ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 12ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι δικαστές,
Το Tribunal de première instance του Dinant, στο πλαίσιο ποινικής δίκης που κινήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού από την εισαγγελική αρχή ( Ministère public ) κατά του Arthur Mathot, εμπόρου βουτύρου, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
« Η υποχρέωση που επιβάλλεται μόνο στους βέλγους παρασκευαστές, αποκλειομένων των ανταγωνιστών τους από τα άλλα κράτη μέλη, να αναφέρουν το όνομα και τη διεύθυνση τους επί της συσκευασίας του βουτύρου συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης; »
Με το ερώτημα, όπως είναι διατυπωμένο, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν διάταξη του εθνικού δικαίου συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
Όμως, κατά τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων που θέσπισε το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται μόνο επί της ερμηνείας της Συνθήκης ή επί του κύρους ή της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας.
Πάντως, είναι δυνατό να αναδιατυπωθεί το ερώτημα ώστε να εμπίπτει στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 177. Αυτό θα μπορούσε να γίνει ως εξής:
« Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, άλλη διάταξη της Συνθήκης ή γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου απαγορεύουν στα κράτη μέλη να επιβάλουν, όσον αφορά την επισήμανση του βουτύρου εγχώριας παραγωγής, αυστηρότερους κανόνες από εκείνους που έχουν εφαρμογή στο εισαγόμενο βούτυρο; »
Επειδή το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επανειλημμένως, και εντελώς πρόσφατα ακόμη, σχετικά με προβλήματα του είδους αυτού, μπορώ να περιοριστώ σε τρεις σύντομες παρατηρήσεις και τις αναπτύσσω αμέσως.
1.
Το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο το οποίο δεν έχει περιοριστικό αποτέλεσμα επί των εισαγωγών.
Μόλις πρόσφατα ακόμη με την απόφαση του Δικαστηρίου, της 23ης Οκτωβρίου 1986, στην υπόθεση 355/85, Commissaire de police του Thouars κατά Michel Cognet (Συλλογή 1986, σ. 3231 ), το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε σχετικά με εθνική νομοθεσία που κατέληγε σε διαφορετική μεταχείριση αναλόγως του αν επρόκειτο για βιβλία τα οποία είχαν διατεθεί απευθείας στην αγορά στο κράτος μέλος όπου είχαν εκδοθεί και τυπωθεί ή για βιβλία που έχουν επανεισαχθεί αφού είχαν προηγουμένως εξαχθεί σε άλλο κράτος μέλος, καθόσον στα πρώτα επιβαλλόταν διατίμηση, ενώ στα τελευταία η τιμή ήταν ελεύθερη, ότι « το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση. Πράγματι, το άρθρο αυτό έχει ως σκοπό να εξαλείψει τα εμπόδια κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων και όχι να διασφαλίσει ότι τα εγχώρια εμπορεύματα απολαύουν, σε όλες τις περιπτώσεις, της ίδιας μεταχειρίσεως όπως τα εισαγόμενα ή τα επανεισαγόμενα εμπορεύματα. Η έλλειψη περιορισμών όσον αφορά την τιμή πωλήσεως των επανεισαγομένων βιβλίων δεν βλάπτει τη διάθεση των βιβλίων αυτών στην αγορά. Διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εμπορευμάτων που δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει την εισαγωγή ή να βλάψει την εμπορία των εισαγομένων ή επανεισαγομένων εμπορευμάτων δεν εμπίπτει στην απαγόρευση που θεσπίζει το εν λόγω άρθρο ».
2.
Καμιά άλλη διάταξη της Συνθήκης ούτε καμιά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου απαγορεύουν να επιφυλάσσεται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση στα εγχώρια προϊόντα από ό,τι στα εισαγόμενα προϊόντα (αντίστροφη δυσμενής διάκριση ) όταν τα εν λόγω μέτρα δεν αφορούν τομέα που υπόκειται σε κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ή σε εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών.
Η πρώτη διάταξη που είναι σχετική όταν γίνεται λόγος για δυσμενή διάκριση είναι προφανώς το άρθρο 7 το οποίο ορίζει ότι « εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσης Συνθήκης, και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας ».
Όπως επανειλημμένως έκρινε το Δικαστήριο, κυρίως με τις αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1978 (Boussone, 31/78, Rec. σ. 2445) και της 14ης Ιουλίου 1981 (Oebel, 155/80, Συλλογή 1981, σ. 1993), το οποίο παραθέτω εδώ, «η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που αναφέρεται στο άρθρο 7 δεν παραβιάζεται από μια κανονιστική ρύθμιση, η οποία δεν εφαρμόζεται αναλόγως με την ιθαγένεια των επιχειρηματιών, αλλά σε συνάρτηση με τον τόπο της εγκαταστάσεως τους.
