Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1 . Στην υπόθεση επί της οποίας αναπτύσσω τις προτάσεις μου σήμερα η societe Les Grands Moulins de Paris, ενάγουσα, ζητεί από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η οποία εκπροσωπείται από τα θεσμικά της όργανα Συμβούλιο και Επιτροπή, εναγόμενα, την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω του ότι τα κοινοτικά όργανα δεν χορήγησαν για το προϊόν granidon που παράγει η ίδια τις επιστροφές στην παραγωγή που προβλέπονται για τα υποκατάστατα προϊόντα .
2 . Η ενάγουσα θεωρεί ως παράνομη τη διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσεται, αφενός, στο granidon και, αφετέρου, στα υποκατάστατα προϊόντα . Υποστηρίζει την άποψη ότι με την άρνηση της χορηγήσεως των επιστροφών στην παραγωγή υπέστη ζημία, η οποία αναλύεται στα εξής τρία στοιχεία :
- 31 214,48 γαλλικά φράγκα ( FF ) για μη καταβληθείσες επιστροφές στην παραγωγή για το granidon,
- 6 εκατομμύρια FF για διαφυγόν κέρδος των πέντε τελευταίων ετών,
- 271 000 FF ως έξοδα για την παρασκευή του granidon .
3 . Ως εκ τούτου η ενάγουσα ζητεί κατ' ουσία από το Δικαστήριο :
- να υποχρεώσει την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα να της καταβάλει 6 302 224,48 FF συν τους νόμιμους τόκους από την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής,
- να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στα δικαστικά έξοδα .
4 . Το Συμβούλιο, εναγόμενο, ζητεί από το Δικαστήριο :
- να απορρίψει την αγωγή καθόσον στρέφεται κατά του Συμβουλίου,
- σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας να επιφυλαχθεί όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα .
5 . Η Επιτροπή, εναγομένη, ζητεί από το Δικαστήριο :
- να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη,
- να καταδικάσει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα .
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι - Επί του παραδεκτού
6 . Το Συμβούλιο, εναγόμενο, υποστηρίζει ότι η αγωγή εσφαλμένως στρέφεται κατ' αυτού : το γεγονός που ενδεχομένως δημιουργεί ευθύνη έγκειται στο ότι το granidon δεν συμπεριελήφθη στον κατάλογο των προϊόντων για τα οποία χορηγούνται επιστροφές στην παραγωγή . Η Επιτροπή όμως ποτέ δεν διαβίβασε στο Συμβούλιο σχετική πρόταση . Για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο ποτέ δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει σχετικά με τη χορήγηση επιστροφής στην παραγωγή για το granidon . Επομένως, μόνο στην Επιτροπή εναπόκειται να εκπροσωπήσει την Κοινότητα ενώπιον του Δικαστηρίου .
7 . Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης στο πλαίσιο της κοινοτικής εννόμου τάξεως η Κοινότητα πρέπει να εκπροσωπείται ενώπιον του Δικαστηρίου, όταν υπέχει ευθύνη εξαιτίας των πράξεων ενός των οργάνων της, από το ή τα όργανα στο οποίο ή στα οποία πρέπει να καταλογιστούν οι πράξεις που γεννούν την ευθύνη ( 1 ). 'Ετσι, το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή, στην περίπτωση μιας αγωγής αποζημιώσεως που στρεφόταν κατά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και βασιζόταν σε μία φερομένη ως παράνομη κανονιστική πράξη του Συμβουλίου, την αγωγή κατά της Κοινότητας, την οποία εκπροσωπούσαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, δεδομένου ότι το Συμβούλιο είχε θεσπίσει το επίμαχο μέτρο μετά από πρόταση της Επιτροπής .
