Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Προκαταρκτική παρατήρηση
1. Στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας που απασχολεί και πάλι σήμερα το Δικαστήριο, οι διάδικοι έχουν ήδη διατυπώσει τις παρατηρήσεις τους τρεις φορές. Ενώ η παράταση της προφορικής διαδικασίας οφειλόταν κυρίως στην τροποποίηση της νομικής καταστάσεως, η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας οφείλεται κυρίως στη μερική ανανέωση των μελών του Δικαστηρίου. Οι περιστάσεις αυτές μου επιτρέπουν να παραπέμψω κατά μεγάλο μέρος στις προτάσεις που είχα αναπτύξει στις 28 Απριλίου 1988, στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως, και να περιοριστώ σήμερα στη διατύπωση των εξής προσθέτων παρατηρήσεων:
Β - Παρατηρήσεις
Επί της εξελίξεως της νομικής καταστάσεως
2. Καίτοι η κρίσιμη τροποποίηση της νομικής καταστάσεως επήλθε με τις πράξεις που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 14 Δεκεμβρίου 1987 (1), πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η Επιτροπή έλαβε, εν τω μεταξύ, σειρά μέτρων εφαρμογής, επί των οποίων έχω ήδη επιστήσει την προσοχή στο σημείο 17 των προτάσεών μου της 28ης Απριλίου 1988 (2).
3. Μεταξύ αυτών των κανονισμών εφαρμογής ιδιαίτερης σημασίας είναι ο κανονισμός 2671/88 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1988, που αφορά ορισμένες κατά κατηγορίες απαλλαγές. Ο κανονισμός αυτός καθορίζει, για τον τομέα που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 3976/87 του Συμβουλίου που αφορά τις διαβουλεύσεις για την από κοινού κατάρτιση προτάσεων ως προς τις τιμές. Προβλέπει, επίσης, στο άρθρο 8, και σε συμφωνία με το άρθρο 4 του κανονισμού 3976/87, την αναδρομική του εφαρμογή επί των υφισταμένων κατά την ημερομηνία θέσεώς του σε ισχύ συμφωνιών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω κανονισμών.
4. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγόρευση ισχύει από της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 3976/87, την 1η Ιανουαρίου 1988, και, εν πάση περιπτώσει, το βραδύτερο από της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2671/88 της Επιτροπής, την 31η Αυγούστου 1988. Πρέπει, συνεπώς, να ληφθεί υπόψη για την επίλυση της παρούσας διαφοράς, καθόσον στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για παράλειψη ενέργειας στο μέλλον. Κρίσιμη συνεπώς για την έκδοση της αποφάσεως δεν είναι η νομική κατάσταση που ίσχυε κατά την έναρξη της διαδικασίας, αλλά η νομική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το πέρας αυτής.
5. Τόσο δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 3976/87 όσο και του άρθρου 4 του κανονισμού 2671/88 οι σχετικές με τους ναύλους διαβουλεύσεις που εξαιρούνται από την απαγόρευση των συμπράξεων που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ είναι αποκλειστικώς οι εκούσιες διαβουλεύσεις που δεν δεσμεύουν τους μετέχοντες. Οι συμφωνίες, όμως, περί τιμών ή ναύλων που το παραπέμπον δικαστήριο έχει θέσει υπό την κρίση του Δικαστηρίου αφορούν συμφωνηθέντες ναύλους (3) η εφαρμογή των οποίων είναι υποχρεωτική (υποχρεωτικοί ναύλοι). Οι ναύλοι αυτοί δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι προαναφερθέντες κανονισμοί. Πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθεί ότι η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται στις ενδοκοινοτικές αερομεταφορές, όσον δε αφορά την απάντηση στο πρώτο ερώτημα παραπέμπω στο αντίστοιχο σημείο των προτάσεών μου.
Επί της εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού στις σχέσεις με τα τρίτα κράτη
6. Στο σημείο 21 των προτάσεών μου της 28ης Απριλίου 1988 είχα αναφέρει, παραπέμποντας στις προτάσεις μου τς 24ης Σεπτεμβρίου 1985 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 213/84 (4), ότι το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού μπορεί, επίσης, να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις στις οποίες εμπλέκονται σχέσεις με τρίτες χώρες, όταν οι συμφωνίες ή οι εναρμονισμένες πρακτικές μπορούν να έχουν επιπτώσεις στο εσωτερικό της Κοινότητας.