Από τα ανωτέρω έπεται ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία δεν εισάγει διακρίσεις μεταξύ των υποκειμένων σ' αυτή, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο λόγω της ιθαγενείας, δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 7 ακόμα και όταν θίγει την ανταγωνιστική ικανότητα των επιχειρηματιών, οι οποίοι υπόκεινται σ' αυτή.
Εξάλλου, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο με την απόφαση του της 3ης Ιουλίου 1979 ( Van Dam, 185 έως 204/78, Rec. 1979, σσ. 2345, 2361 ) δεν δύναται να λογισθεί ως αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας εκ μόνου του λόγου ότι, δήθεν, άλλα κράτη μέλη εφαρμόζουν διατάξεις λιγότερο αυστηρές. »
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ίδια αρχή με τις αποφάσεις του Smit ( 1 ) και Cognet (που παρατέθηκε ήδη ).
Σχετικά με τα άρθρα 37 και 95 της Συνθήκης, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« Ούτε το άρθρο 37 ούτε το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ εμποδίζουν κράτος μέλος να πλήττει εθνικό προϊόν — ειδικότερα ορισμένα αποστάγματα —, ανεξαρτήτως του αν το προϊόν αυτό υπόκειται σε εμπορικό μονοπώλιο, με εσωτερικές επιβαρύνσεις υψηλότερες από εκείνες που πλήττουν τα ομοειδή προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη » ( 2 ).
Τέλος, όσον αφορά τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, θα ήθελα να υπενθυμίσω ένα άλλο απόσπασμα της απόφασης της 23ης Οκτωβρίου 1986 (που παρατέθηκε ήδη) όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι « όσον αφορά τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η μη ευνοϊκή μεταχείριση των εγχώριων προϊόντων σε σχέση με τα εισαγόμενα προϊόντα ή ακόμη των λιανοπωλητών οι οποίοι πωλούν εγχώρια προϊόντα, εφαρμοζόμενη από κράτος μέλος σε τομέα που υπόκειται σε κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ή σε εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών, δεν εμπίπτει στο πεαίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου» (σκέψη 11).
3.
Τρίτον, θα ήθελα να επισημάνω, για κάθε ενδεχόμενο, ότι το πρόβλημα της αντίστροφης δυσμενούς διακρίσεως δεν μπορεί καν να τίθεται πλέον όσον αφορά την επισήμανση του βουτύρου καθόσον το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο μέτρου εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο. Πρόκειται για την οδηγία 79/112 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, «περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους » ( 3 ).
Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής
« η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει... τις ακόλουθες μόνον υποχρεωτικές ενδείξεις:
...
6)
το όνομα ή την εμπορική επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας. »
Αν η οδηγία 79/112 μεταφέρθηκε σωστά στο Βέλγιο, πράγμα που δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξακριβώσει στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ούτε το βούτυρο εγχώριας παραγωγής ούτε το εισαγόμενο βούτυρο δεν μπορούν να προσφέρονται προς πώληση στο Βέλγιο σε συσκευασία στην οποία αναγράφεται αποκλειστικά ο αριθμός της άδειας.
Επομένως, ακόμη και αν το πρόβλημα της αντίστροφης δυσμενούς διακρίσεως, που έθεσε ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη, δεν τίθεται στην πραγματικότητα, νομίζω εντούτοις ότι επιβάλλεται να δοθεί απάντηση στο πολύ συγκεκριμένο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 και να υπομνηστεί επίσης η νομολογία του Δικαστηρίου ως προς την αντίστροφη δυσμενή διάκριση στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
...
Συμπέρασμα
Εν συμπεράσματι, προτείνω επομένως να δοθούν οι ακόλουθες τρεις απαντήσεις στο Tribunal de première instance του Dinant:
1)
Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει ως σκοπό να εξαλείψει τα εμπόδια κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων και όχι να διασφαλίσει ότι τα εγχώρια εμπορεύματα απολαύουν σε όλες τις περιπτώσεις της ίδιας μεταχειρίσεως με τα εισαγόμενα εμπορεύματα.
2)
Η μη ευνοϊκή μεταχείριση των εγχώριων προϊόντων σε σχέση με τα εισαγόμενα προϊόντα, εφαρμοζόμενη από κράτος μέλος σε τομέα που δεν υπόκειται σε κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ή σε τομέα όπου οι εθνικές νομοθεσίες δεν έχουν εναρμονιστεί, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
3)
Οι νομοθεσίες των κρατών μελών ως προς την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων αποτέλεσαν αντικείμενο εναρμονίσεως με την οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, περίπτωση 6, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι η επισήμανση του βουτύρου πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει το όνομα ή την εμπορική επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται στα τρόφιμα ανεξάρτητα από την καταγωγή τους.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1983, Smit κατά Commissie Grensoverschrijdend Beroepsgoederenvervoer, υπόθεση 126/82, Συλλογή 1983, σ. 92.
( 2 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, Peureux, υπόθεση 86/78, Rec. σσ. 897,915, διατακτικό.
( 3 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33.
Full & Egal Universal Law Academy