Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Η προσφεύγουσα Evelyne Delauche, υπάλληλος της Επιτροπής βαθμού Α 4, αναπληρωτής προϊστάμενος του τμήματος "Υπηρεσιακή κατάσταση" της διεύθυνσης "Προσωπικό" ΓΔ ΙΧ-Α 1, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως τριών αποφάσεων της Επιτροπής και, επιπλέον, ζητεί να υποχρεωθεί η τελευταία στην καταβολή αποζημιώσεως καθώς και στα συναφή δικαστικά έξοδα της υπό κρίση υποθέσεως .
2 . Οι τρεις επίδικες αποφάσεις είναι :
1 ) η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την υποψηφιότητα της Delauche για τη θέση προϊσταμένου του τμήματος ΙΧ-Β 1 "Διοικητικά και οικονομικά δικαιώματα" που προκηρύχτηκε στις 12 Απριλίου 1985
2 ) η απόφαση της 29ης Ιουλίου 1985, με την οποία διορίστηκε στην εν λόγω θέση ο Roberto Capogrossi
3 ) η απόφαση της 10ης Μαρτίου 1986, με την οποία η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική ένσταση της Delauche κατά των δύο προηγουμένων αποφάσεων .
3 . Η προσφυγή στηρίζεται σε τέσσερις λόγους ακυρώσεως, που προβάλλονται κατά τέτοια σειρά ώστε ο επόμενος να χαρακτηρίζεται επικουρικός σε σχέση με τον προηγούμενο . Πρώτον, η παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και ιδίως του άρθρου 5, παράγραφος 3, καθώς και η παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, ως γενικής αρχής του δικαίου . Ο δεύτερος λόγος στηρίζεται στην έλλειψη προσήκουσας αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 45, παράγραφος 1, του κανονισμού . Με τον τρίτο λόγο, η προσφεύγουσα προβάλλει και πάλι παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και κατάχρηση εξουσίας της καθής . Τέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παράβαση του καθήκοντος αρωγής .
4 . Ο λόγος που στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας δεν χρειάζεται μεγάλη ανάπτυξη αν ληφθεί υπόψη η απόφαση Bonino ( 1 ), με την οποία διασαφηνίστηκε ότι η νομολογία, κατά την οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται να αιτιολογεί τις αποφάσεις της περί προαγωγών, εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση κατά την οποία μεταξύ των υποψηφίων περιλαμβάνονται γυναίκες, οπότε η αρχή της ισότητας δεν έχει σχετική επίπτωση . Κατά την προφορική διαδικασία εξάλλου, η προσφεύγουσα φάνηκε ότι παραιτείται απ' αυτόν το λόγο .
5 . Πριν φθάσω στους ουσιαστικούς λόγους περί ακυρώσεως της υποθέσεως, πρέπει να εξετάσω το λόγο που προβάλλεται όλως επικουρικώς και αφορά τη φερόμενη παράβαση του καθήκοντος αρωγής και την προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . Προβάλλεται ιδίως ότι η ΑΔΑ έπρεπε να είχε λάβει υπόψη το συμφέρον της προσφεύγουσας να προαχθεί, όταν μάλιστα με τις διάφορες δηλώσεις της η Επιτροπή άφησε να νοηθεί ότι θα λαμβάνονταν αποτελεσματικά μέτρα για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας . Εξάλλου, η υπηρεσιακή κινητικότητα της Delauche και το γεγονός ότι είχε ασκήσει καθήκοντα προσωρινού προϊσταμένου τμήματος έπρεπε να βαρύνουν υπέρ αυτής .
6 . Υπενθυμίζω ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι η άσκηση προσωρινών καθηκόντων ή καθηκόντων αναπληρωτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την προαγωγή, εντούτοις δεν παρέχει στον ενδιαφερόμενο δικαίωμα ανακατατάξεως ( 2 ). Εξάλλου, ο υπάλληλος μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη μόνο όταν ( 3 ) αντιμετωπίζει "μια κατάσταση που συνεπάγεται αυτό που μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αθέτηση υποσχέσεως" ( 4 ), αυτό δε αποκλειστικά όταν έχουν δοθεί από τη διοίκηση ( 5 ) σαφείς διαβεβαιώσεις ώστε να "του δημιούργησε βάσιμες ελπίδες" ( 6 ). Στην παρούσα υπόθεση, δεν είχε αναληφθεί καμιά σαφής δέσμευση έναντι της προσφεύγουσας η οποία δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη με βάση δηλώσεις προθέσεως που δείχνουν το γενικό προσανατολισμό μιας επιθυμητής πολιτικής . Σχετικά, από τις παρασχεθείσες ενδείξεις προκύπτει ότι στους κόλπους της Επιτροπής έχει αναληφθεί δραστηριότητα προκειμένου να βελτιωθεί η παρούσα κατάσταση . Επιπροσθέτως, το επιχείρημα αυτό συνδέεται με το επιχείρημα που θέτει υπό αμφισβήτηση τον τρόπο με τον οποίο η ΑΔΑ άσκησε την εξουσία της εκτιμήσεως και που είναι αντικείμενο του τρίτου λόγου ακυρώσεως της παρούσας προσφυγής .
