ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 22ας Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαονές,
Η Σαμαρά, η οποία ήταν υπάλληλος με βαθμό C 5, κλιμάκιο 3, διορίστηκε ως μόνιμη υπάλληλος της Επιτροπής στο βαθμό C 3, κλιμάκιο 1, από 1ης Ιανουαρίου 1983 κατόπιν γενικού διαγωνισμού στον οποίο κατατάχθηκε πρώτη. Η αίτηση της περί επανεξετάσεως της κατατάξεως της και η ένσταση της κατά της αρνήσεως της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1983, να αναθεωρήσει την κατάταξη της, απορρίφθηκαν με απόφαση της 5ης Αυγούστου 1983. Κατόπιν προσφυγής της, η οποία στηριζόταν στο γεγονός ότι έπρεπε να έχει διορισθεί σε ανώτερο κλιμάκιο του εν λόγω βαθμού, το Δικαστήριο ακύρωσε τις εν λόγω δύο αποφάσεις με την απόφαση του της 15ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 266/83. Στην Επιτροπή ελέχθη ότι «σ' αυτήν εναπόκειται να επανεξετάσει την κατάσταση της προσφεύγουσας, εφαρμόζοντας τα κριτήρια που ορίζει το άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ».
Στις 23 Απριλίου 1985, η Επιτροπή διόρισε τη Σαμαρά στο κλιμάκιο 3 του βαθμού C 3 αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1983. Στις 13 Ιουνίου 1985 της κατέβαλε τη διαφορά αποδοχών μεταξύ των βαθμών C 3, κλιμάκιο 1, και C 3, κλιμάκιο 3, για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1983 έως 31 Μαΐου 1985. Στις 21 Ιουνίου 1985, η προσφεύγουσα ζήτησε τους τόκους επί του ποσού της εν λόγω διαφοράς, από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε μηνιαία πληρωμή είχε καταστεί απαιτητή. Η αίτηση αυτή είχε αντιμετωπιστεί ως ένσταση που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Δεδομένου ότι δεν ελήφθη καμία απόφαση ως προς την εν λόγω αίτηση, η ένσταση θεωρήθηκε ως σιωπηρώς απορριφθείσα. Ήδη, η προσφεύγουσα ζητεί τον ίδιο τόκο που, όπως λέει, πρέπει να υπολογιστεί σε ποσοστό 9 % σύμφωνα με κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δουκάτου της 22ας Νοεμβρίου 1984, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά ήταν πληρωτέα στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου.
Η Επιτροπή απαντά καταρχάς ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος. Αν η προσφεύγουσα ήθελε τόκους, θα έπρεπε να τους έχει ζητήσει κατά τη διάρκεια της πρώτης δίκης όταν προσέβαλε την απόφαση του 1983 σχετικά με την κατάταξη της. Δεν το έπραξε' το Δικαστήριο δεν διέταξε την πληρωμή τόκων επί των καθυστερημένων αποδοχών που κρίθηκαν ως οφειλόμενες' ήδη οι προθεσμίες έχουν λήξει και η προσφεύγουσα δεν μπορεί να θίξει στην παρούσα δίκη ένα ζήτημα, του οποίου την εξέταση μπορούσε να έχει ζητήσει στο πλαίσιο της πρώτης προσφυγής.
Δεν δέχομαι ότι η παρούσα προσφυγή είναι απαράδεκτη. Αντικείμενο της πρώτης προσφυγής ήταν η ακύρωση της κατάταξης. Δεν εναπόκειτο στο Δικαστήριο να καθορίσει στη δίκη εκείνη την ορθή κατάταξη της προσφεύγουσας. Το θέμα αυτό ανήκε στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία εξετέλεσε την απόφαση του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, αν και το αποτέλεσμα ήταν ίσως αναπόφευκτο. Ακόμη και αν μπορούσε να είχε ζητήσει τους τόκους στο πλαίσιο της πρώτης προσφυγής, κατά την άποψη μου η προσφεύγουσα είχε το δικαίωμα να ζητήσει πρώτα την ακύρωση και να ασκήσει στη συνέχεια δεύτερη προσφυγή, ισχυριζόμενη ότι η Επιτροπή δεν είχε πλήρως εκτελέσει την απόφαση του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση που η Επιτροπή είχε αναθεωρήσει την κατάταξη της προσφεύγουσας χωρίς να της καταβάλει τη διαφορά των αποδοχών, η προσφεύγουσα μπορούσε να έχει ασκήσει προσφυγή για την είσπραξη του εν λόγω ποσού. Το αίτημα της όσον αφορά τη χορήγηση τόκων, εφόσον είναι πράγματι βάσιμο, είναι της ιδίας φύσεως.
Το ζήτημα αν η προσφεύγουσα δικαιούται να λάβει τόκους επί των εν λόγω ποσών λόγω καθυστερημένων αποδοχών ώς την ημερομηνία κατά την οποία καταβλήθηκαν, αποτελεί δυσχερές ζήτημα, επειδή δεν υπάρχει καμία διάταξη στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων που να το προβλέπει ρητώς.
Η προσφεύγουσα εξηγεί απλά την περίπτωση της. Έπρεπε από την αρχή να έχει καταταχθεί στο κλιμάκιο 3 του βαθμού C 3 και να λάβει τις αντίστοιχες αποδοχές. Οι αποδοχές αυτές δεν της^καταβλήθηκαν στις ημερομηνίες κατά τις οποίες έπρεπε. Επομένως, στερήθηκε των χρημάτων της και δεν μπόρεσε να τα χρησιμοποιήσει αντιθέτως, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα χρήματα αυτά, δεδομένου ότι πλήρωσε την προσφεύγουσα μόλις στις 13 Ιουνίου 1985. Η προσφεύγουσα έπρεπε να αποζημιωθεί για την απώλεια που οφείλεται στην καθυστέρηση της πληρωμής.
Η Επιτροπή απαντά ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι καταρχήν αβάσιμος και αντίθετος προς ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί, αναμφισβήτητα, πολλές φορές με διεκδικήσεις τόκων. Δεν νομίζω ότι μπορεί να λεχθεί ότι έχει καθιερωθεί γενικός κανόνας που να αφορά όλες τις απαιτήσεις τόκων. 'Ετσι, έχει γίνει διάκριση μεταξύ των απαιτήσεων τόκων λόγω υπερημερίας μιας οφειλής, αφενός, και απαιτήσεων λόγω καθυστερήσεως κατά την εκτέλεση άλλης υποχρεώσεως, οι οποίες μοιάζουν περισσότερο με αξίωση αποζημιώσεως, αφετέρου. Εφόσον πρόκειται για αξίωση λόγω καθυστερημένης πληρωμής οφειλής, το Δικαστήριο απήτησε μερικές φορές να έχει διαπιστωθεί σοβαρή πλάνη που να ξεπερνά το πλαίσιο απλού σφάλματος κατά τον υπολογισμό (υπόθεση 3/66, Alfieri κατά Κοινοβουλίου, ECR 1966, σ. 437· υπόθεση 106/76, Deboeck κατά Επιτροπής, ECR 1977, σ. 1623, και υπόθεση 14/77, Van der Branden κατά Επιτροπής, ECR 1977, σ. 1683). Σε άλλες υποθέσεις, οι τόκοι έχουν επιδικαστεί για σφάλμα κατά την πληρωμή χωρίς να απαιτείται η απόδειξη οποιουδήποτε σοβαρού λάθους. Εξάλλου, μερικές φορές οι τόκοι επιδικάσθηκαν μόνο από την ημερομηνία της υποβολής ενστάσεως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων ή από την ημερομηνία ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου ή από την ημερομηνία κατά την οποία οφείλονταν οι πληρωμές, εφόσον η εν λόγω ημερομηνία είναι μεταγενέστερη τέτοιας ενστάσεως ή τέτοιας προσφυγής (βλέπε για παράδειγμα την υπόθεση 58/75, Sergy κατά Επιτροπής, ECR 1976, σ. 1139· υπόθεση 9/81, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1982, σ. 3301). Εντούτοις, αυτό δεν συνέβαινε πάντα. 'Ετσι, στην υπόθεση 115/76, Leonardini κατά Επιτροπής, ECR 1978, σ. 735, επιδικάστηκαν τόκοι υπερημερίας για την καθυστερημένη πληρωμή αποζημιώσεως αναπηρίας, οι οποίοι δεν υπολογίστηκαν από την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής το 1976 αλλά από το 1968, από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχει καθοριστεί η αποζημίωση λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη εύλογης επιμέλειας. Επιπλέον, το επιτόκιο ποίκιλλε από καιρού σε καιρό ανάλογα με τις περιστάσεις.
Φαίνεται ότι η πρακτική διαφέρει στα κράτη μέλη όσον αφορά την πληρωμή τόκων σε σχέση με οφειλή και τίποτα δεν έχει λεχθεί εν προκειμένω που να δείχνει την ύπαρξη γενικού κανόνα που να ακολουθείται κατά τρόπο ομοιόμορφο στα κράτη μέλη. 'Ετσι, για παράδειγμα, υποστηρίζοντας ότι οι τόκοι υπολογίζονται πάντοτε μόνο από την ημερομηνία της υποβολής ενστάσεως με την οποία ζητούνται, η Επιτροπή υπογράμμισε την ανάγκη «οχλήσεως», ρητής αιτήσεως πληρωμής των τόκων. Ελέχθη στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για κανόνα του βελγικού ή λουξεμβούργιου δικαίου, αλλά καθόσον γνωρίζω δεν αποτελεί κανόνα που να ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη. Ούτε, όπως δέχεται η Επιτροπή, απαντάται στο δίκαιο ορισμένων τουλάχιστον άλλων κρατών μελών η διάκριση μεταξύ « intérêts compensatoires » και « intérêts moratoires », την οποία δέχονται το γαλλικό, βελγικό και λουξεμβούργιο δίκαιο.
Ελλείψει κοινοτικών νομοθετικών διατάξεων σχετικά με τους τόκους και ενός κανόνα που να είναι κοινός στα κράτη μέλη, το ζήτημα πρέπει να κριθεί καταρχήν στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που παρέχεται στο Δικαστήριο στις υπαλληλικές υποθέσεις δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα με το οποίο « στις χρηματικές διαφορές το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας ».
Με την πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι η αρχική κατάταξη της Σαμαρά ήταν νομικώς πεπλανημένη, δεδομένου ότι δεν ήταν σύμφωνη με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Μετά την ακύρωση της εν λόγω κατατάξεως, η Επιτροπή κατέταξε στις 23 Απριλίου 1985 αναδρομικώς την προσφεύγουσα από 1ης Ιανουαρίου 1983 και της κατέβαλε κατόπιν τη διαφορά μεταξύ των δύο βαθμών. 'Εχει γίνει δεκτό ότι, εφόσον η Επιτροπή κατέταξε εκ νέου την προσφεύγουσα, το ποσό της διαφοράς οφειλόταν ως χρέος. Κατέστη το χρέος απαιτητό στις 23 Απριλίου 1985, ακόμη και αν είχε υπολογιστεί για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1983 ή πρέπει να θεωρηθεί ότι καθίστατο απαιτητό κάθε μήνα από την 1η Ιανουαρίου 1983, δεδομένου ότι η κατάταξη της προσφεύγουσας έγινε αναδρομικώς; Η Επιτροπή, καθόσον έχω αντιληφθεί, δέχεται ότι το χρέος αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι καθίστατο απαιτητό κάθε μήνα από την 1η Ιανουαρίου 1983 ως συνέπεια της αναδρομικής κατά-, ταξης. Θεωρώ ότι η Επιτροπή ορθώς πράττει. 'Ετσι τα ποσά, τα οποία έπρεπε να έχουν πληρωθεί εφόσον ο διορισμός είχε γίνει σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, δεν πληρώθηκαν κατά το χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να θεωρηθούν ότι οφείλονταν. Επομένως, η προσφεύγουσα στερήθηκε τα χρήματα που της οφείλονταν λόγω χρέους. Κατά τη γνώμη μου, αυτό συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας.
Αν το χρέος δεν είχε καταστεί απαιτητό ώς τις 23 Απριλίου 1985, ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα κατετάγη εκ νέου αναδρομικώς, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πριν από την ημερομηνία αυτή δεν είναι δυνατό να τρέχουν τόκοι. Ως προς εμένα, δεν δέχομαι το επιχείρημα αυτό. Από την Επιτροπή ζητήθηκε να εξετάσει την κατάσταση της προσφεύγουσας και να επανορθώσει πράγματι το σφάλμα που είχε γίνει. Προκειμένου να αποκαταστήσει την προσφεύγουσα στη θέση που έπρεπε να βρίσκεται (και να συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση του Δικαστηρίου), έπρεπε να της καταβάλει τη διαφορά επαυξημένη με τους τόκους υπερημερίας για το χρονικό διάστημα που στερήθηκε τα χρήματά της.
Η Επιτροπή τονίζει ότι το Δικαστήριο αναφέρεται στη σκέψη 14 της πρώτης του απόφασης στο « πλαίσιο αμφιβολιών » που προκύπτει από τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Δεν το δέχομαι αυτό ως μέσο υποστηρίξεως της εν λόγω διεκδικήσεως, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υπήρχε χώρος για δύο απόψεις σχετικά με την έννοια του κανονισμού. Τέλος, ήταν λάθος που δεν πληρώθηκαν τα χρήματα και νομίζω ότι είναι άτοπο να εξαρτάται το δικαίωμα για τόκους από το βαθμό πταίσματος σε μια περίπτωση σαν την παρούσα, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε διορισμός νομικά πεπλανημένος. Σε περίπτωση που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι « η καθυστέρηση της πληρωμής αποζημιώσεως συνιστά εκ μέρους της (Επιτροπής) παράνομη πράξη ή παράλειψη που πράγματι προξένησε (στην προσφεύγουσα) ζημία» (υπόθεση 101/74, Kurrer, ECR 1976, σ. 259), τότε, κατά την άποψη μου, εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι η πεπλανημένη κατάταξη εκ μέρους της Επιτροπής 'προξένησε ζημία, δηλαδή τη μη χρησιμοποίηση του χρήματος, που μπορεί να υπολογιστεί με το ενδεδειγμένο επιτόκιο επί του εκάστοτε απαιτητού ποσού.
Νομίζω ότι προκαλούνται διαφορετικές σκέψεις όταν εμφιλοχώρησε πλάνη σε νομοθετική πράξη του Συμβουλίου ή της Επιτροπής και όταν, μετά την αποκατάσταση της κατόπιν αποφάσεως του Δικαστηρίου, η πλάνη αίρεται και τα χρήματα καταβάλλονται με καθυστέρηση. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν ο καθορισμός του ποσού που πρόκειται να χορηγηθεί γίνεται κατά διακριτική εξουσία. Κατά την άποψη μου, αυτή είναι η ratio decidendi των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, μεταξύ των οποίων η απόφαση στην υπόθεση 176/83, Allo και λοιποί κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σσ. 2687 και 2701), αποτελεί παράδειγμα. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο δέχτηκε ότι « η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας υπάρχει ενδεχομένως μόνο εφόσον η κύρια οφειλή είναι βεβαία ως προς το ποσό ή τουλάχιστον προσδιορίσιμη βάσει δεδομένων αντικειμενικών στοιχείων ». Στην παρούσα υπόθεση το οφειλόμενο ποσό ήταν βέβαιο εφόσον είχε καθοριστεί ο βαθμός και υπό το φως όλων των αντικειμενικών συνθηκών δεν υπήρχε πράγματι περιθώριο για να διορισθεί η Σαμαρά σε άλλο βαθμό,πλην του βαθμού C 3, κλιμάκιο 3, εφόσον το άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων εφαρμοζόταν ορθώς. Εφόσον έγινε δεκτό ότι η διαφορά οφειλόταν αναδρομικώς, ως αποτέλεσμα της απόφασης της 23ης Απριλίου 1985, το ποσό του χρέους ήταν βέβαιο κατά την έννοια της εν λόγω αποφάσεως.
Δεν δέχομαι επίσης ότι δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει απαίτηση για τόκους σε περίπτωση που η κύρια οφειλή πληρώθηκε πριν από την άσκηση της προσφυγής. Αν έπρεπε να πληρωθούν τόκοι, κατά την άποψη μου δεν είναι σωστό ο ενδιαφερόμενος να πρέπει να τους στερηθεί λόγω της πληρωμής της κύριας οφειλής πριν από την άσκηση της ένστασης ή της προσφυγής που έχει ως αντικείμενο τη μη πληρωμή των οφειλομένων τόκων.
Παρόλο ότι μπορεί πράγματι να υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες η δικαιοσύνη ικανοποιείται με τον περιορισμό των τόκων στην περίοδο που αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της ενστάσεως βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων ( όπως, για παράδειγμα, όταν το πραγματικό αντικείμενο της απαίτησης έχει την έννοια της αποζημίωσης), δεν μου φαίνεται σύμφωνο προς την έννοια του δικαίου να περιορίζονται κατ' αυτόν τον τρόπο σε μια περίπτωση σαν την παρούσα, όπου απαιτείται ένα εκκαθαρισμένο ποσό ως χρέος που έχει καταστεί απαιτητό και δεν έχει πληρωθεί. Αφού δέχτηκε ότι η Σαμαρά είχε το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της πεπλανημένης απόφασης σε πρώτο στάδιο, μου φαίνεται ότι, όταν η κατάσταση διορθώθηκε, είχε το δικαίωμα να ζητήσει τόκους για την περίοδο καθυστερήσεως.
Καθόσον με αφορά, δέχομαι επομένως την απαίτηση της για καταβολή τόκων για κάθε οφειλή που θεωρήθηκε αναδρομικά ότι είχε καταστεί απαιτητή. Αν, αντίθετα προς την άποψη μου, το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει ως κανόνα την « όχληση », αυτοί οι τόκοι θα πρέπει τουλάχιστον να τρέχουν από την ημερομηνία υποβολής της ενστάσεως της στην υπόθεση 266/83, δηλαδή από τις 26 Απριλίου 1983.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι τόκοι (εφόσον επιδικαστούν) πρέπει να υπολογιστούν βάσει του επιτοκίου που ισχύει, στο Λουξεμβούργο, όπου έπρεπε να πληρωθούν τα χρήματα. Κατά την άποψη μου, αυτό δεν ευσταθεί. Όλοι οι τόκοι θα πρέπει καταρχήν να έχουν το ίδιο επιτόκιο σ' όλη την Κοινότητα, καθόσον διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο. Σε περίπτωση που πρέπει να πληρωθούν τόκοι, νομίζω ότι το ενδεδειγμένο επιτόκιο για την εν λόγω περίοδο πρέπει να είναι 8 %, όπως επιδικάστηκε, για παράδειγμα, στις πρόσφατες υποθέσεις: υπόθεση 118/84, Royale Belge (απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, Συλλογή 1985, σσ. 1889 και 1897) και συνεκδικασθείσες υποθέσεις 169/83 και 136/84, Leussink (απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Συλλογή 1986, σσ. 2801 και 2822).
Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο πρέπει επομένως να κρίνει ότι η Επιτροπή οφείλει να πληρώσει στη Σαμαρά τόκους επί του ποσού της διαφοράς των αποδοχών μεταξύ του βαθμού C 3, κλιμάκιο 1, και του βαθμού C 3, κλιμάκιο 3, από την 1η Ιανουαρίου 1983, από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε μισθός κατέστη απαιτητός ώς την πληρωμή των εν λόγω ποσών στις 13 Ιουνίου 1985, με επιτόκιο 8 ο/ο. Θα επιδίκαζα επίσης τόκους επί του ποσού που με τον τρόπο αυτό έχει κριθεί ότι οφείλεται από τις 13 Ιουνίου 1985 ώς την ημέρα της πληρωμής. Τα δικαστικά έξοδα της Σαμαρά πρέπει να πληρωθούν από την Επιτροπή.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy