Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η παρούσα υπόθεση έρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών . Είναι η πρώτη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υποβάλλεται στο Δικαστήριο από ελληνικό δικαστήριο .
Με σύμβαση της 22ας Απριλίου 1982, η ελληνική εταιρία "Ιωάννης Θεοδωράκης - Βιομηχανία Ελαίου ΑΕ", την οποία θα αποκαλώ "Θεοδωράκης", συμφώνησε με την κρατική πολωνική εταιρία Agros Bohdanowitz να της πωλήσει 100 τόνους πυρηνελαίου ραφινέ εσοδείας 1981/82 σε τιμή που είχε οριστεί εναλλακτικώς fob και fot . Ως χρόνος παραδόσεως ορίστηκε η 31η Αυγούστου 1982, το αργότερο, ημερομηνία αναχώρησης από την Ελλάδα .
Η πληρωμή επρόκειτο να γίνει κατόπιν προσκομίσεως εγγράφων που περιελάμβαναν δήλωση ότι τα εμπορεύματα είχαν φορτωθεί σύμφωνα με τις οδηγίες του C . Hartwig του Gdansk . Στη σύμβαση υπήρχε μια διαιτητική ρήτρα, που όριζε ότι όλες οι απορρέουσες από τη σύμβαση διαφορές θα επιλύονταν από το Διαιτητικό Δικαστήριο του Πολωνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου .
Σύμφωνα με τον κανονισμό της Επιτροπής 3183/80 της 3ης Δεκεμβρίου 1980 περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα ( ΕΕ ειδ . έκδ . 11/22 σ . 66 ), για τη συναλλαγή αυτή απαιτούνταν πιστοποιητικό εξαγωγής . Αυτό πράγματι χορηγήθηκε από το ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας, κατόπιν καταθέσεως στο υπουργείο εγγυητικής επιστολής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας για ποσό 310 000 δραχμών στις 23 Απριλίου 1982 .
Μολονότι δεν προκύπτει από τα σχετικά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έγγραφα, φαίνεται ότι τα μέρη είχαν νοήσει ότι εκπρόσωπος του αγοραστή θα πήγαινε στην Ελλάδα προς παραλαβή των εμπορευμάτων ή, εν πάση περιπτώσει, για να δώσει οδηγίες παραλαβής . Εντούτοις, η άφιξη του εκπροσώπου αρχικώς αναβλήθηκε και τελικά ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, παρ' όλα τα τηλεγραφικά και τηλετυπικά μηνύματα του Θεοδωράκη που ζητούσε οδηγίες .
Ο Θεοδωράκης ισχυρίζεται ότι στις 30 ή 31 Αυγούστου ζήτησε και έλαβε παράταση της ισχύος του πιστοποιητικού εξαγωγής μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982 . Το αντίγραφο του πιστοποιητικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από την Επιτροπή δεν εμφαίνει τέτοια παράταση, οι δε ελληνικές αρχές αρνούνται ότι υπήρξε οποιαδήποτε παράταση πέραν της 31ης Αυγούστου 1982 .
Φαίνεται ότι στις 9 Δεκεμβρίου 1982 η Agros έστειλε τηλετύπημα, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να παραλάβει όλες τις ποσότητες το Δεκέμβριο, οπότε ο Θεοδωράκης θεώρησε τη σύμβαση ως λυθείσα .
Στις 19 Φεβρουαρίου 1983, ο Θεοδωράκης ζήτησε από το υπουργείο την αποδέσμευση της εγγυήσεως . Με απόφαση της 13ης Απριλίου 1983, το υπουργείο κήρυξε την εγγύηση καταπεσούσα για το ποσό των 297 400 δραχμών πλέον 3 569 δραχμών για φόρους, ήτοι συνολικώς για δραχμές 300 969 .
Με έγγραφο της 5ης Σεπτεμβρίου 1983, το υπουργείο έδωσε εντολή στην Εθνική Τράπεζα να καταβάλει το ποσό αυτό λόγω του ότι ο Θεοδωράκης δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, το δε ποσό καταβλήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1983 .
Την 1η Δεκεμβρίου 1983, ο Θεοδωράκης ήγειρε αγωγή ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, ζητώντας να υποχρεωθεί το ελληνικό δημόσιο να του καταβάλει το ποσό των 300 969 δραχμών, ισχυριζόμενος ότι κακώς οι ελληνικές αρχές είχαν αποφασίσει την κατάπτωση της εγγυήσεώς του . Επικουρικώς, επικαλέστηκε ορισμένα θέματα ελληνικού δικαίου, όπως ότι δεν υπήρξε κύρια οφειλή και ότι, αν δεν επιστρεφόταν το ποσό, το ελληνικό δημόσιο θα καθίστατο αδικαιολογήτως πλουσιότερο .
Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή, συναπορρίπτοντας τους δύο πρώτους ισχυρισμούς, για το λόγο ότι, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 3183/80, το πιστοποιητικό εξαγωγής που εκδίδουν οι ελληνικές αρχές μπορεί να καταργηθεί μόνο στην περίπτωση ανωτέρας βίας, την οποία δεν επικαλέστηκε ο Θεοδωράκης με την αγωγή του . Το Πρωτοδικείο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για το λόγο ότι η εγγύηση νομίμως κατέπεσε σύμφωνα με τον κανονισμό της ΕΟΚ .
Ο Θεοδωράκης άσκησε κατόπιν έφεση ενώπιον του Εφετείου, υποστηρίζοντας ότι είχε γίνει κακή ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων . Ισχυρίστηκε ότι οι περιστάσεις που εξέθετε στην αγωγή του, δηλαδή η μη παραλαβή από τον πολωνό αγοραστή λαδιού στην Ελλάδα, συνιστούσαν περίπτωση ανωτέρας βίας . Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι το κρίσιμο ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση ήταν αν οι περιστάσεις συνιστούσαν ανωτέρα βία κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του κανονισμού και, ειδικότερα, των άρθρων 36 και 37 .
Κατά συνέπεια, με διάταξη της 7ης Μαϊου 1986, ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, στο ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα :
"Τα περιστατικά που αναφέρονται στην κρινόμενη από 1ης Δεκεμβρίου 1983 αγωγή, για την κατάργηση του μνημονευομένου σ' αυτή πιστοποιητικού εξαγωγής της διευθύνσεως εξωτερικής αγοράς του Υπουργείου Γεωργίας της Ελλάδος και την απόδοση των χρημάτων της κατατεθείσης από την ενάγουσα εγγυήσεως, συνιστούν ανωτέρα βία κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ . 3183/80 της Επιτροπής και ειδικότερα των άρθρων 36 και 37 του κανονισμού αυτού;"
Το ουσιώδες ζήτημα που περιέχει το υποβληθέν ερώτημα είναι το αν ο κανονισμός πρέπει να νοηθεί, όταν αναφέρεται στην ανωτέρα βία, ως περιλαμβάνων την περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής δεν παραλαμβάνει ή δεν δίδει οδηγίες παραλαβής του εμπορεύματος .
Με τις ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις του ο Θεοδωράκης, ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η μη εκτέλεση της συναλλαγής περί εξαγωγής δεν είναι το αποτέλεσμα οποιουδήποτε πταίσματός του και συνεπώς συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας .
Η Επιτροπή, με τις βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 284/82, Busseni κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1984, σ . 557 ), παρατηρήσεις της, ισχυρίζεται ότι η μη εκτέλεση συμβάσεως για το λόγο ότι ο αγοραστής δεν παρέλαβε τα εμπορεύματα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περίπτωση ανωτέρας βίας . Μια τέτοια κατάσταση μπορεί κάλλιστα να προβλεφθεί στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών και αποτελεί συνήθη εμπορικό κίνδυνο .
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η έννοια της ανωτέρας βίας μπορεί να διαφέρει, όσον αφορά το περιεχόμενό της, στους διαφόρους κλάδους του δικαίου και στους ποικίλους τομείς εφαρμογής του, ούτως ώστε η ακριβής έννοιά της πρέπει να κρίνεται σε σχέση με το νομικό πλαίσιο στο οποίο πρόκειται να λειτουργήσει ( υπόθεση 158/73, Kampffmeyer κατά Einfuhr - und Vorratsstelle Getreide, ΕCR 1974, σ . 101 ). Στην υπόθεση αυτή κρίθηκε ότι η έννοια δεν πρέπει να περιορίζεται σε περιπτώσεις απόλυτης αδυναμίας .
Στην υπόθεση Busseni, στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, εκτός ειδικών περιπτώσεων, σε ειδικούς τομείς η έννοια της ανωτέρας βίας καλύπτει στην ουσία ασυνήθεις περιστάσεις, που καθιστούς αδύνατη την εκτέλεση της σχετικής πράξης, και :
"Ακόμη και αν δεν προϋποθέτει απόλυτη αδυναμία, απαιτεί, ωστόσο, την ύπαρξη ασυνήθων δυσχερειών, ανεξάρτητων από τη βούληση του προσώπου, που παρίστανται αναπόφευκτες έστω και αν καταβληθεί κάθε δυνατή επιμέλεια ".
Πιο πρόσφατα, το Δικαστήριο, ακολουθώντας την υπόθεση 42/79, Milch -, Fett - und Eierkontor GmbH κατά Bundesanstalt foer landwirtschaftliche Marktordnung ( ΕCR 1979, σ . 3703 ), αποφάνθηκε ότι, σε περιπτώσεις που έχουν σχέση με γεωργικό κανονισμό σχετικά με το βούτυρο, "ανωτέρα βία νοείται η απόλυτη αδυναμία που οφείλεται σε εξαιρετικές περιστάσεις, άσχετες προς τον αγοραστή του βουτύρου από αποθέματα και οι συνέπειες της οποίας δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά μόνο με εξαιρετικές θυσίες παρά κάθε επιδειχθείσα επιμέλεια" ( απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1985 στην υπόθεση 125/83, Office belge de l' economie et de l' agriculture κατά Nicolas Corman et fils SA, και απόφαση της 3ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 20/84, De Jong Verenigde NV κατά Voedselvoorzienings in - en Verkoopbureau ).
Μου φαίνεται ότι η ουσία της ανωτέρας βίας, σχετικά με μια σύμβαση, είναι ότι πρέπει να έχει ανακύψει ένα απρόβλεπτο γεγονός το οποίο εμποδίζει την εκτέλεση της συμβάσεως, γεγονός το οποίο βρίσκεται εντελώς έξω από τον έλεγχο των μερών και του οποίου το αποτέλεσμα τα μέρη δεν μπορούν ή ευλόγως δεν μπορούν να αποφύγουν .
Στο πλαίσιο του κανονισμού 3183/80, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η εισαγωγή ή εξαγωγή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ισχύος του πιστοποιητικού . Στην περίπτωση εισαγωγής ή εξαγωγής δυνάμει συμβάσεως, φρονώ ότι πρέπει να έχει εφαρμογή ένα κριτήριο ανάλογο με εκείνο που εφαρμόζεται στο δίκαιο των συμβάσεων . Με άλλα λόγια, πρέπει να υπάρχει ένα μη δυνάμενο να προβλεφθεί γεγονός τοποθετούμενο έξω απο τον έλεγχο των μερών σε σύμβαση εισαγωγής ή εξαγωγής, το αποτέλεσμα του οποίου τα μέρη δεν μπορούν ή ευλόγως δεν μπορούν να αποφύγουν και το οποίο εμποδίζει την εισαγωγή ή εξαγωγή .
Σε περίπτωση όπως η παρούσα, μπορεί να λεχθεί ότι δεν ευθύνεται καθόλου ο πωλητής . Εξάλλου, το να μην παραλάβει ο αγοραστής τα εμπορεύματα ή να μη δώσει τις σχετικές οδηγίες παραλαβής δεν αποτελεί γεγονός όπως αυτό που έχω περιγράψει και κατά τη γνώμη μου δεν εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας για τους σκοπούς της εφαρμογής του κανονισμού .
Αντίθετα προς την επιχειρηματολογία της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση, δεν αρκεί ο πωλητής, ο οποίος δεν βρίσκεται σε πταίσμα, να αποδείξει ότι η μη εξαγωγή αποτέλεσε μη εκπλήρωση συμβάσεως εκ μέρους του αγοραστή . Είμαι της γνώμης ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η εν λόγω μη εκπλήρωση δεν είναι από τις μη δυνάμενες να προβλεφθούν για την εφαρμογή του περί ανωτέρας βίας κανόνα, αλλά αποτελεί συνήθη εμπορικό κίνδυνο ο οποίος, αν επισυμβεί, μπορεί να παράσχει στον πωλητή δικαίωμα προς αποζημίωση ή θεραπεία κατ' άλλον τρόπο έναντι του αγοραστή .
Αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση ο αγοραστής μπορεί να αποδείξει ότι η παράλειψή του να δώσει οδηγίες παραλαβής ή να προβεί στην παραλαβή οφειλόταν σε κάποια ανεξάρτητη πράξη ανωτέρας βίας, τότε μπορεί να ανακύψει ένα διαφορετικό ζήτημα . Κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται περί αυτού στην προκειμένη περίπτωση . Ούτε η διάταξη περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ούτε οποιονδήποτε από τα λοιπά έγγραφα περιέχουν οποιοδήποτε ισχυρισμό πλην του ότι ο πωλητής δεν ευθυνόταν και ότι ο αγοραστής ήταν εκείνος που δεν προέβη στην παραλαβή . Φρονώ ότι αυτό δεν αρκεί .
Φαίνεται αμφίβολο αν έγιναν οι απαιτούμενες από τα άρθρα 36 και 37 του κανονισμού διαδικαστικές ενέργειες, δεδομένου ότι ο Θεοδωράκης δεν ζήτησε προφανώς από τις αρμόδιες αρχές κατά την έννοια του άρθρου 36, παράγραφος 4, να αποφανθούν αν υπήρχε ανωτέρα βία . Ούτε τέθηκε προφανώς το θέμα με την αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου . Πάντως, αυτά είναι θέματα για τα οποία πρέπει να αποφασίσει το εθνικό δικαστήριο και οχι το παρόν Δικαστήριο .
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, στο ερώτημα που υπέβαλε το Εφετείο Αθηνών πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι ο αγοραστής δεν προβαίνει στην παραλαβή των εμπορευμάτων ή δεν δίδει οδηγίες παραλαβής βάσει συμβάσεως εξαγωγής που εμπίπτει στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3183/180 δεν μπορεί, αυτό καθαυτό, να αποτελέσει ανωτέρα βία για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού .
Τα έξοδα της Επιτροπής δεν αποδίδονται όσον αφορά δε τα έξοδα των διαδίκων της κύριας δίκης, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί .
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά .
Full & Egal Universal Law Academy