ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 18ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η παρούσα υπόθεση συνιστά την προέκταση της υποθέσεως 299/84, η οποία είχε επίσης ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί ζητήματος που ανέκυψε στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Karl-Heinz Neumann και του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung ( στο εξής: BALM ).
2.
Γνωρίζετε, συνεπώς, πολύ καλά τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο.
3.
Στην απόφαση του της 14ης Νοεμβρίου 1985 στην υπόθεση 299/84 ( Συλλογή σ. 3663 ), το Δικαστήριο δεν δέχθηκε, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη, στο κοινοτικό δίκαιο, γενικής αρχής του δικαίου καλούμενης αντικειμενική ανεπιεί-κεια ( « sachliche Unbilligkeit » ).
4.
Το Δικαστήριο ακολούθησε στο θέμα αυτό τις προτάσεις του γενικού του εισαγγελέα ο οποίος, εξάλλου, είχε διατυπώσει την άποψη ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
5.
Κρίνοντας ότι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν ακολούθησε το γενικό του εισαγγελέα και στο τελευταίο αυτό θέμα οφείλεται αποκλειστικώς στο γεγονός ότι το Verwaltungsgericht δεν είχε διατυπώσει ερώτημα σχετικό με το ύψος της ασφάλειας σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας ή ότι δεν είχε διατυπώσει ρητώς σχετικό ερώτημα, το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε νέα αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που αναφέρεται ακριβώς στο αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές τις παρούσας υπόθεσης, το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2173/79 της Επιτροπής ( 1 ) πρέπει να θεωρηθεί ως στερούμενο κύρους επειδή είναι ασυμβίβαστο με την εν λόγω αρχή.
6.
Ωστόσο, κρίνοντας ότι το παραπέμπον δικαστήριο είχε σαφώς χαρακτηρίσει την αρχή της αντικειμενικής ανεπιείκειας ως επιμέρους εφαρμογή της γενικότερης αρχής της αναλογικότητας, το Δικαστήριο είχε ήδη εξετάσει εκτενώς, στο σκεπτικό της αποφάσεως του της 14ης Νοεμβρίου 1985, αν η τελευταία αυτή αρχή, υπό τη μορφή που της αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο, μπορούσε να συμβάλει στην επίλυση της διαφοράς που εκκρεμούσε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της εξετάσεως αυτής απεδείχθη αρνητικό, όπως αποδεικνύεται από τις σκέψεις 27 έως 33 της εν λόγω αποφάσεως. Δεχόμενο ότι σκοπός της ασφάλειας ήταν να εξασφαλιστεί ότι ο αγοραστής θα τηρήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του που απορρέουν από την αίτηση αγοράς και τους όρους πωλήσεως που προβλέπονται από τις διατάξεις των επίδικων κανονισμών ( σκέψη 29 ), το Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε, ιδίως, την άποψη ότι το μη αποδεσμευόμενο μέρος της ασφάλειας έπρεπε να υπολογιστεί βάσει της ζημίας που υπέστη ο οικείος οργανισμός παρεμβάσεως.
7.
Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη στις παρατηρήσεις της, το Δικαστήριο προέβη στην εξέταση αυτή βάσει των συγκεκριμένων περιστατικών της υποθέσεως, όπως προκύπτει, ιδίως, από τις σκέψεις 28 και 33 της αποφάσεως.
8.
Συνεπώς, σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο μπορεί να περιορίσει την εξέταση του στο αν προκύπτει, ενδεχομένως, κάποιο νέο στοιχείο από τη δεύτερη Διάταξη περί παραπομπής. Η Διάταξη αυτή θέτει για πρώτη φορά ζήτημα κύρους του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 2173/79.
9.
Εξάλλου, το Verwaltungsgericht επιμένει τη φορά αυτή ειδικότερα στο γεγονός ότι, καίτοι ο αγοραστής (η επιχείρηση Neumann) δεν τήρησε πράγματι τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την πρώτη σύμβαση πωλήσεως, νέες συμβάσεις που αφορούσαν την ίδια ποσότητα συνήφθησαν και εκτελέστηκαν πλήρως από τον ίδιο αγοραστή ( ή από μία εταιρία του ίδιου ομίλου ) εις αντικατάσταση ( en lieu et place — « stattdessen » ) της πρώτης και τούτο σε συνεργασία ( « unter Mitwirkung » ) με τον πωλητή, τον οργανισμό παρεμβάσεως, BALM.
10.
Πράγματι, αν ο BALM είχε συμφωνήσει ρητώς με τη ρητή ακύρωση της πρώτης συμβάσεως και την αντικατάσταση της, μετά την κρίσιμη ημερομηνία της 6ης Απριλίου 1981, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε ισχύ οι νέες πράσινες ισοτιμίες ( 2 ), τίθεται το ερώτημα εάν μπορούσε να επανέλθει κατόπιν στη συμφωνία αυτή, δηλώνοντας ότι κατέπεσε η ασφάλεια που είχε συσταθεί για την αρχική αίτηση αγοράς.
11.
Κατά την εκδίκαση, όμως, της υποθέσεως 299/84, το Δικαστήριο δεν διέθετε καμία ακριβή πληροφορία ως προς την πραγματική εξέλιξη των συμβάσεων μεταξύ του BALM και της επιχειρήσεως Neumann και το περιεχόμενο των διευθετήσεων που συμφωνήθηκαν, ενδεχομένως, σχετικά με την επιχείρηση αυτή της « αντικαταστάσεως ». Στηρίχθηκε, λοιπόν, στα όσα συνοπτικά ανέφερε η Διάταξη παραπομπής, σύμφωνα με τα οποία η επιχείρηση Neumann απηύθυνε απλώς στον BALM δήλωση κατά την οποία αρνούνταν οριστικά να εκπληρώσει την υποχρέωση της να παραλάβει και να πληρώσει το κρέας που είχε αγοράσει, υποβάλλοντας κατόπιν νέα αίτηση αγοράς (βλέπε σκέψη 8 της αποφάσεως της 14ης Νοεμβρίου 1985 ). Το εθνικό δικαστήριο έχει ακόμα διευκρινίσει ότι « η υποχρέωση αυτή ( της παραλαβής και πληρωμής ) δεν είχε αποσβεσθεί με κάποιον άλλο τρόπο ».
12.
Αν συνεπώς υπήρξε « αντικατάσταση », επρόκειτο για αντικατάσταση μονομερή.
13.
Τα στοιχεία που περιέχονται στο σκεπτικό της νέας Διατάξεως παραπομπής δεν μπορούν να εξασθενήσουν το συμπέρασμα αυτό. Αναφέρεται ότι « αφού συμβουλεύτηκε τηλεφωνικώς πολλούς υπαλλήλους του καθού ... (η προσφεύγουσα) προχώρησε, μέσω της εταιρίας Martin Lund GmbH, στην ακύρωση της συμβάσεως με τηλετυπήματα της 14ης και 23ης Απριλίου 1981» και ότι «η προσφεύγουσα επισύναψε στη δήλωση ακυρώσεως δύο νέες προσφορές τις οποίες το καθού αποδέχθηκε υπό τους νέους όρους ». Επομένως, η ενδεχόμενη διευθέτηση που συμφωνήθηκε τηλεφωνικώς μεταξύ των μερών φαίνεται ότι συνίστατο το πολύ στη μονομερή καταγγελία εκ μέρους της προσφεύγουσας της πρώτης συμβάσεως και την ανάληψη εκ μέρους του καθού της υποχρεώσεως να λάβει υπόψη και μάλιστα να αποδεχθεί τις δεύτερες αιτήσεις αγοράς. Επρόκειτο, προφανώς, για δύο διαδοχικές και χωριστές ενέργειες. Εξάλλου, στο ερώτημα που θέτει το Verwaltungsgericht ομιλεί για « νέες συμβάσεις ».
14.
Κατά συνέπεια, οι όροι «αντικατάσταση » και « συνεργασία » δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως ισοδύναμοι με την ακύρωση μιας κοινής συμφωνίας. Επίσης, οι νέες συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως « συμβάσεις αντικαταστάσεως », όπως τις θεωρεί η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη. Ο BALM ενεργώντας, στην παρούσα περίπτωση, στο πλαίσιο διατάξεως του κοινοτικού δικαίου δεν μπορούσε, εξάλλου, να συναινέσει στην αντικατάσταση της πρώτης συμβάσεως με νέα σύμβαση με ταυτόχρονη αποδέσμευση της ασφάλειας.
15.
Πράγματι, όπως προκύπτει από την πρώτη παράγραφο του εν λόγω άρθρου 16, αν κατά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται, « ο αγοραστής δεν πλήρωσε όλη την ποσότητα του καθορισθέντος στη σύμβαση προϊόντος, η σύμβαση αυτή καταγγέλλεται από τον οργανισμό παρεμβάσεως για την ποσότητα που δεν έχει πληρωθεί ».
16.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο, « η ασφάλεια καταπίπτει... εν όλω, όταν η ποσότητα που έχει πληρωθεί είναι μικρότερη από το 60 % της ποσότητας που προβλέπεται στη σύμβαση ».
17.
Στην παρούσα περίπτωση, η Neumann παρέλαβε, βάσει της πρώτης συμβάσεως, ποσότητα μόνο 4814 χγρ επί συνόλου 40000 χγρ. ( Συνεπώς υπήρξε αρχή εκτελέσεως της πρώτης συμβάσεως. )
18.
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη επιμένει, ωστόσο, κατ' επανάληψη στο γεγονός ότι η ίδια ή η αδελφή-επιχείρησή της επέτρεψαν με τις αγορές τους τελικώς τη μείωση κατά 40 τόνους των αποθεμάτων βοείου κρέατος της Κοινότητας. Θα έπρεπε, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι επιτεύχθηκε ο σκοπός του κανονισμού και ότι θα ήταν άδικο να μην αποδε-σμευΟεί η ασφάλεια.
19.
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Η μείωση των αποθεμάτων πρέπει, πράγματι, να γίνεται υπό κανονικές συνθήκες, η δε εγγύηση δεν αποσκοπεί μόνο στη διασφάλιση της παραλαβής των ποσοτήτων που συμφωνήθηκαν αλλά, επίσης, στην τήρηση της καθορισθείσας τιμής. Λυτό, όμως, δεν συνέβη στην παρούσα υπόθεση.
20.
Λπό τα δεδομένα αυτά προκύπτει ότι η μη εκτέλεση της πρώτης συμβάσεως ισοδυναμεί, σε ό,τι αφορά την επιχείρηση Neumann, με τη μη εκτέλεση συμβατικής υποχρεώσεως στη διασφάλιση της τηρήσεως της οποίας αποβλέπει, ακριβώς, το σύστημα της ασφάλειας ( βλέπε σκέψη 29 της αποφάσεως της 14ης Νοεμβρίου 1985).
21.
Διαπιστώνω, εξάλλου, ότι οι νέες αιτήσεις αγοράς υποβλήθηκαν οριστικώς στις 14 και 23 Απριλίου 1981 αντιστοίχως. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 713/81 της Επιτροπής ( 3 ), η όλη διαδικασία της εν λόγω πωλήσεως, η οποία σε ό,τι αφορά το γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως ανέρχεται σε 4000 τόνους, άρχισε στις 30 Μαρτίου 1981 για να ολοκληρωθεί στις 30 Απριλίου 1981. Δεδομένου ότι οι αιτήσεις αγοράς μπορούσαν να υποβληθούν ευθύς μετά τη δημοσίευση του εν λόγω κανονισμού, δηλαδή από τις 20 Μαρτίου 1981 (η πρώτη αίτηση της επιχειρήσεως Neumann φέρει ημερομηνία 27 Μαρτίου 1981) και ότι « εκτός εξαιρετικής περιπτώσεως, οι αιτήσεις αυτές γίνονται δεκτές εντός των πέντε εργασίμων ημερών που ακολουθούν την ημέρα της καταθέσεως τους » [ άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2173/79 ], είναι πολύ πιθανόν ότι κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνίες τα αποθέματα είχαν εξαντληθεί. Το γεγονός, όμως, ότι οι νέες αιτήσεις της επιχειρήσεως Neumann μέσω της εταιρίας Martin Lund GmbH που ανήκει στον όμιλό της έγιναν δεκτές, φαίνεται να σημαίνει ότι οι αιτήσεις αυτές εξετάστηκαν με την προτεραιότητα που είχε η αίτηση της 27ης Μαρτίου 1981. Υπάρχει, συνεπώς, « συνεργασία », υπό την έννοια ότι ο BALM έθεσε κατά μέρος και φύλαξε για τη Neumann-Lund τις ποσότητες τις οποίες αφορούσε η πρώτη σύμβαση.
22.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2173/79, προκύπτει ότι η σειρά προτεραιότητας των αιτήσεων αγοράς καθορίζεται από την ημερομηνία υποβολής τους, υπό την επιφύλαξη ότι κάθε αίτηση, για να γίνει δεκτή, πρέπει να συνοδεύεται με ασφάλεια που έχει συσταθεί υπέρ του οργανισμού παρεμβάσεως.
23.
Στην απόφασή του της 14ης Νοεμβρίου 1985, ορθώς αποτέλεσε για το Δικαστήριο η επιλογή που παρέχεται κατά τον τρόπο αυτό στους επιμελείς επιχειρηματίες μεταξύ, αφενός μεν, της ταχείας υποβολής αιτήσεως με τον κίνδυνο της μεταγενέστερης ευνοϊκής τροποποιήσεως της πράσινης ισοτιμίας, αφετέρου δε, της καθυστερημένης υποβολής αιτήσεως με τον κίνδυνο εξαντλήσεως των αποθεμάτων, το θεμελιώδες στοιχείο του συλλογισμού του που δικαιολογεί το να μη θεωρηθεί, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ως δυσανάλογη η κατάπτωση της εγγυήσεως.
24.
Πράγματι, οι ανταγωνιστές της επιχειρήσεως Neumann οι οποίοι, όπως αυτή, υπέβαλαν την αίτηση τους και συνέστησαν την αντίστοιχη ασφάλεια πριν από τις 6 Απριλίου 1981, αλλά εκτέλεσαν τη σύμβαση τους, είχαν μεν σειρά προτεραιότητας, αλλά κατέβαλαν μεγαλύτερη τιμή. Όσοι υπέβαλαν την αίτηση τους μετά τις 6 Απριλίου 1981, πέτυχαν, βεβαίως, τιμή ευνοϊκότερη, αλλά μόνο καθόσον υπήρχε ακόμα διαθέσιμο κρέας.
25.
Αντιθέτως, η επιχείρηση Neumann εκτός από το ότι με την υποβολή νέας αιτήσεως μετά τις 6 Απριλίου 1981 πέτυχε χαμηλότερη τιμή πωλήσεως, ωφελήθηκε, επίσης, από σειρά προτεραιότητας για την οποία καταρχήν δεν είχε πλέον δικαίωμα. Συγκέντρωσε έτσι τα πλεονεκτήματα των δύο αιτήσεων χωρίς να αναλάβει και τους αντίστοιχους κινδύνους.
26.
Συνεπώς, καίτοι συνέβαλε πράγματι στην « αποσυμφόρηση » των αποθεμάτων βοείου κρέατος που κατείχε ο γερμανικός οργανισμός παρεμβάσεως, αυτό έγινε εις βάρος των αρχών της ισότητας προσβάσεως στα εμπορεύματα και της ίσης μεταχειρίσεως των αγοραστών, στην προστασία των οποίων αποβλέπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 2173/79 (βλέπε τρίτη αιτιολογική σκέψη).
27.
Υπό τα δεδομένα αυτά, μάλλον η αποδέσμευση της ασφάλειας θα ήταν άδικη ή δυσανάλογη.
28.
Εξάλλου, είναι ακριβές, όπως τονίζει η Επιτροπή, ότι το άρθρο 16 του κανονισμού 2173/79 είναι διατυπωμένο κατά τρόπο σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας και ότι η ασφάλεια που καθορίζει ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί υπερβολική. Λόγω της εντελώς ιδιαίτερης καταστάσεως στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα, δεν νομίζω ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να επηρεάσουν την παρούσα υπόθεση.
29.
Για όλους τους λόγους αυτούς προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει, στηριζόμενο κυρίως στο σκεπτικό της αποφάσεώς του της 14ης Νοεμβρίου 1985, στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στο Verwaltungsgericht Frankfurt am Main ότι:
« Από την εξέταση του ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία που να επηρεάζουν, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, το κύρος του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79 της Επιτροπής της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 216/69.»
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 216/69 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 142).
( 2 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 850/81 του Συμβουλίου, της 1ης Απριλίου 1981, περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 878/77 πι:ρί των τιμών συναλλάγματος οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται στο γεωργικό τομέα ( ΕΕ L 90, σ. 1 ).
( 3 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 713/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1981. περί της πωλήσεως σε τιμή που καθορίζεται κατ' αποκοπή εκ των προτέρων ορισμένων απο στεωμένων βοείων κρεάτων που κατέχουν ορισμένοι οργανισμοί παρεμβάσεως ( ΕΕ L 74, σ. 27 ).
Full & Egal Universal Law Academy