Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η National Dried Fruit Trade Association ( στο εξής : Association ) εκπροσωπεί τους εισαγωγείς και τους διανομείς ξηρών καρπών στο Ηνωμένο Βασίλειο . Σε δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του High Court της Αγγλίας και Ουαλίας, η Association αμφισβητεί το κύρος της κοινοτικής νομοθεσίας με την οποία επιβάλλεται ελάχιστη τιμή εισαγωγής ( ΕΤΕ ) και εξισωτική εισφορά που πλήττει τις εισαγωγές σταφίδας, πλην της "κορινθιακής", από τρίτες χώρες προς την Κοινότητα που πραγματοποιούνται σε τιμή χαμηλότερη από την ΕΤΕ η νομοθεσία αυτή εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο από τη γενική διεύθυνση τελωνείων και ειδικών φόρων ( Commissioners of Customs & Excise ). Το ζήτημα είναι σημαντικό για τα μέλη της Association, διότι το Ηνωμένο Βασίλειο εισάγει σημαντικές ποσότητες σταφίδας, και γι' αυτούς που ασκούν το ίδιο εμπόριο σε ορισμένα άλλα κράτη μέλη είναι επίσης σημαντικό για τους έλληνες παραγωγούς, καθόσον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, η Ελλάδα ήταν το μόνο κράτος μέλος παραγωγής σταφίδας πλην της κορινθιακής, δηλαδή των ποικιλιών που είναι γνωστές ως σουλτανίνα .
Το High Court, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα :
"1 ) Μήπως ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2742/82 της Επιτροπής ( όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένως ) όταν εκδόθηκε ή κατά τη διαχρονική του ισχύ ( και αν ναι, πότε ;) ήταν άκυρος και παράνομος διότι προέβλεπε μέτρα μη επιτρεπόμενα από τους κανονισμούς ( ΕΟΚ ) 516/77 ( και ιδίως από το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού ) και 512/77 του Συμβουλίου και/ή διότι περιλαμβάνει διατάξεις και συνεπάγεται αποτελέσματα δυσανάλογα προς τους σκοπούς των κανονισμών αυτών και/ή διότι δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένος;
2 ) Μήπως ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2089/85 του Συμβουλίου και ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2237/85 της Επιτροπής και/ή ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2238/85 της Επιτροπής ( όπως τροποποιήθηκε ) είναι άκυροι και παράνομοι διότι περιλαμβάνουν διατάξεις και συνεπάγονται αποτελέσματα δυσανάλογα προς τους σκοπούς για τους οποίους εκδόθηκαν οι κανονισμοί αυτοί και/ή διότι δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένοι;"
Το πρώτο ερώτημα αφορά τους κανονισμούς με τους οποίους καθορίστηκαν η ΕΤΕ και η εξισωτική εισφορά μεταξύ 1982 και 1985 το δεύτερο αφορά τους κανονισμούς με τους οποίους θεσπίστηκε παρόμοιο σύστημα από 1ης Σεπτεμβρίου 1985 . Στη συνέχεια τα αναφέρω ως το "πρώτο σύστημα ΕΤΕ" και το "δεύτερο σύστημα ΕΤΕ" αντιστοίχως .
Το πρώτο σύστημα ΕΤΕ
Ο βασικός κανονισμός περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών ( περιλαμβανομένης και της σταφίδας ) κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ο κανονισμός 516/77 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/017, σ . 226 ), όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένως, ο οποίος προβλέπει μεταξύ άλλων μηχανισμό κοινών τιμών και εισφορών .
Με τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη γίνεται δεκτό ότι "... ο μηχανισμός των κοινών τιμών και εισφορών είναι δυνατόν σε εξαιρετικές περιπτώσεις να μη λειτουργεί ότι για να μην αφεθεί στις περιπτώσεις αυτές η κοινοτική αγορά χωρίς προστασία έναντι διαταραχών που υπάρχει κίνδυνος να προκύψουν, πρέπει να επιτραπεί στην Κοινότητα να λαμβάνει ταχέως όλα τα αναγκαία μέτρα ...".
Κατά συνέπεια, με το άρθρο 14, παράγραφος 1, ορίζεται ότι : "Αν εντός της Κοινότητας η αγορά ενός ή περισσοτέρων προϊόντων υφίσταται ή απειλείται να υποστεί, λόγω των εισαγωγών ή εξαγωγών, σοβαρές διαταραχές που δύνανται να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης, δύνανται να εφαρμοστούν κατάλληλα μέτρα στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες, έως ότου εκλείψει η διαταραχή ή η απειλή διαταραχής ."
Η σταφίδα περιλαμβάνεται μεταξύ των προϊόντων αυτών .
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων αυτών καθορίστηκαν με τον κανονισμό 521/77 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/017, σ . 251 ). Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι τα ληφθέντα μέτρα κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 πρέπει να πάψουν να εφαρμόζονται εφόσον πάψει η διατάραξη ή η απειλή διαταράξεως της αγοράς προκύπτει επίσης ότι τα εν λόγω μέτρα πρέπει να είναι ανάλογα με τις περιστάσεις ώστε να αποφεύγονται αποτελέσματα διαφορετικά από τα επιθυμητά . Προκειμένου να προσδιοριστεί αν υπάρχει πραγματική διατάραξη ή απειλή διαταράξεως της αγοράς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ειδικότερα, ο όγκος των πραγματοποιουμένων ή των προβλεπομένων εισαγωγών, οι διαθέσιμες ποσότητες των προϊότων στην κοινοτική αγορά, οι τιμές που εφαρμόζονται στην κοινοτική αγορά για τα εγχώρια προϊόντα και η τάση των τιμών αυτών, και
"δ ) οι τιμές που εφαρμόζονται στην αγορά της Κοινότητος αφού αναχθούν σε συγκρίσιμο στάδιο για προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών και ιδίως η τάση τους για υπερβολική πτώση, αν η ανωτέρω κατάσταση εμφανίζεται λόγω των εισαγωγών ".
Το άρθρο 2 ορίζει ότι εφόσον υπάρχει σοβαρή διατάραξη ή απειλή σοβαρής διαταράξεως, μπορεί να παύσει η έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής ή να μη γίνονται δεκτές αιτήσεις για την έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών για τα προϊόντα που υπάγονται στο καθεστώς των πιστοποιητικών εισαγωγής, για δε τα προϊόντα που δεν υπάγονται στο καθεστώς αυτό να ανασταλούν πλήρως ή εν μέρει οι εισαγωγές . Το ίδιο άρθρο ορίζει επίσης ότι :
"1 ) ...
γ ) για όλα τα προϊόντα :
- ένα σύστημα ελαχίστων τιμών, σε επίπεδο χαμηλότερο των οποίων οι εισαγωγές δύνανται να υποβάλλονται στον όρο να πραγματοποιούνται σε τιμή τουλάχιστον ίση με την ελάχιστη τιμή που καθορίστηκε για τα εν λόγω προϊόντα "
και στη συνέχεια ότι,
"2 ) Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν είναι δυνατό να ληφθούν παρά κατά το μέτρο και για τη διάρκεια που κρίνονται απολύτως αναγκαία ... Δύνανται να περιοριστούν σε ... ορισμένες ποιότητες ή εμφανίσεις ..."
Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2742/82 της Επιτροπής ( ΕΕ 1982, L 290, σ . 28 ), αναφέρεται ότι ήταν αναγκαίο να εφαρμοστούν προστατευτικά μέτρα για τη σταφίδα, πλην της κορινθιακής, διότι, κατά την περίοδο εμπορίας 1981/1982, οι τιμές των εισαγόμενων προϊόντων ήταν αισθητά χαμηλότερες από τις κοινοτικές ώστε τον Οκτώβριο 1982 τα αποθέματα σουλτανίνας αντιπροσώπευαν 60% της συγκομιδής του έτους αυτού και ότι η κοινοτική αγορά εκτίθετο σε σοβαρές "διαταραχές" που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους που καθορίζονται με το άρθρο 39 της Συνθήκης .
Καθορίστηκε ελάχιστη τιμή 106,7 ΕCU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους για τις εισαγωγές σταφίδας εκτός της κορινθιακής, και, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2 : "εφαρμόζεται εξισωτική εισφορά 16,0 ΕCU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρά, αν δεν τηρείται η ελάχιστη τιμή ".
Η Association υποστηρίζει ότι ο κανονισμός της Επιτροπής με τον οποίο θεσπίστηκε το πρώτο σύστημα ΕΤΕ ήταν άκυρος διότι εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας, έθιγε την αρχή της αναλογικότητας και ήταν αναιτιολόγητος κατά παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης .
'Οσον αφορά την υπέρβαση εξουσίας, προβάλλεται, πρώτον, ότι ούτε το άρθρο 14 του κανονισμού 516/77 ούτε το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 521/77 επέτρεπαν ρητά τη θέσπιση οποιασδήποτε εξισωτικής εισφοράς, το δε άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 516/77 απαγόρευε την είσπραξη κάθε φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό και την επιβολή οποιουδήποτε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος . Αυτό είναι αναμφισβήτητα ορθό .
Δεύτερον, η θέσπιση οποιασδήποτε εξισωτικής εισφοράς δεν επιτρεπόταν σιωπηρά η Association υπογραμμίζει ότι, πριν από τη θέσπιση του δευτέρου συστήματος ΕΤΕ, το άρθρο 4α παρενεβλήθη στον κανονισμό 516/77 ώστε να επιτραπεί ρητά η είσπραξη εξισωτικής εισφοράς (( κανονισμός 988/84 του Συμβουλίου ( ΕΕ 1984, L 193, σ . 11 ) )). Κατά την Association, η προσθήκη του εν λόγω άρθρου υπογραμμίζει το γεγονός ότι δεν υπήρχε προηγουμένως η σχετική εξουσιοδότηση .
Δεν δέχομαι το τελευταίο αυτό επιχείρημα . Αν είχε τεθεί ζήτημα υπάρξεως σιωπηρής εξουσιοδοτήσεως, ήταν λογικό να θεσπιστεί ρητή διάταξη . Το ζήτημα κατά πόσον παρείχετο με τον κανονισμό σιωπηρή εξουσιοδότηση, εξακολουθεί να υπάρχει .
Η Επιτροπή στηρίζεται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 41 μέχρι 44/70, International Fruit Co . κατά Επιτροπής ( ΕCR 1971, σ . 411 ) και στην υπόθεση 345/82, Woensche κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ( Συλλογή 1984, σ . 1995 ). Στην τελευταία αυτή υπόθεση, η οποία αφορούσε το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 516/77 και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 521/77, το Δικαστήριο έκρινε ότι "αφού η Επιτροπή μπορούσε να λάβει μέτρα διασφαλίσεως με αποτέλεσμα την ολική παύση των εισαγωγών από τρίτες χώρες, κατά μείζονα λόγο μπορούσε να εφαρμόσει λιγότερο περιοριστικά μέτρα ".
Δεν νομίζω ότι μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η επιβολή οποιασδήποτε εξισωτικής εισφοράς συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας . Η εξισωτική εισφορά συνιστά μέτρο επιτρέπον να εξασφαλιστεί η τήρηση της ΕΤΕ και δέχομαι, καταρχήν, ότι, αφενός, υπήρχε σιωπηρή εξουσιοδότηση λήψεως ενός τέτοιου μέτρου προς επίτευξη του σκοπού αυτού και, αφετέρου, η ΕΤΕ μαζί με την εξισωτική εισφορά είναι δυνατό να αποτελέσουν λιγότερο περιοριστικά μετρα απ' ό,τι η πλήρης αναστολή των εισαγωγών ή η άρνηση χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής .
Το δυσχερέστερο ζήτημα είναι κατά πόσον η συγκεκριμένη αυτή εξισωτική εισφορά θεσπίστηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας .
Το πρώτο σχετικό επιχείρημα είναι ότι η εισφορά με σταθερό συντελεστή δεν πληροί κατ' ανάγκη τον όρο του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 521/77 καθόσον μπορεί να μην εξασφαλίζει ότι η τιμή εισαγωγής επαυξανόμενη κατά την εξισωτική εισφορά είναι "τουλάχιστον ίση με την ελαχίστη τιμή" κατά την εισαγωγή .
Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2742/82 της Επιτροπής, αναφέρεται ότι η εξισωτική εισφορά υπολογίζεται βάσει των τιμών που εφαρμόζονται από τις κυριότερες χώρες προμηθευτές μη μέλη . Αυτό σαφώς παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει εξισωτική εισφορά εξασφαλίζουσα ότι ακόμη και οι χαμηλότερες τιμές ανέρχονται με την εξισωτική εισφορά σε επίπεδο υψηλότερο από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής . Θεωρητικά, η Επιτροπή μπορούσε να καθορίσει μικρότερη εισφορά ώστε η τιμή εισαγωγής ορισμένων προϊόντων, επαυξανόμενη κατά την εξισωτική εισφορά, εξακολουθεί να είναι χαμηλότερη από την ΕΤΕ σ' αυτήν όμως την περίπτωση, οι εν λόγω εισαγωγές θα πραγματοποιούνταν κατά παράβαση του άρθρου 2 του κανονισμού 2742/82 . Πάντως, δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι η καθορισθείσα εν προκειμένω εισφορά παρείχε τη δυνατότητα ορισμένα προϊόντα να εισάγονται σε τιμή χαμηλότερη από την ΕΤΕ . Αν είχε αποδειχθεί ότι η εν λόγω εισφορά δημιουργούσε τέτοια αποτελέσματα, η εξέταση του ζητήματος θα ήταν διαφορετική, δεν νομίζω όμως ότι, όσον αφορά αυτό το λόγο, απλώς και μόνον το γεγονός ότι επιβάλλεται εισφορά με σταθερό συντελεστή συνιστά υπέρβαση εξουσίας .
Εν συνεχεία, η Association ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω κανονισμός της Επιτροπής ήταν άκυρος καθόσον κάλυπτε το σύνολο της σταφίδας πλην της κορινθιακής . Ισχυρίζεται ότι η σταφίδα περιλαμβάνει τόσο τη σουλτανίνα όσο και την κοινή σταφίδα . Οι ποικιλίες αυτές διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον τρόπο παραγωγής, ως προς τα χαρακτηριστικά τους και ως προς τη διαφορετική χρήση στη μαγειρική . Η σουλτανίνα ξηραίνεται στη σκιά και περιαλείφεται με ένα προϊόν ώστε να διατηρείται μαλακή, ενώ η κοινή σταφίδα ξηραίνεται στον ήλιο, δεν επαλείφεται και είναι πολύ λιγότερο μαλακή . Η ολλανδική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η διαφορά μεταξύ των προϊόντων αυτών επιβεβαιώνεται από τον κανονισμό 426/86 ( ΕΕ 1986, L 49, σ . 1 ) ο οποίος διέπει σήμερα την οικεία κοινή οργάνωση αγοράς . Υποστηρίχτηκε ότι η κοινή σταφίδα δεν παράγεται στην Κοινότητα ούτε χρησιμοποιείται σε ορισμένα κράτη μέλη, ενώ αντίθετα η σουλτανίνα παράγεται σε μεγάλες ποσότητες στην Ελλάδα και χρησιμοποιείται σε όλη την Κοινότητα . Επομένως, τίποτε δεν δικαιολογούσε την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς ( εφόσον φαίνεται ότι είναι συνέπεια της ΕΤΕ ) όσον αφορά την κοινή σταφίδα ( κατ' αντίθεση προς τη σουλτανίνα ), δεδομένου ότι δεν υπήρχε κοινοτική παραγωγή κοινής σταφίδας που να χρειαζόταν προστασία .
Εξάλλου, η ελληνική κυβέρνηση και η Επιτροπή τονίζουν ότι η δασμολογική διάκριση 08.04 του κοινού δασμολογίου καθορίζει δύο μόνον κατηγορίες σταφίδας, την "κορινθιακή" και τις "άλλες ". Υποστηρίζουν ότι αν η σταφίδα δεν είναι κορινθιακή τότε είναι κοινή σταφίδα . Η σουλτανίνα και η κοινή σταφίδα είναι εναλλάξιμες και πράγματι υπάρχει στο εμπόριο προϊόν υπό την ονομασία "σουλτανίνα ".
Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το κοινό δασμολόγιο αναφέρει μόνον την "κορινθιακή" και τις "άλλες σταφίδες" δεν είναι εποικοδομητικό καθόσον παραμένει το ζήτημα αν υπάρχουν περισσότερες της μιας ποικιλίες "άλλων" σταφίδων .
Μολονότι παρόμοια ζητήματα ουσίας, αν υποτεθεί ότι πρέπει να επιλυθούν, ανήκουν ουσιαστικά στην αρμοδιότητα του παραπέμποντος εθνικού δικαστηρίου, νομίζω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας προδικαστικής παραπομπής, μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη που προέβαλε η Association ( ότι οι ονομασίες "σουλτανίνα" και "κοινή σταφίδα" δεν είναι ταυτόσημες, έστω και αν τα δύο είδη σταφίδας προέρχονται από την ίδια ποικιλία σταφυλιών χωρίς κουκούτσια ). Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2742/82 αναφέρεται στη "σουλτανίνα" που έχει παραχθεί στην Κοινότητα και, τελικά, το Συμβούλιο, νομίζω δε και η Επιτροπή, αναγνωρίζουν πραγματικά ότι η σουλτανίνα είναι ένα είδος κοινής σταφίδας και, επομένως, διαφέρει υπό ορισμένες επόψεις από τα άλλα είδη σταφίδας . Η παραχώρηση αυτή φαίνεται να ανταποκρίνεται στις συνήθειες διατροφής και στις γευστικές συνήθειες που υπάρχουν σε ορισμένα τουλάχιστον κράτη μέλη .
Οπωσδήποτε, έστω κι αν γίνει δεκτό ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ της σουλτανίνας και της κοινής σταφίδας ( ή άλλων ειδών σταφίδας ), δεν νομίζω ότι από αυτό έπεται ότι η ΕΤΕ και η εξισωτική εισφορά για όλα τα είδη της σταφίδας πλην της κορινθιακής θεσπίστηκαν καθ' υπέρβαση εξουσίας . Η εισαγωγή ενός προϊόντος που δεν παράγεται στην Κοινότητα είναι δυνατό να δημιουργήσει σοβαρή απειλή διαταράξεως της κοινοτικής αγοράς προϊόντος που παράγεται στην Κοινότητα αν τα δύο προϊόντα έχουν αρκετά παρόμοια χαρακτηριστικά και αν, σε μεγάλο βαθμό, χρησιμοποιούνται πραγματικά ή μπορούν να χρησιμοποιηθούν μελλοντικά για παρόμοιους σκοπούς . Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 516/77 του Συμβουλίου δεν περιορίζει τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν στις εισαγωγές του ίδιου με το απειλούμενο από τις εν λόγω εισαγωγές προϊόν . Μολονότι εκ πρώτης όψεως μου φαίνεται ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ της "σουλτανίνας" και της ποικιλίας που στην καθομιλουμένη, σε ορισμένα τουλάχιστον κράτη μέλη, αποκαλείται "κοινή σταφίδα", δεν θεωρώ ότι είναι δυνατό να λεχθεί - σε προδικαστική παραπομπή όπως η προκειμένη και ελλείψει εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας -, ότι τα δύο προϊόντα δεν ήταν σε κάποιο βαθμό εναλλάξιμα μεταξύ τους και ότι, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα για όλα τα είδη σταφίδας πλην της κορινθιακής, η Επιτροπή κατ' ανάγκη υπερέβη την εξουσία της .
Παραμερίζοντας προς το παρόν το ζήτημα κατά πόσον ήταν πραγματικά δικαιολογημένη η επιβολή της αρχικής εξισωτικής εισφοράς και η διατήρησή της σε ισχύ καθ' όλο το χρόνο που διατηρήθηκε, τα άλλα επιχειρήματα, όσον αφορά την υπέρβαση εξουσίας, επικαλύπτουν τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη του ισχυρισμού ότι η εισφορά αυτή ήταν δυσανάλογη επομένως, είναι πρόσφορο τα επιχειρήματα αυτά να εξεταστούν μαζί . Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η επιβολή της εξισωτικής αυτής εισφοράς υπερέβαινε ό,τι ήταν αναγκαίο προς επίτευξη ενός νόμιμου σκοπού και ότι συνιστούσε ποινική κύρωση, ήταν αυθαίρετη και δημιουργούσε αβεβαιότητα . Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα να θεσπίσει την εισφορά ως νόμιμο μέτρο προς τήρηση της ΕΤΕ επιπροσθέτως, το θεσπισθέν σύστημα παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας .
Η Association υποστηρίζει ότι το θεσπισθέν σύστημα δημιουργούσε μεγάλη αβεβαιότητα . Ο εισαγωγέας δεν μπορούσε να γνωρίζει αν είχε τηρηθεί η ΕΤΕ πριν από τον εκτελωνισμό των προϊόντων σε περίπτωση κατά την οποία θα προέκυπτε τελικά ότι, χωρίς δικό του σφάλμα, δεν είχε τηρήσει την ΕΤΕ, η κύρωση ήταν αδικαιολόγητα αυστηρή .
Ελέχθη ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην εμπορική πραγματικότητα . Η συμβατική τιμή καθορίζεται πολύ πριν από τον εκτελωνισμό . Καθορίζεται σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική σε δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών και μετατρέπεται σε εθνικό νόμισμα κατά το χρόνο της εισαγωγής . Η ελάχιστη τιμή και η εξισωτική εισφορά ( που καθορίζονται σε ΕCU ) μετατρέπονται στα διάφορα εθνικά νομίσματα κατόπιν δε προσαρμόζονται με εφαρμογή ενός συντελεστή . Η σύγκριση μεταξύ της τιμής εισαγωγής ενός εμπορεύματος και της αντίστοιχης ΕΤΕ πρέπει να γίνεται κατά την ημέρα που εκπληρώνονται οι τελωνειακές διατυπώσεις ( άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 2742/82 ). Κατά την περίοδο εφαρμογής του πρώτου συστήματος ΕΤΕ, η ΕΤΕ μεταβλήθηκε τρεις φορές, οι συντελεστές μεταβλήθηκαν δεκαοκτώ φορές και η τιμή συναλλάγματος που εφάρμοζαν οι τελωνειακές αρχές για τη μετατροπή των δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών σε στερλίνες μεταβλήθηκε 107 φορές . Κατά τις αλλαγές των συντελεστών, η προηγούμενη τιμή συναλλάγματος εξακολουθούσε να εφαρμόζεται για τα εμπορεύματα τα οποία είχαν ήδη εγκαταλείψει τη χώρα εξαγωγής, υπό την επιφύλαξη ότι θα εισάγονταν εντός ορισμένης προθεσμίας . Ο μηχανισμός αυτός εξασφάλιζε κάποια σταθερότητα στις τιμές . Πάντως, η Association ισχυρίστηκε χωρίς να αντικρουστεί ότι, κατά το χρόνο που γίνονταν οι απαιτούμενες συγκρίσεις, διαπιστωνόταν συχνά ότι τα πωληθέντα εμπορεύματα, σύμφωνα με την τιμή συναλλάγματος που ίσχυε κατά τη σύναψη της συμβάσεως, σε τιμή ίση ή υψηλότερη από την ΕΤΕ δεν έφθαναν στην εν λόγω ΕΤΕ κατά τη στιγμή του εκτελωνισμού . Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ότι έπρεπε να καταβάλλεται ολόκληρη η εξισωτική εισφορά το ύψος της οποίας μπορούσε να φθάσει μέχρι και 25% της ΕΤΕ . Κατά την Association, αυτό μπορούσε να δικαιολογηθεί αν η τιμή, όπως προέκυπτε από τη μετατροπή, ήταν χαμηλότερη από την ΕΤΕ κατά το ίδιο ποσό . Η θέσπιση ενός συστήματος με το οποίο επιβαλλόταν η πληρωμή ολόκληρης της εξισωτικής εισφοράς, ενώ η τιμή εισαγωγής, όπως προέκυπτε από τη μετατροπή, ήταν μόνο λίγο ή ελάχιστα χαμηλότερη από την ΕΤΕ, ήταν εντελώς αδικαιολόγητη και εκτός των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής .
Η Επιτροπή δέχεται ότι, σε μια περίοδο σημαντικών διακυμάνσεων της ισοτιμίας του δολαρίου, οι έμποροι μπορούσαν πράγματι να διαπιστώσουν ότι τιμή υψηλότερη από την ΕΤΕ κατά την ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως ήταν χαμηλότερη από την ΕΤΕ κατά την ημερομηνία εισαγωγής . Ισχυρίζεται ότι οι έμποροι έπρεπε να διαπραγματευθούν τις συμβάσεις τους σε γερμανικά μάρκα για να αποφύγουν αυτή τη συνέπεια . Κατά την άποψή μου, η απάντηση δεν είναι ικανοποιητική . Μολονότι άλλες μέθοδοι επιτρέπουν να επιτευχθεί ο σκοπός της κανονιστικής ρυθμίσεως, νομίζω ότι είναι πλήρως δυσανάλογο, αν υποτεθεί ότι είναι πραγματοποιήσιμο, το να απαιτείται μεταβολή της διεθνούς εμπορικής πρακτικής προκειμένου να αντιμετωπιστεί σοβαρή διατάραξη της αγοράς ( και αποκλειστικά για κάποια περίοδο κατά την οποία υπάρχει διατάραξη ή απειλή διαταράξεως της αγοράς ). Το γεγονός ότι ο κανονισμός 2186/83 ( ΕΕ 1983, L 210, σ . 11 ) επέτρεπε στους εμπόρους να αναλάβουν την υποχρέωση να πληρώσουν την ΕΤΕ μετατρεπόμενη σε εθνικό νόμισμα, αυξανόμενη κατά 4%, την ημέρα κατά την οποία υποβάλλεται η αίτηση, δεν συνιστά ικανοποιητική λύση καθόσον, όπως ισχυρίζεται η Association χωρίς να αντικρούεται από την Επιτροπή, τα περιθώρια ήταν μικρότερα από 4 %.
Προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι η επιβολή ολόκληρης της εξισωτικής εισφοράς, ανεξάρτητα από τη διαφορά της τιμής εισαγωγής σε σχέση με την ΕΤΕ, ήταν δυσανάλογη και συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας, η Association επικαλείται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 240/78, Atalanta κατά Produktschap Voor Vee En Vlees ( ECR 1979, σ . 2137 ) και 181/84, Ε . D . και F . Man ( Sugar ) ( Συλλογή 1985, σ . 2889 ). Με τις αποφάσεις αυτές, γίνεται δεκτό ότι οποιαδήποτε κύρωση πρέπει να είναι σύμμετρη προς το βαθμό μη εκπληρώσεως της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως της εν λόγω υποχρεώσεως . Οι υποθέσεις αυτές δεν συγκρίνονται ευθέως με την προκείμενη υπόθεση εφόσον αφορούν την επιβολή κυρώσεως με σκοπό να διασφαλιστεί η τήρηση δευτερεύουσας μάλλον παρά κύριας υποχρεώσεως . Εντούτοις, παρέχουν κριτήρια που μπορούν να εφαρμοστούν εν προκειμένω .
Νομίζω ότι ο ουσιώδης σκοπός του συστήματος συνίστατο στο να εξασφαλιστεί η τήρηση της ΕΤΕ για ένα προϊόν η παραγωγή του οποίου δεν εκάλυπτε τις ανάγκες της Κοινότητας και επομένως έπρεπε να εισαχθεί . Αντίθετα από την υπόθεση Woensche, όπου οι εισαγωγείς γνώριζαν ότι θα τους επιβαλλόταν πρόστιμο σε περίπτωση υπερβάσεως του ανώτατου ποσοτικού ορίου και μπορούσαν να επιλέξουν να μην προβούν στην εισαγωγή των οικείων προϊόντων, εν προκειμένω οι έμποροι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν αν είχε τηρηθεί η ΕΤΕ εφόσον δεν είχε γίνει η κρίσιμη σύγκριση βάσει των ισοτιμιών και συντελεστών που ίσχυαν κατά την ημέρα της εν λόγω συγκρίσεως . Κατά την άποψή μου, θα ήταν νόμιμο και σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας να απαιτηθεί απ' αυτούς η διαφορά το ότι απαιτείται από τους εμπόρους να καταβάλλουν ολόκληρη την εξισωτική εισφορά, ανεξάρτητα από τη διαφορά από την ΕΤΕ, υπερβαίνει κατά πολύ ό,τι είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η τήρηση της ΕΤΕ . Μια τέτοια εισφορά καθίσταται κύρωση εισάγουσα διακρίσεις και παύει να είναι το αναγκαίο μέτρο για την τήρηση της ΕΤΕ, μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί ως επιτρεπόμενο σιωπηρά στο πλαίσιο του πρώτου συστήματος ΕΤΕ . Επομένως, δέχομαι ότι ο κανονισμός 2742/82, κατά το μέτρο που επέτρεπε την επιβολή εξισωτικής εισφοράς υψηλότερης από τη διαφορά που προέκυπτε, κατά τη στιγμή εκπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων, μεταξύ της τιμής εισαγωγής και της ΕΤΕ, εκδόθηκε καθ' υπέρβαση των εξουσιών της Επιτροπής και παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας .
Η Association υποστηρίζει εν συνεχεία ότι η ΕΤΕ στην πραγματικότητα καθοριζόταν πολύ συχνά σε επίπεδο υψηλότερο, και σε ορισμένες περιόδους, σε πολύ υψηλότερο επίπεδο, από αυτό των κοινοτικών τιμών . Εφόσον το πρώτο σύστημα ΕΤΕ θεσπίστηκε για να αποτραπούν οι εισαγωγές καταγωγής τρίτων χωρών σε τιμές "ασυνήθιστα χαμηλές", προβάλλεται το επιχείρημα ότι δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί ο καθορισμός της ΕΤΕ σε επίπεδο πολύ υψηλότερο από το επίπεδο των κοινοτικών τιμών .
Εφόσον η ΕΤΕ καθορίστηκε σε επίπεδο υψηλότερο ( εκτός αν η διαφορά ήταν ελάχιστη ) από το υψηλότερο επίπεδο τιμών που ίσχυαν στην Κοινότητα για τη σουλτανίνα, νομίζω ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτό ήταν αναγκαίο για την εκπλήρωση του στόχου της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως ( απόφαση στην υπόθεση 66/82, Fromancais SA κατά FΟRΜΑ, Συλλογή 1983, σ . 395 ). Πάντως, το ζήτημα αν συνέτρεχε μια τέτοια περίπτωση εξαρτάται από τη λεπτομερή εξέταση των πραγματικών περιστατικών - επίπεδο των κοινοτικών τιμών σε διάφορες περιόδους . Νομίζω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε μια τέτοια εξέταση στο πλαίσιο της προδικαστικής παραπομπής . Μόνο σε περίπτωση που θα αποδεικνύονταν τα πραγματικά περιστατικά ( προς το παρόν δε έχουν αποδειχθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ) θα ήταν δυνατό να προσδιοριστεί αν η ΕΤΕ καθορίστηκε σε επίπεδο αδικαιολόγητα υψηλό .
Η Association ισχυρίζεται εξάλλου ότι η επιβαλλόμενη εισφορά εφαρμοζόταν αδιακρίτως στις εισαγωγές συσκευασμένων και μη συσκευασμένων προϊόντων . Επειδή η συσκευασία είναι δαπανηρή, αυτό συνιστούσε ενθάρρυνση για την εισαγωγή συσκευασμένων προϊόντων, με αποτέλεσμα να προκαλείται ζημία στους συσκευαστές της χώρας εισαγωγής και τους εισαγωγείς, ιδίως στα μέλη της Association που έχουν τις δικές τους εγκαταστάσεις συσκευασίας . Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η τιμή των συσκευασμένων προϊόντων μπορούσε εύκολα να φτάσει την ΕΤΕ και ότι θα ήταν σφάλμα να καθοριστεί η ΕΤΕ σε επίπεδο που να αντιστοιχεί στις τιμές που εφαρμόζονταν στα συσκευασμένα προϊόντα, αυτή δε η τιμή να εφαρμόζεται και στα ασυσκεύαστα προϊόντα . Παρόλον ότι το επιχείρημα της Association φαίνεται να έχει κάποια βαρύτητα, δεν νομίζω ότι από τα αποδειχθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το στοιχείο αυτό μπορεί να προσδώσει στο σύστημα καταχρηστικό χαρακτήρα .
Τέλος, στο ίδιο κεφάλαιο των παρατηρήσεών της, η Association αναφέρει ότι αν, κατά την άφιξή τους, τα αγορασθέντα προϊόντα εμφανίζονταν κατώτερης ποιότητας από τη συμφωνηθείσα με τη σύμβαση, για παράδειγμα, ήταν φθαρμένα ή περιείχαν ακαθαρσία, οποιαδήποτε μείωση της τιμής κατόπιν διαπραγματεύσεων ή ως αποτέλεσμα εμπορικής διαιτησίας αφαιρείτο από την τιμή εισαγωγής . Συνεπώς, η τελική τιμή μπορούσε να είναι χαμηλότερη από την ΕΤΕ και να απαιτείται η εξισωτική εισφορά .
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι α ) τα προϊόντα πρέπει να ελέγχονται πριν από την είσοδό τους στην Κοινότητα και β ) έπρεπε να είχε περιληφθεί στη σύμβαση πωλήσεως ρήτρα ορίζουσα ότι σε περίπτωση πραγματικού ελαττώματος που παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως, και που έχει ως αποτέλεσμα ο εισαγωγέας να οφείλει την εξισωτική εισφορά στο πλαίσιο του συστήματος ΕΤΕ, ο πωλητής θα κατέβαλλε το ποσό της εισφοράς αυτής στον εισαγωγέα . Νομίζω ότι το πρώτο επιχείρημα της Επιτροπής είναι εξωπραγματικό και το δεύτερο επιβάλλει στο εισαγωγέα υπερβολικό βάρος .