8 . Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση κατά την οποία το μέτρο που δημιουργεί την ευθύνη της Κοινότητας οφείλεται σε νομοθετική παράλειψη του Συμβουλίου . Ενόψει της συμπράξεως του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά τη νομοθετική διαδικασία, κατά την οποία το δικαίωμα της πρωτοβουλίας ανήκει μεν στην Επιτροπή, αλλά η λήψη της τελικής αποφάσεως ανήκει στο Συμβούλιο, δεν φαίνεται λογικό η Κοινότητα να εκπροσωπείται μόνο από την Επιτροπή, η οποία βέβαια δεν θα μπορούσε από μόνη της να θεσπίσει το παραλειφθέν νομοθετικό μέτρο . Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι στο πλαίσιο της κοινής αγροτικής πολιτικής το Συμβούλιο δεν μπορεί να ενεργήσει, δυνάμει του άρθρου 43 της Συνθήκης ΕΟΚ, παρά μόνο μετά από πρόταση της Επιτροπής, εφόσον κατά το άρθρο 152 της Συνθήκης ΕΟΚ το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να του υποβάλει όλες τις ενδεικνυόμενες προτάσεις . 'Ομως, το Συμβούλιο δεν έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής όσον αφορά το προκείμενο ζήτημα .
9 . Κατά του παραδεκτού της αγωγής δεν φαίνεται να υπάρχουν άλλες αντιρρήσεις ούτε άλλωστε προεβλήθησαν σοβαρά από τους διαδίκους . Η εναγομένη Επιτροπή αναφέρει βέβαια ότι η ενάγουσα μπορούσε ασφαλώς να προσβάλει ενώπιον των γαλλικών διοικητικών δικαστηρίων τις αποφάσεις με τις οποίες δεν έγινε δεκτή η καταβολή της επιστροφής στην παραγωγή και να προκαλέσει στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας την υποβολή αιτήσεως στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως . 'Ομως παρ' όλα αυτά παραδέχεται ότι η αγωγή αποζημιώσεως σύμφωνα με τα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ θεωρείται κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ως αυτοτελές μέσο παροχής εννόμου προστασίας . Πρέπει να συμφωνήσουμε με την άποψη αυτή .
10 . Η αγωγή κατά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η οποία εκπροσωπείται από το Συμβούλιο και την Επιτροπή, είναι επομένως παραδεκτή .
ΙΙ - Επί του βασίμου
1 . Επί του παρανόμου χαρακτήρα των ενεργειών των κοινοτικών οργάνων
11 . Η ενάγουσα υποστηρίζει την άποψη ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα υπέχει ευθύνη έναντι αυτής επειδή δεν επέτρεψε να εφαρμοστεί στο granidon η ρύθμιση των επιστροφών στην παραγωγή, οι οποίες χορηγούνται για τα προϊόντα που εκ παραδόσεως χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία . Το granidon μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο προϊόν του αμύλου και του gritz αραβοσίτου, δηλαδή προϊόντων που χρησιμοποιούνται εκ παραδόσεως στη ζυθοποιία . Το γεγονός ότι οι επιστροφές στην παραγωγή χορηγούνται για το άμυλο και το gritz αραβοσίτου αλλ' όχι για το προϊόν υποκαταστάσεως, το granidon, αποτελεί, κατά την άποψη της ενάγουσας, παραβίαση της αρχής της ισότητας .
12 . Η Επιτροπή, η οποία είναι η μόνη από τα εναγόμενα όργανα που απάντησε επί της ουσίας στην αιτίαση της ενάγουσας, επισημαίνει καταρχάς ότι το granidon είναι ένα ιδιόμορφο προϊόν, το οποίο δεν πρέπει να συγκαταλεχθεί μεταξύ των προϊόντων για τα οποία χορηγήθηκε επιστροφή στην παραγωγή έως το 1986 ή θα χορηγηθεί μέχρι το 1989 . Μόνο αφού το granidon καθαριστεί σε μεταγενέστερο στάδιο της επεξεργασίας από τις υπάρχουσες πρωτεΐνες λαμβάνεται κατ' ανάγκη άμυλο, ως προς το οποίο τότε αναμφισβήτητα θα εφαρμοζόταν η ρύθμιση των επιστροφών στην παραγωγή .
13 . Κατά την άποψη της Επιτροπής η δυνατότητα υποκαταστάσεως του granidon στα άλλα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία και παρέχουν δικαίωμα για επιστροφή δεν αποδείχθηκε κατά κανένα τρόπο .
14 . Καταρχάς πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το προϊόν που παρασκευάζει η ενάγουσα δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τα προϊόντα ( 2 ) για τα οποία χορηγούνταν επιστροφές στην παραγωγή . Λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε πρωτεΐνες δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί εντελώς ούτε και με το προϊόν με το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να μοιάζει περισσότερο, δηλαδή το άμυλο σίτου . Παρόλον ότι για πρώτη φορά με τον κανονισμό 2169/86 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1986, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τον έλεγχο και την καταβολή των επιστροφών στην παραγωγή των σιτηρών και της ορύζης ( 3 ), ορίστηκε ότι η καθαρότητα του αμύλου στην ξηρά ουσία πρέπει να φθάνει τουλάχιστον το 97%, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι κατά την περίοδο των 18 και πλέον ετών, κατά την οποία χορηγούνταν επιστροφές στην παραγωγή για ορισμένες ποικιλίες αμύλου, δεν δόθηκε κανένας ορισμός της έννοιας του αμύλου . Τουλάχιστον θα έπρεπε να αποκλειστεί η δυνατότητα να θεωρείται ένα προϊόν, το οποίο περιέχει μόνο 85% άμυλο, ως άμυλο κατά την έννοια που προϋποθέτουν οι επιστροφές στην παραγωγή . Διαφορετικά, η ενάγουσα θα μπορούσε να απαιτήσει βάσει του ισχύοντος δικαίου επιστροφές στην παραγωγή .
15 . Σύμφωνη με τα παραπάνω είναι και η συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία, όπως είπε και η ίδια, ποτέ δεν προσπάθησε κατά την περίοδο που παρήγε granidon να λάβει για το εν λόγω προϊόν τις επιστροφές στην παραγωγή που χορηγούνται για το άμυλο .
16 . Επομένως, υπολείπεται να εξεταστεί αν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ήταν υποχρεωμένη βάσει της γενικής αρχής της ισότητας να χορηγήσει επιστροφές στην παραγωγή και για το granidon, ως υποκατάστατο προϊόν ορισμένων προϊόντων που χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία .
17 . Προς στήριξη της θέσεώς της ότι χάριν της τηρήσεως της αρχής της ισότητας πρέπει να χορηγούνται επιστροφές στην παραγωγή και για τα προϊόντα υποκαταστάσεως, η ενάγουσα επικαλέστηκε ιδίως τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 1977 ( 4 ) καθώς και της 4ης Οκτωβρίου 1979 ( 5 ).
18 . Στις πρώτες από τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο έκρινε καταρχάς ότι σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών πρέπει να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών εντός της Κοινότητας . Η διάταξη αυτή απαγορεύει μεν χωρίς αμφιβολία κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών του ίδιου προϊόντος, όμως δεν αναφέρεται με την ίδια σαφήνεια στη σχέση μεταξύ των διαφόρων κλάδων του εμπορίου και της βιομηχανίας μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων . Η απαγόρευση όμως των διακρίσεων που διατυπώνεται στην αναφερθείσα διάταξη αποτελεί μόνο την ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των βασικών αρχών του κοινοτικού δικαίου . Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι παρόμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς .
19 . Υπό το φως των αρχών αυτών, το Δικαστήριο εξέτασε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77 την κατάργηση της επιστροφής στην παραγωγή για το quellmehl με ταυτόχρονη διατήρηση της επιστροφής στην παραγωγή για το άμυλο, έλαβε δε υπόψη του το ιδιαίτερο στοιχείο ότι η κοινοτική ρύθμιση έως το έτος 1974 βασιζόταν στη δυνατότητα υποκαταστάσεως των δύο προϊόντων . Δεδομένου ότι τα εναγόμενα κοινοτικά όργανα δεν ήταν σε θέση κατά την εν λόγω διαδικασία να δικαιολογήσουν τη διαφορετική αντιμετώπιση των δύο προϊόντων από το 1974 και μετά, το Δικαστήριο αποφάνθηκε στην απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977 ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη αντικειμενικών συνθηκών που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την τροποποίηση του προηγούμενου συστήματος . Συνεπώς, η κατάργηση της επιστροφής όσον αφορά το quellmehl, μαζί με τη διατήρηση της επιστροφής για το άμυλο αραβοσίτου, συνιστούσε παραβίαση της αρχής της ισότητας .
20 . Παρόμοια είναι και η απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 124/76 και 20/77 . Και σε αυτή την απόφαση το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι, ενόψει κυρίως του γεγονότος ότι τα δύο επίμαχα προϊόντα ( πληγούρια και σιμιγδάλια αραβοσίτου, αφενός, άμυλο αραβοσίτου, αφετέρου ) είχαν αντιμετωπιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τον ίδιο τρόπο όσον αφορά τις επιστροφές στην παραγωγή, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αντικειμενικών περιστάσεων που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την τροποποίηση της κοινοτικής ρυθμίσεως . Και στην περίπτωση αυτή διαπιστώθηκε παραβίαση της αρχής της ισότητας .
21 . Κατόπιν αυτού, στις αναφερθείσες αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1979 το Δικαστήριο συνήγαγε τα αναγκαία συμπεράσματα από τις αναφερθείσες αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1977 και δέχτηκε κατ' ουσία ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είχαν δικαίωμα αποζημιώσεως .
22 . Οι αναφερθείσες αποφάσεις έχουν ως κοινό ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το ότι ορισμένα προϊόντα που προηγουμένως αντιμετωπίζονταν κατά τον ίδιο τρόπο άρχισαν από ένα ορισμένο χρονικό σημείο να αντιμετωπίζονται διαφορετικά . Εντούτοις, βάσει του γεγονότος αυτού και μόνο το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε βεβαίως να διαπιστώσει παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, αν τα κοινοτικά όργανα ήταν σε θέση να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι βάσει νεωτέρων στοιχείων δεν υπήρχε πλέον η δυνατότητα υποκαταστάσεως των εν λόγω προϊόντων . 'Ετσι, μου φαίνεται ότι οι προαναφερθείσες αποφάσεις περιείχαν σιωπηρώς και μια άλλη αρχή του δικαίου, δηλαδή την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . Οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες δηλαδή μπορούσαν να επαφίενται στο ότι τα κοινοτικά όργανα θα θεωρούσαν δεδομένη τη δυνατότητα υποκαταστάσεως των προαναφερθέντων προϊόντων, η οποία μάλιστα είχε αναγνωρισθεί στις νομικές πράξεις της Κοινότητας, μέχρι να επέλθει μια αντικειμενική μεταβολή της πραγματικής καταστάσεως . Πράγματι, μόνο όταν είναι αποδεδειγμένη η δυνατότητα υποκαταστάσεως των προϊόντων μπορεί να γίνει επίκληση της γενικής αρχής της ισότητας ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων .
23 . Αξιοσημείωτο στο πλαίσιο αυτό είναι το γεγονός ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε στις δύο αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1977 ότι το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης απαγορεύει μεν αναμφισβήτητα κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών του ίδιου προϊόντος, αλλά δεν πραγματεύεται το ίδιο σαφώς τις σχέσεις μεταξύ διαφόρων βιομηχανικών ή εμπορικών κλάδων του τομέα των μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων . Ως προς το σημείο αυτό νομίζω ότι η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει στα κοινοτικά όργανα, όσον αφορά το θέμα της δυνατότητας συγκρίσεως παρόμοιων προϊόντων, ορισμένα περιθώρια εκτιμήσεως ακόμη και κατά την εφαρμογή της αρχής της ισότητας . 'Ομως, αν αυτά τα περιθώρια εκτιμήσεως έχουν ήδη αναγνωριστεί για τα παραδοσιακά προϊόντα, πρέπει κατά μείζονα λόγο να γίνει δεκτό ότι υπάρχουν όταν πρόκειται να εκτιμηθεί η οικονομική σπουδαιότητα ενός προϊόντος που πρόσφατα άρχισε να διατίθεται στην αγορά, προκειμένου να συναχθούν εν συνεχεία τα αναγκαία νομικά συμπεράσματα . Τέλος, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν έχει πλέον καμία σημασία στην περίπτωση αυτή .
24 . Περαιτέρω, στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η επιστροφή στην παραγωγή, που προβλέπεται στο άρθρο 11 της κοινής οργανώσεως της αγοράς σιτηρών, δεν αποβλέπει στη σταθεροποίηση της τιμής των σιτηρών - αυτός είναι ο σκοπός της ρυθμίσεως περί παρεμβάσεων - αλλά επιδιώκει μάλλον να εξασφαλίσει ότι τα αναγκαία προϊόντα βάσεως θα τίθενται στη διάθεση της μεταποιητικής βιομηχανίας σε χαμηλότερη τιμή από ό,τι αν εφαρμοζόταν το σύστημα της κοινής οργανώσεως αγοράς ( 6 ).
25 . Επομένως, η χορήγηση της επιστροφής στην παραγωγή αποτελεί για τους παραγωγούς των αμυλούχων προϊόντων έμμεσο αποτέλεσμα ενός μέτρου που αποβλέπει στο να ευνοηθεί η βιομηχανία . Για το λόγο αυτό επιβάλλεται κάποια επιφύλαξη κατά την εφαρμογή της αρχής της ισότητας σε υποκατάστατα ενδεχομένως προϊόντα νέου τύπου, δηλαδή σε προϊόντα τα οποία δεν μπορούν να συγκριθούν άμεσα με τα προϊόντα που ευνοούνται έμμεσα .
26 . Η ενάγουσα απέδειξε μεν ότι το προϊόν της χρησιμοποιήθηκε στη ζυθοποιία με κάποια επιτυχία, δεν απέδειξε όμως σαφώς ότι μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τα παραδοσιακά προϊόντα . Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι το επίμαχο προϊόν αποτελεί προϊόν που παράγεται πριν ληφθεί ως τελικό προϊόν το άμυλο και μπορεί κατόπιν περαιτέρω επεξεργασίας να μεταποιηθεί σε άμυλο και επομένως να λάβει επιστροφές στην παραγωγή .
27 . Ενόψει της πραγματικής αυτής καταστάσεως, το granidon δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το άμυλο . Επομένως δεν συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως της αρχής της ισότητας .
2 . Επί των ειδικών προϋποθέσεων για την ύπαρξη ευθύνης λόγω παράνομης νομοθετικής πράξεως
28 . Δεδομένου ότι δεν μπόρεσε να αποδειχθεί η ύπαρξη παράνομων ενεργειών των κοινοτικών οργάνων, φαίνεται περιττό να εξεταστεί λεπτομερέστερα η αγωγή αποζημιώσεως μόνο χάριν πληρότητας θα εξεταστούν, επικουρικώς, οι λοιποί ισχυρισμοί της ενάγουσας .
29 . Αν υποτεθεί ότι οι ενέργειες των κοινοτικών οργάνων ήταν παράνομες, πρέπει να εξεταστεί αν συντρέχουν οι αυστηρές προϋποθέσεις από τις οποίες η νομολογία εξαρτά την ευθύνη των κοινοτικών οργάνων λόγω παράνομης νομοθετικής πράξεως .
