Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Η παρούσα υπόθεση αποτελεί συνέχεια της υποθέσεως 48/86, που είχε ως αντικείμενό της ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 13ης Ιανουαρίου 1986, με την οποία μεταφέρθηκαν από 1ης Ιανουαρίου 1985, βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ της 31ης Ιανουαρίου 1984 ( 1 ), οι ετήσιες παραγωγές και ποσότητες αναφοράς της Cockerill-DRC SA στην εταιρία Sacilor .
2 . Διαπιστώνοντας ότι η απόφαση αυτή στηριζόταν επί πεπλανημένου νομικού ερείσματος, η Επιτροπή την ανακάλεσε και την αντικατέστησε με νέα απόφαση της 10ης Μαρτίου 1986, η οποία έχει στην πραγματικότητα το ίδιο περιεχόμενο, αλλά στηρίζεται αυτή τη φορά στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ . Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφουν οι προσφεύγοντες την παρούσα προσφυγή, αφού παραιτήθηκαν από την προσφυγή επί της υποθέσεως 48/86 .
3 . Τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι κυρίως, αφενός, η πώληση ( στις 22 Οκτωβρίου 1985 ) από τους προσφεύγοντες, ενεργούντες ως εκκαθαριστές της Cockerill-DRC SA, που είχε παύσει κάθε παραγωγική δραστηριότητα στις αρχές του πρώτου τριμήνου 1985, ενός ελασματουργείου στη γερμανική εταιρία Dorninger αντί 7 900 000 γαλλικών φράγκων ( FF ) και, αφετέρου, η σχεδόν άμεση μεταπώληση ( στις 4 Νοεμβρίου 1985 ) του ελασματουργείου αυτού από την Dorninger στη γαλλική εταιρία Sacilor αντί 10 300 000 FF .
4 . Προηγουμένως, κατά το θέρος 1985, οι προσφεύγοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ, είχαν ζητήσει από την Επιτροπή να τους επιτρέψει να πωλήσουν, με έναρξη ισχύος το δεύτερο τρίμηνο του 1985, τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς της Cockerill-DRC SA στη μητρική βελγική εταιρία Cockerill-Sambre, η οποία και είχε επιβεβαιώσει την πιο πάνω αίτηση .
Α - Επί του παραδεκτού
5 . 1 . Χωρίς να προβάλει ρητή αντίρρηση κατά του παραδεκτού της προσφυγής, η Επιτροπή λυπάται που οι προσφεύγοντες δεν συνέβαλαν στην οικονομία της δίκης, συνεχίζοντας τη δίκη εντός του πλαισίου της υποθέσεως 48/86 αντί της ασκήσεως της παρούσας προσφυγής, αφού τα πραγματικά περιστατικά είναι τα ίδια και τα προβαλλόμενα επιχειρήματα δεν προσφέρουν κανένα νέο στοιχείο .
6 . Σχετικώς επιθυμώ απλώς να υπενθυμίσω ότι στη Διάταξη διαγραφής, της 18ης Ιουνίου 1986, της υποθέσεως 48/86 το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή ήταν εκείνη που, λόγω της ανακλήσεως της αποφάσεώς της της 13ης Ιανουαρίου 1986, κατέστησε δικαιολογημένη την παραίτηση των προσφευγόντων, και ότι το να υποχρεωθούν οι προσφεύγοντες να στρέψουν, κατά το στάδιο της απάντησης, την προσφυγή κατά της νέας αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1986 "θα είχε ως συνέπεια γι' αυτούς την αδυναμία να απαντήσουν εγγράφως στην προάσπιση της αποφάσεως αυτής από την Επιτροπή στην οποία θα προέβαινε για πρώτη φορά με την ανταπάντησή της" ( σκέψη 10 ).
Δεν μπορούν επομένως να επιτιμηθούν οι προσφεύγοντες για τον τρόπο με τον οποίο ενήργησαν .
7 . 2 . Αντιθέτως, ορθώς προτείνει ρητώς ένσταση απαραδέκτου ως προς το δεύτερο μέρος του αιτήματος, με το οποίο οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο "να διατάξει την Επιτροπή να κάμει χρήση των εξουσιών που της παρέχουν οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ για τη λήψη των καταλλήλων μέτρων προς εξασφάλιση εύλογης αποκατάστασης της ζημίας που προέκυψε από την προσβαλλόμενη απόφαση ".
8 . Πράγματι, καθόσον το αίτημα αυτό δεν είναι παρά απλή αντιγραφή της τρίτης φράσης του εδαφίου 1 του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, είναι περιττό και πλεοναστικό . Η υποχρέωση της Επιτροπής να αποκαταστήσει τη ζημία που ενδεχομένως υπέστησαν οι προσφεύγοντες από την προσβαλλόμενη απόφαση μετέχει της γενικότερης υποχρέωσης λήψεως των μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση ακυρωτικής απόφασης . Συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος να επιβεβαιωθεί ( 2 ).
9 . Αν το αίτημα αποσκοπεί στη λήψη της αποκαταστάσεως τέτοιας ζημίας από τώρα, το ίδιο το γράμμα του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ εμποδίζει το παραδεκτό του γιατί το άρθρο αυτό επιτρέπει τέτοιο αίτημα μόνο μετά την ακύρωση της αποφάσεως που φέρεται ως αιτία της ζημίας και αφού αποδειχτεί ότι η Επιτροπή δεν σκέπτεται να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η αποκατάσταση της βεβαιωθείσας παρανομίας ( 3 ).
10 . 'Οπως και αν έχει το πράγμα, για να υφίσταται υποχρέωση αποκαταστάσεως πρέπει να υπάρχει πταίσμα, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποδειχτεί παρά μόνον αν η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν πράγματι παράνομη .
Ας δούμε λοιπόν τι συμβαίνει .
Β - Επί της ουσίας
11 . Οι προσφεύγοντες προβάλλουν τέσσερις λόγους ακυρώσεως, ήτοι :
- ότι η Sacilor δεν είναι ή δεν είναι πλέον ο "τωρινός ιδιοκτήτης" του ελασματουργείου της Cockerill-DRC SA και ότι συνεπώς η Επιτροπή υπέπεσε σε "πρόδηλη πλάνη"
- ότι η εταιρία Dorninger, πρώτος αγοραστής αυτού του ελασματουργείου, δεν αποτελεί "επιχείρηση" κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΧ και συνεπώς δεν μπορούσε ούτε να αποκτήσει ούτε να μεταβιβάσει τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς που αντιστοιχούν σ' αυτήν
- ότι η Sacilor δεν παρήγαγε ποτέ προϊόντα με τις εγκαταστάσεις αυτές, αλλά χρησιμοποίησε τις κτηθείσες ποσότητες αναφοράς για να αυξήσει την παραγωγή των άλλων εγκαταστάσεών της
- ότι η Επιτροπή τους εμπόδισε να ρευστοποιήσουν μέρος του ενεργητικού της Cockerill-DRC SA με το να αρνηθεί την πώληση των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς στην Cockerill-Sambre και τους προκάλεσε έτσι ζημία .
12 . Με όλους τους λόγους ακυρώσεως προβάλλεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή εφήρμοσε κακώς το άρθρο 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ, ενώ την καίρια στην περίπτωση αυτή διαταξη αποτελεί το άρθρο 15, παράγραφος 1 .
13 . Ας αρχίσουμε λοιπόν να εξετάζουμε το πρόβλημα αυτό . Η παράγραφος 4, του άρθρου 9 αρχίζει ως εξής :
"Αν η κυριότητα επί μιας εγκαταστάσεως εργοστασίου ή επιχειρήσεως μεταβληθεί, μεταβιβάζονται στο νέο ιδιοκτήτη οι παραγωγές και οι ποσότητες αναφοράς που ίσχυαν για την εγκατάσταση αυτή, καθώς και οι αντίστοιχες ποσοστώσεις ...".
14 . Με τη Διάταξη της 9ης Απριλίου 1986 στην υπόθεση 48/86 R ο πρόεδρος του Δικαστηρίου έκρινε ότι δυνάμει της διατάξεως αυτής ο νέος ιδιοκτήτης μιας εγκαταστάσεως αποκτά αυτοδικαίως και αυτομάτως τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς που αντιστοιχούν στην εγκατάσταση αυτή . Διαπιστώνοντας ότι το τελικό αποτέλεσμα των αλλεπαλλήλων πωλήσεων του εν λόγω ελασματουργείου στην εταιρία Dorninger και στη Sacilor συνίστατο στο ότι η Sacilor απέκτησε την κυριότητα, κατέληξε στο ότι η Επιτροπή δεν είχε άλλη εναλλακτική δυνατότητα από το να της μεταβιβάσει τις προαναφερθείσες παραγωγές και ποσότητες αναφοράς ( σκέψη 28 έως 30 ).
15 . Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, "μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει τις ανταλλαγές, πωλήσεις ή παραχωρήσεις του συνόλου ή μέρους των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς, εφόσον οι εγκαταστάσεις που αντιστοιχούν στις μεταφερόμενες αναφορές έχουν κλείσει οριστικά ή έχουν πωληθεί και μεταφερθεί σε τρίτη χώρα μετά την 1η Ιανουαρίου 1980 ". Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι στην προκειμένη περίπτωση βρισκόμαστε ακριβώς προ περιπτώσεως κλεισίματος εγκαταστάσεως κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης . Θα πρέπει λοιπόν να ερευνήσουμε την έκταση αυτής της έννοιας .
16 . Είναι προφανές, καταρχάς, ότι θα βρισκόμασταν προ σαφούς κλεισίματος αν η εγκατάσταση είχε εγκαταλειφθεί ώστε να καταστεί βαθμηδόν άχρηστη υπό την επήρεια της σκουριάς και των καιρικών συνθηκών . Δεν συνέβη όμως αυτό .
17 . Θα μπορούσε ακόμη να λογισθεί ως οριστικό κλείσιμο κατά την έννοια του άρθρου 15 το γεγονός της πωλήσεως των διαφόρων στοιχείων της εγκαταστάσεως υπό τύπο ανταλλακτικών ή παλαιοσιδήρου . Ούτε όμως αυτό συνέβη εδώ .
18 . Η εγκατάσταση πωλήθηκε πράγματι ως σύνολο στην εταιρία Dorninger .
19 . Είναι συνεπώς αναμφισβήτητο ότι από την ημερομηνία αυτής της πώλησης έπαυσε η εταιρία Cockerill-DRC SA να είναι κυρία της εγκαταστάσεως, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε αληθώς από τους εκκαθαριστές της .
20 . Αυτοί όμως υποστηρίζουν ότι βρισκόμαστε πάντα προ περιπτώσεως κλεισίματος κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, διότι η εταιρία Dorninger δεν είναι επιχείρηση κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΧ . Συνεπώς δεν μπόρεσε να αποκτήσει παρά την ψιλή κυριότητα των εγκαταστάσεων, όχι όμως τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς που ήταν συνδεδεμένες μαζί της . Κατά μείζονα δε λόγο δεν μπορούσε να τις μεταβιβάσει στην εταιρία Sacilor .
21 . Επομένως, καμιά διάταξη της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι οι παραγωγές και ποσότητες αναφοράς δεν μπορούν να μεταβιβαστούν με την εγκατάσταση παρά μόνο όταν πωλείται αυτή σε άλλη επιχείρηση βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα .
22 . Το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 4, διαλαμβάνει ρητώς ότι αν η κυριότητα επί μιας εγκαταστάσεως μεταβληθεί ( εννοείται : κατά οποιοδήποτε τρόπο ), μεταβιβάζονται στο νέο ιδιοκτήτη οι παραγωγές και οι ποσότητες αναφοράς . 'Οπως υπογραμμίζει ορθώς η Επιτροπή, δεν μπορεί να αντλήσει άμεσα πλεονεκτήματα όσο δεν παράγει τίποτε επί των εγκαταστάσεών του . Πράγματι, από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 9 της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ προκύπτει ότι μια επιχείρηση που διαθέτει παραγωγές και ποσότητες αναφοράς δεν διατηρεί το δικαίωμα των ποσοστώσεων παραγωγής που της έχουν χορηγηθεί ή δεν αποκτά εκ νέου αυτό το δικαίωμα παρά αν ασκεί παραγωγική δραστηριότητα ή αντιστοίχως αναλαμβάνει τέτοια δραστηριότητα .
23 . Αν αποφάσιζε η εταιρία Dorninger να αναλάβει τέτοια δραστηριότητα, από τη στιγμή εκείνη θα μπορούσε να λογισθεί ως επιχείρηση βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και όταν θα της "μεταβιβάζονταν" οι παραγωγές και ποσότητες αναφοράς θα μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει .
24 . Αυτό όμως δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, γιατί λίγες μέρες μετά την απόκτηση της εγκαταστάσεως την μεταπώλησε η Dorninger στη Sacilor, της οποίας η ιδιότητα ως επιχειρήσεως σιδήρου και χάλυβα κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν αμφισβητείται ούτε είναι αμφισβητήσιμη .
25 . Δεδομένου ότι οι παραγωγές και ποσότητες αναφοράς δεν "έσβησαν" λόγω του ότι η εγκατάσταση ανήκε για λίγες μέρες στην κυριότητα άλλης επιχειρήσεως, που δεν υπάγεται στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, μπόρεσαν να μεταβιβαστούν στη Sacilor .
26 . Οι προσφεύγοντες εξακολουθούν όμως να ισχυρίζονται ότι η εταιρία Sacilor, ούτε αυτή, είχε παραγάγει οτιδήποτε επί των εγκαταστάσεων αυτών, αλλά χρησιμοποίησε τις αποκτηθείσες ποσότητες αναφοράς για να αυξήσει την παραγωγή των λοιπών εγκαταστάσεών της .
27 . 'Οπως παρατηρεί δε και ο πρόεδρος του Δικαστηρίου στην προσημειωθείσα Διάταξη της 9ης Απριλίου 1986 στην υπόθεση 48/86 R ( σκέψη 31 ), το γεγονός ότι η τελευταία αυτή επιχείρηση αγόρασε την εγκατάσταση αυτή με πρόθεση να τη διαλύσει και όχι να τη χρησιμοποιήσει για την παραγωγή ( 4 ) δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον για τη λύση του ζητήματος αν η Επιτροπή μπορούσε, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, να εκδώσει την προβλεπόμενη απόφαση .
28 . Σύμφωνα με το γράμμα της πέμπτης αιτιολογικής σκέψης της απόφασης 2177/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1983 ( 5 ), που εισήγαγε το άρθρο 9, παράγραφος 3, εδάφιο 2, και παράγραφος 4, στο σύστημα των ποσοστώσεων, ο σκοπός αυτών των διατάξεων είναι "να αποφευχθεί κάθε αύξηση των μεγεθών αναφοράς, προς όφελος της αγοράς ".
29 . Ο σκοπός αυτός δεν θίγεται αν ο αγοραστής μιας εγκαταστάσεως δεν τη χρησιμοποιήσει καθόλου ή προβεί στην άμεση διάλυσή της, χρησιμοποιώντας συγχρόνως τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς που συνδέονται μ' αυτή για να αυξήσει τη συνολική του παραγωγή επί άλλων εγκαταστάσεών του . ( Είναι αυτό που η Επιτροπή αποκαλεί "δώρο για το κλείσιμο ".)
30 . Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ακόμη ότι η απόφαση της 10ης Μαρτίου 1986 πρέπει να ακυρωθεί γιατί η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη ως προς την ταυτότητα του νέου κυρίου της εγκαταστάσεως . Το ελασματουργείο δεν απεστάλη, πράγματι, στη Sacilor, αλλά στην εταιρία Dillinger Hoettenwerke στο Σάαρ .
31 . Το σημείο αυτό φαίνεται βέβαιο, αλλά δεν είναι ούτε αυτό ικανό να θέσει υπό αμφιβολία το κύρος της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή στις 10 Μαρτίου 1986 .
32 . Είναι πράγματι δεδομένο ότι κατά τη στιγμή εκείνη "η κυριότητα επί της εγκαταστάσεως" είχε "μεταβληθεί" κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 4 . Λόγω του γεγονότος αυτού είχε παύσει η Cockerill-DRC να είναι δικαιούχος παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς των εγκαταστάσεων και των ποσοστώσεων που αντιστοιχούσαν σ' αυτές, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στο νέο κύριο .
33 . Συνεπώς, επί του σημείου αυτού δεν υπέπεσε η Επιτροπή σε πρόδηλη πλάνη . Από αυτό δε απορρέει ότι η ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω πλάνης ως προς την ταυτότητα του κυρίου δεν θα είχε ποτέ ως αποτέλεσμα να αποδοθούν στην Cockerill-DRC SA οι ποσοστώσεις που αντιστοιχούν στο πωληθέν ελασματουργείο .
34 . 'Αλλωστε δεν προσκομίστηκε απόδειξη ότι η Sacilor δεν είναι ή ότι δεν είναι πλέον η κυρία των εγκαταστάσεων . Αλλά και αν υποτεθεί ότι έτσι έχουν τα πράγματα, απ' αυτό θα προέκυπτε μόνο η υποχρέωση για την Επιτροπή να εκδώσει νέα απόφαση βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, για να διαπιστώσει τη μεταβίβαση των παραγωγών και των εν λόγω ποσοτήτων αναφοράς στο νέο κύριο . Ακόμη και αν ήταν βέβαιο ότι η Dillinger Hoettenwerke κατέστη κυρία της εγκαταστάσεως πριν από τις 10 Μαρτίου 1986, ημερομηνία της προσβαλλόμενης απόφασης, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να στηρίξουν στο γεγονός αυτό έννομο συμφέρον ακυρώσεώς της, ούτε κατά το μέτρο που τους αφαιρεί τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς, διότι οι προσφεύγοντες δεν ήταν πλέον, κατά τη στιγμή εκείνη, κύριοι των εγκαταστάσεων, ούτε κατά το μέτρο που τις χορηγεί στη Sacilor . Το συμφέρον αυτό υφίστατο μόνον στο πρόσωπο του "πραγματικού" κυρίου .
35 . Επομένως, ούτε αυτός ο λόγος μπορεί να γίνει δεκτός .
36 . Τέλος, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι η απόφαση της Επιτροπής τους προξένησε ζημία .
37 . Δεδομένου ότι αυτό δεν μπορεί, στο παρόν στάδιο, να αποτελέσει αίτημα αποζημιώσεως ( βλέπε πιο πάνω, πρόβλημα παραδεκτού ), δεν συντρέχει λόγος να ερευνηθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ενδεχόμενης αποζημίωσης ( πταίσμα, ζημία, σχέση αιτίας προς αποτέλεσμα ).
38 . Ο ανωτέρω ισχυρισμός θα πρέπει να λογισθεί ως άλλος λόγος ακυρώσεως, στρεφόμενος κατά της νομιμότητας της απόφασης της 10ης Μαρτίου 1986 .
39 . Δεδομένου, όμως, ότι ενόψει των πραγματικών περιστατικών της προκειμένης υποθέσεως η Επιτροπή απλώς συνήγαγε τις νομικές συνέπειες που απορρέουν αυτομάτως από το άρθρο 9, παράγραφος 4, της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ, η απόφασή της της 10ης Μαρτίου 1986 δεν μπορούσε να προξενήσει ζημία στους προσφεύγοντες .
40 . Πωλώντας τις εγκαταστάσεις της Cockerill-DRC SA, οι εκκαθαριστές πώλησαν συγχρόνως, δυνάμει της ισχύουσας κανονιστικής ρυθμίσεως, τις παραγωγές και τις ποσότητες αναφοράς που συνδέονται μαζί τους : δεν μπορούσαν επομένως να διαθέσουν περισσότερα κατόπιν χωρίς να "παρακαμφθεί η μεταβίβαση αυτή", κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 4, εδάφιο 1, τελευταία περίοδος .
41 . Συνεπώς, αν θα υπήρχε ζημία, αυτή θα προέκυπτε από την ίδια τη γενική απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ, η οποία με τα άρθρα 9, παράγραφος 4, και 15 εμποδίζει μια επιχείρηση να μεταβιβάσει χωριστά τις εγκαταστάσεις της και τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς που συνδέονται μαζί τους . Οι προσφεύγοντες δεν προέβαλαν πάντως ένσταση ελλείψεως νομιμότητας για τη μια ή για την άλλη από αυτές τις διατάξεις και εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί κανείς να φανταστεί με ποιες σκέψεις θα μπορούσε να θεμελιωθεί τέτοια ένσταση .
42 . Εξάλλου, δεδομένου ότι η ζημία αυτή θα συνίστατο κυρίως στο γεγονός ότι οι εκκαθαριστές της Cockerill-DRC SA δεν μπόρεσαν να πωλήσουν τις ποσότητές της αναφοράς στην Cockerill-Sambre ( που τους είχε προσφέρει 1 500 000 FF ), θα έπρεπε να προσβάλουν μάλλον την απόφαση της Επιτροπής της 27ης Σεπτεμβρίου 1985 που αρνήθηκε αυτή την πώληση ( βλέπε παράρτημα 13 στις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής στην υπόθεση 48/86 R ).
43 . Επομένως, κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγοντες κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης της 10ης Μαρτίου 1986 δεν ευσταθεί, κατά τη γνώμη μου .
44 . Καταλήγοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα προσφυγή και να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων 48/86 R κατά το μέτρο που αφορούσε την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1986, για τα οποία είχε επιφυλαχθεί το Δικαστήριο μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της υποθέσεως 100/86, με τη Διάταξη περί διαγραφής της 18ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 48/86 .
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά .
( 1 ) Απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ . 1 ).
( 2 ) Βλέπε, υπό τύπο παραδείγματος, απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961, υπόθεση 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1961, σ . 1, ιδίως σ . 36 : "δεν ανήκει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που δέχεται την προσφυγή, να υπαγορεύσει στην Ανωτάτη Αρχή τις αποφάσεις που συνεπάγεται η ακυρωτική απόφαση, αλλά πρέπει να περιοριστεί στην αναπομπή της υπόθεσης ενώπιον της Ανωτάτης Αρχής ".
( 3 ) Βλέπε, υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 10ης Ιουνίου 1986, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 81 και 119/85, Usinor κατά Επιτροπής, Συλλογή σσ . 1777 και 1792, σκέψη 24 .
( 4 ) Βλέπε επιστολή της Sacilor, της 13ης Νοεμβρίου 1985, απευθυνομένης στην Επιτροπή, παράρτημα 16 στις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής στην υπόθεση 48/86 R .
( 5 ) Απόφαση 2177/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1983, για παράταση του συστήματος επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 208, σ . 1 ).
Full & Egal Universal Law Academy