Ο ίδιος ο κανονισμός δεν διασαφηνίζει αν η τιμή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η μειωμένη τιμή λόγω πραγματικού ελαττώματος ή η ορισθείσα κατόπιν διαιτητικής αποφάσεως μετά την εισαγωγή ώστε, εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι γι' αυτό το λόγο η τιμή καθορίστηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας . Οπωσδήποτε, νομίζω ότι η κατά το πνεύμα του κανονισμού τιμή εισαγωγής ( σε σύγκριση με την ΕΤΕ ) πρέπει να είναι η τιμή εισαγωγής των προϊόντων που αντιστοιχούν σε ποιότητα συμφωνηθείσα με τη σύμβαση . Αν σε συγκεκριμένη περίπτωση αποδειχθεί ότι η τιμή αυτή μειώθηκε κατά το ποσό της αποζημιώσεως ως αποτέλεσμα ελλείψεως συμφωνηθείσας ιδιότητας, θα πρόκειται, κατά την άποψή μου, για εσφαλμένη εφαρμογή του συστήματος . Εν πάση περιπτώσει, ανακύπτουν εν προκειμένω ζητήματα ουσίας που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να επιλύσει .
'Ενα βασικό επιχείρημα που προβλήθηκε είναι ότι τίποτε δεν δικαιολογούσε την εισαγωγή αυτού του συστήματος ούτε τη διατήρησή του σε ισχύ καθ' όλη την περίοδο κατά την οποία ίσχυσε .
Βάσει των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 2742/82 και των μη αμφισβητούμενων πραγματικών περιστατικών, δεν νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι κατά το χρόνο θεσπίσεώς τους η κατά τα άλλα έγκυρη ΕΤΕ και η εξισωτική εισφορά ήταν αδικαιολόγητες . Για έναν οποιοδήποτε λόγο, επειδή ίσως κατά την προηγούμενη περίοδο οι τιμές είχαν διατηρηθεί πολύ υψηλές ενόψει της προσχωρήσεως της Ελλάδας στην Κοινότητα, τα αποθέματα σουλτανίνας ήταν σημαντικά και οι τιμές της σταφίδας καταγωγής τρίτων χωρών έπεφταν, ενώ οι εισαγωγές αυξάνονταν . Ως εκ τούτου, ο καθορισμός ΕΤΕ μαζί με την κατάλληλη εξισωτική εισφορά περιλαμβανόταν στις αρμοδιότητες της Επιτροπής .
Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι ο εν λόγω κανονισμός διατηρήθηκε σε ισχύ για περισσότερο χρόνο από τον επιβαλλόμενο . Από την περίοδο εμπορίας 1981/1982, η σουλτανίνα καταγωγής Ελλάδας είχε εξαντληθεί στο τέλος των πρώτων τριών μηνών και έπρεπε να γίνει εισαγωγή εν αναμονή της επόμενης εσοδείας στην Ελλάδα . Οι εισαγωγές κοινής σταφίδας ήταν αναγκαίες καθόλο το έτος . Εν πάση περιπτώσει, τα αποθέματα σταφίδας στο τέλος κάθε έτους ήταν μικρά - και κατά κανένα τρόπο δε μπορούσαν να συγκριθούν με τα αποθέματα των 52 500 τόνων που είχαν συσσωρευθεί κατά το τέλος της περιόδου εμπορίας 1981/1982 . Στο τέλος της περιόδου 1982/1983, ανέρχονταν σε 7 000 τόνους και έπεσαν σε 1 000 τόνους στο τέλος της περιόδου 1983/1984 . Η Association ισχυρίζεται ότι τα θεσπισθέντα μέτρα δεν δικαιολογούνταν καθόσον οι τιμές των τρίτων χωρών αυξάνονταν . Το 1983, η Επιτροπή πρότεινε στο Συμβούλιο να μεταβάλει τα επείγοντα μέτρα σε μόνιμο σύστημα διαχειρίσεως της αγοράς ( ΕΕ 1983, C 94, σ . 3 ).
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η δικαιολογία είναι ότι τα αποθέματα διατηρήθηκαν σε χαμηλό επίπεδο αν η ΕΤΕ και η εξισωτική εισφορά δεν είχαν διατηρηθεί, το επίπεδο των αποθεμάτων θα ανερχόταν εκ νέου .
Δεν υπάρχει εκτίμηση των περιστατικών όσον αφορά τα ζητήματα αυτά . Ελλείψει μιας τέτοιας εκτιμήσεως, δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί των πραγματικών αποτελεσμάτων του κανονισμού, όπως ζητείται με το προδικαστικό ερώτημα . Πάντως, αυτό που μπορεί να λεχθεί είναι ότι με τον εν λόγω κανονισμό ήταν δυνατό να ληφθούν νομίμως μόνον τα κατάλληλα μέτρα για να αποφευχθεί η διατάραξη ή η απειλή σοβαρής διαταράξεως της αγοράς στον τομέα της σταφίδας πλην της κορινθιακής . Εφόσον η διατάραξη αυτή ή η απειλή διαταράξεως έπαψε να υπάρχει, η διατήρηση σε ισχύ του κανονισμού δεν στηριζόταν σε καμιά νομική βάση . Αυτό προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος ήδη κανονισμού 521/77, κατά την οποία η εφαρμογή των εν λόγω μέτρων πρέπει να παύει από του τέλους της διαταράξεως ή της απειλής διαταράξεως προκύπτει επίσης από τον ίδιο τον κανονισμό 2742/82, όπου αναφέρεται ότι στόχος των εν λόγω μέτρων είναι να αποτραπεί η διάθεση στο εμπόριο των εισαγόμενων ξηρών καρπών σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές . Δέχομαι τον ισχυρισμό της ολλανδικής κυβερνήσεως ότι η διατήρηση σε ισχύ του συστήματος ως εργαλείο ρυθμίσεως της αγοράς και όχι ως μέτρου διασφαλίσεως προκειμένου να αντιμετωπιστεί έκτακτη κατάσταση συνιστά υπέρβαση εξουσίας . Αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η διατάραξη ή η απειλή διαταράξεως της αγοράς είχε παύσει, εναπόκειται σ' αυτό να συναγάγει το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 2742/82 είχε παύσει να έχει νόμιμη βάση και δεν μπορούσε νομίμως να εφαρμοστεί .
Το τρίτο μέσο επιθέσεως που προβάλλει η Association κατά του πρώτου συστήματος ΕΤΕ συνίσταται στο ότι ο κανονισμός είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένος, κατά παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ : πρώτον, δεν περιλαμβάνει καμιά εξήγηση όσον αφορά τους λόγους που οδήγησαν στην εφαρμογή μέτρων διασφαλίσεως για την κοινή σταφίδα ούτε και καμιά ένδειξη ότι η Επιτροπή εξέτασε τις καταστάσεις που προέκυπταν στην αγορά όσον αφορά τις διάφορες ποικιλίες σταφίδας . Ο μόνος λόγος που παρέχεται στους διάφορους κανονισμούς με τους οποίους παρατάθηκε ο κανονισμός 2742/82 συνίστατο στο ότι "οι τιμές εισαγωγής εξακολουθούν να είναι πολύ χαμηλές", ενώ, όπως αναφέρθηκε ήδη, το άρθρο 1 του κανονισμού 521/77 απαριθμεί διάφορους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη . Επιπροσθέτως, ενώ η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2742/82 ορίζει ότι η εξισωτική εισφορά πρέπει να υπολογίζεται "βάσει των τιμών που εφαρμόζονται από τις κυριότερες χώρες προμηθευτές", στην πράξη δεν υπήρχε καμιά λογική αριθμητική σχέση μεταξύ της εισφοράς και των διεθνών τιμών . 'Ετσι, η αιτιολογία διαψεύδεται στην πράξη .
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η αιτιολογία του κανονισμού 2742/82 και όλων των κανονισμών που παρέτειναν την ισχύ του ή τον τροποποίησαν είναι επαρκείς και σαφείς . Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού 521/77 εξετάστηκαν προσεκτικά και επικαλείται την νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την αιτιολογία των κανονισμών, κατ' αντίθεση προς τις ατομικές αποφάσεις, ιδίως την απόφαση στην υπόθεση 5/67, Beus κατά HZA Moenchen ( ECR 1968, σ . 126 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ( σ . 143 ):
"... η παρούσα υπόθεση αφορά κανονισμό, δηλαδή πράξη γενικής εφαρμογής, η αιτιολογία της οποίας μπορεί να περιοριστεί στο να αναφέρει, αφενός, την όλη κατάσταση που οδήγησε στη θέσπισή της, αφετέρου, τους γενικούς επιδιωκόμενους στόχους
... επομένως, δεν μπορεί να απαιτείται να διασαφηνίζονται ( στην αιτιολογία ) τα διάφορα πραγματικά περιστατικά, ενίοτε πολυάριθμα και πολύπλοκα, ενόψει των οποίων εκδόθηκε ο κανονισμός ούτε κατά μείζονα λόγο να παρέχεται με την αιτιολογία η κατά το μάλλον ή ήττον πλήρης εκτίμηση των περιστατικών ."
'Εχοντας υπόψη την ετυμηγορία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Beus και σταθμίζοντας καλά τα πράγματα νομίζω ότι η αιτιολογία του κανονισμού 2742/82 αναφέρεται επαρκώς στα στοιχεία του άρθρου 1 του κανονισμού 521/77 . 'Οπως έχει ήδη αναφερθεί, στις αιτιολογικές σκέψεις γίνεται γενική αναφορά στη σουλτανίνα ως είδος της "κοινής σταφίδας ". Νομίζω ότι η αιτιολογία είναι επικριτέα καθόσον δεν εξηγεί σαφέστερα τους λόγους που οδήγησαν την Επιτροπή να εφαρμόσει τα μέτρα διασφαλίσεως σε άλλες ποικιλίες κοινής σταφίδας που δεν παράγονται στην Κοινότητα . Εντούτοις, δεν νομίζω ότι η παράλειψη αυτή επηρεάζει το κύρος του κανονισμού . Η πρόθεση και ο όλος σκοπός του κανονισμού είναι σαφείς .
Το δεύτερο σύστημα ΕΤΕ
Το πρώτο σύστημα ΕΤΕ αντικαταστάθηκε από το δεύτερο σύστημα ΕΤΕ από 1ης Σεπτεμβρίου 1985 . Η νομική βάση στην οποία στηρίζεται το δεύτερο αυτό σύστημα δεν είναι το άρθρο 14 αλλά το άρθρο 4α του κανονισμού 516/77, το οποίο παρενεβλήθηκε με τον κανονισμό 988/84 του Συμβουλίου ( ΕΕ 1984, L 103, σ . 11 ). Ο τελευταίος αυτός κανονισμός απέβλεπε στο να προσαρμόσει και να ενοποιήσει το σύστημα ενισχύσεων στην παραγωγή που εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στη σταφίδα . Η δέκατη αιτιολογική του σκέψη έχει ως εξής :
"... όσον αφορά ορισμένα προϊόντα του τομέα για τα οποία η Κοινότητα αποτελεί πολύ σημαντικό εισαγωγέα, πρέπει, για να καταστεί δυνατό να βελτιωθεί η σταθερότητα της αγοράς και να διευκολυνθεί η ομαλή λειτουργία του συστήματος ενισχύσεως, να καθιερωθεί μηχανισμός ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή σε συνδυασμό με ένα σύστημα αντισταθμιστικού τέλους που να εξασφαλίζει την τήρησή του ."
Το άρθρο 4α επιβάλλει, ιδίως για τη σταφίδα, ΕΤΕ η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2, πρέπει να ορίζεται αφού ληφθούν υπόψη η τιμή "ελεύθερο στα σύνορα" κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα, οι τιμές που διαμορφώνονται στις διεθνείς αγορές, η κατάσταση στην εσωτερική αγορά της Κοινότητας και η εξέλιξη των συναλλαγών με τις τρίτες χώρες . Από την παράγραφο 3 προκύπτει ότι "εάν δεν τηρείται η ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή, εφαρμόζεται πλέον του δασμού μία εξισωτική εισφορά που υπολογίζεται με βάση τις τιμές που διαμορφώνονται στις κυριότερες προμηθεύτριες τρίτες χώρες ". Επομένως, υπάρχει διάταξη ορίζουσα ρητά την εξισωτική εισφορά .
Οι γενικοί κανόνες εφαρμογής του δευτέρου συστήματος ΕΤΕ ορίστηκαν με τον κανονισμό 2089/85 του Συμβουλίου ( ΕΕ 1985, L 197, σ . 10 ), και οι λεπτομέρειες εφαρμογής με τον κανονισμό 2237/85 της Επιτροπής ( ΕΕ 1985, L 209, σ . 24 ). Για την περίοδο εμπορίας 1985/86, η ΕΤΕ και οι εξισωτικές εισφορές ορίστηκαν με τον κανονισμό 2238/85 της Επιτροπής ( ΕΕ 1985, L 209, σ . 26 ). Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά τους κανονισμούς αυτούς .
Οι κύριες διαφορές που η Association διαπίστωσε μεταξύ των δύο συστημάτων είναι οι εξής : πρώτον, το Συμβούλιο προβλέπει τη δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη η διαφορά τιμής μεταξύ συσκευασμένων και ασυσκεύαστων σταφίδων ( άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2089/85 ), έστω και αν η δυνατότητα αυτή δεν λήφθηκε υπόψη από την Επιτροπή όταν εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό δεύτερον, το άρθρο 2 του κανονισμού του Συμβουλίου ορίζει μεταβλητή κλίμακα ανάλογα με τη διαφορά μεταξύ της ΕΤΕ και της τιμής που ορίζεται με τη σύμβαση ( η οποία εντούτοις καθορίζεται κατά την ημέρα της εισαγωγής ) τρίτον, οι συντελεστές καθορίζονται τώρα ανά δίμηνο, ενώ προηγουμένως μπορούσαν να μεταβάλλονται κάθε εβδομάδα . Πάντως, η Association υποστηρίζει ότι το τελευταίο αυτό πλεονέκτημα εξουδετερώνεται από την κατάργηση του κανόνα περί διατηρήσεως των συντελεστών για τα μεταφερόμενα ήδη προϊόντα, κανόνας ο οποίος προβλεπόταν με το πρώτο σύστημα ΕΤΕ και στον οποίο έχω ήδη αναφερθεί .