7. Εμμένω στην άποψη αυτή, με την παράκληση, βεβαίως, να ερμηνευθεί υπό το φως της αποφάσεως που εξέδωσε εν τω μεταξύ το Δικαστήριο στις 27 Σεπτεμβρίου 1988 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 89, 104, 114,116, 117 και 125 έως 129/85 (5).
Επί της απευθείας εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ
8. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 213/84 η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι η έλλειψη των μέτρων εφαρμογής που προβλέπει το άρθρο 87 δεν εμποδίζει τα δικαστήρια των κρατών μελών να αποφαίνονται ως προς το συμβιβαστό συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής με τους κανόνες ανταγωνισμού, εφόσον οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται απευθείας (6).
9. Από τη σχετική με το άρθρο 85 απόφαση που εκδόθηκε επί των υποθέσεων αυτών η Επιτροπή συνήγαγε το συμπέρασμα ότι, εφόσον ελλείπουν οι απαιτούμενες διατάξεις για τη συστηματική εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, ενδεχόμενες καταχρήσεις θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω της εφαρμογής των άρθρων 88 και 89 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εφόσον δεν έχουν υπάρξει ακόμα σχετικές διαπιστώσεις, από την προαναφερθείσα απόφαση πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αναπτύσσει, στο πλαίσιο αυτό, άμεσες συνέπειες που θα έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη τους τα εθνικά δικαστήρια.
10. Κατά την προφορική διαδικασία της 6ης Μαΐου 1987 η Επιτροπή υποστήριξε και πάλι την άποψη αυτή, αλλά κατά τρόπο λιγότερο κατηγορηματικό.
11. Την άποψη αυτή υποστήριξε, κατόπιν, χωρίς επιφυλάξεις κράτος μέλος το οποίο διατύπωσε για πρώτη φορά την άποψή του επί της παρούσης υποθέσεως κατά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
12. Ωστόσο, κατά την τελευταία προφορική διαδικασία της 15ης Νοεμβρίου 1988 η Επιτροπή αναγνώρισε τελικώς ότι η άποψη που υποστήριζε προσκρούει σε δύο σοβαρές αντιρρήσεις. Χωρίς να αποκλίνει σαφώς από την άποψη που είχε διατυπώσει, δήλωσε ότι είναι διατεθειμένη να δεχθεί ότι η έλλειψη διατάξεων εφαρμογής δεν έχει, για το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ίδια σημασία που έχει για το άρθρο 85 της εν λόγω Συνθήκης και ότι δεν διακρίνει εκ πρώτης όψεως εμπόδια για την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ στις αεροπορικές γραμμές με τις τρίτες χώρες. Τελικώς, επαφίεται ως προς το θέμα αυτό στην κρίση του Δικαστηρίου.
13. Συνεπώς, δεν βλέπω κανένα λόγο αποκλίσεως, σε ό,τι αφορά τις αεροπορικές γραμμές με τρίτα κράτη, από την πάγια νομολογία τη σχετική με την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως την έχω εκθέσει στις προτάσεις μου της 28ης Απριλίου 1988.
14. Η αντίθετη άποψη θα είχε ως συνέπεια την έλλειψη πραγματικής δυνατότητας προσφυγής κατά της καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσης στον εν λόγω τομέα το ενδεχόμενο αυτό δύσκολα θα μπορούσε να συμβιβαστεί με το χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ως κοινότητας δικαίου.
15. Μολονότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των τακτικών δικαστηρίων και των αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για ζητήματα ανταγωνισμού, κατά την έννοια του άρθρου 88 της Συνθήκης ΕΟΚ, ωστόσο, τα εν λόγω δικαστήρια πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιλύσεως προκαταρκτικών ζητημάτων που είναι σημαντικά για τη λήψη των αποφάσεών τους, μεταξύ άλλων και στον τομέα του ανταγωνισμού. Βεβαίως, η επίλυση ζητημάτων σχετικών με το δίκαιο του ανταγωνισμού απαιτεί την εκτίμηση περιπλόκων πραγματικών περιστατικών, είναι δε πιθανό τα τακτικά δικαστήρια, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην έχουν την αρμοδιότητα να διευκρινίσουν μια πραγματική κατάσταση - σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε, ενδεχομένως, να αποφανθούν κατά τους κανόνες περί του βάρους αποδείξεως: αυτό, βεβαίως, δεν απαλλάσσει τα οικεία δικαστήρια από την υποχρέωση εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας. Τελικώς, η δυσκολία εφαρμογής ενός νομικού κανόνα δεν συνιστά κριτήριο για την εκτίμηση του κρίσιμου χαρακτήρα του εν λόγω κανόνα.
16. Επειδή ένα κράτος μέλος επικαλέστηκε το άρθρο 234 της Συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με τις συμφωνίες για τις αεροπορικές μεταφορές, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω σχετικώς στις προτάσεις μου της 24ης Σεπτεμβρίου 1985 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 213/84 (7). 'Οσα είχα τονίσει σχετικά με τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των "παλαιών συνθηκών" με τρίτα κράτη και το κοινοτικό δίκαιο ισχύουν, επίσης, και για την παρούσα υπόθεση. Μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι, καίτοι ελήφθησαν υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 234, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν κατέστη δυνατή η προσαρμογή των εν λόγω παλαιών συνθηκών προς το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι παλαιές αυτές συνθήκες υπερισχύουν του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να είναι πολύ σπάνιες.
Επί των κριτηρίων εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ
17. Πριν από τις σκέψεις που είχα διατυπώσει ως προς την εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ στην παρούσα περίπτωση, στο σημείο 24 των προτάσεών μου της 28ης Απριλίου 1988, είχα διατυπώσει την παρατήρηση ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει τη συγκεκριμένη υπόθεση σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο. Είχα, ακόμα, προσθέσει ότι πρέπει αντιθέτως να περιορίζεται στην υπόδειξη προς το παραπέμπον δικαστήριο των κριτηρίων εκείνων που θα του επιτρέψουν να αποφανθεί αυτοτελώς. Στο πλαίσιο αυτό υπογράμμισα ορισμένα στοιχεία τα οποία έκρινα ως σημαντικά για την εφαρμογή του άρθρου 86, χωρίς να προβώ σε συνολική κρίση των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων επρόκειτο να αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο. Περιορίστηκα, απλώς, να επαναλάβω ορισμένα στοιχεία που είχε υπογραμμίσει η Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 86 (8). 'Εχω τη δυνατότητα να είμαι σύντομος διότι, όπως επιβεβαιώθηκε, κατά την προφορική διαδικασία της 15ης Νοεμβρίου 1988, το παραπέμπον δικαστήριο αποτελεί τμήμα του ανωτάτου πολιτικού δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο είναι αρμόδιο για υποθέσεις σχετικές με τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
18. Τέλος, ως προς τη σχέση μεταξύ του άρθρου 86 και του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ σε περίπτωση που τα μέλη ενός ολιγοπωλίου κατέχουν από κοινού δεσπόζουσα θέση στην αγορά, έχω τη γνώμη ότι το απόσπασμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 85/76 (9), που αναφέρθηκε κατά την τελευταία προφορική διαδικασία, πρέπει μάλλον να ερμηνευθεί, αντιθέτως προς όσα υποστήριξε ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως κράτους μέλους, υπό την έννοια ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να υπερισχύσει αποφάσεως περί απαλλαγής, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της εν λόγω Συνθήκης. Υπέρ μιας τέτοιας απόψεως μπορεί, επίσης, να προβληθεί και η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 2671/88 της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο εν λόγω κανονισμός δεν αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να επιτρέπει, με απόφαση περί απαλλαγής που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή με πράξη του παραγώγου δικαίου, στην οικεία επιχείρηση να παραβαίνει το άρθρο 86 της εν λόγω Συνθήκης, δηλαδή διάταξη του πρωτογενούς δικαίου. Εξάλλου, νομίζω ότι περιττεύει η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αυτού καθόσον στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν συμφωνίες για τις οποίες θα μπορούσε να χορηγηθεί απαλλαγή.
