ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 6ης Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 310/85 R,
Deufil GmbH & Co. KG, ετερόρρυθμη εταιρεία γερμανικού δικαίου, με έδρα την Industriestraße 10, D-4619 Bergkamen-Rünthe, εκπροσωπούμενη από την ομόρρυθμο εταίρο της Deufil GmbH, με την ίδια εταιρική έδρα, εκπροσωπούμενη την ίδια από τον Klaus G. Beisken, δικηγόρο Düsseldorf, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Emile Vogt, διευθυντή της Compagnie financière de crédit et de gestion, 40, boulevard Joseph-II, Λουξεμβούργο,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Norbert Koch, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Luxembourg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της απόφασης 85/471 της Επιτροπής της 10ης Ιουλίου 1985 [ έγγραφο C ( 85 ) 1925 ], σχετικά με ενίσχυση που χορήγησε η γερμανική κυβέρνηση σε παραγωγό νημάτων από πολυαμίδιο και πολυπροπυλένιο, εγκατεστημένο στο Bergkamen ( EE L 278, σ. 26 ),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την παρούσα
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Οκτωβρίου 1985, η ετερόρρυθμη εταιρεία Deufil GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από την ομόρρυθμο εταίρο της Deufil GmbH, εγκατεστημένη στο Bergkamen, άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης 85/471 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1985 ( ΕΕ L 278, σ. 26 ). Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή κήρυξε παράνομη και ασυμβίβαστη προς την Κοινή Αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ενίσχυση ύψους 2945000 DM που χορηγήθηκε το 1983 στην προσφεύγουσα, παραγωγό νημάτων από πολυαμίδιο και πολυπροπυλένιο, και απαίτησε, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να ζητήσει από την προσφεύγουσα την απόδοση της ενίσχυσης αυτής και να την ενημερώσει εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί με την απαίτηση αυτή.
2
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιανουαρίου 1986, η προσφεύγουσα υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 83, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προαναφερθείσας απόφασης 85/471 της Επιτροπής, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της προσφυγής που ασκήθηκε στην κύρια δίκη.
3
Η καθής κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της στις 21 Ιανουαρίου 1986. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους στις 3 Φεβρουαρίου 1986.
4
Προτού εξεταστεί το βάσιμο της παρούσας αίτησης λήψεως προσωρινών μέτρων, είναι σκόπιμο να υπενθυμιστούν συντόμως τα στάδια που προηγήθηκαν της έκδοσης από την Επιτροπή της απόφασης 85/471, που αναφέρθηκε πιο πάνω.
5
Μετά από την αίτηση που η προσφεύγουσα εταιρεία είχε υποβάλει στις 29 Ιουνίου 1982, προκειμένου να λάβει επιδότηση για την επέκταση της έδρας της επιχείρησης στο Bergkamen, της χορηγήθηκαν το 1983 ενισχύσεις ύψους 1722000 ĎM και 1223000 DM αντιστοίχως από την Ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του νόμου περί πριμοδοτήσεως των επενδύσεων και από το Land Nordrhein-Westfalen στο πλαίσιο περιφερειακού προγράμματος οικονομικής αναπτύξεως.
6
Οι ενισχύσεις αυτές συνέβαλαν στην εγκατάσταση σύγχρονου εξοπλισμού προσαρμοσμένου στην παραγωγή τόσο νημάτων από πολυαμίδιο όσο και νημάτων από πολυπροπυλένιο και κατέστησαν δυνατή στην προσφεύγουσα την αύξηση της ετήσιας παραγωγικής της ικανότητας από 3000 σε 5000 τόνους. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενίσχυση αυτή, που αντιπροσωπεύει 14,97 °/ο του συνολικού κόστους της επένδυσης, χορηγήθηκε από την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο έγκαιρης ενημέρωσης της Επιτροπής κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
7
Κατόπιν των επανειλημμένων αιτήσεών της, η Επιτροπή ενημερώθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1984 από την ομοσπονδιακή γερμανική κυβέρνηση ότι οι επίμαχες ενισχύσεις, ανταποκρινόμενες στα στοιχεία που αναφέρθηκαν πιο πάνω, είχαν χορηγηθεί στην αιτούσα.
8
Αφού προέβη σε μια πρώτη εξέταση, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι εν λόγω ενισχύσεις ήταν παράνομες λόγω παραβάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι δεν συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να εφαρμοστεί μια από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατόπιν αυτού, κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο πρώτο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Επιτροπή τερμάτισε τη διαδικασία αυτή εκδίδοντας την προαναφερθείσα απόφαση 85/741.
9
Προκειμένου να καταστεί δυνατή η πλήρης προσέγγιση του προβλήματος που αναφέρθηκε, πρέπει ακόμη, εν συντομία, να διευκρινιστεί το νόμιμο καθεστώς στο οποίο υπάγονταν τα νήματα από πολυαμίδιο και πολυπροπυλένιο κατά την εποχή που χορηγήθηκαν οι επίμαχες ενισχύσεις.
10
Τα νήματα από πολυαμίδιο διέπονται από τον κώδικα ενισχύσεων σχετικά με τις συνθετικές ίνες και νήματα που θεσπίστηκε από την Επιτροπή και παρατάθηκε έως το 1987 με διάφορες αποφάσεις. Οι δύο κατευθυντήριες αρχές που αναφέρονται στον κώδικα αυτό συνίστανται, αφενός, στο ότι κάθε ενίσχυση που επιφέρει αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, ακόμη και σε περίπτωση εκσυγχρονισμού ή μετατροπής, αντίκειται στο άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ και, αφετέρου, στο ότι η ενίσχυση που διευκολύνει αναδιάρθρωση, η οποία προκαλεί ελάττωση της παραγωγικής ικανότητας, καταρχήν, συμβιβάζεται με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ.
11
Όσον αφορά τα νήματα από πολυπροπυλένιο υπήχθησαν στην κατηγορία των προϊόντων που διέπονται από τον εν λόγω κώδικα μόλις το 1985. Πάντως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι πριν από την ημερομηνία αυτή, τα νήματα από πολυπροπυλένιο διέπονταν εντούτοις, όπως και τα νήματα από πολυαμίδιο, από τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 1971 και 1977 στον τομέα των ενισχύσεων στην κλωστοϋφαντουργία, οι οποίες προβλέπουν ότι η χορήγηση ενισχύσεως των επενδύσεων πρέπει να συνδέεται με την πραγματοποίηση ενός στόχου αναδιαρθρώσεως και όχι απλού εκσυγχρονισμού των εγκαταστάσεων παραγωγής προκειμένου να κηρυχθεί συμβιβάσιμη με την Κοινή Αγορά.
12
Όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 93, παράγραφος 3 της Συνθήκης, κάθε ενίσχυση σχετικά με ένα από τα δύο αυτά είδη νημάτων, πρέπει σε κάθε περίπτωση, όποιος και να είναι ο στόχος τον οποίο επιδιώκει, να γνωστοποιείται στην Επιτροπή πριν από τη χορήγηση της.
13
Σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο μπορεί όμως, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως.
14
Για να μπορέσει να διαταχθεί παρόμοιο προσωρινό μέτρο, το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας προβλέπει ότι οι αιτήσεις για τη λήψη προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του αιτούμενου προσωρινού μέτρου καθώς και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως.
15
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το επείγον μιας αίτησης για τη λήψη προσωρινών μέτρων που προβλέπεται στο άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη που υφίσταται για τη λήψη προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στο διάδικο που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου.
16
Ως προς αυτό το σημείο, η αιτούσα υποστηρίζει ότι ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Οικονομίας καθώς και η κυβέρνηση του Land Nordrhein-Westfalen σχεδίαζαν επί του παρόντος να ανακαλέσουν, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση 85/471 της Επιτροπής, την απόφαση τους για τη χορήγηση των επίμαχων ενισχύσεων και να λάβουν μέτρα προκειμένου να προβούν την ανάκτηση τους. Ενόψει του μέτρου αυτού εκτέλεσης της προαναφερθείσας απόφασης 85/471 της Επιτροπής και του μη ανασταλτικού χαρακτήρα της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε κατ' αυτής, η αιτούσα θεωρεί, επομένως, ότι η αναστολή εκτελέσεως επιβάλλεται κατά τρόπο επιτακτικό προκειμένου να αποφευχθούν οι εις βάρος της καταστροφικές οικονομικές συνέπειες που θα προέκυπταν από την εκτέλεση αυτή.
17
Πράγματι, υπάρχει ο φόβος, η απόδοση των χορηγηθεισών ενισχύσεων καθώς και η μη καταβολή νέας επιδότησης 3 εκατομμυρίων DM, που έχει ζητηθεί ως συμμετοχή σε παρόμοια συμπληρωματική επένδυση 20 εκατομμυρίων DM, να μειώσουν και ακόμη και να εξαντλήσουν τις πιστώσεις που διαθέτει η αιτούσα στις τράπεζες και στη μητρική εταιρεία Radici. Ο κλονισμός αυτός της εμπορικής της πίστεως θα προκαλέσει τη θέση της προς εκκαθάριση και την απώλεια 180 θέσεων απασχολήσεως σε μια περιοχή που βρίσκεται ήδη σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση από οικονομική άποψη.
18
Όσον αφορά την Επιτροπή, αυτή αναφέρει στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ότι θεωρεί ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι η εκτέλεση της απόφασης 85/471 της Επιτροπής κινδύνευε να της προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
19
Κανένα συγκεκριμένο μέτρο για την εκτέλεση της απόφασης αυτής δεν έχει πράγματι ακόμη ληφθεί από την ομοσπονδιακή γερμανική κυβέρνηση ή από την κυβέρνηση του Land Nordrhein-Westfalen ενόψει της ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων. Εξάλλου, ακόμη και η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν θα μπορούσε να επιφέρει βλάβη στην αιτούσα, δεδομένου ότι το μόνο στοιχείο της απόφασης αυτής που είναι απευθείας εκτελεστό κατά την έννοια του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι η υποχρέωση ανακλήσεως και ανακτήσεως σε βάρος του αποδέκτη της απόφασης. Η απόφαση 85/471, πράγματι, δεν δημιούργησε απευθείας καμιά υποχρέωση της αιτούσας προς πληρωμή. Η απόδοση των επίμαχων ενισχύσεων δεν μπορεί επομένως να επιδιωχθεί αμέσως. Η υποχρέωση αποδόσεως δεν μπορεί να επιβληθεί στην αιτούσα παρά μόνο με απόφαση ανακλήσεως και ανακτήσεως των γερμανικών αρχών βάσει των εθνικών διατάξεων περί ανακλήσεως των παράνομων διοικητικών πράξεων. Επιπλέον, η αιτούσα μπορεί, βάσει του εθνικού δικαίου, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά της αποφάσεως αυτής των γερμανικών αρχών περί ανακτήσεως, επιδιώκοντας την αναβολή της εκτέλεσης της.
20
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ακόμη σχετικά ότι η εκτέλεση της υποχρέωσης προς απόδοση δεν κινδυνεύει να προκαλέσει τη θέση υπό εκκαθάριση της αιτούσας, όπως αυτή ισχυρίστηκε, δεδομένου ότι είναι 100% θυγατρική εταιρεία του ομίλου επιχειρήσεων Radici που διαθέτει ισχυρά οικονομικά μέσα.
21
Από τη δικογραφία και τις απαντήσεις σε ορισμένες ερωτήσεις που διατυπώθηκαν κατά την προφορική διαδικασία προκύπτει ότι η ομοσπονδιακή γερμανική κυβέρνηση και η κυβέρνηση του Nordrhein-Westfalen δεν έλαβαν ακόμη συγκεκριμένα μέτρα προκειμένου να ανακαλέσουν την απόφαση τους περί εγκρίσεως και να ανακτήσουν τις ενισχύσεις που ήδη χορηγήθηκαν. Το έγγραφο που ο Υπουργός Οικονομίας απηύθυνε στην αιτούσα την 11η Νοεμβρίου 1985 και που η αιτούσα κατέθεσε κατά την προφορική διαδικασία ως απάντηση σε τεθείσα ερώτηση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ως ρητό αίτημα των γερμανικών αρχών υπό αυτή την έννοια. Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δείχνει σαφώς ότι πρόθεση των γερμανικών αρχών ήταν μόνο να πληροφορηθούν αν η αιτούσα θα κινούσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη διαδικασία λήψεως προσωρινών μέτρων επιδιώκοντας την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης 85/471 της Επιτροπής που αναφέρθηκε πιο πάνω, προκειμένου να μπορέσουν να μεταδώσουν την πληροφορία αυτή στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προς ενημέρωση που τους έχει επιβληθεί από το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως.
22
Ακόμη και αν από το περιεχόμενο του προαναφερθέντος εγγράφου της 11ης Νοεμβρίου 1985 διαφαίνεται ότι οι γερμανικές αρχές έχουν την πρόθεση να απευθύνουν προς την αιτούσα ρητό αίτημα ανακτήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων, αν ο πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προαναφερθείσας απόφασης 85/471 της Επιτροπής κατά τη λήξη της διαδικασίας λήψεως προσωρινών μέτρων, η αιτούσα δήλωσε κατά την προφορική διαδικασία ότι είχε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει όλα τα ένδικα μέσα της εσωτερικής έννομης τάξης που μπορεί να ασκήσει ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων. Παρά τις διαφορές που έγιναν εμφανείς κατά την προφορική διαδικασία μεταξύ των διαδίκων ως προς τους όρους υπό τους οποίους τα γερμανικά αυτά δικαστήρια μπορούσαν να διατάξουν την αναστολή εκτελέσεως της αιτούμενης ανάκτησης των χορηγηθεισών ενισχύσεων, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου κρίνει, επομένως, ότι η δυνατότητα ασκήσεως ενός από τα εθνικά αυτά ένδικα μέσα θα επιτρέψει στην αιτούσα να αποφύγει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, εάν μπορέσει να αποδείξει την ύπαρξη της.
23
Εξάλλου, η αιτούσα δεν προσκόμισε κανένα πειστικό στοιχείο με το οποίο να μπορεί να αποδείξει τη σοβαρότητα των οικονομικών και χρηματοδοτικών δυσχερειών τις οποίες θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση αποδόσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων. Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από την έκθεση του ελεγκτή για τα έτη 1983-1984, που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, είναι ότι οι τράπεζες δεν θα αυξήσουν τις πιστώσεις τους αν υποτεθεί ότι ανακτώνται οι επιδοτήσεις. Αντιθέτως, τίποτε δεν καθιστά βέβαιο το ότι ο όμιλος επιχειρήσεων Radici - μητρική εταιρεία της αιτούσας εταιρείας, η οποία σύμφωνα με τις επιβεβαιώσεις της Επιτροπής, και χωρίς αυτό να έχει αμφισβητηθεί από την αιτούσα, φαίνεται να βρίσκεται σε θαυμάσια οικονομική κατάσταση, όπως αποδεικνύει και η πρόσφατη αγορά εκ μέρους της τής ελβετικής επιχείρησης Noyfïl, δεν θα υποστήριζε οικονομικά τη θυγατρική της εταιρεία σε περίπτωση αποδόσεως των ενισχύσεων. Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι η αιτούσα δεν μπόρεσε να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την οικονομική της κατάσταση για το έτος 1985.
24
Λόγω των τμηματικών οικονομικών πληροφοριών που παρασχέθηκαν και των στενών δεσμών που η αιτούσα φέρεται διατηρούσα με τον όμιλο επιχειρήσεων Radici, εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η εκτέλεση της απόφασης αποδόσεως των χορηγηθεισών επιδοτήσεων δεν θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική επιβίωση της αιτούσας.
25
Από τα προηγούμενα στοιχεία προκύπτει ότι η αιτούσα δεν προέβαλε κανένα αποφασιστικής σημασίας επιχείρημα, το οποίο να αποδεικνύει ότι η εκτέλεση της απόφασης 85/471 της Επιτροπής θα της προξενούσε σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
26
Δεδομένου ότι η αιτούσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει το στοιχείο του επείγοντος, που απαιτείται από το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας δεν κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί αν οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλε μπορούν να δικαιολογήσουν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του αιτούμενου προσωρινού μέτρου.
Για τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 6 Φεβρουαρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy