ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 19ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-403/85 rév.,
Jean-François Ferrandi, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Ajaccio, εκπροσωπούμενος από τον François Jongen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Α. Wildgen, 6, rue Zithe,
αιτών την αναθεώρηση,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Hendrik Van Lier, νομικό της σύμβουλο, επικουρούμενο από τους Claude Verbraeken και Denis Waelbroek, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την αναθεώρηση της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) της 5ης Φεβρουαρίου 1987, στην υπόθεση 403/85, F. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συλλογή 1987, σ. 645),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Τ. F. O'Higgins, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. Α. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις των διαδίκων και την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε, εν συμβουλίω, τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαβη
1
Με αίτηση που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Δεκεμβρίου 1990, ο Jean-François Ferrandi, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, αίτηση αναθεωρήσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 5ης Φεβρουαρίου 1987, στην υπόθεση 403/85, F. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( Συλλογή 1987, σ. 645 ).
2
Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του ενδιαφερομένου περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 1985, η οποία είχε ληφθεί κατόπιν της πειθαρχικής διαδικασίας που είχε κινηθεί λόγω της βιαίας επιθέσεως της 6 Οκτωβρίου 1982 του προσφεύγοντος κατά του Μ. Morel, Γενικού Διευθυντή Διοικήσεως και Προσωπικού της Επιτροπής, διαδικασίας με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσεως.
3
Από την απόφαση εκείνη προκύπτει συγκεκριμένα ότι « δεν αποδείχθηκε, όσον αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, ότι η αιτιολογία της αποφάσεως βαρύνεται με πεπλανημένες εκτιμήσεις ή αδικαιολόγητες παραλείψεις» (σκέψη 16), ότι « το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε έκδηλη πλάνη κρίνοντας ότι ο προσφεύγων, παρά την παρορμητική του φύση, “ υπερέβη κατά τρόπο απαράδεκτο για έναν υπάλληλο με ευθύνες τα όρια της καλής συμπεριφοράς κατά την άσκηση των καθηκόντων του”» ( σκέψη 22 ), ότι « το Δικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε έκδηλη πλάνη μη λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο προσφεύγων την εποχή εκείνη, ως ελαφρυντική περίσταση που θα απέκλειε την οριστική του παύση » ( σκέψη 23 ) και, τέλος, ότι « το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την οριστική παύση του προσφεύγοντος χωρίς μείωση ούτε κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ως προδήλως δυσανάλογη ποινή ».
4
Ο αιτών ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να δεχθεί τυπικά την αίτηση και, συνεχίζοντας την εξέταση της επί της ουσίας, να την κηρύξει βάσιμη·
—
να μεταρρυθμίσει την απόφαση του Δικαστηρίου το)ν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5ης Φεβρουαρίου 1987 κατά το μέτρο που με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε στο σύνολο της η προσφυγή που είχε ασκήσει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 1985 και κατά το μέτρο που κηρύχθηκαν αβάσιμοι οι λόγοι που αντλούνταν από τον πεπλανημένο και ανεπαρκή χαρακτήρα της επίδικης αποφάσεως καθώς και από την παραβίαση, με την απόφαση εκείνη, της αρχής της αναλογικότητας·
—
κατά συνέπεια, να κηρύξει παραδεκτούς και βασίμους τους λόγους που αντλούνται από τον πεπλανημένο και ανεπαρκή χαρακτήρα της επίδικης αποφάσεως καθώς και από την παραβίαση, με την εν λόγω απόφαση, της αρχής της αναλογικότητας και να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 1985 με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσεως, χωρίς περιοριρισμό ή κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου ·
—
να καταδικάσει την καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων·
5
Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει την αίτηση αναθεωρήσεως απαράδεκτη ·
—
να καταδικάσει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα.
6
Σύμφωνα με το άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, « η αναθεώρηση της αποφάσεως δύναται να ζητηθεί από το Δικαστήριο εφόσον γίνει γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας το οποίο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο και στον διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση προ της εκδόσεως της αποφάσεως ».
7
Το άρθρο 100, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει,ότι, χωρίς να προδικάσει την ουσία, το Δικαστήριο εκδίδει, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, απόφαση εν συμβουλίω περί του παραδεκτού της αιτήσεως. Η παρούσα διαδικασία διεξήχθη σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.
8
Κατά τον αιτούντα, το νέο και αποφασιστικής σημασίας γεγονός που δικαιολογεί την αναθεώρηση της βαλλόμενης αποφάσεως, είναΓη απόφαση που εξέδωσε στις 26 Σεπτεμβρίου 1990 το Πρωτοδικείο στην υπόθεση F. κατά Επιτροπής (Τ-122/89, Συλλογή 1990, σ. Π-517), σχετικά με τον βαθμό διαρκούς αναπηρίας του Ferrandi που οφειλόταν στην επαγγελματική του ζωή. Με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 15ης Ιουλίου 1988 κατά το μέτρο που αυτή καθόριζε σε 50 ο/ο το ποσοστό διαρκούς αναπηρίας.
9
Ο αιτών επικαλείται κυρίως τα χωρία εκείνα της αποφάσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 1990, όπου το Πρωτοδικείο αναφέρεται στη γνωμάτευση της 26ης Μαΐου 1988 μιας υγειονομικής επιτροπής που απαρτιζόταν από τρεις γιατρούς που είχαν οριστεί, αντίστοιχα, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, από τον υπάλληλο και, κατόπιν κοινής συμφωνίας, από τους κατά τον ανώτερο τρόπο ορισθέντες δύο γιατρούς, καθώς και στο ιατρικό πόρισμα του καθηγητή De Buck της 11ης Φεβρουαρίου 1987. Ο αιτών υπογραμμίζει ότι βάσει αυτής της γνωματεύσεως και αυτού του πορίσματος, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 16 της αποφάσεως του, ότι η Επιτροπή « ερμήνευσε εσφαλμένα την ιατρική γνωμάτευση συσχετίζοντας το επίμαχο ποσοστό αναπηρίας (... ) μόνο με τα γεγονότα της 6ης Οκτωβρίου 1982, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η ιατρική έκθεση είχε αποδείξει σαφώς ότι υφίστατο σχέση μεταξύ του επεισοδίου αυτού και της προϋφισταμένης παθολογικής καταστάσεως, η οποία οφειλόταν, όπως διαπιστωνόταν με την έκθεση, σε εργασιακούς λόγους » και ότι « η αντιυπαλληλική συμπεριφορά του προσφεύγοντος (του Ferrandi), κατά το επεισόδιο της 6ης Οκτωβρίου 1982 δεν αναιρεί τη σχέση μεταξύ του επεισοδίου αυτού και της προηγούμενης ψυχοπαθολογικής κατάστασης του προσφεύγοντος ». 'Ετσι, κατά τον αιτούντα, από την απόφαση του Πρωτοδικείου καταφαίνεται ότι το επεισόδιο της 6ης Οκτωβρίου 1982 οφειλόταν σε προϋφιστάμενη παθολογική κατάσταση, η οποία δεν ήταν γνωστή ούτε στο Δικαστήριο ούτε στον προσφεύγοντα στις 5 Φεβρουαρίου 1987, όταν εκδόθηκε η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας περί αναθεωρήσεως.
10
Η Επιτροπή φρονεί ότι η αίτηση αναθεωρήσεως είναι απαράδεκτη. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου έχει ως μοναδικό αντικείμενο την αναγνώριση, όσον αφορά την επαγγελματική ασθένεια, ενός βαθμού αναπηρίας σε σχέση με το επεισόδιο της 6ης Οκτωβρίου 1982 και ότι οι σχετικές διαπιστώσεις δεν σημαίνουν ότι ο προσφεύγων ήταν ακαταλόγιστος κατά την ημερομηνία εκείνη. Δεύτερον, αν επρόκειτο, εν προκειμένω, περί νέου γεγονότος, αυτό προέκυπτε όχι από την απόφαση του Πρωτοδικείου, αλλά από το πόρισμα του καθηγητή De Buck της 11ης Φεβρουαρίου 1987 ή ακόμα από τη γνωμάτευση της υγειονομικής Επιτροπής της 26ης Μαΐου 1988, οπότε η αίτηση αναθεωρήσεως, δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκε εντός τριών μηνών από τις ημερομηνίες εκείνες, είναι καταφανώς εκπρόθεσμη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη. Τρίτον, και τελευταίον, η Επιτροπή φρονεί ότι, αν γινόταν δεκτό ότι μια απλή γνωμάτευση εμπειρογνωμόνων αποτελεί νέο γεγονός που δικαιολογεί την αναθεώρηση μιας αποφάσεως, θα προκαλούνταν σοβαρές διαταραχές όσον αφορά την ασφάλεια του δικαίου και το δεδικασμένο.
11
Προκειμένου να εκτιμηθεί το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως, πρέπει να υπομνη-σθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 98 του Κανονισμού Διαδικασίας, η αναθεώρηση ασκείται εντός τριών μηνών από την ημέρα που ο αιτών έλαβε γνώση του γεγονότος στο οποίο βασίζεται η αίτηση αναθεωρήσεως.
12
Κατά συνέπεια, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι άλλες αντιρρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή κατά της υπό κρίση αιτήσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι τα μόνα γεγονότα των οποίων είναι δυνατή η επίκληση από τον αιτούντα και μπορούν ενδεχομένως να χαρακτηριστούν ως νέα και να δικαιολογήσουν την αναθεώρηση της αποφάσεως της 5ης Φεβρουαρίου 1987 είναι, στην πραγματικότητα, οι ιατρικές διαπιστώσεις που περιέχονται στο πόρισμα του καθηγητή De Buck της 11ης Φεβρουαρίου 1987 ή στη γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής της 26ης Μαΐου 1988 και ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε οπωσδήποτε μετά την εκπνοή της προθεσμίας των τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών έλαβε γνώση των εγγράφων αυτών. Πράγματι, το χρονικό αυτό σημείο δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να είναι μεταγενέστερο της 5ης Ιουλίου 1989, ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων κατέθεσε τα εν λόγω έγγραφα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, ως παράρτημα του δικογράφου του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Σεπτεμβρίου 1990.
13
Καίτοι βεβαίως στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Σεπτεμβρίου 1990 γίνεται μια νομική εκτίμηση των ιατρικής φύσεως γεγονότων που προβλήθηκαν από τον προσφεύγοντα, η ίδια αυτή απόφαση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αποτελεί νέο γεγονός δυνάμενο να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στον τρόπο κατά τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση του της 5ης Φεβρουαρίου 1987, την ευθύνη του αιτούντος κατά το επεισόδιο της 6ης Οκτωβρίου 1982. Έστω και αν γινόταν δεκτή η θέση του αιτούντος κατά την οποία, σύμφωνα με την κρίση του Πρωτοδικείου όπως αυτή διατυπώθηκε στην απόφαση του της 26ης Σεπτεμβρίου 1990, είναι δυνατό να αποκλειστεί η ευθύνη του κατά τον χρόνο των γεγονότων της 6ης Οκτωβρίου 1982, γεγονός είναι πάντως ότι το ίδιο το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφανθεί επί του σημείου αυτού, υπό το φως των νέων γεγονότων που θα ήταν ενδεχομένως δυνατό να αποτελούνται από το πόρισμα της 11ης Φεβρουαρίου 1987 ή τη γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής της 26ης Μαΐου 1988, στο πλαίσιο αιτήσεως αναθεωρήσεως που θα υποβαλόταν εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών έλαβε γνώση των εγγράφων αυτών.
14
Από τις προηγούμενες σκέψεις απορρέει ότι η αίτηση αναθεωρήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Δεκεμβρίου 1990 είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναθεωρήσεως ως απαράδεκτη.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
O'Higgins
Mancini
Schockweiler
Εκδόθηκε εν συμβουλίω στο Λουξεμβούργο στις 19 Μαρτίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
O'Higgins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy