπικότητα που χαρακτηρίζεται από μείωση των ορίων αντοχής του στις απογοητεύσεις ».
Τέλος, ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ορισμένες περιστάσεις που μπορούν να ελαττώσουν την ευθύνη του προσφεύγοντος, δηλαδή το γεγονός ότι ο προσφεύγων ενήργησε παρορμητικά. Όμως, κάνοντας δεκτή την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων, η Επιτροπή δεν θα είχε το δικαίωμα να επιβάλει στον προσφεύγοντα την πιο αυστηρή πειθαρχική ποινή που προβλέπεται.
2.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα του προσφεύγοντος, σύμφωνα με το οποίο η αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως είναι πεπλανημένη ή ανεπαρκής.
α)
Όσον αφορά τα γεγονότα που προσάπτονται στον προσφεύγοντα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η απόφαση δεν θεωρεί ως δεδομένο ότι εκσφενδόνισε ένα σταχτοδοχείο στον Morel ούτε ότι τον ελάκτισε όταν αυτός έπεσε. Πράγματι, η απόφαση βασίζεται στη διαπίστωση, η οποία έγινε την ίδια ημέρα με το ατύχημα από τον ιατρό Mambourg και στις 11 Οκτωβρίου του ίδιου έτους από το γιατρό Siddons, των πληγών και μωλώπων στο πρόσωπο του Morel, των οποίων η ύπαρξη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και οι οποίες αποτελούν την άμεση ή έμμεση συνέπεια της βιαιότητας με την οποία ο προσφεύγων επιτέθηκε στο συνομιλητή του. Επομένως, η επίμαχη απόφαση ευλόγως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων επιτέθηκε βίαια κατά του Morel. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αντίθετα προς ό,τι πιστεύει ο προσφεύγων, η πειθαρχική διαδικασία, η οποία χαρακτηρίζεται από την αναγνώριση στην πειθαρχική αρχή πολύ ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, δεν ταυτίζεται με την ποινική διαδικασία.
Εξάλλου, ο προσφεύγων προσάπτει στην πειθαρχική αρχή ότι δεν έλαβε υπόψη της το πλαίσιο εντός του οποίου διαδραματίστηκε το επεισόδιο, η Επιτροπή παρατηρεί όμως ότι ο προσφεύγων προσέδωσε στα γεγονότα τη δική του εκδοχή, η οποία εντόνως αμφισβητήθηκε όχι μόνο από τον Morel αλλά επίσης και από τον Petit-Laurent, το μόνο πρόσωπο που παραβρέθηκε στη συζήτηση της 6ης Οκτωβρίου 1982.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων συνέβαλε στη δημιουργία της καταστάσεως, όπως αυτή εμφανίστηκε στις 6 Οκτωβρίου 1982. Πράγματι, ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα στις εκλογές της Κορσικής χωρίς να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή και αυτό κατά παράβαση του άρθρου 15 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Για την εκλογή του δεν ενημέρωσε την Επιτροπή παρά μόνο με επιστολή της 8ης Σεπτεμβρίου 1982 και ζήτησε από αυτήν την άδεια για να ασκήσει τα βουλευτικά του καθήκοντα. Υπ' αυτό το πνεύμα, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι ο Morel τον βεβαίωσε ότι είχε τη συναίνεση του Audibert προκειμένου να τερματιστεί η απόσπασή του στο Παρίσι, ενώ ο Morel αμφισβήτησε κατηγορηματικώς τη βεβαίωση αυτή κατά την εξέταση του από το πειθαρχικό συμβούλιο.
β)
Όσον αφορά τις ελαφρυντικές περιστάσεις, η επίμαχη απόφαση ανέφερε τους λόγους για τους οποίους η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έκρινε ότι όφειλε να μην ακολουθήσει τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Πράγματι για την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, οι περιστάσεις που ανέφερε το Συμβούλιο δεν είχαν τον ελαφρυντικό χαρακτήρα που το τελευταίο τους απέδιδε.
Ειδικότερα, ο προσφεύγων, αναφερόμενος στην ιατρική γνωμάτευση της 27ης Οκτωβρίου 1982, την οποία συνέταξαν οι ιατροί De Geyter και Dumont, υποστηρίζει μεν ότι ενήργησε παρορμητικά κατά το χρόνο των γεγονότων, αλλά η Επιτροπή δέχεται ότι η γνωμάτευση αυτή μπορεί να δικαιολογήσει ορισμένη μείωση της ευθύνης του προσφεύγοντος αλλά δεν μπορεί να τον καταστήσει νομικά ανεύθυνο για τις πράξεις του, όπως ακριβώς διαπίστωσαν και οι ιατροί στη γνωμάτευση τους.
Εξάλλου, στη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου και ειδικότερα στο σημείο που αυτό αναφέρει, προς υπεράσπιση του προσφεύγοντος, την κατάσταση αγωνίας και ανασφάλειας στην οποία βρισκόταν, η πειθαρχική αρχή απάντησε ότι ο προσφεύγων είχε ο ίδιος συμβάλει στη δημιουργία της καταστάσεως, όπως αυτή εμφανίστηκε στις 6 Οκτωβρίου 1982, παραβλέποντας την υποχρέωση που υπείχε από το άρθρο 15 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ότι έπρεπε να είχε σκεφτεί το ενδεχόμενο ανακλήσεώς του στις Βρυξέλλες και ότι η διοικητική αρχή δεν μπορούσε να προσδώσει προέχοντα χαρακτήρα στις προσωπικές απόψεις του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι η τελική της απόφαση έπρεπε να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας. Ο προσφεύγων ασκεί κριτική σ' αυτή την αναφορά στο συμφέρον της υπηρεσίας, η Επιτροπή υπενθυμίζει όμως ότι το πειθαρχικό δίκαιο έχει ως αντικείμενο τη διατήρηση της πειθαρχίας στο εσωτερικό του οργάνου, ενόψει της καλής του λειτουργίας και της διατηρήσεως της υπολήψεώς του προς τα έξω. Επομένως, ήταν φυσικό η έννοια της υπηρεσίας να καταλαμβάνει κεντρική θέση στο πειθαρχικό δίκαιο. Επιπλέον, η αναφορά της έννοιας αυτής στην προκειμένη περίπτωση είναι ορθή καθόσον βάσει αυτού του κριτηρίου η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι η μόνη που αποφασίζει εάν πρέπει ή όχι να τερματιστεί η απόσπαση του υπαλλήλου, ο οποίος τέθηκε στη διάθεση της δημοσίας διοικήσεως ενός κράτους μέλους, ιδίως όταν ο ενδιαφερόμενος έχει εκλεγεί ως βουλευτής στο ίδιο αυτό κράτος. Το γεγονός που αποκάλυψε ο προσφεύγων ότι ο Cot έγραψε στον πρόεδρο της Επιτροπής στις 9 Νοεμβρίου 1982 ότι επιθυμούσε όπως ο προσφεύγων αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά του στο γαλλικό υπουργείο, δεν άλλαζε επομένως τίποτε. Επιπλέον, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο Cot δεν φαινόταν να είναι ενήμερος των γεγονότων που είχαν συμβεί στις 6 Οκτωβρίου όταν έγραφε αυτό το γράμμα.
Εξάλλου, στην εκτίμηση της σχετικά με την ποινή που έπρεπε να εφαρμοστεί, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έκρινε ότι το « όριο αντοχής στις απογοητεύσεις» μπορεί μεν να ποικίλλει από το ένα άτομο στο άλλο και μπορεί να εξηγεί τις διαφορές στη συμπεριφορά Kat αν πράγματι μπορεί να ληφθεί υπόψη η μη προμελετηθείσα συμπεριφορά του προσφεύγοντος, ως συνέπεια παρορμητικής ψυχοσυνθέσεως, εντούτοις ο τελευταίος, προβαίνοντας σε μια σωματική επίθεση, υπερέβη κατά τρόπο απαράδεκτο για έναν υπάλληλο με ευθύνες τα όρια της καλής συμπεριφοράς κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Επομένως, η πειθαρχική αρχή αντιμετώπισε κατάλληλα το επιχείρημα, κατά το οποίο η ελάχιστη αντίσταση του προσφεύγοντος στις απογοητεύσεις δικαιολογούσε ποινή κατώτερη από αυτή της παύσεως, η οποία εξάλλου δεν ήταν η αυστηρότερη, καθόσον επιβλήθηκε χωρίς μείωση ή κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου. Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, ακόμη κι αν υπήρχε μείωση της πειθαρχικής ευθύνης, η αρμόδια αρχή μπορούσε, προς το συμφέρον της κανονικής λειτουργίας των υπηρεσιών για τις οποίες ήταν υπεύθυνη, να επιβάλει την παύση του ενδιαφερομένου (βλέπε απόφαση της 27ης Μαΐου 1970, Χ. κατά Επιτροπής ελέγχου των λογαριασμών, 12/68, Rec. 1970, σ. 291 ).
Σχετικά με την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
1.
Κατά τον προσφεύγοντα, η επίμαχη απόφαση δεν τηρεί τη γενική αρχή της αναλογικότητας, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ των προσαπτομένων πραγματικών περιστατικών και της επιβαλλόμενης ποινής. Πράγματι, η Επιτροπή δεν αποδίδει καμία αξία στις ελαφρυντικές περιστάσεις εν προκειμένω, ιδίως στους εσωτερικούς μηχανισμούς που έχουν προκαλέσει την παρορμητική ενέργεια του προσφεύγοντος, αφενός, και στην επίσπευση που αυτός επέδειξε καθώς και στα σφάλματα που διέπραξε ο Morel, αφετέρου. Τέλος, ο προσφεύγων υπενθυμίζει τις αρνητικές συνέπειες της στάσεως της Επιτροπής: βρισκόταν για δεύτερη φορά αποκλεισμένος από την κοινοτική δημόσια υπηρεσία χωρίς καμία άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Εξάλλου, η υγεία του υπέστη σημαντική βλάβη λόγω της μεγάλης κοπώσεως και των διαδοχικών αγωνιών, που συνδέονται με την κατάσταση, του και βρισκόταν διαρκώς σε οικονομική κατάσταση πολύ. επισφαλή συνεπεία της παύσεως του. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ποινή που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα έπρεπε να θεωρηθεί ως υπερβολική.
Ειδικότερα, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της μόνο τα δυσμενέστερα για τον προσφεύγοντα περιστατικά, προκειμένου να αιτιολογήσει την πιο αυστηρή ποινή και δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι δεν ήταν κύριος του εαυτού του κατά το χρόνο του επεισοδίου στις 6 Οκτωβρίου 1982. Επιπλέον, αν η Επιτροπή θεωρεί ως σοβαρό στοιχείο για την επιβολή της ποινής το ότι ο προσφεύγων δεν είχε εκφράσει τη μεταμέλειά του παρά μόνο κατά την εξέταση της 15ης Φεβρουαρίου 1985, «η διεξαγωγή της οποίας έγινε υπό ειδικές συνθήκες », ο προσφεύγων, από την πλευρά του, επισημαίνει ότι είχε δηλώσει κατ' αυτή την εξέταση ότι ματαίως είχε προσπαθήσει να έλθει σε επαφή με τον Morel για να του δώσει εξηγήσεις και ίσως να του ζητήσει συγνώμη. Τέλος, το επιχείρημα το οποίο συνίσταται στο να γίνεται δεκτή η προμελέτη ως επιβαρυντική περίσταση και να απορρίπτεται η έλλειψη προμελέτης ως ελαφρυντικής περιστάσεως αποτελεί σόφισμα. Πράγματι, η έλλειψη προμελέτης δεν οδηγεί στην ανώτατη ποινή, που είναι η παύση, αλλά στην κατώτερη ποινή, δηλαδή στον υποβιβασμό κατά βαθμό που πρότεινε το πειθαρχικό συμβούλιο.
2.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η επιλογή της κατάλληλης πειθαρχικής ποινής ανήκει στην αρμοδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και ότι η κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση της εν λόγω αρχής, εκτός περιπτώσεως έκδηλης πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας. Όμως, βάσει των συγκεκριμένων περιστατικών που έχουν ληφθεί υπόψη σε βάρος του προσφεύγοντος και των σκέψεων που αναπτύχθηκαν στην επίμαχη απόφαση, η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιβληθείσα ποινή είναι η κατάλληλη.
Σχετικά, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις δυσκολίες που συνάντησε ο προσφεύγων κατά την αναζήτηση του επαγγελματικής δραστηριότητας σε αντικατάσταση της προηγουμένης του θέσεως ούτε για τα προβλήματα της υγείας του. Επιπλέον, όσον αφορά την κριτική που ασκεί ο προσφεύγων στην απόφαση καθόσον αυτή αναφέρεται στο γεγονός ότι εξέφρασε τη λύπη του μόλις στις 15 Φεβρουαρίου 1985, στη διάρκεια της εξετάσεως, η Επιτροπή τονίζει ότι πριν από την εξέταση αυτή ο προσφεύγων ποτέ δεν υπέβαλε ο ίδιος ή διά μέσου τρίτου, ούτε προθυμοποιήθηκε να υποβάλει τη συγνώμη του στο θύμα, τον Morel. Ακόμη και η μεταμέλεια την οποία εξέφρασε ο προσφεύγων στη διάρκεια της εξετάσεως είχε αμέσως συγκεραστεί από σειρά περιορισμών. Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι πράξεις του προσφεύγοντος ήταν αρκετά σοβαρές, ακόμη και αν δεν υπήρχε εκ μέρους του καμία προμελέτη, ώστε να δικαιολογείται η πειθαρχική ποινή της παύσεως χωρίς μείωση ούτε κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου. Αν ο προσφεύγων είχε ενεργήσει, επιπλέον, με προμελέτη, μια ακόμη αυστηρότερη ποινή θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, αλλά η κλίμακα των πειθαρχικών ποινών ήταν περιορισμένη και δεν συμπεριελάμβανε ποινή ανώτερη από την παύση. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η πειθαρχική αρχή είχε λάβει υπόψη της σε ορισμένο βαθμό την έλλειψη προμελέτης αφού δεν είχε επιβάλει την παύση με περιορισμό ή κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, όπως επιτρέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
ii) Επί του αιτήματος εξετάσεως του προσφεύγοντος και τριών μαρτύρων
1.
Ο προσφεύγων υπενθυμίζει ότι στην αρχή του μηνός Μαρτίου του 1985, ο Pierre Duchateau, μόνιμος αντιπρόσωπος της ΕΟΚ στον ΟΟΣΑ, του τηλεφώνησε για να του πει ότι επρόκειτο να παυθεί εκ νέου. Η πληροφορία αυτή ήταν τρομερή για τον προσφεύγοντα, ο οποίος υπέστη καρδιακό επεισόδιο. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να επιβεβαιωθούν τόσο από τον ίδιο τον προσφεύγοντα όσο και από τον Duchateau και, σε περίπτωση που το Δικαστήριο θέλει να έχει σχετικές διευκρινίσεις, ο προσφεύγων προτείνει να εξεταστούν ως μάρτυρες ο ίδιος και ο Duchateau.
Εξάλλου, για να αποδείξει ότι ο Cot, Υπουργός της Γαλλικής Δημοκρατίας, ήταν ενημερωμένος για τα γεγονότα της 6ης Οκτωβρίου 1982, όταν απηύθυνε την επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 1982 στην οποία ανέφερε ότι επιθυμούσε ο προσφεύγων, κατά τον τερματισμό της περιόδου αναστολής της διαθέσεως του, να μπορέσει να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντα του στη διεύθυνση του υπουργείου όπου είχε τοποθετηθεί, ο προσφεύγων προτείνει την εξέταση του Audibert, πρώην προϊσταμένου του γραφείου του Cot.
Εξάλλου, ο προσφεύγων υπενθυμίζει ότι μετά την εξέταση της 15ης Φεβρουαρίου 1985, ο πατέρας του, Jacques F., προέβη σε διάβημα προς τον πρόεδρο της Επιτροπής, λόγω φημών, κατά τις οποίες ο γιος του επρόκειτο να παυθεί εκ νέου. Μετά τη συζήτηση αυτή, φάνηκε σαφώς ότι δύο λύσεις μπορούσαν να γίνουν δεκτές κατά την άποψη της Επιτροπής, δηλαδή: είτε η παραίτηση του προσφεύγοντος είτε η παύση του εκ νέου. Τέλος, ο Jacques F. προέβη, με τη μεσολάβηση κοινού φίλου, σε διάβημα προς τον Morel, προκειμένου να έχει συζήτηση με τον τελευταίο. Εν πάση περιπτώσει, ο Morel αρνήθηκε κατηγορηματικά να γίνει η συνάντηση αυτή, που θα μπορούσε να καταλήξει στην υποβολή συγνώμης εκ μέρους του προσφεύγοντος. Επομένως, ο προσφεύγων ζητεί την εξέταση του Jacques F., επί των δύο αυτών σημείων.
2.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι μαρτυρικές καταθέσεις, τις οποίες ζητεί ο προσφεύγων, είναι εντελώς άχρηστες, λόγω του ότι τα γεγονότα που προτείνονται για να αποδειχτούν δεν έχουν καμία σημασία για τη λύση της διαφοράς και ότι πρόκειται για καταθέσεις εμμέσου αντιλήψεως. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το αίτημα εξετάσεως του Duchateau ειδικότερα, η Επιτροπή προσθέτει, εντούτοις, ότι το διάβημα αυτού του τελευταίου στον προσφεύγοντα έγινε με πρωτοβουλία του γενικού γραμματέα της Επιτροπής Noël. Όμως, σύμφωνα με τις εξηγήσεις που δόθηκαν από τα δύο αυτά πρόσωπα στην Επιτροπή, ο Noël είχε πει στον Duchateau να επισημάνει στον προσφεύγοντα ότι δεν αποκλειόταν να ληφθεί από την Επιτροπή νέα απόφαση παύσεως και ότι η εκούσια παραίτηση θα ήταν για τον προσφεύγοντα μια αξιοπρεπής λύση, η οποία μπορούσε να αναμένεται ότι θα γίνει δεκτή από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Αυτές ήταν οι πληροφορίες που ο Duchateau είχε διαβιβάσει στον προσφεύγοντα.
Ο. Due
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( δεύτερο τμήμα )
της 5ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 403/85,
F., πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τους G. Vandersanden και Μ. Defalque, δικηγόρους Βρυξελλών και από τον L. Felli, δικηγόρο στο Εφετείο του Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J. Biver, 4, rae Goethe,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Η. van Lier μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον R. Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 1985, με την οποία επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα η πειθαρχική ποινή της παύσεως και, εφόσον είναι αναγκαίο, της αποφάσεως της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1985 με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως της 6ης Μαΐου 1985,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους T.F. O' Higgins, πρόεβρο τμήματος, O. Due και K. Bahlamann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: S. Hackspiel, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 23ης Οκτωβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Δεκεμβρίου 1985 ο F., πρώην μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή στις 6 Μαΐου 1985 κατόπιν πειθαρχικής διαδικασίας κατά του προσφεύγοντος και με την οποία του επιβλήθηκε, για δεύτερη φορά, η ποινή της παύσεως.
2
Με την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985 ( F. κατά Επιτροπής, 228/83, Συλλογή 1985 σ 275), το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 7ης Απριλίου 1983, με την οποία επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα η ποινή παύσεως χωρίς περιορισμό ή κατάργηση της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου. Το Δικαστήριο έκρινε ιδίως ότι η αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως δεν του επιτρέπει ούτε να ελέγξει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η εν λόγω απόφαση ούτε, προπαντός, να εκτιμήσει τους λόγους για τους οποίους η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επέλεξε αυστηρότερη ποινή από αυτή που είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο, δηλαδή τον υποβιβασμό κατά βαθμό. Επομένως, μετά από την ακύρωση αυτή, εναπόκειτο στην Επιτροπή να λάβει νέα απόφαση, δεόντως αιτιολογημένη, τερματίζουσα την πειθαρχική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος.
3
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής του Δικαστηρίου, η πειθαρχική διαδικασία επανελήφθη και ο προσφεύγων, καθώς και οι δικηγόροι του έτυχαν ακροάσεως από τον Christophersen, μέλος της Επιτροπής, επιφορτισμένο με τα θέματα του προσωπικού, στις 15 Φεβρουαρίου 1985. Τέλος, με απόφαση της 6ης Μαΐου 1985, ο Christophersen ως μέλος της ΑΔΑ επέβαλε εκ νέου στον προσφεύγοντα την ποινή παύσεως, χωρίς περιορισμό ή κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, με ισχύ τη φορά αυτή από την 31η Μαΐου 1985.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση καθώς και στην προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1985, αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
5
Προς στήριξη του αιτήματός του ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει δύο λόγους:
—
πεπλανημενη και ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης
—
παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας καθόσον η ΑΔΑ επέβαλε ποινή δυσανάλογη προς τα προσαπτόμενα περιστατικά.
6
Ο πρώτος λόγος, ο οποίος αναφέρεται στην αιτιολογία της νέας αποφάσεως, αφορά τόσο την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που καταλογίζονται στον προσφεύγοντα όσο και την αναφορά των λόγων για τους οποίους η ΑΔΑ επέλεξε την ποινή παύσεως Το τελευταίο αυτό σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει να εξεταστεί μαζί με το οευτερο λόγο που αφορά την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
7
Εν πάση περιπτώσει, προτού το Δικαστήριο αποφανθεί ως προς τους λόγους αυτούς πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν πρέπει να διαταχθεί η εξέταση του προσφεύγοντος και τριών μαρτύρων, σύμφωνα με την αίτηση που ο προσφεύγων υπέβαλε κατ' εφαρμογή του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Επί της αιτήσεως εξετάσεως του προσφεύγοντος και τριών μαρτύρων
8
Καταρχάς, ο προσφεύγων ζητεί να εξεταστεί ο ίδιος και ο Duchateau, μόνιμος αντιπρόσωπος της ΕΟΚ στον ΟΟΣΑ, για να αποδειχτεί ότι ο τελευταίος τηλεφώνησε στον προσφεύγοντα το Μάρτιο του 1985 για να τον πληροφορήσει ότι επρόκειτο πιθανώς να παυθει εκ νέου. Περαιτέρω, ο προσφεύγων ζητεί να εξεταστεί ο Audibert, πρώην προϊστάμενος του γραφείου του γάλλου Υπουργού Συνεργασίας, για να αποδειχτεί ότι οι γαλλικές αρχές επιθυμούσαν την πλησίον τους παραμονή του προσφεύγοντος ασκούντος τα καθήκοντά του υπό την ιδιότητα κοινοτικού υπαλλήλου που έχει τεθεί στη διάθεση εθνικών διοικητικών αρχών στο πλαίσιο των ανταλλαγών υπαλλήλων έχοντας πλήρη γνώση των γεγονότων της 6ης Οκτωβρίου 1982. Τέλος, ο προσφεύγων ςητει να εξεταστεί ο πατέρας του για να αποδειχτεί, αφενός, ότι μετά την εξέταση του προσφεύγοντος από τον Christophersen, στις 15 Φεβρουαρίου 1985, η Επιτροπή θεωρούσε ότι μόνο δύο λύσεις μπορούσαν να γίνουν δεκτές, δηλαδή είτε η παραίτηση του προσφεύγοντος είτε η εκ νέου παύση του και, αφετέρου, ότι ο Morel είχε αρνηθεί στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να δικαιολογηθεί.
9
Το προτεινόμενο αυτό μέσο αποδείξεως πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με τους επικαλούμενους από τον προσφεύγοντα λόγους που δεν αφορούν την αιτιολογία της αποφάσεως και την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Είναι μεν αληθές ότι στην αιτιολογία της αποφάσεως υπογραμμίζεται ότι ο προσφεύγων δεν εξέφρασε τη λύπη του « παρά μόνο κατά τη διάρκεια της ακρόασης της 15ης Φεβρουαρίου 1985, η οποία διεξήχθη υπό ιδιαίτερες συνθήκες », πρέπει όμως επίσης να γίνει η διαπίστωση ότι το διάβημα του πατέρα του προσφεύγοντος στην Επιτροπή ήταν μεταγενέστερο από την εν λόγω ακρόαση. Τα άλλα περιστατικά που προτείνονται ως αποδεικτικά μέσα είναι ξένα προς την αιτιολογία της αποφάσεως. Εξάλλου, κανένα από τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο προσφεύγων στην αίτηση του περί εξετάσεως δεν ενδείκνυται, για να εκτιμηθεί αν η επιβληθείσα ποινή είναι δυσανάλογη σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που του έχουν προσαφθεί στην απόφαση.
10
Συνεπώς, δεν πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση περί εξετάσεως μαρτύρων που υπέβαλε ο προσφεύγων.
Επί της αιτιολογίας της επίμαχης αποφάσεως όσον αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών
11
Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως είναι εσφαλμένη και ανεπαρκής. Η απόφαση στηρίζεται σε περιστατικά τα οποία αμφισβητεί, ιδίως στο ότι έριξε ένα σταχτοδοχείο κατά του Morel και στο ότι τον ελάκτισε. Αντιθέτως, δεν αναφέρει το προκλητικό και εξευτελιστικό πλαίσιο της συζητήσεως με τον Morel, μέσα στο οποίο συνέβη το επεισόδιο της 6ης Οκτωβρίου 1982. Σχετικά, ο προσφεύγων υπογραμμίζει ιδίως την άρνηση του Morel να προσέξει τα επαναλαμβανόμενα επιχειρήματά του, την εμφανή θέληση να βλάψει τον προσφεύγοντα, το ξέσπασμα σε περιφρονητικό γέλιο με το οποίο ο Morel υποδέχθηκε το απογοητευτικό συμπέρασμα του προσφεύγοντος, κατά το οποίο δεν του απέμενε τίποτε άλλο να κάνει από του να προσφύγει στο Δικαστήριο και το γεγονός ότι ο Morel έκανε τον προσφεύγοντα να πιστεύσει ότι οι γαλλικές αρχές συμφωνούσαν για να δοθεί τέλος στην απόσπαση του στο Παρίσι.
12
Προκαταρκτικούς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η νέα απόφαση της Επιτροπής, σε αντίθεση προς την προηγούμενη απόφαση της 7ης Απριλίου 1983, καθιστά σαφέστερα τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η ποινή που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα. Έτσι επιτρέπει στο Δικαστήριο να ελέγξει αν αυτή η βάση πραγματικών περιστατικών ενέχει σφάλματα ή παραλείψεις.
13
'Οσον αφορά τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, στις σκέψεις της αποφάσεως γίνεται η διαπίστωση ότι η συζήτηση της 6ης Οκτωβρίου 1982 μεταξύ του προσφεύγοντος και του Morel προκάλεσε διαφορετικές λήψεις θέσεως στο τέλος της συζητήσεως, ο προσφεύγων χτύπησε τον Morel, τον άρπαξε από το εμπρόσθιο μέρος του υποκάμισου του που σχίστηκε και τον έκανε να πέσει από την πολυθρόνα του δεν κατέστη δυνατό να εκτιμηθεί με βεβαιότητα η προέλευση της πληγής στο λοβό του δεξιού αυτιού του Morel, την οποία ο ίδιος αποδίδει στο γεγονός ότι ο προσφεύγων του εκσφενδόνισε ένα σταχτοδοχείο, πράγμα που ο προσφεύγων αμφισβητεί ο προσφεύγων δήλωσε ότι δεν θυμόταν να λάκτισε τον Morel όπως αυτός βεβαίωσε τέλος, οι πληγές και οι μώλωπες, που διαπιστώθηκαν στο πρόσωπο του Morel μετά το επεισόδιο είναι οι άμεσες ή έμμεσες συνέπειες της βιαιότητας με την οποία ο προσφεύγων επιτέθηκε στο συνομιλητή του. Από τις διαπιστώσεις αυτές, η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι έχει αποδειχτεί ότι ο προσφεύγων προέβη σε βίαιη επίθεση κατά του Morel.
14
Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι η Επιτροπή, αν και έλαβε υπόψη της ορισμένους ισχυρισμούς του Morel οι οποίοι αμφισβητήθηκαν από τον προσφεύγοντα, τελικά του καταλόγισε μόνο περιστατικά ως προς τα οποία δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση.
15
Όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες διαδραματίστηκε το επεισόδιο, οι σκέψεις περιορίζονται στη διαπίστωση ότι η συζήτηση είχε ως σκοπό να εξεταστούν οι διοικητικές συνέπειες της πρόσφατης εκλογής του προσφεύγοντος στη Βουλή της Κορσικής. Επομένως, ευσταθεί το ότι η απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη της τον προκλητικό και εξευτελιστικό χαρακτήρα της συζητήσεως που έθιξε ο προσφεύγων. Εντούτοις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ακριβώς αυτός ο χαρακτήρας αμφισβητήθηκε από τον Morel και από το μάρτυρα που παραβρέθηκε στη συζήτηση της 6ης Οκτωβρίου 1982. Επομένως, η Επιτροπή δικαίως μπορούσε να μην το λάβει υπόψη της, καθώς έπραξε και για τους ισχυρισμούς που αμφισβήτησε ο προσφεύγων.
16
Πρέπει επομένως να συναχθεί ότι δεν αποδείχτηκε, όσον αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, ότι η αιτιολογία της αποφάσεως βαρύνεται με πεπλανημένες εκτιμήσεις η αδικαιολόγητες παραλείψεις.
Επί της αιτιολογίας ως προς την επιλογή της ποινής και επί της αρχής της αναλογικότητας
17
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι στην αιτιολογία της αποφάσεως δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη οι ελαφρυντικές περιστάσεις που επικαλείται το πειθαρχικό συμβούλιο, δηλαδή ο νευρωτικός του χαρακτήρας, το συναίσθημα αβεβαιότητας και αγωνίας που του δημιουργήθηκε, ιδίως, λόγω της σοβαρότητας των ενδεχόμενων συνεπειών των αποφάσεων που μπορούσαν να ληφθούν ως προς αυτόν και, τέλος, η έκδηλη έλλειψη προμελέτης. Για το λόγο αυτό, η επίδικη απόφαση δεν τήρησε την αναλογικότητα που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των προσαπτομένων γεγονότων και της επιβληθείσας ποινής. Η απόφαση δεν απέδωσε καμία αξία στους εσωτερικούς μηχανισμούς που είχαν προκαλέσει την παρορμητική κίνηση του προσφεύγοντος, αφενός, και τα σφάλματα και τις προκλήσεις στις οποίες προέβη ο Morel, αφετέρου. Εξάλλου, ο προσφεύγων θεωρεί ότι η έλλειψη προμελέτης δεν μπορεί παρά να έχει ως αποτέλεσμα ποινή κατώτερη από την παύση που είναι η ανωτάτη των ποινών. Τέλος, ο προσφεύγων τονίζει τις αρνητικές συνέπειες που η απόφαση της Επιτροπής είχε για την προσωπική του κατάσταση, τόσο στο επαγγελματικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της ιδιωτικής του ζωής και της υγείας του.
18
Στην προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, το Δικαστήριο υπενθύμισε ήδη την πάγια νομολογία του, κατά την οποία η επιλογή της κατάλληλης πειθαρχικής ποινής ανήκει στη δικαιοδοσία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, εφόσον αποδεικνύονται οι πράξεις που καταλογίζονται εις βάρος του υπαλλήλου. Το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να αντικαταστήσει την εκτίμηση της εν λόγω αρχής με τη δίκη του εκτίμηση, πλην περιπτώσεως προφανούς πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας.
19
Σχετικά πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί ότι οι πράξεις που ελήφθησαν υπόψη στην απόφαση, δηλαδή η βίαιη επίθεση που προκάλεσε τις πληγές που αναφέρονται στην απόφαση, είναι αρκετά σοβαρές ώστε να δικαιολογούν την ποινή παύσεως. Εντούτοις, πρέπει να ελεγχθεί αν η Επιτροπή δεν περιέπεσε σε προφανή πλάνη μη δίνοντας σημασία στις ελαφρυντικές περιστάσεις που έκανε δεκτές το πειθαρχικό συμβούλιο. Ως προς το σημείο αυτό, επίσης, η αιτιολογία της νέας αποφάσεως έχει παράσχει διευκρινίσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του.
20
Στην αιτιολογημένη γνώμη του της 3ης Μαρτίου 1983, το πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε ότι υπήρχαν ελαφρυντικές περιστάσεις που απέρρεαν, πρώτον, από το νευρωτικό χαρακτήρα του προσφεύγοντος που χαρακτηριζόταν από ένα μειωμένο όριο αντοχής στις απογοητεύσεις δεύτερον, από το συναίσθημα αβεβαιότητας και αγωνίας που αντιστοιχούσε σε ένα υψηλό επίπεδο απογοητεύσεων, το οποίο δημιουργήθηκε στον προσφεύγοντα λόγω της σοβαρότητας των ενδεχόμενων συνεπειών των αποφάσεων που μπορούσαν να ληφθούν ως προς αυτόν, λόγω των περιστάσεων εντός των οποίων οργανώθηκε η συζήτηση και λόγω της εξελίξεως της- τέλος, από την έκδηλη έλλειψη προμελέτης.
21
Οσον αφορά το πρώτο αναφερθέν σημείο, φαίνεται ότι το πειθαρχικό συμβούλιο βασίστηκε σε μια ιατρική πραγματογνωμοσύνη, στην οποία προέβησαν οι ιατροί De Geyter και Dumont στις 27 Οκτωβρίου 1982 και με την οποία διαπιστώθηκε, ουσιαστικά, πως ο προσφεύγων έπρεπε να θεωρηθεί ικανός προς καταλογισμό, κατά την έννοια του νόμου, κατά το χρονικό σημείο των περιστατικών που προαναφέρθηκαν, πλην όμως, έπρεπε να ληφθεί υπόψη η νευρωτική του προσωπικότητα και η αεσογειακη του ψυχοσύνθεση.
22
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ιδίως σε έναν οργανισμό που απασχολεί υπαλλήλους όλων των εθνικοτήτων και όλων των περιοχών της Κοινότητας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ακόμη και για τους σκοπούς μιας πειθαρχικής διαδικασίας, οι διαφορές του χαρακτήρα και της ψυχοσυνθέσεως. Εν πάση περιπτώσει, στα κοινοτικά όργανα εναπόκειται να μεριμνούν ώστε οι διαφορές αυτές να μην καταλήγουν σε μια ανυπόφορη συμπεριφορά, όπως είναι η βίαιη επίθεση. Σχετικά, δεν είναι λάθος να ληφθεί υπόψη οτι πρόκειται εν προκειμένω για έναν υπάλληλο με το βαθμό του κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως. Επομένως, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η Επιτροπή ενέπεσε σε έκδηλη πλάνη κρίνοντας ότι ο προσφεύγων, παρά την παρορμητική του φύση « υπερέβη κατά τρόπο απαράδεκτο για έναν υπάλληλο με ευθύνες τα όρια της καλής συμπεριφοράς κατά την άσκηση των καθηκόντων του ».
23
Οσον αφορά το δεύτερο σημείο που το πειθαρχικό συμβούλιο έλαβε υπόψη ως ελαφρυντική περίσταση, δηλαδή το συναίσθημα ανασφάλειας και αγωνίας που δημιουργήθηκε στον προσφεύγοντα κατά τη συζήτησή του με τον Morel στις 6 Οκτωβρίου 1982, ιδίως όσον αφορά τη λεπτή προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση λόγω των συνδεδεμένων με την τοποθέτηση του στο Παρίσι υποχρεώσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε μια πειθαρχική διαδικασία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συγκεκριμένη κατάσταση που προκαλείται από την προσαπτόμενη στον υπάλληλο συμπεριφορά. Η Επιτροπή υπενθυμίζει σχετικά, στις αιτιολογικές της σκέψεις στην απόφαση, ότι ο ίδιος ο προσφεύγων είχε συμβάλει στο να δημιουργηθεί η εν λόγω κατάσταση υποβάλλοντας υποψηφιότητα στις εκλογές της Βουλής της Κορσικής χωρίς να ενημερώσει, από την αρχή, την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ότι ο προσφεύγων έπρεπε να σκεφθεί τη δυνατότητα ανακλήσεως του στις Βρυξέλλες. Εξάλλου, η Επιτροπή υπενθύμισε τις ευρείες διοικητικές και δικαστικές δυνατότητες που είχε ο προσφεύγων σε διάφορα επίπεδα για να αντιδράσει κατά μιας ενδεχόμενης αποφάσεως της Επιτροπής που θα έθετε τέλος στην απόσπαση του. Ως προς αυτό το σημείο επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε έκδηλη πλάνη μη λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν ο προσφεύγων την εποχή εκείνη, ως ελαφρυντική περίσταση που θα απέκλειε την ανάκληση του.
24
Όσον αφορά το αν η βαρύτητα των γεγονότων που προσάπτονται στον προσφεύγοντα ελαττούται λόγω ελλείψεως προμελέτης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 86 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει ως προηγούμενη προϋπόθεση πειθαρχικής ποινής μόνο την ηθελημένη ή εξ αμελείας παράβαση των υποχρεώσεων του υπαλλήλου. Η σημασία του αν υπήρξε ή όχι προμελέτη εκ μέρους του υπαλλήλου για την επιλογή της ποινής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φύση της συμπεριφοράς που του προσάπτεται. Δεδομένου ότι εν προκειμένω πρόκειται για βίαιη επίθεση, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως έκδηλη πλάνη το γεγονός ότι η Επιτροπή έκρινε ότι η έλλειψη προμελέτης δεν απέκλειε την εφαρμογή της ποινής παύσεως.
25
Παρόλο ότι με την εξέταση της αιτιολογίας της επίμαχης αποφάσεως δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη έκδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση εκ μέρους της Επιτροπής καθενός από τα στοιχεία που το πειθαρχικό συμβούλιο είχε χαρακτηρίσει ως ελαφρυντικές περιστάσεις, πρέπει ακόμη να εξεταστεί μήπως η ποινή παύσεως είναι προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με τις προκείμενες περιστάσεις.
26
Σχετικά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που αφορούν τις πειθαρχικές ποινές (δηλαδή τα άρθρα 86 έως 89) δεν προβλέπουν σταθερές σχέσεις μεταξύ των ποινών που αναφέρονται σ' αυτά και των διαφόρων ειδών παραβάσεων που διαπράττουν οι υπάλληλοι και ούτε διευκρινίζουν σε τι βαθμό λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων κατά την επιλογή της ποινής. Επομένως, ο καθορισμός της επιβλητέας ποινής σε κάθε ατομική περίπτωση στηρίζεται σε μια σφαιρική εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και των κατά περίπτωση περιστάσεων.
27
Ενόψει αυτών των σκέψεων και λαμβάνοντας υπόψη ιδίως, αφενός, τη σοβαρότητα των γεγονότων που προσάπτονται στον προσφεύγοντα και, αφετέρου, τα στοιχεία που το πειθαρχικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του ως ελαφρυντικές περιστάσεις και τις αρνητικές συνέπειες που είχε η απόφαση της Επιτροπής για την προσωπική και επαγγελματική κατάσταση του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την παύση του προσφεύγοντος χωρίς μείωση ούτε κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ως προδήλως δυσανάλογη ποινή.
28
Επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό, της.
Επί των δικαστικών εξόδων
29
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
O'Higgins
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Τ. F. O'Higgins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy