ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 10ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 1 ), το άρθρο 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης εξαρτά το παραδεκτό μιας προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσης από ιδιώτη από την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη πράξη, αν και εξεδόθη υπό τη μορφή κανονισμού, συνιστά στην πραγματικότητα απόφαση, η οποία αφορά τον προσφεύγοντα κατά τρόπο άμεσο και ατομικό. Σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι ιδίως να μη δύνανται τα κοινοτικά όργανα, με την απλή επιλογή της μορφής του κανονισμού, να αποκλείουν τη δυνατότητα των ιδιωτών να ασκούν προσφυγές κατά των αποφάσεων που τους αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και να τονιστεί ότι η επιλογή της μορφής δεν δύναται να μεταβάλει τη φύση μιας πράξεως.
Η προσφυγή ιδιώτη δεν είναι πάντως παραδεκτή, εφόσον στρέφεται κατά κανονισμού γενικής ισχύος κατά την έννοια του άρθρου 189, εδάφιο 2, της Συνθήκης, το κριτήριο δε της διακρίσεως μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως έγκειται, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στη γενική ή μη ισχύ της οικείας πράξεως. Πρέπει λοιπόν να ερευνάται η φύση των προσβαλλόμενων πράξεων και ιδίως τα έννομα αποτελέσματα που σκοπεύουν να παραγάγουν ή πράγματι παράγουν.
Κατά την ίδια πάντοτε νομολογία, πράξεις έχουν γενική ισχύ όταν « εφαρμόζονται επί αντικειμενικώς διαμορφωμένων καταστάσεων και παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων που καθορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο ».
Εγείροντας την παρούσα ένσταση απαραδέκτου, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, παρεμβαίνουσα, ζητεί από το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή της εν λόγω νομολογίας να αναγνωρίσει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3309/85 του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1985, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων ( 2 ) έχει ακριβώς το χαρακτήρα πράξεως γενικής ισχύος, έτσι ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά τη γερμανική επιχείρηση Deutz und Geldermann, παραγωγό και έμπορο αφρωδών οίνων.
Διαπιστώνω καταρχάς ότι το άρθρο 6, παράγραφος 5, περιέχει δύο ξεχωριστές διατάξεις, δηλαδή ένα γενικό κανόνα και μια προσωρινή εξαίρεση.
Ο γενικός κανόνας που περιέχεται στην πρώτη και δεύτερη παράγραφο έγκειται στην απαγόρευση χρησιμοποιήσεως, για την περιγραφή των αφρωδών οίνων ποιότητας, κάθε μνείας μεθόδου παρασκευής που περιλαμβάνει γεωγραφική ένδειξη, εφόσον το εν λόγω προϊόν δεν δικαιούται την οικεία ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάταξη αυτή συνιστά κανόνα γενικής ισχύος υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, στην οποία μόλις προηγουμένως αναφέρθηκα.
Όπως τόνισε το Συμβούλιο με τις γραπτές παρατηρήσεις του, αυτή η απαγόρευση απεριόριστης διάρκειας εφαρμόζεται σε όλους τους παραγωγούς και « σε όλους τους ήδη υφιστάμενους ή μελλοντικούς εμπόρους αφρωδών οίνων, οι οποίοι εμπορεύονται αφρώδεις οίνους που παράγονται στην Κοινότητα ή αφρώδεις οίνους που εισάγονται. Αυτός ο γενικός και αφηρημένος κανόνας εφαρμόζεται, επομένως, σε μια ακαθόριστη κατηγορία προσώπων και δεν αφορά την προσφεύγουσα παρά μόνο υπό την ιδιότητά της ως ήδη υφιστάμενου εμπόρου αφρωδών οίνων. 'Ομως, η ιδιότητα αυτή μπορεί να αποκτηθεί από κάθε άλλο πρόσωπο που επιθυμεί να ασκήσει αυτή την οικονομική δραστηριότητα. Η εν λόγω απαγόρευση, επομένως, δεν αφορά σαφώς έναν κλειστό και περιορισμένο κύκλο συγκεκριμένων επιχειρηματιών που δεν είναι επιδεκτικός μελλοντικών μεταβολών ».
Η προσφυγή όμως της εταιρίας Deutz und Geldermann δεν αφορά ειδικά τη γενική απαγόρευση που διατυπώνεται στην πρώτη και τη δεύτερη παράγραφο. Η προσφεύγουσα ζητεί, πράγματι, από το Δικαστήριο, να « κηρύξει άκυρο τον κανονισμό 3309/85, καθόσον προβλέπει στο άρθρο 6, παράγραφος 5, αυτού του κανονισμού ότι η μνεία της μεθόδου παρασκευής που λέγεται “ μέθοδος Καμπάνιας ” θα μπορεί, εφόσον η χρήση της είναι παραδοσιακή, να χρησιμοποιηθεί μόνο επί οκτώ αμπελουργικές περιόδους ».
Επομένως, με την προσφυγή επιδιώκεται κατ' ουσία η εξάλειψη των λέξεων « επί οκτώ αμπελουργικές περιόδους» που περιέχονται στο άρθρο 6, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω μεταβατική διάταξη αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα.
Σημειώνω αμέσως ότι η εν λόγω διάταξη αναμφισβήτητα αφορά άμεσα την προσφεύγουσα, καθόσον αυτή χρησιμοποιεί τη « μέθοδο Καμπανίας ».
Πρόκειται, πράγματι, για μια διάταξη που περιέχεται σε έναν κανονισμό, εξ ορισμού απευθείας εφαρμοστέο, που δεν απαιτεί κανένα μέτρο εφαρμογής εκ μέρους των κοινοτικών και εθνικών αρχών και δεν τους αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως.
Το πρόβλημα ανάγεται επομένως στο ζήτημα αν η διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, παρόλο που περιέχεται σε κανονισμό, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ατομική απόφαση ή ως δέσμη ατομικών αποφάσεων, επειδή στηρίζεται στο κριτήριο « χρήση παραδοσιακή » και, επομένως, δεν φαίνεται πιθανό να αφορά περιορισμένο αριθμό επιχειρηματιών ικανών να προσδιοριστούν.
1.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει μια εξαιρετικά ευρεία ερμηνεία της έννοιας « χρήση παραδοσιακή », η οποία αποκλείει τη δυνατότητα να αφορά η διάταξη ατομικώς την εταιρία Deutz und Geldermann.
Κατ' αυτό, η προϋπόθεση αυτή δεν αφορά ατομικά κάθε παραγωγό ή έμπορο, αλλά μια δεδομένη χώρα ή μια καθορισμένη περιοχή. Επομένως, δεν πρόκειται μόνο για τους παραγωγούς και εμπόρους που χρησιμοποιούν κατά παράδοση αυτή τη μνεία και που θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να το κάνουν αυτό επί οκτώ έτη, αλλά για τους παραγωγούς και εμπόρους, υφιστάμενους και μελλοντικούς, που είναι εγκατεστημένοι σε ένα κράτος μέλος ή μια περιοχή, όπου αυτή η μνεία είναι παραδοσιακή, και θα μπορούσαν ακόμα να επιδοθούν για πρώτη φορά, κατ' οποιαδήποτε στιγμή της μεταβατικής περιόδου, στην παρασκευή αφρωδών οίνων με την « μέθοδο Καμπανίας ».
Ο κύκλος των συγκεκριμένων επιχειρηματιών δεν είναι επομένως κατά καμία περίπτωση παγιωμένος.
Η ευρεία ερμηνεία που προτείνει το Συμβούλιο δεν μου φαίνεται εντούτοις πειστική.
Πράγματι, μια μεταβατική διάταξη έχει κανονικά ως αντικείμενο να καταστήσει δυνατό σε επιχειρηματίες για τους οποίους ίσχυε, κατά τη στιγμή της θεσπίσεως μιας νέας ρυθμίσεως, ορισμένο καθεστώς να προσαρμοστούν προοδευτικά στο νέο καθεστώς.
Δεν ανευρίσκω ούτε στο κείμενο ούτε στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3309/85 στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.
2.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το μεταβατικό μέτρο αφορά στην πραγματικότητα μόνο τους ήδη υφιστάμενους παραγωγούς αφρωδών οίνων και όχι τους εμπόρους, επειδή αναφέρεται στην παραδοσιακή χρησιμοποίηση μιας μεθόδου παρασκευής, την οποία μόνο οι παραγωγοί είναι σε θέση να χρησιμοποιούν ή όχι.
Ένας έμπορος δεν μπορεί πράγματι να χρησιμοποιεί τη μνεία « μέθοδος Καμπανιας » στις φιάλες που πωλεί, παρά μόνο αν ο παραγωγός τον διαβεβαιώσει ότι ο αφρώδης οίνος παρασκευάστηκε σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο.
Αυτός ο συλλογισμός δεν είναι οπωσδήποτε παντελώς αστήρικτος.
Εντούτοις, το τρίτο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 5, προβλέπει ότι « η μνεία της μεθόδου παρασκευής που λέγεται “ μέθοδος Καμπανίας ” θα μπορεί, εφόσον η χρήση της είναι παραδοσιακή, να χρησιμοποιηθεί ..., επί οκτώ αμπελουργικές περιόδους... ».
Απ' αυτό συνάγεται ότι όλοι οι έμποροι που πληρούν την προβλεπόμενη προϋπόθεση, ιδίως δε οι εισαγωγείς που πωλούν κατά παράδοση αφρώδη οίνο που παρασκευάζεται σε τρίτες χώρες με τη « μέθοδο Καμπανίας », θα μπορούν να εξακολουθούν να κάνουν μνεία αυτής της μεθόδου.
Επομένως, δεν πρέπει να είναι εύκολο να εξακριβωθούν όλοι οι επιχειρηματίες που μπορούν να επικαλεστούν την εξαίρεση.
3.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, το αποφασιστικό επιχείρημα στηνπαρούσα υπόθεση είναι το ακόλουθο.
Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι η εξαίρεση αφορά μόνο τους. παραγωγούς αφρωδών οίνων που είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα και χρησιμοποιούσαν κατά παράδοση τη « μέθοδο Καμπανίας » πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω διάταξη αφορά ατομικά την εταιρία Deutz und Geldermann.
Το Δικαστήριο έχει πράγματι δεχτεί κατ' επανάληψη ότι « ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως δεν επηρεάζεται από τη δυνατότητα προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων του δικαίου επί των οποίων η πράξη αυτή εφαρμόζεται σε δεδομένη στιγμή, εφόσον διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή αυτή πραγματοποιείται βάσει μιας αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως που καθορίζει η πράξη σε σχέση με το σκοπό της » ( 3 ). Αυτό μου φαίνεται εν πάση περιπτώσει ότι συμβαίνει εν προκειμένω, επειδή η προσωρινή εξαίρεοη τον τρίτον εδάφιον ισχύει για τονς ενδιαφερομένους αποκλειστικώς συνεπεία της αντικειμενικής τονς ιδιότητας ως παραγωγών αφρωδών οίνων και όχι « λόγω μιας αντικειμενικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς τον αποδέκτη » ( 4 ).
Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη κι αν πράγματι ο προσφεύγων είναι ο μόνος εισαγωγέας του συγκεκριμένου προϊόντος, εντούτοις απόφαση που αναφέρεται σ' αυτή τη δραστηριότητα και απευθύνεται σε κράτος μέλος δεν τον αφορά ατομικά, εφόσον η πράξη αυτή τον αφορά αποκλειστικά λόγω της αντικειμενικής του ιδιότητας ως εισαγωγέα του εν λόγω προϊόντος, ακριβώς όπως και κάθε άλλο επιχειρηματία που βρίσκεται πραγματικά ή δυνητικά σε παρόμοια κατάσταση ( 5 ).
Στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή την προσφυγή ιδιώτη κατά κανονισμού, οι ενδιαφερόμενοι για τους οποίους ίσχυε ο κανονισμός αυτός ήταν γνωστοί ατομικώς, όχι επειδή περιλαμβάνονταν σε μια κατηγορία λίγο πολύ καθορισμένη, αλλά επειδή είχαν πράγματι εκπληρώσει πριν από μια ορισμένη ημερομηνία μια τελείως σαφή διατύπωση, όπως υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας εισαγωγής ή εξαγωγής ή αίτηση προκαθορισμού ( 6 ), την οποία διατύπωση είχαν εκπληρώσει μόνο ορισμένα πρόσωπα της ίδιας κατηγορίας.
Σε άλλες περιπτώσεις τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα αναφέρονταν μάλιστα ονομαστικά ( 7 ) ή μπορούσαν να προσδιοριστούν εμμέσως από τις πράξεις της Επιτροπής ή του Συμβουλίου, τα αφορούσαν δε ιδίως οι προπαρασκευαστικές έρευνες ( 8 ).
Κατόπιν όλων των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει επομένως το άρθρο 6, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3309/85 να θεωρηθεί ως κανονιστική διάταξη γενικής ισχύος, υπό την έννοια του άρθρου 189, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης και όχι ως απόφαση που αφορά ατομικά την προσφεύγουσα.
Επομένως, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά από το να προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα προσφυγή ως απαράδεκτη και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Βλέπε ιδίως την υπόθεση 147/83, απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, Binderer κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 257, και την υπόθεση 307/81, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Alusuisse κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή σ. 3463.
( 2 ) EE L 320, σ. 9.
( 3 ) Βλέπε προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, υπόθεση 307/81, Alusuisse, σκέψη 11.
( 4 ) Απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1975, υπόθεση 100/74, CAM κατά Επιτροπής, Rec. σ. 1393, σκέψη 19.
( 5 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, υπόθεση 231/82, Spijker κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 2559, σκέψεις 8,9 και 10.
( 6 ) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 41 έως 44/70, απόφαση της 13ης Μαΐου 1971, International Fruit Company κατά Επιτροπής, Rec. σ.411, σκέψεις 16 έως 21 υπόθεση 100/74, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1975, CAM κατά Επιτροπής, Rec. σ. 1393, σκέψεις 14 έως 19' υπόθεση 88/76, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1977, Société pour l'exportation des sucres κατά Επιτροπής, Rec. σ. 709, σκέψεις 9 έως 11 υπόθεση 112/77, απόφαση της 3ης Μαίου 1978, Töpfer κατά Επιτροπής, Rec. σ. 1019, σκέψη 9· αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1984 στις υποθέσεις 232/81 και 264/81, Agricola Commerciale Olio κατά Επιτροπής, και SAVMA κατά Επιτροπής, Συλλογήσ.3881 καισ. 3915, σκέψη 11.
( 7 ) Απόφαση της 29ης Μαρτίου 1979 στις υποθέσεις 113/77, ΝΤΝ Toyo Bearing Company κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 1185, σκέψη II, 119/77, Nippon Seiko κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Reco. Ι303,σκέψη 14,120/77, Koyo Seiko κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Rec. σ. 1337, σκέψη 23, 121/77, Nachi Fujikoshi Corporation κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 1363, σκέψη 11 αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980 στις υποθέσεις 138/79 και 139/79, Roquette Frères κατά Συμβουλίου, και Maizena κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 3333 και σ. 3393, σκέψεις 14 έως 16.
( 8 ) Αυτό μπορεί να συμβαίνει ιδίως όσον αφορά τους κανονισμούς περί θεσπίσεως δασμού αντιντάμπινγκ: βλέπε υπόθεση 118/77, απόφαση της 29ης Μαρτίου 1979, ISO κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 1277, σκέψεις 19 έως 22' προαναφερθείσες υποθέσεις 119/77, σκέψη 13, 120/77, σκέψεις 18 έως 21,121 /77, σκέψεις 8 και 9 συνεκδικασθείσες υποθέσεις 239 και 275/82, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, Allied Corporation κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 1005, σκέψεις 10 έως 12- υπόθεση 264/82 της 20ής Μαρτίου 1985, Timex Corporation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή σ. 849, σκέψεις 11 έως 15 υπόθεση 55/83, απόφαση της 23ης Μαΐου 1985, Allied Corporation κατά Συμβουλίου, Συλλογή σ. 1621,σκέψη4.
Full & Egal Universal Law Academy