ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 4ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 78/85,
Ομάδα των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Δεξιάς, συνεστημένη εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο της Jean-Marie Le Pen, βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Albert Schmit, 6, rue Dicks,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Francesco Pasetti Bombardella, γενικό διευθυντή,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της απόφασης του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 1984, με την οποία έκρινε παραδεκτή την αίτηση συστάσεως εξεταστικής των πραγμάτων επιτροπής για την άνοδο του φασισμού και του φυλετισμού στην Ευρώπη εντός και εκτός της Κοινότητας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, U. Everling, Κ. Bahlmann, και R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Ο. Due, Y. Galmot, Κ. Κακούρη, T. F. O' Higgins, F. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Απριλίου 1985, ο Jean-Marie Le Pen, εκπρόσωπος της Ομάδας των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Δεξιάς, πολιτικής ομάδας που έχει συσταθεί εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και περιλαμβάνει τα μέλη που έχουν εκλεγεί με τους συνδυασμούς του Μετώπου Εθνικής Αντιπολιτεύσεως για την Ευρώπη των Πατρίδων, του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος — Εθνικής Δεξιάς — και της ελληνικής ΕΠΕΝ, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης, με την οποία ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις 28 Σεπτεμβρίου 1984, κατά τη συνεδρίαση του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έκρινε παραδεκτή την υπογραφείσα από εκατόν δεκατρείς βουλευτές αίτηση με την οποία ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 95 του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου ( ΕΕ C 90 της 21.4.1981, σ. 49), η σύσταση εξεταστικής των πραγμάτων επιτροπής για την άνοδο του φασισμού και φυλετισμού στην Ευρώπη εντός και εκτός της Κοινότητας.
2
Με το δικόγραφο της προσφυγής δεν προσδιορίζεται η διάταξη των Συνθηκών βάσει της οποίας ασκείται. Εξάλλου σ' αυτό αναγράφεται ότι θα κατατεθεί ευθύς αμέσως αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, με χωριστό δικόγραφο, βάσει των άρθρων 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, 157 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και 39 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Τέτοιο δικόγραφο ωστόσο ουδέποτε περιήλθε στο Δικαστήριο.
3
Κατόπιν της αποφάσεως του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συστάθηκε η εν λόγω εξεταστική επιτροπή, οι δε εργασίες της κατέληξαν στην υποβολή, στις 25 Νοεμβρίου 1985, οριστικής εκθέσεως (ΕΚ, έγγραφα συνεδριάσεως, 1985-1986, σειρά Α, έγγρ. Α2-160/85 ), η οποία οδήγησε στην έγκριση ψηφίσματος στις 16 Ιανουαρίου 1986 ( ΕΕ C 36, σ. 142).
4
Κατά το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού του, «για την εξέταση ειδικών θεμάτων το Κοινοβούλιο συγκροτεί εξεταστικές επιτροπές κατόπιν αιτήσεως του ενός τετάρτου των εν ενεργεία μελών του και χωρίς προηγούμενη παραπομπή της αιτήσεως σε επιτροπή. Η αίτηση καθορίζει το αντικείμενο της εξετάσεως, που πρέπει να αφορά θέμα που εμπίπτει στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των Κοινοτήτων ». Κατά την ερμηνεία που έχει δώσει η Επιτροπή Κανονισμού και Αναφορών, « αίτηση που κατατίθεται από το ένα τέταρτο των εν ενεργεία μελών του Κοινοβουλίου συνεπάγεται αυτοδικαίως τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής· η αίτηση αυτή δεν χρειάζεται να υποβληθεί προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο ». Κατά την ερμηνεία της ίδιας επιτροπής, εναπόκειται στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αποφασίσει αν μια αίτηση συστάσεως εξεταστικής επιτροπής είναι σύμφωνη προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 95, παράγραφος 1.
5
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Ομάδα των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Δεξιάς ισχυρίζεται κατ' ουσία ότι η απόφαση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι αντίθετη προς το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού του, διότι:
—
εφόσον δεν της έχει ανατεθεί « η εξέταση ειδικού θέματος » κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η εν λόγω επιτροπή δεν είναι πράγματι εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή ·
—
το αντικείμενο της εξετάσεως δεν εμπίπτει στις δραστηριότητες του Κοινοβουλίου·
—
ο σκοπός της εξεταστικής επιτροπής ενέχει δυσμενή διάκριση έναντι ομάδας μειοψηφίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
6
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής, ζητώντας από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, να αποφανθεί επί της ενστάσεως αυτής χωρίς να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας.
7
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τονίζει σχετικώς ότι η προσφυγή, της οποίας η προσφεύγουσα δεν προσδιόρισε τη νομική βάση, δεν μπορεί προφανώς να ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 38 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Είναι, εξάλλου, απαράδεκτη βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ ή του άρθρου 146 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, δεδομένου ότι ο έλεγχος της νομιμότητας που θεσπίζεται με τις διατάξεις αυτές μπορεί να αφορά μόνο πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
8
Στην επιχειρηματολογία αυτή η προσφεύγουσα απαντά παραπέμποντας στα άρθρα 164 της Συνθήκης ΕΟΚ, 136 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και 31 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Υποστηρίζει ότι η τυχόν παραδοχή της ένστασης απαραδέκτου θα είχε ως συνέπεια να διαφεύγουν οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από κάθε έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν ασκηθεί προσφυγή κράτους μέλους ή της Επιτροπής βάσει του άρθρου 38 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα είχε έτσι την ευχέρεια να εξετάζει οτιδήποτε, ακόμη και ζητήματα εντελώς άσχετα προς τις κοινοτικές Συνθήκες. Θα μπορούσε ακόμη να συνιστά εξεταστικές επιτροπές για την ιδιωτική ζωή των μελών των κοινοτικών οργάνων, περιλαμβανομένων και των μελών του Δικαστηρίου.
9
Από το άρθρο 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως και να απορρίψει την προσφυγή χωρίς να ακούσει τις προφορικές αναπτύξεις των διαδίκων, αν κρίνει ότι η δικογραφία περιέχει ήδη όλα τα αναγκαία για την απόφανση του στοιχεία.
10
Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα δεν έχουν τη δυνατότητα να προσβάλλουν απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 38 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Αντιθέτως, νομιμοποιούνται καταρχήν να ασκούν την προσφυγή ακυρώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που αποσκοπούν στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων έναντι τρίτων, όπως προκύπτει από την απόφαση της 23ης Απριλίου 1986 (υπόθεση 294/83, Parti écologiste « Les Verts » κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 1339). Ενόψει αυτής της διατάξεως πρέπει, επομένως, να εξεταστεί το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής.
11
Χωρίς καν να χρειαστεί να εξεταστεί αν η προσφυγή ασκήθηκε όντως εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 173, τρίτη παράγραφος, πρέπει να τονιστεί ότι είναι απαράδεκτη, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη πράξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Πράγματι, στις εξεταστικές επιτροπές, των οποίων η σύσταση μπορεί να ζητηθεί δυνάμει του άρθρου 95 του κανονισμού του Κοινοβουλίου, έχουν απονεμηθεί μόνον αρμοδιότητες μελέτης ζητημάτων και, συνεπώς, οι σχετικές με τη σύσταση τους πράξεις ανάγονται απλώς στην εσωτερική οργάνωση των εργασιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Για τους λόγους αυτούς,
αφού άκουσε τον εισηγητή που ανέπτυξε την έκθεση του, αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 4 Ιουνίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy