ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 7ης Μαρτίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 392/85 R,
Finsider, εταιρία ιταλικού δικαίου με έδρα τη Ρώμη, viale Castro Pretorio, 122, εκπροσωπούμενη από τον Sergio Μ. Carbone, δικηγόρο Γένουας, και τον Nico Schaeffer, δικηγόρο και αντίκλητο της στο Λουξεμβούργο, 12, avenue de la Porte-Neuve,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Giuliano Marenco, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως C ( 85 ) 1603/9 της Επιτροπής, της 9ης Οκτωβρίου 1985, περί επιβολής προστίμου στην αιτούσα δυνάμει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Δεκεμβρίου 1985, η εταιρία Finsider άσκησε, δυνάμει των άρθρων 33, παράγραφος 2, και 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 9ης Οκτωβρίου 1985. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή επέβαλε στην αιτούσα πρόστιμο 2165350 ECU διότι έκρινε ότι η τελευταία υπερέβη κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1983, κατά παράβαση της αποφάσεως 1696/82/ΕΚΑΧ ( ΕΕ L 191, σ. 1 ) η οποία παρέτεινε το σύστημα επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα, τις ποσοστώσεις παραγωγής της κατά 27613 τόνους για την κατηγορία των προϊόντων Ια και κατά 37785 τόνους το τμήμα των εν λόγω ποσοστώσεων που μπορούσαν να διατεθούν στην κοινή αγορά κατά την ίδια αυτή περίοδο. Στο άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως διευκρινίζεται ότι το πρόστιμο αυτό είναι καταβλητέο εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως και ότι το ποσό του προστίμου προσαυξάνεται, σε περίπτωση καθυστερήσεως της καταβολής, κατά 1 ο/ο για κάθε αρξάμενο μήνα.
2
Στο έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 1985 με το οποίο κοινοποίησε στην αιτούσα την ανωτέρω απόφαση της 9ης Οκτωβρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε ρητά ότι αν η εταιρία Finsider ασκούσε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Επιτροπή δεν θα προέβαινε στη λήψη κανενός μέτρου εισπράξεως κατά την εκκρεμοδικία της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό τον όρο ότι η αιτούσα θα συνιστούσε υπέρ αυτής, το αργότερο κατά την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας καταβολής, τραπεζική εγγύηση που θα κάλυπτε τόσο την κύρια οφειλή όσο και τους τόκους υπερημερίας.
3
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Φεβρουαρίου 1986, η αιτούσα υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 39, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής της 9ης Οκτωβρίου 1985 μέχρι να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της κύριας προσφυγής. Επικουρικά, με την εν λόγω αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων ζητείται η μερική αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής τουλάχιστον μέχρι το μισό του ύψους του επιβληθέντος προστίμου. Επικουρικότερα, στην εν λόγω αίτηση διευκρινίζεται ότι θα έπρεπε να παραχωρηθεί ολική αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 9ης Οκτωβρίου 1985 εφόσον η αιτούσα θα συνιστούσε τραπεζική εγγύηση για ποσό ίσο προς το μέρος του προστίμου για το οποίο δεν θα γινόταν δεκτή η αίτηση αναστολής εκτελέσεως.
4
Η καθής κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της στις 23 Φεβρουαρίου 1986. Δεδομένου ότι τα έγγραφα υπομνήματα των διαδίκων περιλαμβάνουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων και ότι υπάρχει ήδη πάγια νομολογία όσον αφορά αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να ζητήσει προφορικές διευκρινίσεις από τους διαδίκους.
5
Πριν εξεταστεί το βάσιμο της παρούσας αίτησης λήψεως προσωρινών μέτρων, σκόπιμο είναι να υπομνησθούν συνοπτικά τα στάδια που προηγήθηκαν της λήψεως, εκ μέρους της Επιτροπής, της ανωτέρω αποφάσεως της 9ης Οκτωβρίου 1985.
6
Με έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 1983, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην αιτούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω αποφάσεως 1696/82 και ιδίως το άρθρο της 5, τις ποσοστώσεις παραγωγής της για το δεύτερο τρίμηνο και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που μπορούσε να διατεθεί στην κοινή αγορά κατά την ίδια περίοδο.
7
Η υπέρβαση των ποσοστώσεων στην οποία αναφέρεται το σημείο 1 της παρούσας Διάταξης, που επεσήμανε η Επιτροπή βάσει δηλώσεων της αιτούσας, ανακοινώθηκε σε αυτή με έγγραφο της 24ης Ιουλίου 1984. Από την αλληλογραφία που αντηλλάγη στη συνέχεια μεταξύ της αιτούσας και της Επιτροπής και από τη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1984 μεταξύ των εκπροσώπων της αιτούσας και των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής προκύπτει ότι η αιτούσα αναγνώρισε την ακρίβεια των αριθμητικών δεδομένων που παρέθεσε η Επιτροπή, αλλά προσέθεσε ότι αυτά δεν συνιστούσαν σε καμία περίπτωση υπέρβαση των ποσοστώσεων που της είχε καθορίσει η Επιτροπή. Διότι αυτή η προσαπτόμενη υπέρβαση των ποσοστώσεων καλύπτεται από την ύπαρξη αποθεμάτων που δηλώθηκαν κανονικά στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της ανωτέρω αποφάσεως 1696/82 της Επιτροπής και επαρκούν για να την αντισταθμίσουν πλήρως. Η Επιτροπή απέρριψε τις διευκρινίσεις αυτές και περάτωσε τη διαδικασία με τη λήψη της αποφάσεως της 9ης Οκτωβρίου 1985.
8
Σύμφωνα με το άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο.
9
Για να μπορεί το Δικαστήριο να διατάξει προσωρινά μέτρα όπως αυτά που ζητούνται εν προκειμένω, το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του ζητούμενου προσωρινού μέτρου καθώς και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως.
10
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο επείγων χαρακτήρας μιας αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, πρέπει να κρίνεται εν σχέσει προς την ανάγκη λήψεως προσωρινής αποφάσεως ώστε να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στο διάδικο που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου.
11
Η αιτούσα προβάλλει σχετικά ότι η άμεση καταβολή προστίμου τόσο σημαντικού ποσού όπως αυτό που της επέβαλε η Επιτροπή, εν προκειμένω 2165350 ECU, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στα ρευστά διαθέσιμα της, ενώ είναι κοινώς γνωστό ότι η εταιρία σημειώνει απώλειες από πολλά οικονομικά έτη, το δε χρέος της προς τις τράπεζες έφθασε σε τέτοια όρια, ώστε δεν μπορεί πλέον να αυξηθεί περαιτέρω. Η αιτούσα υπογραμμίζει επιπλέον ότι και η απλή σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως ποσού αντίστοιχου προς αυτό του επιβληθέντος προστίμου θα συνεπαγόταν αντίστοιχο περιορισμό της πιστωτικής ικανότητας που διαθέτει έναντι των τραπεζών, αυτό δε θα είχε ως συνέπεια να τη στερήσει από πόρους αναγκαίους για την παραγωγική της δραστηριότητα, διακυβεύοντας συνεπώς ή επαπειλώντας ανατροπή της οικονομικής της ισορροπίας. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των καταστροφικών οικονομικών συνεπειών που θα απέρρεαν από την εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής της 9ης Οκτωβρίου 1985 καθώς και του μη ανασταλτικού αποτελέσματος της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε κατά της εν λόγω αποφάσεως, η αιτούσα υποστηρίζει συνεπώς ότι η αναστολή εκτελέσεως είναι επιβεβλημένη για να αποτραπεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
12
Η Επιτροπή υποστηρίζει από την πλευρά της στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στα πλαίσια της προκειμένης διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι η εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής της 9ης Οκτωβρίου 1985 την εκθέτει στον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Πράγματι, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθεί γενικά, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην αιτούσα ότι δεν θα προέβαινε στην άμεση είσπραξη του προστίμου σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό τον όρο ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα συνιστούσε, το αργότερο κατά την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας καταβολής, τραπεζική εγγύηση για την ενδεχόμενη καταβολή του προστίμου προσαυξημένου κατά τους τυχόν τόκους υπερημερίας. Η Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως στερείται αντικειμένου εφόσον έχει ήδη παραχωρήσει στην αιτούσα εκείνο που αυτή ζητεί από το Δικαστήριο.
13
Όσον αφορά το αίτημα της αιτούσας να απαλλαγεί από την υποχρέωση να συστήσει τραπεζική εγγύηση για το λόγο ότι αυτή θα συνεπαγόταν αντίστοιχο περιορισμό της πιστωτικής ικανότητας που διαθέτει έναντι των τραπεζών, η Επιτροπή τονίζει ότι η υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ποσού αντίστοιχου προς το ποσό του επιβληθέντος προστίμου αποτελεί την ελάχιστη απαίτηση από την άποψη του δημόσιου κοινοτικού συμφέροντος. Η απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως για λόγο όπως αυτός τον οποίο επικαλείται η αιτούσα θα εκμηδένιζε, υπέρ του ιδιωτικού συμφέροντος και μόνο, την ισορροπία που επιτυγχάνεται με αυτή την τραπεζική εγγύηση μεταξύ του δημόσιου κοινοτικού συμφέροντος και του ιδιωτικού συμφέροντος της επιχειρήσεως που αμφισβητεί τη νομιμότητα του προστίμου και θα ήταν εν πάση περιπτώσει ασυμβίβαστη με το άρθρο 86, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, που προβλέπει ότι η αναστολή εκτελέσεως που αποφασίζει το Δικαστήριο μπορεί να εξαρτηθεί από εγγυοδοσία του αιτούντος. Η Επιτροπή προσθέτει ότι δύσκολα γίνεται αντιληπτό ποια συγκεκριμένη επίπτωση θα μπορούσε να έχει η υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως για την καταβολή προστίμου λίγο μεγαλύτερου από 3 δισεκατομμύρια λίρες σε επιχείρηση της οποίας ο κύκλος εργασιών κατά το 1984 ανερχόταν σε 12525 δισεκατομμύρια λίρες.
14
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι παρόλο που η αιτούσα εταιρία δεν κατέβαλε το πρόστιμο, παρέλειψε μέχρι σήμερα να συστήσει τραπεζική εγγύηση τέτοια ώστε να γίνεται αποδεκτή από την Επιτροπή, που να καλύπτει την ενδεχόμενη καταβολή του προστίμου προσαυξημένου κατά τους τυχόν τόκους υπερημερίας.
15
Αν και η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως, από τις γραπτές παρατηρήσεις της προκύπτει ότι δεν αντιτίθεται στην παραχώρηση της ζητούμενης αναστολής υπό τον όρο ότι η αιτούσα θα συστήσει τραπεζική εγγύηση για την ενδεχόμενη καταβολή του προστίμου προσαυξημένου κατά τους τυχόν τόκους υπερημερίας.
16
Η απαίτηση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως για την ενδεχόμενη καταβολή του προστίμου προσαυξημένου κατά τους τυχόν τόκους υπερημερίας ανταποκρίνεται σε γενική γραμμή συμπεριφοράς που η Επιτροπή τηρεί από το 1981, η οποία αναγνωρίστηκε ως δικαιολογημένη, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου, ιδίως με τις Διατάξεις της 11ης Νοεμβρίου 1982 (υπόθεση 263/82 R, Klöckner-Werke κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 3995 ) και της 20ής Απριλίου 1983 ( υπόθεση 348/82 R, IRO κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 1237 ).
17
Εν προκειμένω, η αιτούσα επιθυμεί να επιτύχει την ζητούμενη αναστολή χωρίς να πρέπει να εκπληρώσει την εν λόγω προϋπόθεση. Προβάλλει κατ' ουσία ότι η επιβολή της προϋποθέσεως αυτής θα είχε ως συνέπεια, όπως και η άμεση εκτέλεση, για τους λόγους που εκτίθενται στο σημείο 11 της παρούσας Διάταξης, να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
18
Πρέπει να διαπιστωθεί εν προκειμένω ότι κανένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει η αιτούσα δεν είναι ικανό να αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων κατά την έννοια της Διατάξεως του προέδρου στην ανωτέρω υπόθεση Klöckner-Werke κατά Επιτροπής, οι οποίες δικαιολογούν παρέκκλιση από τον όρο από τον οποίο η Επιτροπή επιθυμεί να εξαρτηθεί η αναστολή της εκτελέσεως αποφάσεως περί επιβολής προστίμου. Τα κριτήρια όσον αφορά τη συνδρομή εξαιρετικών περιπτώσεων που έλαβε υπόψη ο πρόεδρος του Δικαστηρίου στη Διάταξη της 15ης Μαρτίου 1983 ( υπόθεση 234/82 R, Fernere di Roè Volciano SpA κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 725 ) δεν ισχύουν εν προκειμένω η Finsider δεν είναι πράγματι, όπως η επιχείρηση Ferriere di Roè Volciano SpA, μικρού μεγέθους επιχείρηση υπεργολαβίας που έχει δυσκολίες να λάβει τραπεζική εγγύηση. Η Finsider αποτελεί αντίθετα μεγάλου μεγέθους επιχείρηση βιομηχανικής παραγωγής, που δεν έχει δυσκολίες να λάβει τραπεζική εγγύηση.
19
Είναι κατά συνέπεια σαφές ότι η απαίτηση της συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως για την ενδεχόμενη καταβολή του προστίμου προσαυξημένου κατά τους τυχόν τόκους υπερημερίας είναι δικαιολογημένη. Η εγγυοδοσία αυτή δεν είναι σε καμία περίπτωση ικανή, λόγω των εξόδων που συνεπάγεται ή λόγω των επιπτώσεων που έχει στην οικονομική κατάσταση της αιτούσας, να της προξενήσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
Για τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας επί των προσωρινών μέτρων,
Διατάσει:
1)
Αναστέλλει την εκτέλεση του άρθρου 2 της αποφάσεως της Επιτροπής της 9ης Οκτωβρίου 1985, υπό τον όρο ότι η αιτούσα θα συστήσει προηγουμένως τραπεζική εγγύηση αποδεκτή από την Επιτροπή για την καταβολή του προστίμου που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και των ενδεχομένων τόκων υπερημερίας.
2)
Τάσσει στην αιτούσα μέγιστη προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας Διατάξεως για να συστήσει υπέρ της Επιτροπής την εν λόγω εγγύηση. Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή δεν θα προβεί στη λήψη κανενός εκτελεστικού μέτρου.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 7 Μαρτίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy