ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 27ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοΐές,
Με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1985, το Tribunal de grande instance του Παρισιού ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, «να καθορίσει τους όρους εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 123/85, της 12ης Δεκεμβρίου 1984 ( 1 ), επί της συμβάσεως που συνήφθη στις 18 Δεκεμβρίου 1984, για περίοδο ενός έτους, η οποία άρχιζε την 1η Ιανουαρίου 1985 και έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1985, χωρίς δυνατότητα σιωπηρής ανανεώσεως, μεταξύ της εταιρίας VAG France SA ( ενάγουσας στην κύρια δίκη ) και της εταιρίας Etablissements Magne SA (εναγομένης στην κύρια δίκη), λαμβανομένων υπόψη των προτεινομένων από τους ως άνω συμβαλλομένους ερμηνειών ».
Διατυπωμένο το ερώτημα κατ' αυτό τον τρόπο, καταλήγει στο να ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε μία ειδική περίπτωση, πράγμα που δεν μπορεί να κάνει στο πλαίσιο της αποστολής που του έχει ανατεθεί από το άρθρο 177 της Συνθήκης.
Από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει, όμως, ότι η αίτηση αφορά πράγματι την ερμηνεία του εν λόγω κανονισμού. Το Tribunal de grande instance του Παρισιού αναφέρει σ' αυτήν, πράγματι, ότι
« Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων αφορά κυρίως το αν η έναρξη της ισχύος του εν λόγω κανονισμού, την 1η Ιουλίου 1985, τους υποχρεώνει να τροποποιήσουν την υφιστάμενη μεταξύ τους σύμβαση για να την προσαρμόσουν, ιδίως, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 5, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού όσον αφορά τη διάρκεια, κατά τρόπον ώστε να ορίσουν διάρκεια τεσσάρων ετών από την ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής της συμβάσεως ορισμένης διαρκείας, όπως υποστηρίζει η εταιρία Etablissements Magne SA, ή αν απλώς επιφέρει την ακυρότητα των ρητρών περί αποκλειστικής αντιπροσωπείας και περί απαγορεύσεως του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι οι ρήτρες αυτές έχουν καθοριστική σημασία και ώθησαν τους συμβαλλομένους στη σύναψη της συμβάσεως, μέχρι τη λήξη της συμβάσεως ή, τουλάχιστον, μέχρις ότου οι συμβαλλόμενοι συνάψουν νέα συμφωνία, η οποία να είναι σύμφωνη με τους κοινοτικούς κανόνες, όπως υποστηρίζει η εταιρία VAG France SA ».
Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, σημείο 2, του κανονισμού 123/85, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο διανομέας έχει αναλάβει τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, η εφαρμογή της εξαιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ επί των δεσμεύσεων που συνίστανται στη μη πώληση καινουργών αυτοκινήτων οχημάτων πλην αυτών που προβλέπονται από τη συμφωνία ή στο να μην αποτελέσουν τα εν λόγω αυτοκίνητα οχήματα αντικείμενο συμφωνίας διανομής ή εξυπηρετήσεως πελατών πριν και μετά την πώληση, εξαρτάται μεταξύ άλλων από την προϋπόθεση
« ότι η διάρκεια της συμφωνίας είναι τουλάχιστον τεσσάρων ετών ή ότι η προθεσμία τακτικής καταγγελίας της συμφωνίας αορίστου διαρκείας είναι τουλάχιστον ενός έτους για τους δύο συμβαλλομένους, εκτός αν:
—
ο προμηθευτής είναι υποχρεωμένος, βάσει νόμου ή βάσει ιδιαιτέρων συμφωνιών, να καταβάλει ανάλογη αποζημίωση αν καταγγελθεί η συμφωνία,
ή
—
πρόκειται για την πρώτη ένταξη του διανομέα στο δίκτυο διανομής και για την πρώτη διάρκεια της συμφωνίας ή για την πρώτη δυνατότητα τακτικής καταγγελίας της συμφωνίας ».
Όμως, από το 1975 οι σχέσεις μεταξύ της VAG France SA και της Établissements Magne SA διέπονται από συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται κάθε φορά για τη διάρκεια ενός έτους χωρίς δυνατότητα σιωπηρής ανανεώσεως.
Επειδή η VAG France SA θεωρούσε ότι η ισχύουσα σύμβαση δεν ήταν σύμφωνη με τη νέα κοινοτική ρύθμιση, πρότεινε στον αποκλειστικό αντιπρόσωπό της μια νέα αύμβαση, αορίστου χρόνου τη φορά αυτή. Δεδομένου όμως ότι η VAG France SA είχε διαπιστώσει σημαντική καθυστέρηση των πωλήσεων που είχε πραγματοποιήσει ο αποκλειστικός της αντιπρόσωπος κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών του έτους, εξήρτησε την πρόταση της από την επίτευξη ορισμένων στόχων πωλήσεως.
Η Etablissements Magne SA, από τη δική της πλευρά, αρνήθηκε να υπογράψει τη νέα αυτή σύμβαση, κρίνοντας ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, σημείο 2, του κανονισμού 123/85 υποχρέωνε τον προμηθευτή VAG να τροποποιήσει την ισχύουσα σύμβαση, χωρίς να μπορεί να επηρεάσει τη φύση της, σε σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας τεσσάρων ετών και ζήτησε συνεπώς η τροποποίηση αυτή να γίνει δεκτή με απλό πρόσθεμα. Εξάλλου, η εν λόγω εταιρία αμφισβήτησε ότι η VAG France SA έχει τη δυνατότητα να εξαρτήσει τη συμφωνία της από την αναφερθείσα προϋπόθεση σχετικά με τους στόχους πωλήσεως.
Από τη διαφορά αυτή προέκυψε η διακοπή κάθε εμπορικής σχέσεως μεταξύ των δύο διαδίκων, οι οποίες, η καθεμία από την πλευρά της, προσπαθούν να αποδείξουν ότι η άλλη ευθύνεται για τη λύση της συμβάσεως τους. Πράγματι, θεωρούν ότι επειδή η σύμβαση δεν προσαρμόσθηκε προς τις διατάξεις του κανονι- σμού 123/85 και επειδή δεν υφίσταται ατομική εξαίρεση βάσει του κανονισμού 17 του Συμβουλίου ( 2 ) ή μια άλλη εξαίρεση εφαρμοζόμενη ανά κατηγορίες βάσει του κανονισμού 19/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 3 ), το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ καθιστά αυτοδικαίως άκυρη την εν λόγω σύμβαση ή, τουλάχιστον, τις ρήτρες της που είναι ασυμβίβαστες προς την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου.
Η αίτηση περί ερμηνείας του κανονισμού 123/85 αφορά, επομένως, ακριβέστερα το ερώτημα ποιες είναι οι επιπτώσεις της ενάρξεως ισχύος του επί του κύρους συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπείας όπως αυτής, επί της οποίας εκλήθη να αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο, ιδίως επί των ρητρών σχετικά με τη διάρκειά τους και ποιες είναι οι υποχρεώσεις που απορρέουν ενδεχομένως από την εν λόγω έναρξη ισχύος για τους συμβαλλομένους.
Προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει το παραπέμπον δικαστήριο, πρέπει να υπενθυμιστεί καταρχάς ποια είναι η έκταση των εξαιρέσεων ανά κατηγορία.
1.
Όπως ρητώς αναφέρει το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, κάθε εξαίρεση, είτε είναι ατομική είτε είναι συλλογική, έχει ως αποτέλεσμα να κηρύσσονται ανεφάρμοστες οι διατάξεις της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου στη συγκεκριμένη συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών. Με άλλα λόγια, το προνόμιο της εξαιρέσεως καθιστά έγκυρες τις συμφωνίες που, αν έλειπε, θα ήταν καταρχήν απαγορευμένες και, επομένως, αυτοδικαίως άκυρες δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 85.
Το ίδιο συμβαίνει ιδίως με την εξαίρεση που προβλέπεται από τον κανονισμό 123/85. Οι συμφωνίες που πληρούν τους όρους του εν λόγω κανονισμού εξαιρούνται και, επομένως, πρέπει να θεωρηθούν ως έγκυρες έναντι του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού.
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν οι όροι εξαιρέσεως ανά κατηγορία συντρέχουν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να διαπιστώσει το κύρος της συμφωνίας επί της οποίας έχει κληθεί να αποφανθεί ( 4 ).
Όσον αφορά την ημερομηνία από την οποία η εξαίρεση παράγει τα αποτελέσματα της, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να διακρίνει μεταξύ των συμβάσεων που συνήφθησαν μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 123/85 και αυτών που ίσχυαν κατά την έναρξη της ισχύος του.
Οι πρώτες, για τις οποίες δεν απαιτείται να κοινοποιούνται ( αιτιολογική σκέψη 28 ), εξαιρούνται εξ υπαρχής.
Όσον αφορά τις δεύτερες, τα άρθρα 7 και 8 καθορίζουν επακριβώς το ενδεχόμενο αναδρομικό αποτέλεσμα της εξαιρέσεως τους που ποικίλλει ανάλογα με το αν πρόκειται είτε για « παλαιές » συμφωνίες ( δηλαδή προγενέστερες του κανονισμού 17) που κοινοποιήθηκαν εγκαίρως ή για συμφωνίες στις οποίες δεν συμμετέχουν παρά επιχειρήσεις ενός μόνο κράτους μέλους και δεν αφορούν ούτε την εισαγωγή ούτε την εξαγωγή μεταξύ κρατών μελών, δεδομένου ότι για τις τελευταίες αυτές δεν απαιτείται καταρχήν να κοινοποιούνται (δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, σημείο 1, του κανονισμού 17 ), είτε για « νέες » συμφωνίες ( δηλαδή μεταγενέστερες του κανονισμού 17 ) που έχουν κοινοποιηθεί.
Αν πρόκειται για σύμβαση που υπόκειται σε κοινοποίηση πρέπει να εξακριβωθεί επίσης αν η εν λόγω σύμβαση είναι ενδεχομένως ταυτόσημη με μια σύμβαση-πρότυπο που έχει κανονικά κοινοποιηθεί.
Πράγματι, στην απόφαση 1/70 της 30ής Ιουνίου 1970 ( 5 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι « οι προβλεπόμενες στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης συμφωνίες που έχουν συναφθεί μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 17/62 και οι οποίες αποτελούν πιστή επανάληψη συμβάσεως-προτύπου που είχε συναφθεί προηγουμένως και είχε, επομένως, κοινοποιηθεί, διέπονται από το ίδιο καθεστώς προσωρινού κύρους με τη σύμβαση-πρότυπο ».
2.
Στην περίπτωση που ο εθνικός δικαστής διαπιστώσει ότι οι όροι εξαιρέσεως δεν πληρούνται εν προκειμένω, τι συμπεράσματα πρέπει να συναγάγει σχετικά με το κύρος της συμφωνίας;
Δεδομένου ότι αποφάσεις που έχουν ληφθεί βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, έχουν ως αντικείμενο να κηρύξουν ανεφάρμοστες τις διατάξεις της παραγράφου 1, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι οι συμφωνίες που επωφελούνται από αυτό εμπίπτουν πάντοτε στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως της εν λόγω παραγράφου.
Αν αυτό πράγματι συμβαίνει για τις συμφωνίες που επωφελούνται από ατομική εξαίρεση δεν συμβαίνει και κατ' ανάγκη το ίδιο και για μια ορισμένη συμφωνία που ανήκει σε εξαιρούμενη κατηγορία. Στην απόφαση 32/65 της 13ης Ιουλίου 1966 ( 6 ) το Δικαστήριο διευκρίνισε, πράγματι, ότι « ο ορισμός μιας κατηγορίας αποτελεί απλώς ένα πλαίσιο και δεν σημαίνει ότι οι συμφωνίες που περιλαμβάνονται σ' αυτή εμπίπτουν όλες στην απαγόρευση » και ότι «οεν συνεπάγεται επιπλέον ότι συμφωνία που εμπίπτει οτην εξαιρούμενη κατηγορία, αλλά όεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις τον εν λόγω ορισμού, οφείλει κατ' ανάγκη να εμπίπτει στο πεόίο εφαρμογής της απαγορεύσεως » (Rec. 1966, σ. 590).
Στην περίπτωση αυτή, στον εθνικό δικαστή εναπόκειται, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης, να εξακριβώσει αν οι όροι της απαγορεύσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, συντρέχουν πράγματι και, κατά περίπτωση, να διαπιστώσει σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 2, την ακυρότητα της συμφωνίας, της οποίας έχει επιληφθεί ( 7 ).
Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να αχθεί στο « να αναστείλει τη διαδικασία προκειμένου να καταστεί δυνατό στους διαδίκους να πληροφορηθούν την απόφαση της Επιτροπής » ( 8 ) και να επιτύχουν ενδεχομένως ατομική εξαίρεση, δεδομένου ότι ο κανονισμός 123/85 δεν θίγει το δικαίωμα τους να ζητήσουν παρόμοια απόφαση βάσει του κανονισμού 17 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 29 ).
Πρέπει επίσης να εξακριβώσει μήπως η συμφωνία επωφελείται από άλλη εξαίρεση ανά κατηγορίες που, εν προκειμένω, θα μπορούσε να είναι η εξαίρεση που προβλέπεται από τους κανονισμούς 1983/83 ( 9 ) ή 1984/83 ( 10 ) της Επιτροπής ( βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 24 και 29, και άρθρο 6, σημείο 3, του κανονισμού 123/85).
Επομένως, ένας κανονισμός περί εξαιρέσεως ανά κατηγορίες όεν έχει αυτόματα ως αποτέλεσμα να καθιοτά άκυρη μια συμφωνία που όεν πληροί τις προϋποθέσεις της εξαιρέσεως. Αυτή η συμφωνία είναι άκυρη μόνο εφόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, συντρέχουν πράγματι, εκτός αν επωφελείται άλλης ατομικής ή συλλογικής εξαιρέσεως. Από αυτό συγκεκριμένα προκύπτει ότι το γεγονός ότι η εν λόγω συμφωνία δεν συμφωνεί πιθανώς με το άρθρο 5, παράγραφος 2, σημείο 2, του κανονισμού 123/85 δεν αποτελεί κατ' ανάγκη απόδειξη της ακυρότητας της, αλλά την στερεί απλώς του πλεονεκτήματος της εξαιρέσεως που θέσπισε ο εν λόγω κανονισμός.
3.
Στην περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει εν τέλει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, πρέπει να διευκρινίσει ότι η αυτοδικαίως επερχόμενη ακυρότητα που συνδέεται με αυτές δυνάμει της παραγράφου 2 « εφαρμόζεται μόνο στα στοιχεία της συμφωνίας που θίγονται από την απαγόρευση ( της παραγράφου 1 ) ή στη συμφωνία στο σύνολό της αν τα εν λόγω στοιχεία δεν μπορούν να αποχωριστούν από τη συμφωνία αυτή καθαυτή » και ότι « συνεπώς κάθε άλλη συμβατική διάταξη που δεν θίγεται από την απαγόρευση, καθόσον δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, δεν διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο » ( 11 ).
Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Consten και Grundig κατά Επιτροπής ( 12 ), το Δικαστήριο συνήγαγε σχετικά ότι « εναπόκειται επομένως στην Επιτροπή είτε να περιοριστεί, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να διαπιστώσει την παράβαση μόνο στα θιγέντα από την απαγόρευση στοιχεία της συμφωνίας είτε να διευκρινίσει στο σκεπτικό τους λόγους για τους οποίους δεν θεωρεί τα εν λόγω στοιχεία ως δυνάμενα να αποχωριστούν από τη συμφωνία στο σύνολό της ».
Εν προκειμένω, το καθήκον αυτό ανήκει στο εθνικό δικαστήριο αν έχει αχθεί στη διαπίστωση ότι μια ή περισσότερες συμβατικές διατάξεις δεν συμφωνούν με το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού.
4.
Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι στο εθνικό δικαστήριο επίσης εναπόκειται να κρίνει, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, τις συνέπειες που μπορεί να έχει η εν μέρει ακυρότητα για όλα τα άλλα στοιχεία της συμφωνίας ( 13 ) και, κατά μείζονα λόγο, τις συνέπειες που μπορεί να έχει η μερική ή η ολική ακυρότητα εν γένει όσον αφορά τις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου μεταξύ των διαδίκων και ιδίως όσον αφορά τις αμοιβαίες τους υποχρεώσεις στην περίπτωση ενδεχόμενης καταργήσεως των συμβατικών τους σχέσεων.
Πράγματι, πέραν του ρόλου του να κηρύξει την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, ανεφάρμοστη στις συμφωνίες που πληρούν τους καθορισμένους όρους, ένας κανονισμός περί εξαιρέσεως ανά κατηγορίες δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να παραχωρηθεί σε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παρόμοιας συμφωνίας το δικαίωμα να απαιτήσει από το αντισυμβαλλόμενο να δεχθεί την προσαρμογή υφιστάμενης συμφωνίας στους εν λόγω όρους ή να εμποδιστεί το ένα από αυτά να προτείνει στο άλλο όρους που δεν έχουν σχέση μ' αυτούς « που πρέπει να πληρούνται » (αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 123/85 ) ή « που δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στις συμφωνίες » ( αιτιολογική σκέψη 21 του κανονισμού 123/85 ).
Εντούτοις, επισημαίνω σχετικά για κάθε ενδεχόμενο, δεδομένου ότι το ζήτημα φαίνεται να έχει κάποια σημασία στην κύρια δίκη, πως σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 3, του κανονισμού 123/85, η εξαίρεση εφαρμόζεται επίσης όταν ο διανομέας αναλαμβάνει την υποχρέωση «να καταβάλλει προσπάθεια να πωλεί στη συμφωνημένη περιοχή κατά τη διάρκεια καθορισμένης χρονικής περιόδου έναν ελάχιστο αριθμό προϊόντων της συμφωνίας, αριθμό που καθορίζει ο προμηθευτής βάσει εκτιμήσεως για τις προβλεπόμενες πωλήσεις του διανομέα, αν οι συμβαλλόμενοι δεν συμφωνούν στο θέμα αυτό ». Υπενθυμίζω επίσης, για κάθε ενδεχόμενο, ότι δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 27 της Επιτροπής, της 3ηςΜαΐου 1962 ( 14 ), θα ήταν θεμιτό για τον καθένα από τους δύο συμβαλλομένους που ενδιαφέρεται να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 85, παράγραφος 3, να κοινοποιήσει την ισχύουσα συμφωνία στην Επιτροπή και να ζητήσει ατομική εξαίρεση.
Επομένως, ο κανονισμός 123/85 δεν επιβάλλει υποχρεωθείς και οεν παρέχει δικαιώματα σνον έναν από τους συμβαλλομένους ένανη τον άλλου. Περιορίζεται στο να παρέχει την εξαίρεση σε κάθε συναφθείσα από τους συμβαλλομένους σύμβαση στην περίπτωση που πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Οι όροι αυτοί δεν έχουν πράγματι θεσπιστεί για να προστατεύσουν τον έναν ή τον άλλο συμβαλλόμενο, αλλά για να μειώσουν όσο περισσότερο δυνατό τους περιορισμούς του ελεύθερου ανταγωνισμού που γενικά αποτελούν το αντικείμενο ή το αποτέλεσμα παρόμοιων συμφωνιών ( βλέπε αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 123/85 ).
Εντούτοις, αυτό δεν αποκλείει ότι το εφαρμοζόμενο στη συμφωνία εθνικό δίκαιο μπορεί να περιορίζει υπό ορισμένες συνθήκες τη συμβατική ελευθερία του ενός ή του άλλου συμβαλλομένου. Από αυτό προκύπτει ότι τα ερωτήματα σχετικά με το αν είναι θεμιτό για τον έναν ή τον άλλο συμβαλλόμενο να απαιτεί την αντικατάσταση υφιστάμενης συμβάσεως με νέα, να εξαρτά την προσαρμογή η την ανανέωση συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπείας από την πραγματοποίηση ικανοποιητικών αποτελεσμάτων πωλήσεως επιτυγχανόμενων από τον άλλο ή να ζητεί τη μεταβολή του ορισμένου ή αορίστου χαρακτήρα της διάρκειας αυτής της συμβάσεως, πρέπει να εξεταστούν από την άποψη του εν λόγω εθνικού δικαίου.
Στο πλαίσιο αυτό, το εθνικό δικαστήριο μπορεί ενδεχομένως να κρίνει ποια από τις δύο δυνατότητες που παρέχει ο κανονισμός 123/85 βρίσκεται εγγύτερα προς τη σύμβαση που συνήψαν οι συμβαλλόμενοι και που συνίσταται σε σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας ενός έτους, μη δυνάμενη να ανανεωθεί σιωπηρώς: πρόκειται για σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας 4 ετών ή για σύμβαση αορίστου χρόνου δυνάμενη να λυθεί κατόπιν προειδοποιήσεως τουλάχιστον ενός έτους;
5.
Ενόψει όλων αυτών των προηγουμένων σκέψεων προτείνω το Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα του Tribunal de grande instance του Παρισιού:
1)
Ο κανονισμός 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρέτησης των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων έχει ως μόνο αποτέλεσμα να μην έχει εφαρμογή το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ στις συμφωνίες που πληρούν τους όρους οι οποίοι καθορίζονται από τον εν λόγω κανονισμό.
2)
Συνεπώς, ο κανονισμός 123/85 δεν παρέχει κανένα δικαίωμα στον ένα συμβαλλόμενο να υποχρεώνει τον άλλο να προσαρμόζει τις ρήτρες συμβάσεως αποκλειστικής διανομής αυτοκινήτων οχημάτων στις διατάξεις του κανονισμού αυτού και ιδίως στις διατάξεις του άρθρου του 5, παράγραφος 2, εδάφιο 2, που αφορούν τη διάρκεια της συμφωνίας.
Ούτε παρέχει σε συμβαλλόμενο το δικαίωμα να υποχρεώσει τον αντισυμβαλλόμενο να αντικαταστήσει την ισχύουσα σύμβαση με νέα.
3)
Αντιθέτως, ο κανονισμός 123/85 δεν εμποδίζει έναν προμηθευτή αυτοκινήτων οχημάτων να ζητήσει την αντικατάσταση ισχύουσας συμβάσεως με νέα, ενδεχομένως, διαφορετικού χαρακτήρα όσον αφορά τη διάρκεια της, ούτε να προτείνει νέους συμβατικούς όρους.
Παρόμοιες απαιτήσεις εκ μέρους του προμηθευτή πρέπει να εκτιμώνται από το εθνικό δικαστήριο σύμφωνα με το δικό του δίκαιο.
4)
Οι συνέπειες της ακυρότητας μιας συμφωνίας, όπως η προβλεπόμενη από τον κανονισμό 123/85, ή ορισμένων διατάξεων παρόμοιας συμφωνίας που ενδεχομένως διαπίστωσε το εθνικό δικαστήριο και ιδίως ο καθορισμός της ευθύνης των συμβαλλομένων όσον αφορά την εν λόγω ακυρότητα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να κριθούν από το εθνικό δικαστήριο σύμφωνα με το δικό του δίκαιο.
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρέτησης των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων, ΕΕ L 15 της 18.1.1985, σ. 16.
( 2 ) Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
( 3 ) Κανονισμός 19/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1965, περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 58 ).
( 4 ) Απόφαση 63/75 της 3ης Φεβρουαρίου 1976, Fonderies Roubaix κατά Fonderies Roux, Rec. σ. 111, ιδίως σκέψη 11.
( 5 ) Απόφαση 1/70 της 30ής Ιουνίου 1970, Rochas κατά Bitsch, Rec. σ. 515.
( 6 ) Απόφαση 32/65 της 13ης Ιουλίου 1966, Ιταλία κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Rec. σ. 563.
( 7 ) Απόφαση 31/80 της 11ης Οκτωβρίου 1980, L'Oréal κατά De Nieuwe AMCK, Rec. σ. 3775, ιδίως σκέψη 13.
( 8 ) Απόφαση 48/72 της 6ης Φεβρουαρίου 1973, Haecht II, Rec. σ. 77, ιδίως σκέψη 12.
( 9 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1983/83 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής διανομής ( ΕΕ L 173, σ. 1 ).
( 10 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1984/83 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας ( ΕΕ L 173, σ. 5 ).
( 11 ) Απόφαση 56/65 της 30ής Ιουνίου 1966, Société technique minière κατά Maschinenbau Ulm, Rec. σ. 337, ιδίως σ. 360.
( 12 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 56 και 58/64, Rec. σ. 429.
( 13 ) Απόφαση 319/82 της 14ης Δεκεμβρίου 1983, Société de vente de ciments et bétons κατά Kerpen & Kerpen, Συλλογή σ. 4173.
( 14 ) Πρώτος κανονισμός εφαρμογής του κανονισμού 17 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 34 ).
Full & Egal Universal Law Academy