30 . Στην περίπτωση κανονιστικής πράξεως που ενέχει επιλογή οικονομικής πολιτικής, η εν λόγω ευθύνη γεννάται μόνο αν συντρέχει κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες . Σχετικώς το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων στην απόφαση της 25ης Μαΐου 1978 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 83 και 94/76, 4, 15 και 40/77 ( 7 ), ότι λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν, στα έννομα συστήματα των κρατών μελών, τον εν λόγω τομέα, το συγκεκριμένο όργανο πρέπει να έχει προβεί σε πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του ( 8 ).
31 . Καταρχήν, δεν πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων να μπορεί να θεωρηθεί ως παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες . Αν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα μεταχειριζόταν, για παράδειγμα, τους παραγωγούς του ίδιου προϊόντος διαφορετικά, θα ήταν καθ' όλα δυνατό να δημιουργηθεί ευθύνη της Κοινότητας . Αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύσει υπό την ίδια αυστηρή έννοια στην περίπτωση της ίσης μεταχειρίσεως υποκατάστατων προϊόντων . Εν τέλει, η απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 40 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, δεν αφορά το ίδιο σαφώς και τη σχέση μεταξύ των διαφόρων εμπορικών ή βιομηχανικών κλάδων του τομέα των γεωργικών μεταποιημένων προϊόντων . Επιπλέον, στην παρούσα περίπτωση πρόκειται ενδεχομένως για δυσμενή διάκριση λόγω παραλείψεως, οπότε τίθεται το ερώτημα από ποιο χρονικό σημείο και μετά θα έπρεπε να γίνει δεκτή η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως των κοινοτικών οργάνων προς ενέργεια, στην παράβαση της οποίας και μόνο θα μπορούσε να θεμελιωθεί ευθύνη της Κοινότητας .
32 . Τον Ιούνιο του 1973 η ενάγουσα υπέβαλε στη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας της Επιτροπής μια πρώτη αίτηση για την υπαγωγή του granidon στο σύστημα των επιστροφών στην παραγωγή, αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση . Η ενάγουσα δεν έδωσε συνέχεια .
33 . Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υπήρχε νομική υποχρέωση της Επιτροπής να εξετάσει την αίτηση της ενάγουσας και να αποφασίσει κατά πόσον επιβαλλόταν η χορήγηση επιστροφής στην παραγωγή για το granidon, δεν είναι δυνατόν εντούτοις, για τους κατωτέρω λόγους, να θεωρηθεί η μη χορήγηση της εν λόγω επιστροφής ως σοβαρή παραβίαση της αρχής της ισότητας και ως πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση των εξουσιών της : δεδομένου ότι η Επιτροπή από το 1970 προσπαθούσε να περιορίσει τη ρύθμιση σχετικά με την επιστροφή στην παραγωγή και δεδομένου ότι οι προτάσεις της, τουλάχιστον εν μέρει, είχαν γίνει δεκτές από το Συμβούλιο - έως ότου το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1977 κήρυξε άκυρους τους κανονισμούς του Συμβουλίου που είχαν εκδοθεί μετά από πρόταση της Επιτροπής - δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή το γεγονός ότι την εποχή κατά την οποία προσπαθούσε να περιορίσει τις επιστροφές στην παραγωγή δεν ήθελε να προτείνει στο Συμβούλιο να συμπεριλάβει επιπροσθέτως νέα προϊόντα στη ρύθμιση της επιστροφής στην παραγωγή . Επομένως, ενήργησε εντός των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως που έχει όταν λαμβάνει αποφάσεις οικονομικής πολιτικής, ακόμη και αν με την ενέργεια αυτή παραβίαζε την αρχή της ισότητας . Το γεγονός ότι η εναγομένη Επιτροπή επεδίωξε να ακολουθήσει όσον αφορά τις επιστροφές στην παραγωγή μια ενιαία και συνεπή οικονομική πολιτική δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση των ορίων των εξουσιών της .
34 . Επομένως, το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για τις αιτήσεις που υπέβαλε η ενάγουσα κατά τα έτη 1984 και 1985 σχετικά με την υπαγωγή του granidon στη ρύθμιση περί επιστροφών . Πρέπει βέβαια να γίνει επίσης δεκτό ότι η τελειοποίηση και η εμπορία του προϊόντος που παρήγαγε η ενάγουσα είναι ενδεχόμενο να εμποδίστηκαν από την ατέρμονη διαδικασία για τη λήψη αποφάσεως εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων, η οποία διήρκεσε από το 1970 έως το 1986 . Αυτό οφείλεται στη δυσκινησία του μηχανισμού λήψεως αποφάσεων της Κοινότητας, την οποία οφείλει να γνωρίζει κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου ο επιχειρηματίας που επιθυμεί, στο πλαίσιο μιας ρυθμιζόμενης "αγοράς", να λάβει επιδοτήσεις για ένα προϊόν που έχει παραχθεί για πρώτη φορά πρόσφατα και για το οποίο γνωρίζει ότι μέχρι τώρα δεν προβλέπονται επιδοτήσεις .
35 . Από αυτό συνάγεται ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπήρξαν παράνομες ενέργειες των κοινοτικών οργάνων, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γένεση ευθύνης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας λόγω παράνομης νομοθετικής πράξης στον τομέα της οικονομικής πολιτικής .
3 . Επί της επελθούσης ζημίας
36 . Εντελώς επικουρικά πρέπει ακόμη να εξεταστεί το θέμα της υπάρξεως ζημίας καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως της Κοινότητας και της επελεύσεως της ζημίας της ενάγουσας .
37 . Η ζημία αυτή αναλύεται σε τρία στοιχεία : μη καταβληθείσες επιστροφές στην παραγωγή, διαφυγόν κέρδος και περιττά έξοδα παραγωγής .
α ) Μη καταβληθείσες επιστροφές στην παραγωγή
38 . Το αίτημα της καταβολής των 31 214,48 FF θα έπρεπε να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι το ύψος του ποσού αυτού δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή, εναγομένη, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως .
β ) Διαφυγόν κέρδος
39 . Η ενάγουσα υπολογίζει σε 6 000 000 FF το κέρδος που θα είχε πραγματοποιήσει αν το granidon είχε καταστεί ανταγωνιστικό χάρη στη χορήγηση επιστροφών στην παραγωγή κατά τα πέντε τελευταία έτη πριν από την άσκηση της αγωγής . Οι υπολογισμοί αυτοί βασίζονται σε εκτιμήσεις όσον αφορά το τμήμα της αγοράς που το granidon θα μπορούσε ενδεχομένως να κατακτήσει στον τομέα της ζυθοποιίας . 'Οπως αναφέρει η ενάγουσα, οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται σε έρευνες της αγοράς οι οποίες διενεργήθηκαν για λογαριασμό της ενάγουσας και από τις οποίες δεν φαίνεται σε ποια αντικειμενικά στοιχεία βασίζεται ο κύκλος εργασιών που ήλπιζε ότι θα πραγματοποιούσε η ενάγουσα . Η αλληλογραφία την οποία αντήλλαξαν οι διάφορες ζυθοποιίες και η ενάγουσα, η οποία προσκομίστηκε μετά από αίτημα του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει να συναχθεί κανένα αξιόπιστο συμπέρασμα όσον αφορά το ύψος των αναμενόμενων πωλήσεων . Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σύμφωνα με τον πίνακα εξόδων που υπέβαλε η ενάγουσα για το οικονομικό έτος 1985-1986, θα υπήρχε ζημία, ακόμη και αν είχε χορηγηθεί η επιστροφή στην παραγωγή . Η ενάγουσα όφειλε τουλάχιστον να εξηγήσει με συντομία πώς θα μπορούσε από τη ζημία αυτή να προκύψει συνολικό κέρδος 6 000 000 FF για τα παρελθόντα πέντε έτη . Δεδομένου όμως ότι δεν το έπραξε, δεν απέδειξε ότι πράγματι της διέφυγε το εν λόγω κέρδος .
γ ) Αποζημίωση για τα έξοδα παραγωγής
40 . Η ενάγουσα δεν θεμελίωσε λεπτομερέστερα τους ισχυρισμούς της σχετικά με τα έξοδα αυτά, ύψους 271 010 FF . Δεν εξήγησε ιδίως γιατί το 1985 κατέστη απαραίτητη η πρόσληψη ενός διευθυντή προγράμματος, εφόσον η διαδικασία της τελειοποιήσεως του granidon είχε ολοκληρωθεί ήδη στο τέλος της δεκαετίας του '60 . Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι στο γενικό υπολογισμό των εξόδων του granidon θα έπρεπε να συμπεριληφθούν τα έξοδα που συνδέονται άμεσα με την παραγωγή, τα οποία συνιστούν ένα στοιχείο που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους .
41 . Επομένως, τα έξοδα που συνδέονται άμεσα με την παραγωγή δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως ζημία για την οποία υφίσταται αυτοτελής απαίτηση αποζημιώσεως .
4 . Δικαστικά έξοδα
42 . Συνεπώς, δεδομένου ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου να καταδικαστεί η ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα, εξαιρέσει των δικαστικών εξόδων του Συμβουλίου, το οποίο δεν υπέβαλε ρητώς σχετικό αίτημα .
Γ - Πρόταση
Συνεπώς προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής :
1 ) Η αγωγή απορρίπτεται .
2 ) Η ενάγουσα καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εξαιρέσει των εξόδων του Συμβουλίου .
3 ) Το Συμβούλιο φέρει τα δικά του έξοδα .
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά .
( 1 ) Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1973 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 63 έως 69/72, Firma Wilhelm Werhahn Hansamoehle κατά Συμβουλίου των και Επιτροπής, Slg . 1973, σ . 1929, ιδίως σ . 1247 .
( 2 ) Κανονισμός 367/67 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1967, περί καθορισμού των επιστροφών στην παραγωγή για τα πληγούρια και σιμιγδάλια αραβοσίτου και τα θραύσματα ρυζιού που χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία, ΑΒl . 1967, αριθ . 174, σ . 36 κανονισμός 371/67 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1967, περί καθορισμού των επιστροφών στην παραγωγή για τα άμυλα και το quellmehl, ΑΒl . 1967, αριθ . 174, σ . 40 .
( 3 ) ΕΕ 1986, L 189, σ . 12 .
( 4 ) Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77, Albert Ruckdeschel & Co . και άλλοι κατά Hauptzollamt Hamburg-St . Annen Diamalt AG κατά Hauptzollamt Itzehoe, Slg . 1977, σ . 1753 απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 124/76 και 20/77, SA Moulins et Huileries de Pont-a-Mousson κατά ΟΝΙC Providence agricole de la Champagne κατά ΟΝΙC, Slg . 1977, σ . 1795 .
( 5 ) Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 241, 242, 245 έως 250/78, DGV Deutsche Getreideverwertung και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Slg . 1979, σ . 3017 απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 261 και 262/78, Interquell Staerke-Chemie GmbH & Co . KG και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Slg . 1979, σ . 3045 απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64 και 113/76, 167 και 239/78, 27, 28 και 4 /79, P . Dumortier freres SA και λοιποί κατά Συμβουλίου, Slg . 1979, σ . 3091 .
( 6 ) Βλέπε τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 120/67 και την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2727/75 .
( 7 ) Απόφαση της 25ας Μαΐου 1978 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 83 και 94/76, 4, 15 και 40/77, Bayerische HNL Vermehrungsbetriebe GmbH & Co . KG και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Slg . 1978, σ . 1209, ιδίως σ . 1225 .
( 8 ) Απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984 στην υπόθεση 59/83, SA Biovilac NV κατά ΕΟΚ, Συλλογή 1984, σ . 4057, ιδίως σ . 4075 .
Full & Egal Universal Law Academy