'Οσον αφορά το κύρος του δευτέρου συστήματος ΕΤΕ οι αιτιάσεις της Association δεν στρέφονται κατά της καθαυτό νομιμότητας του εν λόγω συστήματος ούτε κατά της επιβολής της εξισωτικής εισφοράς, καθόσον αυτή προβλέπεται τώρα ρητά, αλλά κατά των λεπτομερειών εφαρμογής η Association ισχυρίζεται ότι οι κοινοτικές αρχές παραβίασαν και πάλι την αρχή της αναλογικότητας και παρέβησαν την υποχρέωση αιτιολογίας . Η Association παραπέμπει σχετικά σε πολλά από τα προηγούμενα επιχειρήματά της .
Η Association ισχυρίζεται εκ νέου ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας καθόσον δεν δικαιολογείται η λήψη μέτρων σταθεροποιήσεως της αγοράς της κοινής σταφίδας, η οποία δεν παράγεται στην Κοινότητα, και ότι τα εν λόγω μέτρα δεν είναι σύννομα διότι δεν παρέχονται οι λόγοι για τους οποίους ελήφθησαν προς σταθεροποίηση της αγοράς της κοινής σταφίδας .
Η διατήρηση σε ισχύ του συστήματος σε περιόδους ( όπως κατά το Μάρτιο και Απρίλιο 1986 ) κατά τις οποίες τα κοινοτικά αποθέματα είχαν εξαντληθεί, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και, όπως και προηγουμένως, το εν λόγω μέτρο δεν είχε επαρκή αιτιολογία . Δεν έχουν ακόμη ληφθεί μέτρα προς μετριασμό των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν οι εισαγωγείς λόγω των νομισματικών διακυμάνσεων . Μολονότι η εξισωτική εισφορά με μεταβλητό συντελεστή είναι προτιμότερη από την εισφορά με σταθερό συντελεστή, η υψηλότερη εισφορά που μπορούσε να επιβληθεί είχε αυξηθεί σημαντικά και η όλη κλίμακα των εισφορών είναι υπερβολικά υψηλή αν ληφθούν υπόψη οι δυσχέρειες για την τήρηση της ΕΤΕ . Η ίδια η ΕΤΕ είχε αυξηθεί σημαντικά και εξακολουθεί να παραμένει πολύ υψηλή . Με τους κανονισμούς εφαρμογής δεν γίνεται διάκριση μεταξύ της συσκευασμένης και ασυσκεύαστης σταφίδας και δεν παρέχεται καμιά σχετική αιτιολογία . Οι εκπτώσεις λόγω φθοράς των προϊόντων ή λόγω κατώτερης ποιότητας εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως μειώσεις της τιμής .
Τις απόψεις της Association όσον αφορά το δεύτερο σύστημα ΕΤΕ υποστηρίζει χλιαρά η ολλανδική κυβέρνηση . Τονίζει, ορθά κατά την άποψή μου, τη διαφορετική νομική βάση των δύο συστημάτων . Το πρώτο απέβλεπε στη βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων, ενώ το δεύτερο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μηχανισμού ενισχύσεων . Εντούτοις, εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες : η ΕΤΕ είναι πολύ υψηλή και οι λόγοι για τους οποίους το σύστημα εφαρμόζεται σε όλα τα είδη σταφίδας και όχι μόνο στη σουλτανίνα δεν είναι σαφείς . Μολονότι τα αποτελέσματα αυτά μπορεί να είναι δυσανάλογα, δεν είναι ίσως σε τέτοιο βαθμό δυσανάλογα ώστε να καθιστούν άκυρο τον κανονισμό .
Η Επιτροπή προβάλλει ουσιαστικά τα επιχειρήματα που ανέπτυξε σχετικά με το πρώτο σύστημα ΕΤΕ . Αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι η ΕΤΕ αυξήθηκε σημαντικά και υποστηρίζει ότι ο ανά δίμηνο καθορισμός των συντελεστών καθιστούσε περιττή τη διατήρησή τους για τα υπό μεταφορά ευρισκόμενα εμπορεύματα .
Μολονότι με το δεύτερο ερώτημα τίθεται ζήτημα κύρους του κανονισμού 2237/85 του Συμβουλίου, η Association διευκρίνισε ότι δεν αμφισβητούσε το κύρος του κανονισμού αυτού . Εν προκειμένω δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την ακυρότητά του .
'Οσον αφορά το δεύτερο σύστημα ΕΤΕ, δεν έχω πεισθεί ότι τα μέτρα που αφορούσαν όλα τα είδη σταφίδας, και όχι μόνον τη σουλτανίνα, πρέπει κατ' ανάγκη να θεωρηθούν ότι ελήφθησαν καθ' υπέρβαση εξουσίας εφόσον όλα τα είδη σταφίδας μπορούν να διαταράξουν την αγορά της σουλτανίνας . Νομίζω ότι αυτό είναι ζήτημα του δικαστηρίου της ουσίας και όχι ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής βάσει του άρθρου 177 . Τα ζητήματα αν η ΕΤΕ καθορίστηκε σε πολύ υψηλό επίπεδο, αν η εξισωτική εισφορά - έστω και κλιμακωμένη - ανέβαζε τις τιμές σε επίπεδο πολύ υψηλότερο από αυτό της κοινοτικής, αν η παράλειψη της Επιτροπής να ασκήσει τις εξουσίες που της παρεσχέθησαν προκειμένου να διαφοροποιήσει τα συσκευασμένα από τα ασυσκεύαστα προϊόντα - με συνέπεια να προκύψουν διακρίσεις ή αποτελέσματα αντίθετα προς το σκοπό του συστήματος όσον αφορά τα ασυσκεύαστα προϊόντα - συνιστούν πραγματικά ζητήματα συνεπαγόμενα εξέταση κατά την άποψή μου, τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να κριθούν από το Δικαστήριο βάσει των αμφισβητουμένων αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν οι διάδικοι .
Συνεπώς, θεωρώ ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να συνίσταται στο ότι ο κανονισμός 2742/82 της Επιτροπής και οι κανονισμοί που τον τροποποίησαν είναι άκυροι καθόσον προβλέπουν εξισωτική εισφορά με σταθερό συντελεστή ανεξάρτητα από τη διαφορά μεταξύ της τιμής εισαγωγής και της καθορισθείσας από την Επιτροπή ΕΤΕ . Δεν έχει αποδειχθεί εν προκειμένω ότι ο κανονισμός 2089/85 του Συμβουλίου και ο κανονισμός 2237/85 της Επιτροπής ( όπως τροποποιήθηκε ) ήταν καθαυτό άκυροι . Το πρόβλημα αν οι κανονισμοί αυτοί εφαρμόζονταν κατά τρόπο που συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας ή παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας ή εισήγε διακρίσεις ανάλογα με τις διάφορες μορφές εμφανίσεως των προϊόντων συνιστά πραγματικό ζήτημα, αρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου .
Ως προς τα δικαστικά έξοδα : όσον αφορά τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Association, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί σχετικώς στο πλαίσιο της κύριας δίκης τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ολλανδική και η ελληνική κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή και το Συμβούλιο, δεν αποδίδονται .
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά .
Full & Egal Universal Law Academy