Επί της διαχρονικής εφαρμογής της αποφάσεως (άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ)
19. Κατά την προφορική διαδικασία προτάθηκε στο Δικαστήριο να αποφασίσει, στηριζόμενο στην απόφαση της 8ης Απριλίου 1976 στην υπόθεση 43/75 (10), ότι, για λόγους ασφαλείας δικαίου, η αναγνώριση της δυνατότητας του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ να εφαρμόζεται απευθείας θα έχει συνέπειες μόνο για το μέλλον. Η πρόταση αυτή, όμως, προσέκρουσε ευθύς αμέσως στο ζήτημα του προσδιορισμού του στοιχείου που θα αποτελούσε η εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
20. Η αντίρρηση αυτή δεν μπορεί εύκολα να αγνοηθεί διότι είναι σαφές, ενόψει της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορεί να εφαρμοστεί απευθείας.
21. Εξάλλου, το Δικαστήριο, στην απόφασή του της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 166/77 (11), έκρινε, έστω και παρεμπιπτόντως, ότι οι αεροπορικές μεταφορές υπόκεινται στους γενικούς κανόνες της Συνθήκης και, κατά συνέπεια, και στους κανόνες περί ανταγωνισμού. Μόλις με την απόφασή του της 30ής Απριλίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 213/84 (12) το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην απόφασή του της 6ης Απριλίου 1962 στην υπόθεση 13/61 (13), περιόρισε την πρακτική αποτελεσματικότητα της απευθείας εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, όχι όμως και του άρθρου 86, στο οποίο δεν αναφερόταν η εν λόγω υπόθεση.
22. 'Οπως προαναφέρθηκε (14), η Επιτροπή η οποία υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, να μεριμνά για την εφαρμογή της εν λόγω Συνθήκης, δεν είχε διατυπώσει κατά το παρελθόν σαφή άποψη ως προς την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών με τρίτες χώρες. Το ίδιο το Συμβούλιο εξέδωσε μόλις το έτος 1987 (15), δηλαδή μετά την πάροδο της τριετούς προθεσμίας από της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης ΕΟΚ, που προβλέπει το άρθρο 87 της εν λόγω Συνθήκης, τους κανονισμούς που είναι αναγκαίοι προκειμένου να εφαρμοστούν στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών οι αρχές που θέτουν τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
23. Η στάση, συνεπώς, των κοινοτικών οργάνων θα μπορούσε να οδηγήσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις αεροπορικών μεταφορών στο συμπέρασμα ότι καταρχάς δεν υπήρχε, τουλάχιστον μέχρι τη θέσπιση των διατάξεων εφαρμογής, καμία δυνατότητα απευθείας ασκήσεως ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών προσφυγής κατά ενεργειών που αντίκεινται στους κανόνες του ανταγωνισμού.
24. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι μόνο η απόφαση που θα εκδώσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση θα επιλύσει οριστικώς το ζήτημα της απευθείας εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ στις αεροπορικές μεταφορές.
25. Για το λόγο αυτό προτείνω στο Δικαστήριο να περιορίσει, αναφερόμενο ρητώς στην άποψη που το ίδιο έχει διατυπώσει ως προς το διαχρονικό κύρος μιας αποφάσεως ερμηνείας, στην απόφασή του της 2ας Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 24/86 (16), κατ' εξαίρεση και βάσει της αρχής της ασφαλείας δικαίου που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής εννόμου τάξεως, τη δυνατότητα επικλήσεως, για παρελθόντα πραγματικά περιστατικά, της ερμηνείας που θα δοθεί στην παρούσα υπόθεση. Η λύση αυτή επιβάλλεται από την ανάγκη να μην αμφισβητηθεί το κύρος ανυπολόγιστου αριθμού συμβάσεων μεταφοράς.
Γ - Πρόταση
26. Βάσει των όσων προανέφερα, παραπέμπω στις προτάσεις μου της 28ης Απριλίου 1988 και προτείνω να δοθούν στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof οι απαντήσεις που είχα προτείνει.
27. Προτείνω, εξάλλου, στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η απευθείας εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών με τρίτα κράτη δεν μπορεί να προβληθεί επί πραγματικών περιστατικών που έχουν ολοκληρωθεί πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν ασκήσει ένδικο μέσο πριν από την εν λόγω ημερομηνία.
Full & Egal Universal Law Academy