7 . Με τον λόγο αυτό η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι δεν ευδοκίμησε η υποψηφιότητά της συνιστά κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της ΑΔΑ που μπορεί να εξηγηθεί μόνον από την πολιτική διακρίσεων λόγω φύλου που ακολούθησε η Επιτροπή . Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο επιχείρημα αυτό, αρκεί η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, των ικανοτέρων υποψηφίων στην προς πλήρωση θέση . Ο δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων που λαμβάνονται σ' αυτόν τον τομέα περιορίζεται κυρίως, σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, στο ζήτημα αν η ΑΔΑ παρέμεινε εντός λογικών ( 7 ) και θεμιτών ( 8 ) ορίων και δεν άσκησε την εξουσία της κατά τρόπο προφανώς πεπλανημένο .
8 . Στην προοπτική αυτή, δεν είναι μόνον τα προσόντα, αναμφισβήτητα εξάλλου, της προσφεύγουσας που πρέπει να ληφθούν υπόψη, αλλά και τα προσόντα του υποψηφίου ο οποίος τελικά επεκράτησε, και αυτό, προκειμένου να γίνει συγκριτική εξέταση των αντιστοίχων ικανοτήτων των υποψηφίων . Το Δικαστήριο όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ΑΔΑ στην εκτίμηση των προσόντων και των ικανοτήτων των υποψηφίων ( 9 ).
9 . Ο Capogrossi, όπως και η Delauche, ήταν ένα από τα τρία πρόσωπα τα οποία, κατά τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής διορισμών στους βαθμούς Α 2 και Α 3, άξιζαν να ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη . Δεν μπορεί να διαπιστωθεί καμιά προφανής πλάνη στο διορισμό στη θέση προϊσταμένου του τμήματος "Διοικητικά και οικονομικά δικαιώματα" ενός προσώπου πτυχιούχου οικονομικών και εμπορικών επιστημών με την προκύπτουσα από το φάκελο πείρα του Capogrossi, ο οποίος είχε εξαιρετικές εκθέσεις βαθμολογίας και υπερίσχυσε των άλλων υποψηφίων, σύμφωνα με την πρόταση του Επιτρόπου στον οποίο υπάγεται το οικείο τμήμα . Είναι καθ' όλα κατανοητό ότι οι γνώσεις σε θέματα αναλογισμού κρίθηκαν καθοριστικές για θέση προϊσταμένου ενός τμήματος το οποίο χειρίζεται, μεταξύ άλλων, πολύπλοκα ζητήματα στον τομέα των συντάξεων . Εντούτοις, από αυτό δεν προκύπτει ότι οι άλλοι υποψήφιοι που προτάθηκαν από τη συμβουλευτική επιτροπή δεν διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα για την άσκηση των καθηκόντων αυτών . Αντίθετα, τα τρία προταθέντα από την επιτροπή αυτή πρόσωπα συγκέντρωναν όλες τις προϋποθέσεις που είχαν καθοριστεί με την ανακοίνωση κενής θέσεως . Οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή προτίμησε να διορίσει τον Capogrossi εξηγήθηκαν σαφώς με το έγγραφο της 10ης Μαρτίου 1986, με το οποίο ο αντιπρόεδρος Christophersen κοινοποίησε στην προσφεύγουσα την απόρριψη της διοικητικής της ενστάσεως και δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός, όπως πράττει η προσφεύγουσα, ότι η επιλογή στην οποία προέβη τελικά η ΑΔΑ προκάλεσε "έκπληξη" ή ότι φέρει το στίγμα προφανούς πλάνης περί την εκτίμηση .
10 . Εξάλλου, δύσκολα γίνεται κατανοητό πώς η Delauche μπορεί να κατηγορεί την Επιτροπή για συμπεριφορά ενέχουσα δυσμενή εις βάρος της διάκριση λόγω φύλου . Πράγματι, η Delauche πραγματοποίησε μια σταδιοδρομία καθ' όλα αξιοσημείωτη . Προσληφθείσα αρχικά το 1959 στην κατηγορία C 12, ανήλθε πολύ γρήγορα τα κλιμάκια για να καταταχθεί, 18 μήνες αργότερα, στην κατηγορία Β 10 . Μετά από τακτικές προαγωγές εντός του βαθμού Β, κατατάχθηκε το 1965 στην κατηγορία Α, όπου ανήλθε τα κλιμάκια μέχρι το βαθμό Α 4, στον οποίο προήχθη το 1979 . Πάντως, λόγω των επανειλημμένων αποτυχιών της στις προσπάθειές της να διοριστεί στο βαθμό Α 3, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η μόνη εξήγηση βρίσκεται στην πολιτική διακρίσεων λόγω φύλου που εφάρμοσε η Επιτροπή . Δύσκολα κατανοείται πώς μπορεί να προβάλλεται ένα τέτοιο επιχείρημα, εφόσον, από τη σταδιοδρομία της προσφεύγουσας, καταδεικνύεται επαρκώς ότι αυτή δεν υπήρξε θύμα καμιάς δυσμενούς προκαταλήψεως .
11 . Στην πραγματικότητα, η προσφυγή στηρίζεται ουσιαστικά στον πρώτο λόγο . Με αυτόν το λόγο, η προσφεύγουσα προσπαθεί να αποδείξει, νομολογιακώς, την ύπαρξη δικαιώματος προτιμήσεως προς όφελος των γυναικών, εφόσον υπάρχει σοβαρή γυναικεία υποεκπροσώπηση και όταν άνδρες και γυναίκες υποψήφιοι κρίνονται εξίσου ικανοί να ασκήσουν τα οικεία καθήκοντα . Θεμελιώνει το δικαίωμα αυτό προτιμήσεως στην αρχή της ισότητας, θεωρώντας ότι μόνον η αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος επιτρέπει τη διόρθωση των de facto ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών στα υψηλά κλιμάκια της κοινοτικής δημοσιοϋπαλληλίας .
12 . Είναι αναμφισβήτητο ότι, στους κόλπους της Επιτροπής, υπάρχει μια λυπηρή αριθμητική δυσαναλογία μεταξύ ανδρών και γυναικών στην κατηγορία Α, για να περιοριστώ μόνο σ' αυτήν, η οποία επιτείνεται ακόμη περισσότερο στους ανώτερους βαθμούς . Από την έκθεση της Επιτροπής δικαιωμάτων της γυναίκας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί της καταστάσεως των γυναικών στα κοινοτικά όργανα, της 18ης Μαρτίου 1987 ( 10 ) - οι αναφερόμενοι αριθμοί αντιστοιχούν στην κατάσταση της 6ης Μαΐου 1986 - προκύπτει ότι επί 2 937 υπαλλήλων της κατηγορίας Α, 2 657 είναι άνδρες και 280 γυναίκες . Η κατανομή αυτή, σε αναλογία 10 %, όσο περιορισμένη και αν είναι, μήπως απαντάται σε κάθε βαθμό; Οπωσδήποτε όχι . Μέχρι και το βαθμό Α 5, το ποσοστό αυτό διατηρείται και, στην πραγματικότητα, είναι συχνά υψηλότερο . Από το βαθμό Α 4, παρατηρείται θεαματική πτώση της εκπροσώπησης των γυναικών . 'Ετσι, στο βαθμό αυτό υπάρχουν μόνο 43 γυναίκες και 817 άνδρες . Στο βαθμό Α 3, υπάρχουν 6 γυναίκες και 347 άνδρες . Στο βαθμό Α 2, οι 132 υπάλληλοι είναι όλοι άνδρες και στο βαθμό Α 1 υπάρχει μία μόνο γυναίκα και 43 άνδρες . Η κατάσταση αυτή, δικαιολογημένα ανησυχητική, δεν παρατηρείται μόνο στην Επιτροπή ούτε, γενικότερα, στα κοινοτικά όργανα . Τόσο στο διεθνές επίπεδο όσο και στο εθνικό, γίνεται εξίσου αισθητή η πιεστική ανάγκη ανευρέσεως μέσων που να επιτρέπουν σε αυξανόμενο αριθμών γυναικών να ασκήσουν καθήκοντα τα οποία, γενικά και στην πράξη, επιφυλάσσονταν μέχρι τώρα στους άνδρες .
13 . Στην προοπτική αυτή, η προσφεύγουσα επικαλείται το δικαίωμα προτιμήσεως υπέρ των γυναικών . Ουσιαστικά, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, οσάκις περισσότεροι υποψήφιοι διαφορετικού φύλου, εξίσου ικανοί και με όμοια προσόντα, υποβάλλουν υποψηφιότητα για ορισμένη θέση, θα έπρεπε να διορίζεται γυναίκα όταν, στη σύνθεση της οικείας ομάδας, υπάρχει σοβαρή δυσαναλογία εις βάρος των γυναικών .
14 . Μολονότι υπάρχει αναμφισβήτητα η ανάγκη να γίνουν θετικές ενέργειες - "affirmative action" - υπέρ των γυναικών, δεν νομίζω ότι αυτό μπορεί να γίνει επωφελώς με την αναγνώριση από το Δικαστήριο ενός δικαιώματος προτιμήσεως . Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται μόνο για πρόβλημα προαγωγής αλλά και προσλήψεως . Οποιαδήποτε ειδική ενέργεια υπέρ μιας μειοψηφούσας κατηγορίας θα προσέκρουε στην αρχή της τυπικής ισότητας . Θα μπορούσε όμως να διατυπωθεί η σκέψη ότι, υπό δεδομένες περιστάσεις και προκειμένου να επιτευχθεί κατά προτεραιότητα ο στόχος που ανταποκρίνεται σε κοινωνική επιλογή - επιλογή αποβλέπουσα στην εξάλειψη των ανισοτήτων οι οποίες προέκυψαν από προκαταλήψεις του παρελθόντος - είναι δυνατή η θέσπιση διατάξεων που θα έθιγαν την αρχή αυτή ενώ συγχρόνως θα είχαν νόμιμη βάση .
15 . Διάφορα είδη τεχνικής, τα οποία έχουν ήδη προταθεί ή χρησιμοποιηθεί σε άλλο πλαίσιο, είναι δυνατά . Θα μπορούσε για παράδειγμα να γίνει η σκέψη, όπως προτείνεται με το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί της καταστάσεως των γυναικών στα κοινοτικά όργανα ( 11 ), να καθοριστούν αριθμητικοί στόχοι που να προβλέπουν ορισμένη ετήσια πρόοδο στους βαθμούς στους οποίους οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται . Θα μπορούσε επίσης να προβλεφθεί η θέσπιση ενός συστήματος ποσοστώσεων στις προσλήψεις και στις προαγωγές ή ακόμη η εφαρμογή διαφορετικών προτύπων αναλόγως του αν πρόκειται για άνδρες ή για γυναίκες . Κατά το κοινοτικό δίκαιο όμως, παρόμοια μέτρα μπορούν να ληφθούν μόνον από το νομοθέτη και, εν αναμονή της θεσπίσεως τέτοιων διατάξεων τη νομιμότητα των οποίων θα κληθεί πιθανόν να εκτιμήσει το Δικαστήριο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί άλλος κανόνας, όσον αφορά τις προσλήψεις και τις προαγωγές, από τον κανόνα ότι το φύλο δεν ασκεί επιρροή . Ελλείψει ειδικών διατάξεων, η προσφεύγουσα δεν μπορεί επομένως να επικαλεστεί οποιοδήποτε δικαίωμα προτιμήσεως .
16 . Εφόσον η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε κανένα πταίσμα και δεν διέπραξε καμιά παρανομία, προτείνω να απορριφθεί η προσφυγή και κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα .
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά .
( 1 ) 233/85, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1987, Συλλογή 1987, σ . 739 .
( 2 ) Βλέπε, για παράδειγμα, 77/70, Prelle, απόφαση της 16ης Ιουνίου 1971, Rec . 1971, σ . 561 28/72, Tontodonati, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, Rec . 1973, σ . 779 189/73, Van Reenen, απόφαση της 19ης Μαρτίου 1975, Rec . 1975, σ . 445 .
( 3 ) 22/75, Koester, απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1975, Συλλογή 1975, σ . 1267 .
( 4 ) L . Dubouis, "Fonctionnaires et agents des Communautes europeennes", chronique, Revue trimestrielle de droit europeen, 1983, σ . 86, ιδίως σ . 92 .
( 5 ) Βλέπε, για παράδειγμα, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti στην υπόθεση 268/80, Guglielmi, Συλλογή 1981, σ . 2306, ιδίως σσ . 2307 και 2308 .
( 6 ) 289/81, Μαυρίδης, απόφαση της 19ης Μαΐου 1983, Συλλογή 1983, σ . 1731, ιδίως σ . 1744 .
( 7 ) 52/86, Banner, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1987, σκέψη 9, Συλλογή 1987, σ . 979 .
( 8 ) 306/85, Huybrechts, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987, σκέψη 9, Συλλογή 1987, σ . 629 .
( 9 ) 324/85, Bouteiller, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1987, Συλλογή 1987, σ . 529 .
( 10 ) Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έγγραφα συνεδριάσεων 1986-1987, 18 Μαρτίου 1987, σειρά Α, έγγραφο Α2-257/86 .
( 11 ) Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεύτερη νομοθετική σύνοδος, "Κείμενα που εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο", τόμος 6/87, Ιούνιος 1987 .
Full & Egal Universal Law Academy