ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 14ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαανές,
Στις 15 Νοεμβρίου 1983, το Δικαστήριο, κατόπιν προσφυγής της Επιτροπής, έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη διενεργώντας τον ποιοτικό έλεγχο των οπωροκηπευτικών που τίθενται σε εμπορία στο εσωτερικό της ιταλικής επικράτειας, ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 και επ. ) και μη προβαίνοντας στις μηνιαίες ανακοινώσεις σχετικά με τους διενεργηθέντες ελέγχους κατά τη διάρκεια του προηγούμενου μήνα, που προβλέπονται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2638/69 της Επιτροπής, της 24ης Δεκεμβρίου 1969, περί συμπληρωματικών διατάξεων σχετικά με τον ποιοτικό έλεγχο των οπωροκηπευτικών, τα οποία τίθενται σε εμπορία στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 36 και επ. ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2150/80 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1980 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/030, σ. 72 και επ. ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ( υπόθεση 322/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1983, σ. 3689).
Μετά 15 περίπου μήνες από την έκδοση αυτής της απόφασης η Επιτροπή ζήτησε από την ιταλική κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Δεν έλαβε καμία απάντηση εκτός από μια αίτηση για χρονική παράταση την οποία και έδωσε η Επιτροπή. Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία περαιτέρω πληροφορία, η Επιτροπή, αφού διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη, άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 11 Μαρτίου 1986 με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείπουσα να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, παρέβη το άρθρο 171 της Συνθήκης.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης της η ιταλική κυβέρνηση αναφέρθηκε στις δυσχέρειες που συνάντησε για την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος. Ανέφερε ότι διεξήγαγε εμπεριστατωμένη μελέτη των σχετικών περίπλοκων προβλημάτων και ότι, σύμφωνα με νομοσχέδιο που υποβλήθηκε στη Βουλή στις 13 Μαρτίου 1986, προβλεπόταν η ίδρυση ειδικού οργανισμού ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών. Το Δικαστήριο πληροφορήθηκε σήμερα ότι το νομοσχέδιο αυτό δεν ψηφίστηκε ακόμα και ότι η αναγκαία υποδομή για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ιταλικής κυβέρνησης δεν υφίσταται ακόμη.
Παρατηρείται ότι το Δικαστήριο, στην απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1983, παρόλον ότι εκτίμησε τις δυσχέρειες. της ιταλικής κυβέρνησης, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η οργάνωση της αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών εγκαθιδρύθηκε το 1962 και ότι υφίσταται υπό την παρούσα μορφή της από το 1972. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι: « αν και η εφαρμογή αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου έχει προσκρούσει σε πραγματικές δυσχέρειες μέσα στο πλαίσιο που έχει καθοριστεί με τον τρόπο αυτό, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη θέση σε ισχύ των σχετικών με τον καθορισμό της κοινής οργανώσεως αγοράς κανόνων έπρεπε να επιτρέψει από πολλού χρόνου στις ιταλικές αρχές να αναπτύξουν τις αναγκαίες πρωτοβουλίες προς άρση των υφισταμένων δυσχερειών, διασφάλιση εφαρμογής συστήματος αποτελεσματικού ελέγχου και εκπλήρωση των περί ανακοινώσεως υποχρεώσεων, όπως καθορίστηκαν από τον κανονισμό 2150/80 ».
Έχουν παρέλθει έκτοτε άλλα τρία χρόνια. Η κατάσταση παραμένει η ίδια. Ακόμα πιο λυπηρό από απόψεως αρχής είναι το γεγονός ότι δεν έγινε συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Η προσφυγή της Επιτροπής είναι απολύτως βάσιμη ως προς την αναγνώριση που ζητεί και την καταδίκη της Ιταλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy