ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 5ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι δικαοτές,
Με προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 36, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Società industrie siderurgiche meccaniche e affini SpA ( στο εξής: SISMA ) ζητεί την ακύρωση ή, επικουρικώς, την τροποποίηση ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία της επιβλήθηκε, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 12 της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής ( 1 ), πρόστιμο 85650 ECU για υπέρβαση των ποσοστώσεών της παραγωγής για τις κατηγορίες IV και VI κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου 1984.
Στην εταιρία SISMA είχε ήδη επιβληθεί, με απόφαση της 18ης Ιουνίου 1985, πρόστιμο 27850 ECU για υπέρβαση των ποσοστώσεων της παραγωγής για τις ίδιες κατηγορίες κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου 1983. Παρόλον ότι αυτή η απόφαση δεν αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως προς την επιχειρηματολογία των διαδίκων και, συνεπώς, για την επίλυση της διαφοράς.
Σημειώνω ακόμα ότι η υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής της κατηγορίας IV, κατά 51 τόνους, δεν αμφισβητείται στην πραγματικότητα και δεν αφορά την υπό κρίση υπόθεση παρά στο μέτρο που οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας αφορούν την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της.
Κατόπιν αυτών των γενικών διευκρινίσεων δεν Ga αναφερθώ λεπτομερώς στα πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα παρά με την πρόοδο της εξετάσεως των προβαλλόμενων από την προσφεύγουσα λόγων ακυρώσεως.
Οι εν λόγω λόγοι ακυρώσεως είναι τρεις: προ-τείνω να τους εξετάσω με την ίδια σειρά που προβλήθηκαν.
Ι — Παραβίαση ουσιωδών τύπων
1.
Η προσφεύγουσα τονίζει ότι το έγγραφο κοινοποιήσεως καταδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1985, ενώ το συνημμένο αντίγραφο φέρει την ημερομηνία της 27ης Δεκεμβρίου 1985. Από αυτό συνάγει τα δύο ακόλουθα συμπεράσματα:
—
αφενός, « η αβεβαιότητα ως προς την ημερομηνία και τις προθεσμίες που συχνά αποδεικνύεται μοιραία για τις επιχειρήσεις, πρέπει να είναι το ίδιο μοιραία και για την Επιτροπή »,
—
αφετέρου, αν πράγματι η απόφαση εκδόθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1985, ήτοι μεταξύ των δύο εορτών του τέλους του έτους, « τίθεται τότε το πρόβλημα της νομιμότητας της ενδεχόμενης παραιτήσεως της Επιτροπής — συλλογικού οργάνου — από την άσκηση μιας δικαιοδοσίας της, για να την αναθέσει σε τρίτους ».
Αυτή η επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Όπως προκύπτει καταρχάς από τα προσκομισθέντα στη δικογραφία έγγραφα και κυρίως από απόσπασμα της Επίσημης Εφημερίδας ( 2 ), η αμφισβητούμενη απόφαση πράγματι εκδόθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1985.
Ακόμα και αν είχε εκδοθεί στις 27 Δεκεμβρίου, δηλαδή αν η έγγραφη διαδικασία είχε λήξει την ημέρα εκείνη, δύσκολα η προσφεύγουσα θα μπορούσε να αποδείξει ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου κατά την οποία διεξήχθη η έγγραφη διαδικασία τα μέλη της Επιτροπής δεν είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν την πρόταση και να προβάλουν, σε ενδεχόμενη περίπτωση, αντιρρήσεις έναντι της.
Στην απόφαση της 28ης Μαΐου 1984 ( 3 ) την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, επρόκειτο περί του αν η Επιτροπή ως συλλογικό όργανο μπορούσε ακόμα να επιβάλλει πρόστιμα στον τομέα των τιμών βάσει του άρθρου 64 της Συνθήκης ΕΚΑΧ μετά την ανάθεση της ασκήσεως αυτών των δικαιωμάτων της, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και εντός ορισμένων ορίων, στο αρμόδιο μέλος της. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο ρητώς έκρινε ότι οι σχετικοί κανόνες εξουσιοδοτήσεως δεν είχαν συνεπιφέρει καμία παραίτηση της Επιτροπής από τις συλλογικές της εξουσίες. Αλλά δεν εξήτασε τους ίδιους αυτούς κανόνες. Μάλιστα, με την απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1986, υπόθεση 5/85, AKZO κατά Επιτροπής (Συλλογή σ. 2585), ρητώς δέχθηκε ότι τέτοιοι κανόνες εξουσιοδοτήσεως συμβιβάζονται με την αρχή της συλλο-γικότητας. A fortiori πρέπει να συμβαίνει το αυτό προκειμένου περί κανόνων οι οποίοι προβλέπουν τη συμμετοχή όλων των μελών της Επιτροπής στη λήψη της αποφάσεως, ακόμα και όταν αυτή η συμμετοχή πραγματοποιείται στο πλαίσιο επείγουσας και απλουστευμένης έγγραφης διαδικασίας.
Δεύτερον, η προβαλλόμενη διαφορά ημερομηνίας με κανένα τρόπο δεν μπόρεσε να βλάψει την προσφεύγουσα. Δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι αποφάσεις όταν έχουν ατομικό χαρακτήρα δεσμεύουν τον ενδιαφερόμενο από της κοινοποιήσεως τους. Οι προσθεσμίες ασκήσεως προ σφυγής δεν αρχίζουν καν να τρέχουν παρά « από την επομένη της ημέρας της κοινοποιήσεως της πράξεως στον ενδιαφερόμενο » (άρθρο 81, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου ).
Και στην προκειμένη περίπτωση η αποστολή της αποφάσεως δεν έλαβε χώρα παρά στις 2 Ιανουαρίου 1986 και η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι η προσφυγή της SISMA είναι εκπρόθεσμη.
Κατά την προφορική διαδικασία η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι « οι διαδικασίες επιβολής κυρώσεων » που είχε εγκρίνει η Επιτροπή στις 5 Σεπτεμβρίου 1984 [έγγραφο SEC( 84)1365] δεν επέτρεπαν στην Επιτροπή να εκδώσει με επείγουσα και απλουστευμένη διαδικασία τις αποφάσεις επιβολής προστίμων για υπέρβαση ποσοστώσεως.
Είναι βέβαιο ότι το τμήμα αυτής της απόφασης που αφορά τις κυρώσεις στο πλαίσιο του συστήματος των ποσοστώσεων είναι κακώς συντεταγμένη και διφορούμενη.
Στο τμήμα 1, όπου αναφέρονται οι παραβάσεις στις οποίες μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις με την επείγουσα και απλουστευμένη διαδικασία, η απόφαση δεν αναφέρει τις υπερβάσεις ποσοστώσεως ως παραβάσεις ποσοστώσεως αλλά αποκλειστικά πολύ ειδικές περιπτώσεις, δηλαδή την άρνηση ελέγχου, τις ψευδείς δηλώσεις, την έλλειψη τεχνικών και λογιστικών εγγράφων των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική, καθώς και την άρνηση κοινοποιήσεως αυτών των εγγράφων.
Εντούτοις, η απόφαση από άλλη άποψη ορίζει, στο πλαίσιο του σημείου 2, στοιχείο β), του ιδίου τμήματος, το ύψος ( ανά τόνο ) του προστίμου για υπέρβαση ποσοστώσεως, αναφερόμενη στα άρθρα των πέντε διαδοχικών αποφάσεων της Επιτροπής που προβλέπουν παρόμοια πρόστιμα. Μεταξύ αυτών αναφέρεται το άρθρο 12 της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ που (ομού με το άρθρο 58, επίσης αναφερόμενο στην εν λόγω περικοπή ) αποτελεί τη βάση της αμφισβητούμενης απόφασης.
Τέλος, ο ίδιος ο τίτλος του εν λόγω εγγράφου είναι διατυπωμένος ως εξής:
« —
Διαδικασίες επιβολής κυρώσεων στο πλαίσιο των συστημάτων των ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα και των μέτρων κατά της κρίσεως 1983/84 - Υπέρβαση των ποσοστώσεων /Μη τήρηση των ελαχίστων τιμών και κανόνων περί τιμών καθώς και του συστήματος παροχής εγγυήσεως.
—
Είσπραξη των επιβαλλόμενων βάσει των άρθρων 58 και 64 της Συνθήκης ΕΚΑΧ προστίμων. »
Παρά την επισημανΟείσα αοριστία φαίνεται, επομένως, κατά τρόπο επαρκώς σαφή ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να εφαρμόσει την επείγουσα και απλουστευμένη διαδικασία και στις αποφάσεις περί καθορισμού των προστίμων για υπέρβαση των ποσοστώσεων. Η αμφισβητούμενη απόφαση εκδόθηκε, επομένως, νομίμως επ' αυτής της βάσεως.
2.
Η προσφεύγουσα προσάπτει επίσης στην Επιτροπή ότι η ένδικη απόφαση αφορά « την απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ... όπως τροποποιήθηκε εσχάτως από την απόφαση της Επιτροπής 2760/85/ΕΚΑΧ» ( 4 ), παρόλον ότι η τελευταία δεν ίσχυε ακόμη κατά την εποχή της υπερβάσεως για την οποία πρόκειται και δεν έχει καμία σχέση με αυτή.
Θεωρώ σχεδόν ανωφελές να διευκρινίσω ότι, σύμφωνα με την πρακτική, η τελευταία τροποποίηση μιας γενικής απόφασης πρέπει να αναφέρεται σε κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται επ' αυτής της βάσεως. Αυτό δεν σημαίνει διόλου ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή εφήρμοσε την απόφαση 2760/85/ΕΚΑΧ με αναδρομική ισχύ σε πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα πριν από τη θέση της σε ισχύ. Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση βασίζεται ειδικότερα στο άρθρο 12 της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ που προσδιορίζει το ύψος των προς επιβολή προστίμων. Και αυτό το άρθρο έχει παραμείνει αμετάβλητο, δεδομένου ότι η απόφαση 2760/85/ΕΚΑΧ προσέθεσε απλώς το άρθρο 14Δ στην απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ.
3.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, τέλος, ότι η ένδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί ως αναιτιολόγητη, καθόσον η αιτιολογία της είναι συγχρόνως ανεπαρκής και αντιφατική.
Είναι ανεπαρκής διότι παρέλειψε να επισημάνει τόσο τις ποσοστώσεις παραγωγής που είχαν χορηγηθεί όσο και τον αριθμητικό υπολογισμό της υπέρβασης που έγινε δεκτή.
Πρέπει ωστόσο να γίνει δεκτό ότι η αμφισβητούμενη απόφαση αναφέρει ρητώς έγγραφα με τα οποία γνωστοποιήθηκαν στη SISMA αντιστοίχως οι ποσοστώσεις και οι υπερβάσεις των ποσοστώσεων για το πρώτο τρίμηνο 1984 και αναφέρει επίσης το ύψος των υπερβάσεων που έγιναν δεκτές καθώς και το εφαρμοσθέν ύψος του προστίμου. Επιπλέον, η SISMA είχε τη δυνατότητα να ζητήσει συμπληρωματικές διευκρινίσεις καθόλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας που ακολούθησε τη γνωστοποίηση των αιτιάσεων και κυρίως κατά τη διάρκεια της ακροάσεως που έλαβε χώρα στις 26 Απριλίου 1985.
Αιτιολογία αυτού του τύπου έχει ήδη κριθεί επαρκής από το Δικαστήριο, ιδίως στην προαναφερθείσα απόφαση Bertoli της 28ης Μαρτίου 1984 (σκέψεις 12 έως 17).
Εξάλλου, κατά γενικό τρόπο, το Δικαστήριο δέχεται ότι η αιτιολογία αποφάσεως επιβάλλουσας πρόστιμο, έστω και συνοπτική, πρέπει να κρίνεται επαρκής εφόσον η αποδέκτης επιχείρηση έλαβε μέρος στη διαδικασία εκδόσεως αυτής της απόφασης και έλαβε γνώση της χρησιμοποιηθείσας μεθόδου υπολογισμού ( 5 ).
Η αιτιολογία είναι επίσης αντιφατική διότι, υποστηρίζει η προσφεύγουσα, χωρίς να το αποδεικνύει, υπερέβη τις ποσοστώσεις της παραγωγής κατά τη διάρκεια του τέταρτου τριμήνου 1983 και διότι η πρόσθετη ποσόστωση 1491 τόνων που χορηγήθηκε με έγγραφο της 29ης Δεκεμβρίου 1983, το οποίο όμως περιήλθε στη SISMA στις 9 Ιανουαρίου 1984, έπρεπε να ληφθεί υπόψη για το τρίτο τρίμηνο 1983.
Αυτή η επιχειρηματολογία ανασκευάζεται από τα πραγματικά περιστατικά δεδομένου ότι στη SISMA επιβλήθηκε πρόστιμο για υπέρβαση των ποσοστώσεών της παραγωγής κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου 1983. Ως προς το αν η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να υπολογίσει την εν λόγω πρόσθετη ποσόστωση κατά τη διάρκεια αυτού του τριμήνου, και αν πράγματι το έπραξε, αυτό το ζήτημα συνδέεται με την ουσία της υπό κρίση υποθέσεως.
Επομένως, καμία από τις επικαλούμενες από την προσφεύγουσα παραβάσεις τύπου δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
II — Παράβαση της Συνθήκης και της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ
1.
Καταρχάς, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη της, κατά τον υπολογισμό της προσαπτόμενης υπέρβασης, το σύνολο των ποσοστώσεων παραγωγής που της ανήκουν αυτοδικαίως κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου, ήτοι κατά το πρώτο τρίμηνο 1984.
Οι εν λόγω ποσοστώσεις, για τα προϊόντα κατηγορίας VI ανέρχονταν σε 26563 τόνους, που αυξήθηκαν μεταγενέστερα κατά 610 τόνους, που χορηγήθηκαν βάσει του άρθρου 14Γ της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ και που προορίζονταν για την κάλυψη εκτάκτων παραγγελιών για εξαγωγή ειδικών προϊόντων με προορισμό τη Σοβιετική Ένωση.
Η SISMA ισχυρίζεται ότι αυτές οι ποσότητες έπρεπε να αυξηθούν κατά άλλες δύο, επίσης προοριζόμενες να παραδοθούν στη σοβιετική αγορά, ήτοι κατά 1491 τόνους για τους οποίους έγινε ήδη λόγος και 1428 τόνους που αντιστοιχούσαν σε παραγγελία ειδικών πρότυπων ελασμάτων. Κατά την προσφεύγουσα αυτού του τύπου τα προϊόντα δεν υπόκεινται στο σύστημα των ποσοστώσεων.
Όπως ήδη επισήμανα, η πρόοθετη ποσόονωση των 1491 νόνων πράγματι παραχωρήθηκε στην προσφεύγουσα, αλλά για το τέταρτο τρίμηνο 1983. Είναι αληθές ότι η απόφαση της Επιτροπής, περιεχόμενη σε έγγραφο της 29ης Δεκεμβρίου 1983, δεν περιήλθε στην προσφεύγουσα παρά στις 9 Ιανουαρίου 1984.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι γι' αυτό το λόγο είχε το δικαίωμα να « μεταφέρει » την εν λόγω ποσόστωση στο πρώτο τρίμηνο 1984.
Καθόσον το επιχείρημα αυτό σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να χορηγήσει, σε ημερομηνία τόσο κοντά στο τέλος του οικείου τριμήνου, πρόσθετη ποσόστωση για το ίδιο τρίμηνο, αλλά ότι έπρεπε να τη χορηγήσει για το επόμενο τρίμηνο, αυτό ισοδυναμεί με αμφισβήτηση του κύρους της αποφάσεως της 29ης Δεκεμβρίου 1983, η οποία κατέστη οριστική εφόσον δεν προσβλήθηκε εντός των ταχθεισών προθεσμιών. «Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία ο προσφεύγων δεν μπορεί, με την ευκαιρία προσφυγής ακυρώσεως στρεφόμενης κατά ατομικής αποφάσεως, να επικαλεστεί με ένσταση τη μη νομιμότητα άλλων ατομικών αποφάσεων των οποίων υπήρξε αποδέκτης και που κατέστησαν οριστικές » ( 6 ).
Επίσης δεν θεωρώ αναγκαίο να εξετάσω το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο για τη χορήγηση των ποσοστώσεων θα έπρεπε να γίνεται αναφορά στο τρίμηνο παραγωγής και όχι παραδόσεως ( απάντηση, σ. 8 ). Εξάλλου η SISMA δεν απέδειξε ότι δεν παρήγαγε πράγματι την εν λόγω ποσότητα των 1491 τόνων κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου 1983, ενώ στην επιστολή της της 15ης Σεπτεμβρίου 1983 είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση για αυτό το τρίμηνο. Αντιθέτως, το γεγονός ότι υπερέβη κατά τη διάρκεια αυτού του τριμήνου την ποσόστωση παραγωγής καταδεικνύει μάλλον ότι είχε προβλέψει την απόφαση της Επιτροπής της 29ης Δεκεμβρίου 1983.
Ως προς το αν η προσφεύγουσα είχε το δικαίωμα να « μεταφέρει » μόνη της την εν λόγω ποσόστωση στο πρώτο τρίμηνο 1984, παρά την απόφαση της Επιτροπής της 29ης Δεκεμβρίου 1983, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διάφορες περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 3, της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ δεν καθιστούν δυνατή μεταφορά παρά στην περίπτωση που οι ποσοστώσεις παραγωγής δεν χρησιμοποιήθηκαν καθ' ολοκληρία.
Πρέπει να γίνει δεκτό για μια ακόμη φορά ότι κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου 1983, η SISMA όχι μόνο εξάντλησε τις ποσοστώσεις της παραγωγής, περιλαμβανόμενης της πρόσθετης ποσόστωσης των 1491 τόνων, αλλά λαμβανομένης υπόψη και αυτής της προβλεπόμενης ανοχής υπερβάσεως κατά 3 ο/ο, τις υπερέβη κατά 462 τόνους. Η απόφαση της Επιτροπής της 18ης Ιουνίου 1985 με την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο για το λόγο αυτό κατέστη οριστική δεδομένου ότι δεν αποτέλεσε το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
Εξάλλου, στην απάντηση της της 18ης Σεπτεμβρίου 1984 στις αιτιάσεις της Επιτροπής σχετικά με αυτή την παράβαση, η προσφεύγουσα ρητώς ομολόγησε ότι « αυτές οι υπερβάσεις παραγωγής πράγματι έλαβαν χώρα ». Είναι αληθές ότι στην ίδια επιστολή καθώς και κατά την ακρόαση της 14ης Δεκεμβρίου 1984, προσπάθηκε να επεξηγήσει αυτές τις υπερβάσεις με το γεγονός ότι πίστευε ότι μπορούσε αυτοδικαίως, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο δ), της γενικής αποφάσεως 2177/83/ΕΚΑΧ ( 7 ), που ίσχυε κατά την κρίσιμη εποχή και που αντιστοιχεί στο ίδιο άρθρο της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ, να προβεί σε μεταφορά των ποσοτήτων, που δεν είχαν ακόμα χρησιμοποιηθεί, του προηγούμενου τριμήνου κατά τη διάρκεια του οποίου ορισμένες από τις εγκαταστάσεις της είχαν παραμείνει κλειστές λόγω αναδιαρθρώσεως. Όμως, εκτός του ότι το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο δ ), δεν εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση, στην Επιτροπή εναπόκειται να επιτρέψει ρητώς τη μεταφορά βάσει αυτής της διατάξεως.
Σημειώνω επίσης ότι η αναφορά της προσφεύγουσας, στην απάντηση της ( σ. 7 ), στην απόφαση Thyssen της 16ης Νοεμβρίου 1983 ( 8 ) είναι άσχετη προς την υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, στη συγκεκριμένη εκείνη περίπτωση, το Δικαστήριο είχε επίσης δεχθεί ότι η ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση κατά την κρίσιμη εποχή περιόριζε τις δυνατότητες μεταφοράς στις μη χρησιμοποιηθείσες ποσοστώσεις παραγωγής (σκέψη 8). Εξάλλου, ο καθοριστικός λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δέχθηκε να μειώσει το πρόστιμο σε συμβολικό ποσό υπήρξε το ότι « η καθυστέρηση της ανακοίνωσης της οριστικής ποσόστωσης εμπόδισε την Thyssen να παραγάγει, κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του 1980, την ποσότητα που της επιτρεπόταν να παραγάγει » ( σκέψη 21 ), περιλαμβανομένου του περιθωρίου ανοχής των 3 %. Σημειώνω επίσης ότι και αυτή ακόμα η αναγνώριση της εν λόγω « εξαιρετικής κατάστασης » δεν επήρκεσε για την ακύρωση από το Δικαστήριο της αποφάσεως της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου για υπέρβαση της ποσοστώσεως κατά τη διάρκεια του επομένου τριμήνου, αλλά απλώς δικαιολόγησε « διαφορετική εκτίμηση από εκείνη στην οποία προέβη η Επιτροπή σχετικά με τη βαρύτητα της παράβασης και τον καθορισμό του ποσού του προστίμου » ( σκέψη 22 ).
Σε πιο πρόσφατη απόφαση, στην υπόθεση 41/81, Sideradria κατά Επιτροπής ( 9 ), το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας που του απονέμει το άρθρο 36, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, έκρινε δίκαιο να καταργήσει πρόστιμο επιβληθέν για υπέρβαση ποσόστωσης παραγωγής κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου 1982, με την αιτιολογία ότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε παρά ένα μόνο μήνα κατά τη διάρκεια του προηγούμενου τριμήνου για να χρησιμοποιήσει τις πρόσθετες ποσοστώσεις που χορήγησε με καθυστέρηση η Επιτροπή, ήτοι με απόφαση της 19ης Αυγούστου 1982 (σκέψη 12). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αυτή η απόφαση χορηγούσε στην πραγματικότητα αναδρομική αύξηση των ποσοστώσεων παραγωγής των χορηγούμενων για όλη την περίοδο και κλιμακούμενων από το τρίτο τρίμηνο 1981 μέχρι το τρίτο τρίμηνο 1982 περιλαμβανόμενο, περιορίζοντας συγχρόνως τη δυνατότητα μεταφοράς σ' αυτό το ίδιο τρίτο τρίμηνο 1982. Σ' αυτή επίσης την υπόθεση η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε, λόγω της καθυστερημένης γνωστοποιήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, να χρησιμοποιήσει το σύνολο των χορηγηθεισών προσθέτων ποσοστώσεων.
Η SISMA, αντιθέτως, όπως μόλις το επισήμανα, όχι μόνο υπερέβη, κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου 1983, την ποσόστωση της παραγωγής και την πρόσθετη ποσόστωση που της χορηγήθηκε με απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 1983, αυξημένη κατά το περιθώριο ανοχής του 3 ο/ο, αλλά, όπως επιπλέον προκύπτει από τα προσκομισθέντα από την Επιτροπή έγγραφα κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη την εν λόγω πρόσθετη ποσόστωση κατά τον υπολογισμό της εν λόγω υπερβάσεως η οποία, άλλως, θα ήταν ακόμα πιο σημαντική.
Υπ' αυτές τις συνθήκες τίποτα δεν υποχρέωνε την Επιτροπή να λάβει υπόψη την ίδια πρόσθετη ποσόστωση των 1491 τόνων, για μια δεύτερη φορά, κατά τον υπολογισμό της υπερβάσεων του πρώτου τριμήνου 1984.
Όσον αφορά την ποσότητα των 1428 τόνων προτύπων ελαομάτων, η κατάσταση δεν φαίνεται τόσο σαφής.
Πράγματι, η SISMA ποτέ δεν ζήτησε πρόσθετη ποσόστωση γι' αυτή την ποσότητα βάσει του άρθρου 14Γ της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ. Με την επιστολή της της 19ης Μαρτίου 1984 πληροφόρησε την Επιτροπή για τη ληφθείσα παραγγελία και εκδήλωσε την άποψη ότι τα εν λόγω ειδικά πρότυπα ελάσματα έπρεπε να μπορέσουν να κατασκευαστούν καθ' ολοκληρία εκτός ποσοστώσεως.
Η Επιτροπή, επομένως, μπόρεσε να περιοριστεί να απαντήσει με έγγραφο της 22ας Μαΐου 1984, υπογεγραμμένο από το διευθυντή « Χάλυβα », το οποίο οι δύο διάδικοι δεν θεωρούν καθόλου ως νομότυπη απόφαση, ότι εν πάση περιπτώσει 1428 τόνοι αντιπροσωπεύουν, σε σχέση με τη χορηγηθείσα προς την προσφεύγουσα ποσόστωση, πολύ μικρή ποσότητα για να έχει εφαρμογή το άρθρο 14Γ και ότι, επιπλέον, κανένα πρότυπο έλασμα όσο ειδικό και αν είναι δεν μπορεί να είναι εκτός του συστήματος των ποσοστώσεων.
Σχετικώς, είναι αναληθής ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας που περιέχεται στις σελίδες 7 και 9 της προσφυγής της, κατά τον οποίο η στάση της Επιτροπής υπήρξε αντιφατική κατά την έννοια ότι το Δεκέμβριο 1983 είχε θεωρήσει τα προοριζόμενα για τη Σοβιετική Ένωση πρότυπα ελάσματα ως ειδικά προϊόντα ικανά να τύχουν προσθέτων ποσοστώσεων, ενώ αρνήθηκε να επιφυλάξει την ίδια μεταχείριση στις μεταγενέστερες εξαγωγές ομοιογενών προϊόντων.
Πράγματι, η στάση της Επιτροπής δεν ήταν διαφορετική: και το Δεκέμβριο 1983 θεώρησε τα ειδικά προϊόντα ότι υπάγονται στο σύστημα των ποσοστώσεων, αλλιώς δεν θα έπρεπε να χορηγήσει πρόσθετη ποσόστωση' και το Μάιο 1984 αρνήθηκε — αν υποτεθεί ότι το έγγραφο του διευθυντή της συνιστά πραγματική απόφαση, quod non — παρόμοια ποσόστωση διότι κατά την κρίση της δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14Γ.
Εξάλλου, δεν βλέπω πώς η επίκληση μιας τέτοιας αντιφάσεως θα εξυπηρετούσε την υπόθεση της προσφεύγουσας. Αν επιθυμεί να ισχυριστεί ότι είχε δικαίωμα, για τους Ι 428 τόνους όπως και για τους 1491 τόνους σε πρόσθετη ποσόστωση, έπρεπε να είχε υποβάλει ρητή αίτηση ή τουλάχιστον να εκλάβει το έγγραφο της Επιτροπής της 22ας Μαΐου 1984 ως απορριπτική απόφαση και να την προσβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έπραξε ούτε το ένα ούτε το άλλο ( 10 ).
Γι' αυτόν, προφανώς, το λόγο η προσφεύγουσα, στην απάντησή της, δεν επιμένει πλέον επί της υποτιθέμενης αντιφάσεως, αλλά επαναλαμβάνει το επιχείρημα που περιέχεται στην επιστολή της της 19ης Μαρτίου 1984, κατά το οποίο έπρεπε να είχε τη δυνατότητα να παραγάγει ελευθέρως, εκτός συστήματος ποσοστώσεων, τους 1428 τόνους ειδικών προτύπων ελασμάτων ή, τουλάχιστον, να τύχει πρόσθετης ποσόστωσης βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ ( σ. 9 ). Στο προαναφερθέν έγγραφο της 22ας Μαΐου 1984 η Επιτροπή είχε επικαλεστεί αυτό το άρθρο ως κύριο επιχείρημα για να « τονίσει ότι ακόμα και τα ειδικά προϊόντα που κατασκευάζονται από πολύ μικρό αριθμό επιχειρήσεων, για πολύ ειδικές χρήσεις, υπάγονται στο σύστημα των ποσοστώσεων ».
Αφενός, το άρθρο 4, παράγραφος Ι, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ ορίζει ρητώς ότι το σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής για τις αναφερόμενες κατηγορίες αφορά « όλες τις ποιότητες και όλες τις διαλογές του χάλυβα ».
Αφετέρου, το άρθρο 10, παράγραφος 2, προβλέπει ότι η Επιτροπή μπορεί ( και όχι οφείλει, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα) να χορηγήσει πρόσθετες ποσοστώσεις που μπορούν να διατεθούν στην κοινή αγορά στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις που υποβάλλουν σχετική αίτηση και εφόσον συγκεντρώνουν τις οριζόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Η SISMA δεν υπέβαλε καμιά τέτοια αίτηση και, επιπλέον, δεδομένου ότι όπως φαίνεται δεν συγκέντρωνε αυτές τις προϋποθέσεις, δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να έχει δικαίωμα σε πρόσθετη ποσόστωση.
Τίποτα, επομένως, δεν υποχρέωνε την Επιτροπή να λάβει υπόψη τους 1428 τόνους ειδικών ελασμάτων κατά τον υπολογισμό της υπερβάσεως των ποσοστώσεων παραγωγής της SISMA κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου 1984.
Για να είμαι πλήρης διευκρινίζω επίσης ότι στην απάντηση της ( σ. 9 ) η προσφεύγουσα παραπονείται επίσης ότι η Επιτροπή δεν ικανοποίησε παρά στις 17 Απριλίου 1984, με τη χορήγηση πρόσθετης ποσοστώσεως 610 τόνων για το πρώτο τρίμηνο 1984, την αίτηση της της 10ης Φεβρουαρίου 1984, με την οποία ζητούσε 4452 τόνους. Φαίνεται ότι από αυτό συνάγει το συμπέρασμα ότι λόγω αυτής της καθυστερήσεως δεν μπορούσε να υπολογίσει αυτούς τους 610 τόνους στο πρώτο τρίμηνο 1984 και ότι νομίμως μπόρεσε να τους χρησιμοποιήσει κατά τη διάρκεια του επόμενου τριμήνου.
Ομολογώ ότι αυτό το επιχείρημα, εκτός του γεγονότος ότι μόνο στην απάντηση για πρώτη φορά γίνεται μνεία του υπολογισμού αυτών των 610 τόνων και ότι ισοδυναμεί με το να θέτει υπό αμφισβήτηση ατομική απόφαση που εν τω μεταξύ είχε καταστεί οριστική, με φέρνει σε αμηχανία. Πράγματι, στην αίτηση της SISMA αναφερόταν ρητώς ότι η παράδοση προβλεπόταν για το πρώτο τρίμηνο 1984 και αφορούσε τη χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων για το ίδιο πρώτο τρίμηνο. Η χορήγηση αυτής της ποσόστωσης, και αν ακόμη γνωστοποιήθηκε στη SISMA κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου 1984, χρησίμευσε, επομένως, στην πραγματικότητα για να καλύψει μέρος της παραγωγής της του πρώτου τριμήνου προοριζόμενης να παραδοθεί στη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του ίδιου αυτού τριμήνου.
Επιπλέον, αν αυτοί οι 610 τόνοι έπρεπε να υπολογιστούν για το δεύτερο τρίμηνο 1984, η διαπιστωθείσα υπέρβαση για το πρώτο τρίμηνο 1984 θα αυξανόταν ανάλογα.
2.
Η προσφεύγουσα προσάπτει, δεύτερον, στην Επιτροπή ότι εξέδωσε την ένδικη απόφαση κατά « αυτόματο » τρόπο, χωρίς να προβεί σε εμπεριστατωμένη έρευνα των ιδιαιτεροτήτων της προκειμένης περιπτώσεως και της καταστάσεως της οικείας επιχειρήσεως. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι υποτιθέμενες « πλημμέλειες στη συμπεριφορά της Επιτροπής » είχαν ως αποτέλεσμα κάτι περισσότερο από « απλή κατάσταση αβεβαιότητας », και σφάλματα για τα οποία δεν θα έπρεπε να διωχθεί. Εννοεί με αυτό το γεγονός ότι η Επιτροπή καθυστέρησε στο να την ειδοποιήσει ότι δεν μπορούσε να επωφεληθεί της προβλεπόμενης από το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο δ), της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ μεταφοράς που δεν έχει εφαρμογή παρά όταν οι ποσοστώσεις παραγωγής δεν έχουν εξαντληθεί για λόγους ανωτέρας βίας ή για διακοπή της λειτουργίας για επισκευές.
Είναι αληθές ότι οι τέσσερις πρώτες φράσεις της τέταρτης αιτιολογικής σκέψης της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και της απόφασης της 18ης Ιουνίου 1985 είναι, όπως το τονίζει η προσφεύγουσα, ίδιες λέξη προς λέξη, εκτός από τη μνεία του τριμήνου στο οποίο αναφέρονται. Ωστόσο δεν παρατηρείται εκεί τίποτα το ανώμαλο διότι δεν πρόκειται παρά περί υπομνήσεως των νομικών βάσεων επί των οποίων στηρίζονται τα πρόστιμα καθώς και του καθορισμού του ύψους ανά τόνο υπερβάσεως.
Αντιθέτως, στη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη των δύο αποφάσεων, η Επιτροπή επαναλαμβάνει κάθε φορά τα διάφορα επιχειρήματα που η SISMA προέβαλε στις δύο περιπτώσεις για την άμυνά της και λαμβάνει θέση επ' αυτών, σημείο προς σημείο. Επομένως δεν νομίζω ότι μπορεί να διαπιστωθεί εκεί τίποτε το « αυτόματο ».
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην αμφισβητούμενη απόφαση η Επιτροπή έλαβε υπόψη, μεταξύ αυτών των σημείων, το γεγονός ότι δεν επισήμανε εγκαίρως στη SISMA ότι η ερμηνεία της του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο δ), της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ ήταν εσφαλμένη: γι' αυτό,πράγματι, το λόγο μείωσε το ύψος του προστίμου από 50 % σε 25 %του ύψους-κανόνα των 100 ECU ανά τόνο υπερβάσεως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της ίδιας απόφασης.
Επομένως, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο δ), δεν είχε καμία υποχρέωση: το εν λόγω άρθρο προϋποθέτει, πράγματι, προηγούμενη άδεια της Επιτροπής, ώστε μια επιχείρηση να μπορέσει να πραγματοποιήσει τη μεταφορά που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο και η SISMA ποτέ δεν υπέβαλε παρόμοια αίτηση.
Επιπλέον, αν υπήρξε αμέλεια εκ μέρους της Επιτροπής, πρέπει να τονιστεί ότι « η υπαίτια συμπεριφορά της Επιτροπής δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους των επιχειρήσεων » ( 11 ) και ότι ακόμα και « η ανοχή της διοικήσεως δεν μπορεί να νομιμοποιήσει μία παράβαση » ( 12 ).
Στην απόφαση της 21ης Μαρτίου 1985 ( 13 ) το Δικαστήριο δέχτηκε ρητώς ότι παρόμοιες παραλείψεις της Επιτροπής « δεν είναι ικανές να αφαιρέσουν από τη διαπραχθείσα υπέρβαση το χαρακτήρα της ως παραβάσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως και δεν μπορούν, επομένως, να δικαιολογήσουν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως... ( αλλά ) είναι ικανές να επιφέρουν μείωση του προστίμου » ( σκέψη 22 ).
Επομένως, στο επίπεδο του καθορισμού του ύψους του προστίμου πρέπει, το πολύ, να ληφθεί υπόψη ο δεύτερος ισχυρισμός της προσφεύγουσας, πράγμα που έγινε, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Οι ισχυρισμοί επί της ουσίας που προέβαλε η προσφεύγουσα δεν μπορούν, επομένως, να επαρκέσουν για να επιφέρουν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Απομένει, τέλος, να εξετάσω τον τρίτο ισχυρισμό του οποίου έγινε επικουρικώς επίκληση προς υποστήριξη μειώσεως του προστίμου, ήτοι αν η Επιτροπή παρέβλεψε την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που δικαιολογούν διαφορετική εκτίμηση ως προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως και, συνεπώς, την επιβολή συμβολικού προστίμου.
III — Μη λήψη υπόψη εξαιρετικών περιστάσεων
Η προσφεύγουσα, τέλος, ισχυρίζεται ότι στην περίπτωση που οι αιτιάσεις τις οποίες εκθέτει δεν θα κατέληγαν στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, θα έπρεπε ωστόσο να ληφθούν υπόψη ως στοιχεία απο-δεικνύοντα την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, ήτοι ικανών να δικαιολογήσουν την επιβολή απλού συμβολικού προστίμου.
Πρέπει, συνεπώς, να εξετάσω τις αιτιάσεις της προσφεύγουσας υπ' αυτό επίσης το πρίσμα, πράγμα που δυστυχώς δεν θα μπορέσει να γίνει χωρίς τη μία ή την άλλη επανάληψη.
Υπενθυμίζω καταρχάς ότι η καθυστέρηση της γνωστοποιήσεως των αποφάσεων της Επιτροπής περί χορηγήσεως προσθέτων ποσοστώσεων και η προθεσμία που τήρησε η Επιτροπή για να απαντήσει στην επιστολή της προσφεύγουσας της 19ης Μαρτίου 1984, παρόλον ότι αυτές καθαυτές είναι λυπηρές, δεν εμπόδισαν τη SISMA να αναπτύξει τέτοια δραστηριότητα ώστε να υπερβεί τις ποσοστώσεις της παραγωγής, περιλαμβανομένων και αυτών των προσθέτων ποσοστώσεων, τόσο κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου 1983 όσο και κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου 1984.
Ειδικότερα, όσον αφορά την ποσόστωση των 1491 τόνων που χορηγήθηκε για το τέταρτο τρίμηνο 1983, πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα στην πραγματικότητα προέβλεψε την απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 1983.
Όσον αφορά την ποσότητα των 1428 τόνων, ακόμα και αν η προθεσμία απαντήσεως μπορεί να φαίνεται υπερβολική, πρέπει να τονιστεί, για μια ακόμα φορά, ότι καμία σαφής αίτηση δεν υποβλήθηκε στην Επιτροπή. Αν η προσφεύγουσα επιθυμούσε να παραγάγει την εν λόγω ποσότητα των ειδικών προτύπων ελασμάτων εκτός συστήματος ποσοστώσεων, αυτή πρέπει να υποστεί τις συνέπειες της πλάνης, ακόμα περισσότερο διότι για παρόμοια προϊόντα της είχαν χορηγηθεί στο παρελθόν πρόσθετες ποσοστώσεις. Αν, τουναντίον, έλπιζε να επωφεληθεί τέτοιων ποσοστώσεων, όφειλε, για να παραμείνει πιστή στη συλλογιστική της, να αναμένει την αντίδραση της Επιτροπής πριν αρχίσει την παραγωγή. Όμως, μια τέτοια αντίδραση δύσκολα μπορούσε να εκδηλωθεί πριν από το τέλος του τρέχοντος τριμήνου, καθόσον η επιστολή με την οποία η SISMA πληροφορούσε την Επιτροπή για τη λήψη της εν λόγω παραγγελίας δεν χρονολογείται παρά από τις 19 Μαρτίου 1984.
Τέλος, νομίζω ότι η προσαπτόμενη στην Επιτροπή καθυστέρηση δεν μπορούσε να είναι βλαπτική για την προσφεύγουσα παρά μόνο όσον αφορά τους 610 τόνους που χορηγήθηκαν το πρώτο τρίμηνο 1984. Πράγματι, η αίτηση έφερε χρονολογία 10 Φεβρουαρίου 1984 και απέβλεπε στη χορήγηση προσθέτων ποσοστώσεων για το πρώτο τρίμηνο 1984. Όμως, η περί χορηγήσεως απόφαση της Επιτροπής δεν ελήφθη παρά στις 17 Απριλίου 1984 και εφαρμοζόταν έτσι αναδρομικά στο πρώτο τρίμηνο 1984. Θα μπορούσε, επομένως, να συμβεί, αναμένοντας αυτή τη χορήγηση, η SISMA να παραγάγει περισσότερο από αυτό που τελικά της χορηγήθηκε.
Η προσφεύγουσα όμως δεν προέβαλε αυτό το επιχείρημα. Αντιθέτως, όπως είδαμε, επικαλέστηκε αυτή την καθυστέρηση για να δηλώσει ότι δεν μπορούσε πλέον να υπολογίζει τους 610 τόνους στο πρώτο τρίμηνο 1984. Όλως περιέργως προσθέτει, όμως, τη διευκρίνιση ότι « το εμπόρευμα απεστάλη ακόμη κατά τη διάρκεια του μηνός Μαρτίου » ( σ. 8 της απαντήσεως ).
Εξάλλου, απλός υπολογισμός βάσει των ενδείξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14Γ θα ήταν αρκετός για να την πείσει ότι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να επωφεληθεί πρόσθετης ποσοστώσεως ανώτερης των 610 τόνων.
Πράγματι, με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984 η ποσόστωση παραγωγής για το πρώτο τρίμηνο 1980 αρχικώς ορίστηκε σε 26563 τόνους και το τμήμα αυτής της ποσοστώσεως που μπορούσε να διατεθεί στην κοινή αγορά σε 23070 τόνους. Και δυνάμει αυτών των διατάξεων η πρόσθετη ποσόστωση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τη διαφορά μεταξύ της ποσότητας των παραγγελιών που προορίζονται σε τρίτες χώρες και του τμήματος των ποσοστώσεων που δεν μπορούν να διατεθούν στην κοινή αγορά, αυξημένο κατά 10°/ο' στην υπό εξέταση υπόθεση δεν μπορούσε, επομένως, σε καμιά περίπτωση να υπερβεί τους 610 τόνους που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ των 4452 τόνων που παραγγέλθηκαν και του κατωφλίου που έτσι καθορίζεται ( 3493 + 349 = 3842 τόνοι ).
Από αυτό προκύπτει ότι η καθυστέρηση στη γνωστοποίηση της αποφάσεως της 17ης Απριλίου 1984 δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογήσει υπέρβαση παρά μόνο αν η τελική χορηγηθείσα ποσόστωση ήταν κατώτερη των 610 τόνων πράγμα που a priori δεν μπορούσε να αποκλειστεί αν, ενδεχομένως, είχαν εφαρμοστεί η δεύτερη και τρίτη φράση της παραγράφου 2 του άρθρου 14Γ.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεδομένου ότι οι έστω και επανειλημμένες καθυστερήσεις της Επιτροπής ούτε εμπόδισαν την προσφεύγουσα από το να παραγάγει, κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου 1984, την ποσότητα της οποίας μπορούσε να επωφεληθεί ούτε περιήγαγαν « την προσφεύγουσα σε αδυναμία να προγραμματίσει ορθώς την παραγωγή της ώστε να αποφύγει την υπέρβαση της ποσοστώσεως την οποία δικαιούνταν για το εν λόγω τρίμηνο » ( 14 ), καμιά σκέψη περί δικαίου δεν επέβαλε στην Επιτροπή να τις λάβει υπόψη της κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου.
Δεύτερον, όσον αφορά την παράλειψη της Επιτροπής να ειδοποιήσει την προσφεύγουσα εγκαίρως για την ορθή ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο δ), της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ, υπενθυμίζω ότι η Επιτροπή το έλαβε υπόψη της μειώνοντας το ύψος του προστίμου από 50 σε 25 ECU ανά τόνο υπερβάσεως.
Πολύ περισσότερο: η Επιτροπή είχε ήδη λάβει υπόψη αυτό το ίδιο γεγονός κατά τον καθορισμό του προστίμου για την υπέρβαση που διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου 1983.
Όμως, παρόλον ότι ο τρόπος ενεργείας της Επιτροπής μπορούσε να φανεί ότι αντιστοιχεί σε απαίτηση δικαιοσύνης όσον αφορά την τελευταία αυτή παράβαση, τίποτα δεν την υποχρέωνε να επιδείξει την ίδια επιείκεια για μια δεύτερη φορά, σχετικά με την παράβαση του πρώτου τριμήνου 1984. Πράγματι, οι εν λόγω εγκαταστάσεις παρέμειναν κλειστές από τις 13 Αυγούστου έως τις 3 Οκτωβρίου 1983, ήτοι κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου 1983. Η μεταφορά στο πρώτο τρίμηνο 1984, για τον ίδιο λόγο, αποκλειόταν. Εξάλλου, η SISMA ενημέρωσε την Επιτροπή ότι επρόκειτο να προβεί σε μεταφορά με επιστολή της 3ης Νοεμβρίου 1983 και με νέα επιστολή της 6ης Φεβρουαρίου 1984 την ενημέρωνε ότι προέβη στη μεταφορά. Στην προκειμένη, επομένως, περίπτωση δεν μπορούσε να πρόκειται παρά για μεταφορά περιορισμένη στο τέταρτο τρίμηνο 1983.
Η προσφεύγουσα προσάπτει περαιτέρω στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι, κατόπιν των προαναφερΟεισών εργασιών αναδιαρθρώσεως, που απήτησαν την προσωρινή διακοπή της λειτουργίας ορισμένων εγκαταστάσεων, δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει, κατά τη διάρκεια του 1983, 8000 περίπου τόνους ποσοστώσεων παραγωγής που της είχαν χορηγηθεί.
Δεδομένου ότι η εσφαλμένη ερμηνεία της προσφεύγουσας ως προς το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο δ ), συνίστατο ακριβώς στο ότι πίστευε ότι μπορούσε να επωφεληθεί μεταφοράς, βάσει της εν λόγω διατάξεως, λόγω των εργασιών αναδιαρθρώσεως που έγιναν κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου 1983, η χορηγηθείσα μείωση προστίμου γι' αυτό το λόγο μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι καλύπτει τις εξαιρετικές περιστάσεις που προέκυψαν απ' αυτές τις εργασίες και που συνετέλεσαν στο να μη μπορέσει η προσφεύγουσα να κάνει χρήση, κατά τη διάρκεια του έτους 1983, του συνόλου των ποσοστώσεων που της είχαν χορηγηθεί.
Κατά γενικό τρόπο, άλλωστε, όπως το τόνισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1983 ( 15 ), «ο τριμηνιαίος χαρακτήρας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του συστήματος των ποσοστώσεων » ( σκέψη 20 ).
Λπό αυτό συνήγαγε το συμπέρασμα ότι « η μείωση της παραγωγής ενός από τα επόμενα τρίμηνα δεν μπορεί να επανορθώσει την επόμενη παράβαση » ( σκέψη 22 ) ( 16 ).
Είναι αληθές ότι σ' εκείνη την περίπτωση το Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη του το γεγονός ότι, αφενός, η προσφεύγουσα είχε προσφέρει εκ των προτέρων ένα τέτοιο αντιστάθμισμα και είχε εκουσίως μειώσει την παραγωγή της ( σκέψη 26 ) και ότι, αφετέρου, την είχε αφήσει στην αβεβαιότητα ως προς το αν δέχεται την προσφορά της ( σκέψη 27 ) για να μειώσει το επιβληθέν πρόστιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα εξελίχθηκαν κατά τρόπο τελείως αντίθετο: η SISMA επιδιώκει να δικαιολογήσει την υπέρβαση των ποσοστώσεων της κατά το τρίμηνο 1984 με το γεγονός ότι δεν εξάντλησε τις ποσοστώσεις που της είχαν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια των διαδοχικών τριμήνων του 1983. ( Αντί να επιβάλει η ίδια στον εαυτό της « κυρώσεις », απονέμει μπορούμε να πούμε η ίδια « δικαιοσύνη ». )
Όμως, για να ληφθούν υπόψη δυσχέρειες που μια πολύ μεγάλη αυστηρότητα του τριμηνιαίου πλαισίου μπορεί να προκαλέσει στις επιχειρήσεις, το σύστημα των ποσοστώσεων προβλέπει ρητώς διάφορες διατάξεις που διακρίνονται από κάποια ελαστικότητα.
'Ετσι, λόγου χάρη, όπως προκύπτει από το έγγραφο των αιτιάσεων που αφορά τη διαπιστωθείσα υπέρβαση του τετάρτου τριμήνου 1983, η Επιτροπή έλαβε πράγματι υπόψη της ορισμένες ποσότητες ποσοστώσεων που μεταφέρθηκαν από το τρίτο τρίμηνο 1983 βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο α), της αποφάσεως 2177/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 1983 ( Ε Ε L 208, σ. 1 ).
Κατά τη διάρκεια αυτού του τρίτου τριμήνου η SISMA είχε επίσης τη δυνατότητα να κάνει χρήση του άρθρου 11, παράγραφος 4, της ιδίας διατάξεως που προβλέπει ότι « οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα, μετά από προηγούμενη δήλωση καθεμιάς από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις
στην Επιτροπή, να προβούν κατά τη διάρκεια του τριμήνου, με άλλες επιχειρήσεις, σε ανταλλαγές ή πωλήσεις ποσοστώσεων ή τμημάτων των ποσοστώσεων που μπορούν να διατεθούν στην κοινή αγορά και αφορούν το ίδιο τρίμηνο ».
Η προσφεύγουσα διέθετε αυτές τις ίδιες δυνατότητες κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων τριμήνων 1983 δυνάμει της αποφάσεως 1696/82/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 191, σ. 1).
Υπ' αυτές τις συνθήκες δεν νομίζω ότι μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι εφάρμοσε κακώς την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει στον τομέα του καθορισμού του προστίμου και ειδικότερα ότι δεν έλαβε και επαρκώς υπόψη την εξαιρετική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η προσφεύγουσα.
Συμπέρασμα
Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η αμφισβητουμένη απόφαση της Επιτροπής είναι παράνομη ή, τουλάχιστον, άδικη. Γι' αυτό το λόγο προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μεταφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Αποφαση 234/84 ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 31ης Ιανουαρίου 1984. viu παράtαση τoυ συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής γiα ορισμένη προι-όντα των Επιχειρήσεων της (βιομηχαωίας σιδήρου και χαλυβα ( EΕ L 29. σ. Ι ).
( 2 ) ΕΕ C 347 της 31.12.1985, σ. Ι.
( 3 ) Υπόθεση 8/83, Bertoli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1649, ιδίως σκέψεις 24 έως 26.
( 4 ) Λπόφαση 2760/85 ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 1985, περί τροποποιήσεως της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ ( EΕ L 260. σ. 7 ).
( 5 ) Βλέπε για παράδειγμα απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1980, υπόθεση 1252/79, Lucchini κατά Επιτροπής, Rec. α. 3753, σκέψη 14.
( 6 ) Βλέπε για παράδειγμα απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1986, υπόθεση 41/85, Sideradria κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 3917, σκέψεις 5 και 10.
( 7 ) Απόφαση 2177/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 1983, για παράταση του συστήματος επιτηρήσεως και ποποστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χαλυ|Ια ( ΕΕ L 208, σ. Ι ).
( 8 ) Υπόθεση 188/82, Thyssen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3721.
( 9 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1986, Συλλογή σ. 3917.
( 10 ) Επισημαίνω για κάθε χρήση ότι η σιωπή της Επιτροπής ενώπιον αιτήσεως προσαρμογής δεν μπορεί να εξομοιωθεί παρά μόνο σε σιωπηρή απορριπτική απόφαση και οχι σε σιωπηρή συναίνεση της Επιτροπής (βλέπε απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1984, υπόθεση 76/83. Boël κατά Επιτροπής. Συλλογή σ. 859. σκέψη 11 ).
( 11 ) Βλέπε. προαναφερθείσα υπόθεση 188/82, Thyssen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3721, σκέψη 10.
( 12 ) Βλέπε προαναφερθείσα υπόθεση 8/83, Berloli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1649, σκέψη 21.
( 13 ) Υπόθεση 66/84, Ferriere di Borgaro κατά Επιτροπής, απόφαση της 21ης Μαρτίου 1985, Συλλογή σ. 927.
( 14 ) Αυτός ο λόγος είχε δικαιολογήσει τη μείωση του προστίμου στην υπόθεση 66/84, Ferriere di Borgaro κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Μαρτίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 927, ιδίως σ. 939, σκέψεις 21 έως 23.
( 15 ) Υπόθεση 179/82. Lucchini kutu Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ.3083.
( 16 ) Βλέπε επίσης απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984, υπόθεση 2/83, Alfer kutu Επιτροπής, Συλλογή σ. 799, σκέψη 12.
Full & Egal Universal Law Academy