Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Περιβάλλον - Διατήρηση των αγρίων πτηνών - Οδηγία 79/409 - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Προϋποθέσεις προκειμένου να επιτρέπονται εξαιρέσεις από τις απαγορεύσεις της οδηγίας
( Οδηγία του Συμβουλίου 79/409, άρθρα 5 και 9 )
Περίληψη
'Ενα κράτος μέλος το οποίο, με το νόμο με τον οποίο διασφαλίζεται η μεταφορά στο εσωτερικό του δίκαιο της οδηγίας 79/409 περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών ορίζει ότι οι προβλεπόμενες με το άρθρο 5 της οδηγίας γενικές απαγορεύσεις, όσον αφορά τον εκ προθέσεως φόνο ή σύλληψη των αναφερόμενων στο άρθρο 1 της οδηγίας ειδών πτηνών, την εκ προθέσεως καταστροφή ή βλάβη των φωλεών τους και των αυγών τους, καθώς και την εκ προθέσεως ενόχληση των εν λόγω πτηνών, εφόσον η ενόχληση αυτή έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους στόχους της οδηγίας, δεν ισχύουν εφόσον οι σχετικές πράξεις διενεργούνται στο πλαίσιο της συνήθους εκμεταλλεύσεως του εδάφους η οποία πραγματοποιείται μέσω γεωργικών, δασικών ή αλιευτικών δραστηριοτήτων ή στο πλαίσιο της αξιοποιήσεως των προϊόντων που προέρχονται από τις δραστηριότητες αυτές, δεν εξασφαλίζει την ορθή εκτέλεση της οδηγίας . Πράγματι, το εν λόγω κράτος μέλος, ενεργώντας έτσι, επιτρέπει εξαιρέσεις που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 9 της οδηγίας .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 412/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Peter Kalbe και τον Thomas van Rijn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον Martin Seidel, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και τον Dietrich Ehle, δικηγόρο Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον προϊστάμενο της γραμματείας της πρεσβείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Emile-Reuter,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιτρέποντας εξαιρέσεις από τα μέτρα προστασίας των πτηνών χωρίς να έχει υιοθετήσει τους περιορισμούς που επιβάλλονται από την οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ . F . O' Higgins και F . Schockweiler, προέδρους τμήματος, G . Bosco, T . Koopmans, K . Bahlmann, και R . Joliet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . L . da Cruz Vilaca
γραμματέας : B . Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Φεβρουαρίου 1987, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τους P . Kalbe και Th . van Rijn, η δε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από τους M . Seidel, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και D . Ehle, δικηγόρο Κολωνίας,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαΐου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιτρέποντας εξαιρέσεις από τα μέτρα προστασίας των πτηνών χωρίς να έχει υιοθετήσει τους περιορισμούς που επιβάλλονται από την οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών ( ΕΕ ειδ . έκδ ., 15/001, σ . 202 ) ( εφεξής : η οδηγία ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ .
2 Αφού εξέτασε τις διατάξεις της σχετικής γερμανικής νομοθεσίας και έκρινε ότι η νομοθεσία αυτή δεν ήταν απολύτως σύμφωνη προς την οδηγία, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης . Αφού όχλησε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ζητώντας της να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 6 Δεκεμβρίου 1984, αιτιολογημένη γνώμη . Δεδομένου ότι δεν δόθηκε συνέχεια στη γνώμη αυτή, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως .
3 Αρχικώς, η προσφυγή της Επιτροπής αφορούσε τρεις διατάξεις του ομοσπονδιακού νόμου περί της προστασίας της φύσεως ( Bundesnaturschutzgesetz ) με τις οποίες επιτρέπονταν εξαιρέσεις από τη σχετική με την προστασία των πτηνών νομοθεσία . 'Υστερα από τροποποίηση του Bundesnaturschutzgesetz, που επήλθε στις 10 Δεκεμβρίου 1986, δηλαδή μετά την έγγραφη διαδικασία, η Επιτροπή δήλωσε, κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 1987, ότι θεωρούσε το ζήτημα ρυθμισθέν, όσον αφορά τη δεύτερη και τρίτη αιτίαση, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση .
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, οι επίδικες διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά του φακέλου της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
5 Το μόνο σημείο ως προς οποίο εξακολουθεί να υφίσταται διαφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι το ζήτημα αν το άρθρο 22, παράγραφος 3, πρώτη φράση, του Bundesnaturschutzgesetz είναι σύμφωνο προς το άρθρο 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 9, της οδηγίας .
6 Με το άρθρο 5 της οδηγίας προβλέπονται γενικές απαγορεύσεις όσον αφορά τον εκ προθέσεως φόνο ή σύλληψη των αναφερόμενων στο άρθρο 1 της οδηγίας ειδών πτηνών, την εκ προθέσεως καταστροφή ή βλάβη των φωλεών και των αυγών τους καθώς και τη σκόπιμη ενόχληση των εν λόγω πτηνών, εφόσον η ενόχληση αυτή έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους στόχους της οδηγίας .
7 Οι γενικές αυτές απαγορεύσεις της οδηγίας μεταφέρθηκαν στην γερμανική έννομη τάξη με το άρθρο 22, παράγραφος 2, του Bundesnaturschutzgesetz . Η διάταξη αυτή απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την εκ προθέσεως τέλεση των αναφερόμενων στο άρθρο 5 της οδηγίας πράξεων .
8 Το άρθρο 22, παράγραφος 3, πρώτη φράση, του Bundesnaturschutzgesetz ορίζει ότι οι απαγορεύσεις της παραγράφου 2 δεν ισχύουν εφόσον οι σχετικές πράξεις διενεργούνται στο πλαίσιο "της συνήθους εκμεταλλεύσεως του εδάφους η οποία πραγματοποιείται μέσω γεωργικών, δασικών ή αλιευτικών δραστηριοτήτων" ή στο πλαίσιο "της αξιοποιήσεως των προϊόντων που προέρχονται από τις δραστηριότητες αυτές ."
9 Η Επιτροπή προσάπτει στη γερμανική κυβέρνηση ότι το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz αποτελεί παρέκκλιση από τις απαγορεύσεις του άρθρου 5 της οδηγίας, όπως έχουν μεταφερθεί στη γερμανική έννομη τάξη με το άρθρο 22, παράγραφος 2, του Bundesnaturschutzgesetz, χωρίς όμως να τηρούνται οι περιορισμοί που το άρθρο 9 της οδηγίας επιβάλλει στους εθνικούς νομοθέτες που προτίθενται να θεσπίσουν εξαιρέσεις από τις γενικές απαγορεύσεις που αφορούν την προστασία των πτηνών .
10 Η Επιτροπή διατείνεται, σχετικά, ότι το άρθρο 9 της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαιρέσεις, μόνο εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενοι στο εν λόγω άρθρο λόγοι προστασίας . 'Ετσι, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι στη γερμανική νομοθεσία ούτε ορίζεται ότι επιτρέπεται εξαίρεση μόνο σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλη ικανοποιητική λύση ούτε απαντά κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας λόγους .
11 Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αντιτάσσει ότι το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz δεν αποτελεί παρέκκλιση, από τις προβλεπόμενες με την παράγραφο 2 απαγορεύσεις . 'Οντως, οι θεσπιζόμενες με το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz εξαιρέσεις προϋποθέτουν την έλλειψη τελέσεως πράξεων εκ προθέσεως . Οι καθοριζόμενες στο άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz πράξεις, όπως η συνήθης εκμετάλλευση του εδάφους, ουδόλως μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν εκ προθέσεως παράβαση της υποχρέωσης προστασίας των πτηνών διότι οι πράξεις που τελούνται με σκοπό το φόνο, τη σύλληψη, την ενόχληση, την κατοχή ή την πώληση των άγριων πτηνών δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι διενεργούνταιστο πλαίσιο της συνήθους ασκήσεως των γεωργικών, δασικών ή αλιευτικών δραστηριοτήτων .
12 Πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί αν το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz αποτελεί εξαίρεση από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως απαγορεύσεις . Ειδικότερα, πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz αφορά πράξεις τελούμενες εκ προθέσεως και αντίθετες προς την προστασία των πτηνών .
13 'Οσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κείμενο της διάταξης αυτής αναφέρεται ρητώς στην προηγούμενη παράγραφο η οποία περιλαμβάνει τις επιβαλλόμενες με το άρθρο 5 της οδηγίας γενικές απαγορεύσεις . Επομένως, εφόσον οι απαγορεύσεις αφορούν πράξεις τελούμενες εκ προθέσεως, και η εξαίρεση αφορά κατ' ανάγκη τέτοιου είδους πράξεις .
14 Πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz δεν καθορίζει ως προς το πεδίο εφαρμογής του τις επιτρεπόμενες βάσει υποκειμενικού κριτηρίου δραστηριότητες, όσον αφορά ενέργειες που βλάπτουν το περιβάλλον . 'Οντως, ο γερμανικός νόμος επιτρέπει εξαιρέσεις από την προστασία των πτηνών, εφόσον οι σχετικές πράξεις διενεργούνται "στο πλαίσιο της συνήθους εκμεταλλεύεως του εδάφους η οποία πραγματοποιείται μέσω γεωργικών, δασικών ή αλιευτικών δραστηριοτήτων ".
15 Με την αναφορά αυτή σε ορισμένη εκμετάλλευση του εδάφους δεν διευκρινίζεται σαφώς το ζήτημα σε ποιο βαθμό επιτρέπονται ενέργειες που βλάπτουν το περιβάλλον . Πράγματι, η αρχή της συνήθους εκμεταλλεύσεως του εδάφους, αφενός, και η έννοια της μη εκ προθέσεως παραβάσεως των σχετικών με την προστασία των πτηνών κανόνων, αφετέρου, βρίσκονται σε δύο διαφορετικά, από νομική άποψη, επίπεδα . Επομένως, δεδομένου ότι ο γερμανικός νόμος δεν προσδιορίζει την έννοια της "συνήθους εκμεταλλεύσεως" δεν αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz εκ προθέσεως βλαπτικές ενέργειες για τη ζωή και τους οικοτόπους των πτηνών, καθόσον οι ενέργειες αυτές είναι αναγκαίες στο πλαίσιο μιας τέτοιας εκμετάλλευσης του εδάφους .
16 'Ετσι, το επιχείρημα της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το οποίο συνίσταται στην εξομοίωση της έννοιας της συνήθους εκμεταλλεύσεως του εδάφους προς τις πράξεις που δεν συνιστούν εκ προθέσεως παράβαση της σχετικής με την προστασία των πτηνών νομοθεσίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό .
17 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz αποτελεί εξαίρεση από τις επιβαλλόμενες με το άρθρο 5 της οδηγίας απαγορεύσεις, ο γερμανικός κανόνας πρέπει, για να δικαιολογείται, να ικανοποιεί τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 9 της οδηγίας .
18 Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν να περιορίζουν τη σχετική εξαίρεση μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται άλλη ικανοποιητική λύση . Η εξαίρεση πρέπει να ερείδεται σε έναν τουλάχιστον από τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικώς στα στοιχεία α ), β ) και γ ) της παραγράφου 1 του άρθρου 9 και να ανταποκρίνεται στα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου κριτήρια με τα οποία απασκοπείται ο περιορισμός των εξαιρέσεων στο απολύτως αναγκαίο μέτρο και η δυνατότητα επιτηρήσεως από την Επιτροπή .
19 Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προβλεπόμενες με το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz εξαιρέσεις δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 9 της οδηγίας . Πράγματι, οι καθοριζόμενες με το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz δραστηριότητες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι καλύπτονται από κανέναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 9 της οδηγίας .
20 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιτρέποντας με το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz εξαιρέσεις από τα μέτρα προστασίας των πτηνών, όπως αυτά προβλέπονται με την οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου . Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, ο παραιτούμενος διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εκτός αν η παραίτησή του δικαιολογείται από τη στάση του αντιδίκου .
22 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραιτήθηκε από δύο από τις περιλαμβανόμενες στο δικόγραφο της προσφυγής της αιτιάσεις, λόγω του ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συμμορφώθηκε ως προς τα σημεία αυτά μετά την άσκηση της προσφυγής .
23 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η μερική παραίτηση της Επιτροπής δικαιολογείται από τη στάση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας η οποία, άλλωστε, ηττήθηκε, όσον αφορά τις άλλες αιτιάσεις της προσφυγής .
24 Επομένως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιτρέποντας με το άρθρο 22, παράγραφος 3, του Bundesnaturschutzgesetz εξαιρέσεις από τα μέτρα προστασίας των πτηνών, όπως αυτά προβλέπονται με την οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ .
2)Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy