Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1. Η υπόθεση που μας απασχολεί σήμερα αφορά προβλήματα τεχνικής συνεργασίας στο πλαίσιο του κεφαλαίου 10 του τίτλου VΙΙ της δεύτερης συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ, της 31ης Οκτωβρίου 1979 (1), καθώς και του κεφαλαίου 3 του τίτλου ΙΙΙ της τρίτης συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ, της 8ης Δεκεμβρίου 1984 (2).
2. Από τα άρθρα 138 της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και 208 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ προκύπτει τι περιλαμβάνει η τεχνική συνεργασία (για παράδειγμα εκπόνηση μελετών, υπηρεσίες παροχής συμβουλών, υπηρεσίες εποπτείας και διαχειρίσεως κατά την εκτέλεση ενός σχεδίου, τεχνική βοήθεια κλπ.).
3. Κατά τη δεύτερη σύμβαση του Λομέ (άρθρο 140) οι ενέργειες τεχνικής συνεργασίας αποτελούσαν αντικείμενο συμβάσεων υπηρεσιών και οι σχετικές εταιρείες ή τα φυσικά πρόσωπα επιλέγονταν "ιδίως σε συνάρτηση με τα επαγγελματικά τους προσόντα και την πρακτική τους εμπειρία". Το άρθρο 142 της συμβάσεως αυτής προέβλεπε ότι οι κανόνες για την ανάθεση των συμβάσεων υπηρεσιών καθορίζονταιμε απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών. Επειδή αυτό δεν επετεύχθη, ίσχυαν σχετικά τα άρθρα 24-27 του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της πρώτης συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ του Λομέ (βλέπε παράρτημα ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ) (3). Κατά τα άρθρα αυτά (βλέπε άρθρο 24 του παραρτήματος αυτού) οι συμβάσεις τεχνικής συνεργασίας συνάπτονταν με απευθείας ανάθεση και ορισμένες συμβάσεις μπορούσαν ν' ανατεθούν κατόπιν προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών. Κατά το άρθρο 25 του παραρτήματος αυτού η Επιτροπή κατάρτιζε για κάθε ενέργεια τεχνικής συνεργασίας, η οποία συνεπαγόταν διαδικασία απευθείας αναθέσεως, περιορισμένο κατάλογο υποψηφίων, που έπρεπε να είναι υπήκοοι των κρατών μελών και/ή των κρατών ΑΚΕ η επιλογή των υποψηφίων γινόταν βάσει κριτηρίων τα οποία εγγυώνταν τα προσόντα, την πείρα και την ανεξαρτησία τους και ενόψει της διαθεσιμότητάς τους για τη σχεδιαζόμενη ενέργεια. Το ενδεφερόμενο κράτος ΑΚΕ επέλεγε ελεύθερα έναν υποψήφιο από τον κατάλογο αυτό. Σε περίπτωση διαδικασίας προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών, ο περιορισμένος κατάλογος υποψηφίων καταρτιζόταν κατόπιν στενής συνεργασίας της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους ΑΚΕ, με βάση τα προαναφερθέντα κριτήρια, και η σύμβαση ανετίθετο στον υποψήφιο που είχε υποβάλει την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά.
4. Η δεύτερη σύμβαση του Λομέ ίσχυσε μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1985. Ο τίτλος VΙΙ της συμβάσεως όμως εφαρμοζόταν και μεταγενέστερα, μέχρι την έναρξη της ισχύος της τρίτης συμβάσεως του Λομέ (1η Μαΐου 1986) (4).
5. Στην τρίτη σύμβαση του Λομέ τα κριτήρια επιλογής του αντισυμβαλλομένου των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών παρατίθενται στο άρθρο 209, παράγραφος 2. Κατά το άρθρο 210 της συμβάσεως αυτής, οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών συνάπτονται μετά από περιορισμένη πρόσκληση υποβολής προσφορών και ορισμένες συμβάσειςμπορούν να ανατίθενται απευθείας. Για κάθε ενέργεια τεχνικής συνεργασίας που συνεπάγεται πρόσκληση υποβολής προσφορών - άρθρο 211, παράγραφος 1, στοιχείο α) - καταρτίζεται, μετά από κοινή συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερόμενου κράτους ΑΚΕ και, ενδεχομένως, μετά από προεπιλογή, ένας περιορισμένος κατάλογος υποψηφίων υπηκόων των κρατών μελών ή των κρατών ΑΚΕ, οι οποίοι επιλέγονται με βάση την οικονομική και νομική τους κατάσταση, τα προσόντα τους, την εμπειρία τους, την ανεξαρτησία τους και τη διαθεσιμότητά τους και με βάση τα κριτήρια και τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 209. Μετά την υποβολή προσφορών επιλέγεται ((κατά το άρθρο 211, παράγραφος 1, στοιχείο δ) )) η πλέον συμφέρουσα προσφορά, "όσον αφορά κυρίως την τεχνική αξία της προσφοράς, την προτεινόμενη οργάνωση και μέθοδο για την παροχή των υπηρεσιών, την αρμοδιότητα ((τις γνώσεις)), την εμπειρία και τις ικανότητες του προσωπικού που θα χρησιμοποιηθεί, καθώς και ... τις τιμές των υπηρεσιών".
6. 'Οταν εφαρμόζεται η διαδικασία της απευθείας αναθέσεως, ο ανάδοχος ορίζεται από το κράτος ΑΚΕ μετά από πρόταση της Επιτροπής. Υποψήφιο μπορεί να προτείνει και το κράτος ΑΚΕ.
7. 'Οσον αφορά τους αναφερθέντες περιορισμένους καταλόγους, από το 1960 αποτελούσε πρακτική της Επιτροπής η εφαρμογή εθνικών ποσοστώσεων ανάλογων προς την οικονομική συμμετοχή των κρατών μελών στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως, όπως καθορίζονταν - για το χρονικό διάστημα που μας ενδιαφέρει - στην εσωτερική συμφωνία του 1979 (5) και στην εσωτερική συμφωνία του Φεβρουαρίου 1985 (6). Επειδή υπήρξαν επικρίσεις από ορισμένα κράτη μέλη - οι λεπτομέρειες της πρακτικής θα εξετασθούν αργότερα - η αρμόδια ομάδα εργασίας του Συμβουλίου κατέληξε τον Απρίλιο 1983 σε συμφωνία με τηνΕπιτροπή, σύμφωνα με την οποία, κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής περιόδου (συγκεκριμένα από την 1η Ιουνίου 1983 έως τις 28 Φεβρουαρίου 1985), το 81,75 % των σχεδίων θα κατανέμονταν κατά το σύστημα των ποσοστώσεων, ενώ για το 18,25 % όλων των ενεργειών δεν θα λαμβάνονταν υπόψη οι εθνικές ποσοστώσεις (έτσι - στο μέτρο που επρόκειτο για μεγάλα ποσά - απευθύνθηκαν ανοικτές προσκλήσεις για υποβολή προσφορών σε επιχειρήσεις όλων των κρατών μελών, που ήταν τότε 10).
8. 'Επειτα από αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της μεθόδου αυτής (η οποία περιέχεται σε έκθεση του Νοεμβρίου 1985, προσαρτημένη στο παράρτημα 2 της προσφυγής) ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε στη συνεδρίαση της ομάδας εργασίας της 29ης Νοεμβρίου 1985 (παράρτημα 2 της προσφυγής, σ. 3) ότι θα ήταν "προτιμότερο να επανέλθουμε στο σύστημα ποσοστώσεων που εφαρμοζόταν προηγουμένως". Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε ότι υπάρχει η πρόθεση αυτή επανόδου στο παλαιό σύστημα και κατά τη συνεδρίαση της ομάδας εργασίας της 18ης Δεκεμβρίου 1985 (παράρτημα ΙV της προσφυγής). Και πράγματι η πρόθεση αυτή υλοποιήθηκε: στη συνεδρίαση της ομάδας εργασίας της 6ης Μαρτίου 1986 ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανακοίνωσε "ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοζε πλέον το σύστημα που είχε καθιερωθεί δοκιμαστικά το 1983, αλλά είχε επανέλθει από την 1η Μαρτίου 1986 στο προηγούμενο σύστημα των ποσοστώσεων" (παράρτημα 6 της προσφυγής, σ. 4). 'Ετσι, στα πρακτικά της συνεδριάσεως της ομάδας εργασίας της 12ης Μαρτίου 1986 (παράρτημα 7 της προσφυγής, σ. 4) γίνεται λόγος για την απόφαση της Επιτροπής να επαναφέρει από την 1η Μαρτίου 1986 το σύστημα των ποσοστώσεων που εφαρμοζόταν πριν την 1η Ιουνίου 1983.
9. Αυτό η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου το θεωρεί παράνομο. Το επεσήμανε ήδη με επιστολή της τής 21ης Μαρτίου 1980 προς τον προϊστάμενο της Γενικής Διευθύνσεως VΙΙΙ και άλλη μια φορά με επιστολή της τής 28ης Απριλίου 1986, με την οποία ζητούσεκαι την επίδειξη των εγγράφων που περιείχαν το κείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής.
10. Ο αρμόδιος γενικός διευθυντής απάντησε ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόφαση επομένως δεν είναι δυνατόν να γνωστοποιηθεί το κείμενο τέτοιας αποφάσεως. Κατόπιν αυτού ασκήθηκε στη συνέχεια, στις 16 Μαΐου 1986, προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής περί πλήρους επαναφοράς της ρυθμίσεως των ποσοστώσεων από την 1η Μαρτίου 1986.
11. Ως γνωστόν η Επιτροπή αντέδρασε καταρχάς υποβάλλοντας αίτηση κατά το άρθρο 91 του κανονισμού διαδικασίας, ζητώντας δηλαδή να κρίνει το Δικαστήριο, χωρίς να εισέλθει στην ουσία, επί του παραδεκτού της προσφυγής, το οποίο η Επιτροπή αμφισβητεί. Επικουρικά - επειδή το Δικαστήριο δεν δέχτηκε τη χωριστή αυτή εξέταση του παραδεκτού - υποστήριξε επίσης ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί αβάσιμη.
12. Η γνώμη μου επί της διαφοράς αυτής, στην οποία παρενέβησαν υπέρ του προσφεύγοντος το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και υπέρ της Επιτροπής η Ιταλική Δημοκρατία, είναι η ακόλουθη.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι - Επί του παραδεκτού της προσφυγής
13. Σημαντική θέση στην αντιπαράθεση κατέχει το ερώτημα αν η δήλωση του εκπροσώπου της Επιτροπής στη συνεδρίαση της ομάδας εργασίας της 6ης Μαρτίου 1986 περί επαναφοράς του προηγουμένωςεφαρμοζομένου συστήματος ποσοστώσεων κατά την προετοιμασία των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών σημαίνει ότι υφίσταται πράξη κατά της οποίας μπορεί ν' ασκηθεί προσφυγή κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
14. Η Επιτροπή το αρνείται, αναφερόμενη κυρίως στη σχετική νομολογία (και στη νομολογία επί της Συνθήκης ΕΚΑΧ) καθώς και στην απόφαση 22/60 της Ανωτάτης Αρχής, που εκδόθηκε βάσει της Συνθήκης ΕΚΑΧ στις 7 Σεπτεμβρίου 1960 (7), η οποία αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στη ρύθμιση της μορφής των αποφάσεων, ώστε να μπορούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι χωρίς δυσκολία να διαπιστώνουν αν πρόκειται για απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 14 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατά την άποψή της, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόφαση της Επιτροπής πρόκειται απλώς για ορισμένες οδηγίες που συνέταξε ένας διευθυντής υπηρεσίας για τους υφισταμένους του, σχετικά με την εφαρμογή μιας αόριστης διατάξεως. Σημαντικό είναι κυρίως ότι - επειδή η ιθαγένεια των παρεχόντων τις υπηρεσίες είναι μόνο ένα από τα πολλά στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη - δεν πρόκειται για ακριβείς, δεσμευτικές και αναλλοίωτες εντολές, αλλά για οδηγίες που αφήνουν σημαντική ελευθερία χειρισμών. Σημαντικό είναι επίσης ότι οι οδηγίες αυτές έχουν σημασία μόνο στο πλαίσιο μιας προπαρασκευαστικής πράξεως, δεν παράγουν επομένως οριστικά αποτελέσματα, ιδίως έναντι των τρίτων, πράγμα που προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι τα κράτη ΑΚΕ μπορούν να συμπληρώνουν τους περιορισμένους καταλόγους με ονόματα γνωστών τους ενδιαφερομένων. Δεδομένης αυτής της πραγματικής καταστάσεως, δεν φαίνεται να υπάρχει ανάγκη νομικού ελέγχου κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, θα μπορούσε δε, το πολύ, να θεωρηθεί ενδεδειγμένος ο πολιτικός έλεγχος.
15. 1. 'Οσον αφορά αυτό το πρόβλημα, πρέπει καταρχάς να υπενθυμιστεί ότι οι ενέργειες της Επιτροπής, για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 25 του παραρτήματος ΧΙV της συμβάσεως του Λομέ ΙΙ και στο άρθρο 211 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ - συγκεκριμένα η κατάρτιση των περιορισμένων καταλόγων υποψηφίων - έχουν προφανώς ανατεθεί στον προϊστάμενο της Γενικής Διευθύνσεως VΙΙΙ ("Ανάπτυξη") ως τον κύριο διατάκτη (κατά το άρθρο 121 της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ) άρα στον τομέα αυτό δεν επεμβαίνουν ούτε ο αρμόδιος επίτροπος ούτε η Επιτροπή ως συλλογικό όργανο.
16. Οι οδηγίες (για τις οποίες πρόκειται), που εκδόθηκαν από τον προϊστάμενο της Γενικής Διευθύνσεως "Ανάπτυξη" για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, στηρίζονται περαιτέρω στην άποψη - η ορθότητα της οποίας δεν χρειάζεται τώρα να εξετασθεί περαιτέρω - ότι οι αναφερθείσες διατάξεις παρέχουν πολύ μεγάλα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας. Πράγματι η Επιτροπή υποστηρίζει - ιδίως βάσει αναλύσεως του γαλλικού και του γερμανικού κειμένου του άρθρου 25 του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ - την άποψη ότι τα κριτήρια, για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και στο άρθρο 211 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ (και τα οποία ανέφερα στην αρχή), έχουν σημασία μόνο για την πρώτη επιλογή των υποψηφίων, οι οποίοι πρέπει όλοι ν' ανταποκρίνονται στα κριτήρια αυτά αντίθετα, δεν υπάρχουν συγκεκριμένες διατάξεις για την κατάρτιση περιορισμένου καταλόγου βάσει αυτής της αρχικής ομάδας. Για να πληρωθεί ακριβώς το κενό αυτό εκδόθηκαν επομένως οι οδηγίες, στις οποίες οι εθνικές ποσοστώσεις αναφέρονται ως κατευθυντήρια μεγέθη.
17. Εκτός αυτού πρέπει ακόμη ν' αναφερθεί από την αρχή ότι ο περιορισμένος κατάλογος παρήγε οπωσδήποτε οριστικά αποτελέσματα κατά το άρθρο 25, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ, διότι, όπως αναφερόταν στο άρθρο αυτό, το κράτος ΑΚΕ μπορούσε να επιλέξει μόνον μεταξύ των υποψηφίων του περιορισμένου καταλόγου. Μπορεί να φαίνεται ότι σε περίπτωση διαδικασίας προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών κατά το άρθρο 25, παράγραφος 2, τα πράγματα είχαν διαφορετικά, διότι οι περιορισμένοι κατάλογοι καταρτίζονταν με στενή συνεργασία της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους ΑΚΕ (το ίδιο ισχύει και κατά το άρθρο 211 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ), προφανώς όμως - όπως ακούσαμε - ακολουθείται τέτοια πρακτική, ώστε κατά κανόνα τα κράτη ΑΚΕ δέχονται τον κατάλογο που καταρτίζει η Επιτροπή και μόνο κατ' εξαίρεση το κράτος ΑΚΕ διευρύνει τον κατάλογο που του προτείνεται.
18. 2. Επομένως, καταλήγω άνευ ετέρου στο συμπέρασμα ότι οπωσδήποτε δεν προσφέρει τίποτα για την προκειμένη περίπτωση η αναφερθείσα απόφαση 22/60 (σύμφωνα με την οποία σημασία έχουν, μεταξύ άλλων, ο χαρακτηρισμός της πράξεως, η αναφορά της νομικής βάσεως, η ύπαρξη αιτιολογίας και η υπογραφή από μέλος της Επιτροπής) και θεωρώ επίσης ότι τίποτε δεν μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία επί της Συνθήκης ΕΚΑΧ που ανέφερε η Επιτροπή, εφόσον η νομολογία αυτή εξεταστεί προσεκτικά.
19. α) Η απόφαση 22/60 γενικά προσφέρει χρήσιμα ίσως στοιχεία για τον τομέα της Συνθήκης ΕΚΑΧ (στη νομολογία δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί αν για απόφαση μπορεί να γίνεται λόγος μόνο αν έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτήν), εν πάση περιπτώσει όμως, σύμφωνα με τη νομολογία επί του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι απολύτως σαφές ότι ο αναγκαίος χαρακτηρισμός ενός μέτρου πραγματοποιείται καταρχήν βάσει τουαντικειμένου και του περιεχομένου του και επομένως σημασία έχει η ουσία, και όχι ο τύπος της πράξεως. Αυτό κατέστη σαφές στις αποφάσεις επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 16 και 17/62 (8) και επί της υποθέσεως 60/81 (9). Στο πλαίσιο αυτό παρουσιάζει σχετικό ενδιαφέρον και η απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 316/82 και 40/83 (10), σύμφωνα με την οποία - στο υπαλληλικό δίκαιο - είναι δυνατόν να υπάρχουν και προφορικές αποφάσεις. Επομένως από το γεγονός ότι κατά την έκδοση των οδηγιών που μας ενδιαφέρουν δεν τηρήθηκαν οι τυπικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην απόφαση 22/60 δεν μπορεί οπωσδήποτε να συναχθεί ότι δεν πρόκειται για πράξη κατά της οποίας μπορεί ν' ασκηθεί προσφυγή.
β) Σχετικά με τη νομολογία στον τομέα της Συνθήκης ΕΚΑΧ υπενθυμίζω ότι στην απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 16-18/59 (11) (επρόκειτο για απόφαση της Ανωτάτης Αρχής σχετικά με το δίκαιο των συμπράξεων) το Δικαστήριο, αφενός, τόνισε μόνον ότι τα χωρία του σκεπτικού της αποφάσεως που αφορούν τις προϋποθέσεις μελλοντικής εγκρίσεως των συμπράξεων δεν αποτελούν παρά μη δεσμευτική ανακοίνωση μελλοντικής κρίσεως και, αφετέρου, έκρινε - ως προς το τμήμα της αποφάσεως στο οποίο γίνεται λόγος για την ανάθεση ελέγχου στους υπαλλήλους - ότι πρόκειται για εσωτερικό απλώς μέτρο. Πράγματι οι δύο αυτές εκτιμήσεις δεν προσφέρουν προφανώς τίποτα χρήσιμο για την προκειμένη υπόθεση, δηλαδή για το ζήτημα αν οι εσωτερικές οδηγίες μιας αρμόδιας για συγκεκριμένο μέτρο υπηρεσίας, οι οποίες αποτελούν καταρχήν και για τον ίδιο τον αποδέκτη απλώς κατευθυντήριους κανόνες, μπορούν να θεωρηθούν ως πράξη κατά της οποίας μπορεί ν' ασκηθεί προσφυγή.
20. Περαιτέρω, στην απόφαση επί της υποθέσεως 54/65 (12) αποκλείσθηκε η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου δηλώσεως του τότε υπάρχοντος Ταμείου Εξισωτικών Εισφορών για τον Παλαιοσίδηρο σχετικά με την έννοια του παλαιοσιδήρου, δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι το Δικαστήριο αρνήθηκε ότι υπήρχε απόφαση, με το αιτιολογικό ότι το Ταμείο Εξισωτικών Εισφορών για τον Παλαιοσίδηρο δεν ήταν πλέον, κατά το επίδικο χρονικό σημείο - κατόπιν της ανακλήσεως της μεταβιβάσεως των εξουσιών προς αυτό - αρμόδιο για την έκδοση τέτοιου είδους πράξεων.
21. Τέλος, όσον αφορά την απόφαση επί της υποθέσεως 20/58 (13), στην οποία θίγεται το πρόβλημα των ενδοϋπηρεσιακών οδηγιών (εδώ επρόκειτο για έγγραφο της Ανωτάτης Αρχής προς βοηθητικό όργανο), δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν αρνήθηκε καταρχήν τη δυνατότητα προσβολής τέτοιων οδηγιών. Κρίσιμη στην αναφερθείσα υπόθεση ήταν αντίθετα η διαπίστωση ότι η Ανωτάτη Αρχή ήθελε απλώς να επιβεβαιώσει αυτό που συναγόταν άμεσα από μια γενική απόφαση, ότι δηλαδή δεν είχε καμία πρόθεση να εκδώσει απόφαση.
22. 3. Περαιτέρω έχω την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να προκύψει κανένα δεσμευτικό συμπέρασμα για το πρόβλημα που τώρα μας απασχολεί ούτε από τη νομολογία τη σχετική με το Ταμείο Αναπτύξεως, την οποία ανέφερε η Επιτροπή.
23. Βέβαια το Δικαστήριο έκρινε σε ορισμένες περιπτώσεις που αφορούσαν την ανάθεση δημοσίων έργων από αρχές των κρατών ΑΚΕ με σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής ότι οι ενέργειες της Επιτροπής δεν αφορούσαν άμεσα τους άλλους υποψηφίους που είχαν αποκλεισθεί (αποφάσεις επί των υποθέσεων 126/83 (14) και 118/83 (15)) και σε άλλες τέτοιου είδους υποθέσεις τόνισε ότι οι επιχειρήσεις έχουν έννομες σχέσεις μόνο με τα συνδεδεμένα κράτη που αναθέτουν τα δημόσια έργα και δεν αποτελούν αποδέκτες κοινοτικών αποφάσεων (απόφαση επί της υποθέσεως 33/82 (16)) έκρινε επίσης ότι οιεπιχειρήσεις παραμένουν ξένες προς τις αποκλειστικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών ΑΚΕ (απόφαση επί της υποθέσεως 267/82 (17)). Δεν νομίζω όμως ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι από αυτό συνάγεται γενικά ότι, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι πράξεις της Επιτροπής στο πλαίσιο διαδικασίας αναθέσεως δημοσίων έργων από το Ταμείο Αναπτύξεως δεν μπορούν ποτέ να παραγάγουν, για τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη διαδικασία, αποτελέσματα που να δικαιολογούν την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως. Οι αναφερθείσες υποθέσεις δεν δικαιολογούν τα ευρύτατα αυτά συμπεράσματα. Δεν πρέπει ιδίως να λησμονείται ότι τότε επρόκειτο για προσφυγές επιχειρήσεων κατά το άρθρο 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και επομένως δεν εξετάστηκε το ζήτημα αν τα κράτη μέλη μπορούν να προσφύγουν δικαστικά κατά πράξεων της Επιτροπής που εκδίδονται στο πλαίσιο αυτό.
24. 4. Σημαντικό για την εξέταση του υποβληθέντος προβλήματος είναι, νομίζω, πρώτον, ότι στο άρθρο 173, εδάφιο 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τις προσφυγές των κρατών μελών, δεν γίνεται λόγος μόνο για αποφάσεις - όπως στο εδάφιο 2 - αλλά χρησιμοποιείται ο ευρύτερος όρος "πράξεις". Σ' αυτές η νομολογία συμπεριέλαβε (στην υπόθεση 22/70 (18))μια απόφαση του Συμβουλίου για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη συμφωνίας (η απόφαση καθόριζε κανόνες συμπεριφοράς και περιείχε διαδικαστικές διατάξεις) ή (στις υποθέσεις 230/81 (19) και 108/83 (20)) ψηφίσματα του Κοινοβουλίου (για την πραγματοποίηση των συνόδων της ολομέλειας και των συνεδριάσεων των επιτροπών και των πολιτικών ομάδων σε ορισμένο τόπο καθώς και για τις δραστηριότητες της γραμματείας και των τεχνικών υπηρεσιών).
25. Εξάλλου σημαντικό είναι ότι κατά τη νομολογία τη σχετική με τον καθορισμό των πράξεων κατά των οποίων μπορεί ν' ασκηθεί προσφυγή το κριτήριο είναι, αφενός, αν οι πράξεις αυτές παράγουν ορισμένα έννομα αποτελέσματα (αποφάσεις επί των υποθέσεων 22/70 και 60/81) και, αφετέρου, (σε μια υπόθεση που αφορούσε το δίκαιο των συμπράξεων) αν πρόκειται μόνο για προπαρασκευαστικές πράξεις (απόφαση επί της υποθέσεως 60/81 στην απόφαση επί της υποθέσεως 54/65, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, γίνεται λόγος για οριστικές αποφάσεις που περατώνουν την εσωτερική διαδικασία).
26. Στην προκειμένη περίπτωση είναι βέβαιο ότι οι ενέργειες που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 25 του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και κατά το άρθρο 211 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ παράγουν έννομα αποτελέσματα. Ασκούν χωρίς αμφιβολία καθοριστική επίδραση στην επιλογή των συμβούλων από τα κράτη ΑΚΕ. Πράγματι, κατά το άρθρο 25, παράγραφος 1, του αναφερθέντος παραρτήματος ΧΙV, η επιλογή έπρεπε να γίνεται βάσει του περιορισμένου καταλόγου που κατάρτιζε η Επιτροπή. Μολονότι εξάλλου στο άρθρο 25, παράγραφος 2 και στο άρθρο 211 γίνεται λόγος για συνεργασία (ή κοινή συμφωνία) με το ενδιαφερόμενο κράτος ΑΚΕ (πράγμα που σημαίνει ότι το κράτος ΑΚΕ μπορεί να συμπληρώσει τον περιορισμένο κατάλογο), σημασία έχει ότι η πρόταση της Επιτροπής είναι σε κάθε περίπτωση οριστική και ότι - όπως ακούσαμε - κατά κανόνα δεν τροποποιείται (πράγμα που άλλωστε δεν είναι περίεργο, διότι οι περισσότεροι από τους συμβούλους αυτούς δεν έχουν επαρκείς γνώσεις σχετικά με τις προς ανάθεση συμβάσεις παροχής υπηρεσιών και δεν διαθέτουν τις απαραίτητες σχέσεις προς όλα τα κράτη ΑΚΕ, τα οποία επομένως δεν μπορούν να προτείνουν συμπλήρωση των καταλόγων). Εφόσον όμως για τιςεξουσίες αυτές της Επιτροπής, οι οποίες εμπεριέχουν χωρίς αμφιβολία κάποια διακριτική ευχέρεια (το εύρος της δεν χρειάζεται να προσδιοριστεί αυτή τη στιγμή), οι αρμόδιες υπηρεσίες εκδίδουν διευκρινιστικές οδηγίες, πρέπει και γι' αυτές να λεχθεί ότι - επειδή επιτελούν βασική λειτουργία - παράγουν έννομα αποτελέσματα κατά την έννοια της νομολογίας. Το γεγονός αυτό δεν αναιρείται για παράδειγμα από το ότι μπορούν να μεταβληθούν (πράγμα που άλλωστε ισχύει για κάθε κανόνα) ούτε από το ότι επιτρέπουν μια ελαστική εφαρμογή, δηλαδή δεν προβλέπουν αυστηρή δέσμευση από τις εθνικές ποσοστώσεις, αλλά επιτρέπουν ορισμένες αποκλίσεις. Το αποφασιστικό στοιχείο είναι ότι οι εθνικές ποσοστώσεις νοούνται ως γενικός κανόνας (από τον Μάρτιο 1986 δεν υπήρχε άλλωστε πια ο λεγόμενος ελεύθερος όγκος συμβάσεων) και ότι ο προσανατολισμός των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών υπέστη την αντίστοιχη επίδραση (όπως δείχνουν οι στατιστικές που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, έστω και αν συγχρόνως καθιστούν σαφές ότι υπάρχουν ορισμένες αποκλίσεις από τις ποσοστώσεις).
27. Από την άλλη πλευρά πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι η συμμετοχή της Επιτροπής - θεωρούμενη στο πλαίσιο της συνολικής διαδικασίας της αναθέσεως των συμβάσεων και σε σχέση με την τελική πράξη για την οποία αρμόδιο είναι μόνο το κράτος ΑΚΕ - έχει προπαρασκευαστικό χαρακτήρα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία περί αποκλειστικά προπαρασκευαστικών πράξεων, δεν υφίσταται δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Κρίσιμο είναι μόνο το γεγονός ότι η Επιτροπή - όπως φάνηκε - ασκεί καθοριστική επίδραση επί του προσδιορισμού της ομάδας των υποψηφίων συμβούλων. 'Οποιος αποκλείεται από την Επιτροπή, αποκλείεται κατά κανόνα οριστικά από τη διαδικασία αναθέσεως. Για τις επιχειρήσεις τις οποίες δεν περιλαμβάνει η Επιτροπή στον περιορισμένο κατάλογο η κοινοτική πράξη της προεπιλογής έχει, επομένως, καθ' όλα οριστικό χαρακτήρα από την άποψη επομένως αυτή δεν μπορείκανείς να πει ότι οι οδηγίες για την κατάρτιση του περιορισμένου πίνακα δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.
28. Αν εξάλλου ληφθεί υπόψη ότι δεν είναι σαφές πως θα ήταν δυνατός ο ικανοποιητικός έλεγχος της επίμαχης πρακτικής με την άσκηση αγωγών αποζημιώσεως, στις οποίες αναφέρθηκε η Επιτροπή και οι οποίες βέβαια θα ασκούνταν από επιχειρήσεις που θα είχαν παραλειφθεί, τότε πράγματι δεν μένει παρά να θεωρηθεί παραδεκτή η προσφυγή παρά τις επιφυλάξεις που προέβαλε η Επιτροπή, δηλαδή η πράξη της Επιτροπής περί επαναφοράς του συστήματος των ποσοστώσεων από την 1η Μαρτίου 1986, την οποία αφορά η προσφυγή, να θεωρηθεί ως πράξη κατά της οποίας μπορεί ν' ασκηθεί προσφυγή, διότι προφανώς υφίσταται έννομο συμφέρον για τη διευκρίνιση του ζητήματος αν και σε ποιο βαθμό επιτρέπονται οι εθνικές ποσοστώσεις στο πλαίσιο της τεχνικής συνεργασίας με τα κράτη ΑΚΕ και διότι δεν υπάρχει λόγος ένα κράτος μέλος που δεν συμφωνεί με την πρακτική της Επιτροπής να πρέπει να περιμένει μία πράξη συγκεκριμενοποιήσεως, δηλαδή την κατάρτιση συγκεκριμένου περιορισμένου καταλόγου.
ΙΙ - Επί του βασίμου
29. 1. Πριν από την έρευνα του βασίμου πρέπει να εξετασθούν τα χαρακτηριστικά του συστήματος ποσοστώσεων που εφαρμόζει η Επιτροπή, όπως προκύπτουν από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο.
30. Τα κρίσιμα μεγέθη αναφοράς είναι τα ποσοστά που διαμορφώνονται σε στενή σχέση με τις εισφορές των κρατών μελών στο Ταμείο Αναπτύξεως (σημείωμα της 21ης Φεβρουαρίου 1986, προσαρτημένο ως παράρτημα Ι στις απαντήσεις της Επιτροπής επί των ερωτημάτων του Δικαστηρίου). Αν από την τακτικά, ανά διαστήματα μερικών μηνών, διενεργούμενη ανακεφαλαίωση των ανατεθεισών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών προκύπτει ότι δεν επετεύχθη η σκοπούμενη αναλογία, δίδεται προσοχή ώστε κατά την επιλογή από τον κύκλο των ενδιαφερομένων, που πρέπει όλοι να ανταποκρίνονται στα κριτήρια των προσόντων, της εμπειρίας, της ανεξαρτησίας και της διαθεσιμότητας (βλέπε παράρτημα 9 της προσφυγής), να προτιμώνται επιχειρήσεις από χώρες που δεν έχουν συμπληρώσει ακόμη την ποσόστωσή τους, ενώ αντίθετα αντιμετωπίζονται συγκρατημένα οι επιχειρήσεις των χωρών οι οποίες έχουν ήδη υπερβεί τις ποσοστώσεις τους (σημείωμα του Νοεμβρίου 1985, παράρτημα 2 της προσφυγής). Στη συνεδρίαση της ομάδας εργασίας της 18ης Δεκεμβρίου 1985 ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε μάλιστα ότι οι επιχειρήσεις από τα κράτη μέλη τα οποία έχουν υπερβεί τις ετήσιες ποσοστώσεις τους αποκλείονται (παράρτημα 4 της προσφυγής, σ. 3) και στο ήδη αναφερθέν σημείωμα της 21ης Φεβρουαρίου 1986 αναφέρεται ότι πρέπει να δίδεται απόλυτη προτεραιότητα σε γραφεία των χωρών που εμφανίζουν σημαντικό έλλειμμα. Από ένα σημείωμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1984, το οποίο προσκομίστηκε επίσης με τις απαντήσεις της Επιτροπής στα ερωτήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει εξάλλου ότι για μικρότερα ποσά περιλαμβάνεται μόνον ένα γραφείο στον κατάλογο, "χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ποσοστά ανά εθνικότητα", ενώ αντίθετα σ' όλες τις άλλες περιπτώσεις τα γραφεία πρέπει να επιλέγονται "κατά προτίμηση βάσει των ισχυουσών οδηγιών περί τηρήσεως των ποσοστών ανά εθνικότητα".
31. Εξάλλου η Επιτροπή τόνισε (σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του παραρτήματος 9 της προσφυγής) ότι το σύστημα των ποσοστώσεων δεν εφαρμόζεται αυστηρά, αλλά επιτρέπονται αποκλίσεις, για παράδειγμασε περίπτωση συναφών συμβάσεων, για λόγους ιστορικών δεσμών, για λόγους δαπανών ή όταν μια επιχείρηση αποδεικνύεται ιδιαιτέρως ικανή για κάποια σύμβαση (επ' αυτού αναφέρθηκε συγκεκριμένο παράδειγμα κατά τη διαδικασία), και μπορεί να πει κανείς ότι αυτό επιβεβαιώνεται από τις στατιστικές που προσκομίστηκαν, και ιδίως από τη στατιστική του Νοεμβρίου 1985, στην οποία εμφαίνονται χωριστά οι συμβάσεις για τις οποίες εφαρμόστηκε το σύστημα των ποσοστώσεων (παράρτημα 2 της προσφυγής). Πράγματι πρέπει ν' αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει πολύ μεγάλη δέσμευση από τις ποσοστώσεις (όπως υποστηρίζει το προσφεύγον Βασίλειο), αλλά ότι εν μέρει μπορεί να γίνει λόγος για σημαντικές αποκλίσεις (συγκεκριμένα για αποκλίσεις από τις ποσοστώσεις της τάξεως του 20 έως 30 % προς τα επάνω και του 15 έως 50 % προς τα κάτω). Γενικά πάντως παραμένει η εντύπωση (ενόψει των προσαχθέντων εγγράφων) ότι οι εθνικές ποσοστώσεις δεν έχουν κατά την προπαρασκευή των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών περιθωριακή μόνο σημασία, αλλά αντίθετα σημαντικό ειδικό βάρος.
32. 2. Κατά πρώτο λόγο το προσφεύγον Βασίλειο επικρίνει, ως γνωστόν, αυτό το σύστημα ποσοστώσεων για το λόγο ότι δεν συμβιβάζεται με τη δεύτερη και τρίτη σύμβαση του Λομέ. Πουθενά στις συμβάσεις δεν προβλέπεται τέτοιου είδους κριτήριο για την προπαρασκευή των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών και ούτε μπορεί να συναχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από τις συμβάσεις. Ορθότερο αντίθετα θα ήταν να γίνει δεκτό ότι τα κρίσιμα κριτήρια επιλογής για την κατάρτιση των περιορισμένων πινάκων αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 25 του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και στο άρθρο 211 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ και ότι επομένως δεν υπάρχει θέση για πρόσθετα κριτήρια του είδους που μας ενδιαφέρει. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαπίστωση ότι χαρακτηριστική για τις συμβάσεις είναι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως - πράγμα που προκύπτει από ορισμένες διατάξειςκαι υπέρ του οποίου συνηγορεί το όλο σύστημα των συμβάσεων - και ότι οι επιτρεπόμενες αποκλίσεις από την αρχή αυτή αναφέρονται ρητά. Τέλος πρέπει ακόμη ν' αναγνωριστεί ότι η εφαρμογή εθνικών ποσοστώσεων δεν συνάδει προς το βασικό σκοπό των συμβάσεων, δηλαδή την παροχή της αποτελεσματικότερης βοήθειας, διότι μπορεί εύκολα να οδηγήσει στο να αποκλειστούν, λόγω της εθνικότητάς τους, από τον κύκλο των επιχειρήσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και του άρθρου 211 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ εκείνες ακριβώς οι επιχειρήσεις που - όπως θα προέκυπτε από προσεκτικότερη εξέταση - θα μπορούσαν να παράσχουν την αποτελεσματικότερη βοήθεια.
33. Αντίθετα η Επιτροπή (και η ιταλική κυβέρνηση που παρενέβη υπέρ αυτής) υποστήριξε στην ουσία ότι δεν πρέπει για τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών να γίνεται αναγωγή στις γενικές διατάξεις των συμβάσεων, τις οποίες κυρίως είχε υπόψη του το Ηνωμένο Βασίλειο. Το άρθρο 25 του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και το άρθρο 211 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ αποτελούν στην πραγματικότητα leges speciales για τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες, λόγω του ειδικού χαρακτήρα τους, δεν εντάσσονται στο γενικό σύστημα. Από τις διατάξεις όμως αυτές προκύπτει μόνον η απαίτηση τηρήσεως των προϋποθέσεων που αναφέρονται σ' αυτές για την πρώτη επιλογή των υποψηφίων συμβούλων και πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο περαιτέρω περιορισμός του κύκλου για την κατάρτιση περιορισμένων καταλόγων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής. Οπωσδήποτε δεν είναι σε καμιά περίπτωση δυνατόν να φθάσει κανείς σε περιορισμένους καταλόγους μόνον βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται ρητά και το γεγονός ότι η Επιτροπή, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που εξακολουθεί αναμφίβολα να έχει, αποδίδει σημασία στηνεθνικότητα των υποψηφίων πρέπει να γίνει δεκτό ότι εξυπηρετεί την ικανοποιητική διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ όλων των κρατών μελών και των κρατών ΑΚΕ.
34. Κατά την αξιολόγηση αυτών των οπωσδήποτε όχι απλών επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων, μου δημιουργήθηκε τελικά η εντύπωση - την οποία και σας γνωστοποιώ αμέσως - ότι τα πειστικότερα επιχειρήματα προβλήθηκαν από τα δύο Βασίλεια που μετέχουν στη διαδικασία.
35. α) Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βασική αρχή του τίτλου VΙΙ της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και του τίτλου ΙΙΙ της τρίτης συμβάσεως του Λομέ περί οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας είναι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων ή - κατ' άλλη διατύπωση - της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
36. Σχετικά μπορούν να αναφερθούν:
- το άρθρο 108, παράγραφος 4, της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ (σ' αυτό αντιστοιχεί το άρθρο 192, παράγραφος 3, στοιχείο δ), της τρίτης συμβάσεως του Λομέ), κατά το οποίο τα κράτη ΑΚΕ και η Κοινότητα έχουν από κοινού την ευθύνη για τη λήψη των καταλλήλων μέτρων εφαρμογής για την εξασφάλιση της ισότητας των όρων συμμετοχής στις διακηρύξεις δημοπρασιών και στις συμβάσεις
- το άρθρο 121, παράγραφος 2, της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ (σ' αυτό αντιστοιχεί το άρθρο 226, παράγραφος 2, της τρίτης συμβάσεως του Λομέ), κατά το οποίο ο κύριος διατάκτης (δηλαδή ο προϊστάμενος της Γενικής Διευθύνσεως από τον οποίο προέρχονται οι προσβαλλόμενες οδηγίες) μεριμνά για την εξασφάλιση ίσων προϋποθέσεων κατά τη συμμετοχή στις προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών και την κατάργηση των διακρίσεων
- το άρθρο 125 της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ (σ' αυτό αντιστοιχεί το άρθρο 232 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ), κατά το οποίο, προκειμένου για παρεμβάσεις που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα, η συμμετοχή στις προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών και στις συμβάσεις είναι ανοικτή, με ίσους όρους, σε όλα τα φυσικά πρόσωπα και σε όλες τις εταιρείες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και σε όλα τα φυσικά πρόσωπα και σε όλες τις εταιρείες των κρατών ΑΚΕ
- τέλος, το άρθρο 126 της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ (σ' αυτό αντιστοιχεί το άρθρο 233 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ), στο οποίο προβλέπεται ότι τα κράτη ΑΚΕ και η Επιτροπή λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν, με ίσους όρους, τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή στις προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών και στις συμβάσεις έργων και προμηθειών και ότι δεν επιτρέπονται οι πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις.
37. Νομίζω ότι το βάρος της κατ' αυτό τον τρόπο διατυπούμενης αρχής δεν μειώνεται παρά ελάχιστα από τη διαπίστωση ότι οι τελευταίες διατάξεις αναφέρονται μόνο στις συμβάσεις έργων και προμηθειών (που δεν παίζουν ρόλο στην παρούσα υπόθεση, αποτελούν όμως - όπως ακούσαμε - περίπου το 80 % των παροχών από το Ταμείο Αναπτύξεως) και ότι στο άρθρο 121 της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ (ή στο άρθρο 226 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ) γίνεται απλώς λόγος για προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών, ενώ τα άρθρα 25 του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και 211 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ, που κυρίως ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση, αφορούν μόνο περιορισμένες προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών, αφού η διάταξη αυτή δεν αποκλείει βέβαια σε καμιά περίπτωση την εφαρμογή του κριτηρίου της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Πάντως δεν μπορεί κανείς ν' αρνηθεί ότι τα άρθρα 108 και 125 της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ (ή 192 και 232 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ) έχουν γενική ισχύ και ιδίως δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποκλειστικός σκοπός του άρθρου 125 (ή 232) είναι ο καθορισμός γεωγραφικού πλαισίου για τους δικαιουμένους συμμετοχής και η επιβολή της υποχρεώσεως ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των κοινοτικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων των κρατών ΑΚΕ.
38. β) Δεν χρειάζεται να εξηγηθεί διά μακρών ότι το να ανάγεται η εθνικότητα των υποψηφίων επιχειρήσεων σε σημαντικό κριτήριο, όπως επιβάλλει το σύστημα των ποσοστώσεων, αποτελεί άνιση μεταχείριση κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρθηκαν. Από πλευρά κοινοτικού δικαίου είναι προφανές ότι η έδρα της επιχειρήσεως αποτελεί ακατάλληλο κριτήριο στο πλαίσιο της αναπτυξιακής βοήθειας και ότι αποδεκτά ουσιαστικά κριτήρια είναι κατά πρώτο λόγο αυτά που χαρακτηρίζουν τη δραστηριότητα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Εκτός αυτού μπορεί σχετικά να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα τουλάχιστον με την πρακτική της Επιτροπής, συχνά ορισμένες επιχειρήσεις που θα έπρεπε ν' αποκλεισθούν καταρχήν λόγω εξαντλήσεως των εθνικών ποσοστώσεων λαμβάνονται υπόψη, εάν διαθέτουν τελείως ειδικές γνώσεις. Αυτό δεν σημαίνει στην πραγματικότητα παρά ότι οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει ν' ανταποκρίνονται σε υψηλότερες απαιτήσεις (πρέπει να είναι "καλύτερες"), ότι δηλαδή υφίστανται άνιση μεταχείριση λόγω του κριτηρίου της εθνικότητας, που τους επιβάλλει αυστηρότερες προϋποθέσεις.
39. γ) Περαιτέρω πρέπει να συμφωνήσει κανείς με το προσφεύγον Βασίλειο ότι αποκλίσεις από την εκτεθείσα αρχή δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, παρά μόνον όταν προκύπτουν σαφώς από το κείμενο ή το σύστημα της συμβάσεως, διότι ακριβώς πρόκειται για κείμενο το οποίο αποδέχθηκε και η ίδια η Κοινότητα και με το οποίο ανατίθενται σημαντικές διοικητικές εξουσίες στην Επιτροπή, δηλαδή σε κοινοτικό όργανο. Αν τα επίσης συμβαλλόμενα κράτη μέλη - μπορεί να πει κανείς - απέδιδαν πράγματι σημασία στην εξέταση της εθνικότητας των υποψηφίων επιχειρήσεων, τότε οπωσδήποτε θα είχαν αναγάγει ρητά σε αποφασιστικό κριτήριο αυτόν το σημαντικό γι' αυτά παράγοντα, ο οποίος δεν μπορεί να παίξει ρόλο για την Κοινότητα καθεαυτή. Σχετικά παρουσιάζει αναμφίβολα ενδιαφέρον - και γι' αυτό αναφέρθηκε - ότι στο υπαλληλικό δίκαιο της Κοινότητας θεωρείται ρητά απαραίτητο ν' αναφέρεται η δυνατότητα να ληφθεί υπόψη η ιθαγένεια (η οποία, κατά το άρθρο 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, πρέπει καταρχήν να θεωρείται ως ξένο σώμα), όπως στο άρθρο 27, κατά το οποίο οι υπάλληλοι πρέπει να επιλέγονται μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων επί της ευρύτερης δυνατής γεωγραφικής βάσης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει εκτός αυτού το γεγονός ότι κατά τη νομολογία ισχύουν σχετικά ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις, δεδομένου ότι τονίζεται συνεχώς ότι μόνο σε περίπτωση ισότιμων προσόντων μπορεί τελικά ν' αποβεί κρίσιμη η ιθαγένεια, για την εξασφάλιση της γεωγραφικής ισορροπίας (21).
40. 'Οσον αφορά όμως τις συμβάσεις του Λομέ, είναι προφανές ότι καμιά από τις διατάξεις τους δεν προβλέπει τη διαδικασία βάσει της εθνικότητας που επέλεξε η Επιτροπή. Αντίθετα, ειδικές διατάξεις, που προβλέπουν απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, υφίστανται μόνο υπέρ των κρατών ΑΚΕ, όπως για παράδειγμα στα άρθρα 130 και 140 της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και στα άρθρα 209 και 236 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ. Και οπωσδήποτε δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι σκοπός των συμβάσεων είναι η δημιουργία όσο το δυνατόν ισοδυνάμων σχέσεων μεταξύ όλων των κρατών μελών και όλων των κρατών ΑΚΕ, για να καταβληθεί έτσι προσπάθεια να δικαιολογηθούν οι εθνικές ποσοστώσεις με αναφορά στο πνεύμα των συμβάσεων. Εφόσον δηλαδή είναι προφανές ότι αυτό δεν έχει σημασία για τις συμβάσεις έργων και προμηθειών, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της αναπτυξιακής βοήθειας, δεν βλέπω για ποιο λόγο θα έπρεπε η ιδέα αυτή να βαρύνει σημαντικά για τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών.
41. Στο συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί ν' αντιταχθεί ούτε ότι οι συμβάσεις περί παροχής συμβουλών έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από τη χρηματική τους αξία, διότι συχνά αποτελούν το πρώτο βήμα για μεταγενέστερες συμβάσεις έργων ή προμηθείας.
42. Ακριβώς λοιπόν αν αυτό είναι ορθό, θα δικαιολογούνταν ίσως μια σαφής αναφορά σ' ένα αναλογικό σύστημα με βάση την εθνικότητα, αν αυτή ήταν η δηλωθείσα βούληση των κρατών μελών. Δεν δικαιολογείται όμως έτσι η διά της ερμηνείας ένταξη του κριτηρίου αυτού, το οποίο είναι αντίθετο στη βασική τάση των υπολοίπων διατάξεων της συμβάσεως, σε μία διάταξη που προβλέπει αντικειμενικά ποιοτικά κριτήρια.
43. δ) Μολονότι εξάλλου πρέπει κανείς να συμφωνήσει με την Επιτροπή ότι οι διατάξεις του άρθρου 25 του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ και του άρθρου 211 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ αποτελούν κατά κάποιο τρόπο leges speciales για τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (διότι αφορούν παροχές ειδικής φύσεως, για τις οποίες μια αντικειμενική ποιοτική σύγκριση του είδους των γενικών προσκλήσεων για υποβολή προσφορών θα συναντούσε μεγάλες δυσκολίες και για τις οποίες επίσης έχει μεγάλη σημασία ο περιορισμός του κύκλου των υποψηφίων, για λόγους εξόδων - συνήθως πρόκειται για μικρά ποσά), αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι μπορεί εδώ η εθνικότητα των υποψηφίων ν' αποτελέσει καθοριστικό στοιχείο. Δεν θεωρώ πειστικό να ερμηνεύονται οι δύο αναφερθείσες διατάξεις κατά τέτοιον τρόπο, ώστε σε πρώτη φάση να επιλέγονται οι υποψήφιοι οι οποίοι ανταποκρίνονται στα αναφερθέντα κριτήρια και έπειτα από τον κύκλο αυτό να μπορεί να καταρτίζεται περιορισμένος κατάλογος κατ' ελεύθερη κρίση (οπότε μπορούν να παίξουν ρόλο και οι εθνικές ποσοστώσεις). Εκτός του ότι θα ήταν ασύνηθες σ' έναν τόσο λεπτομερώς ρυθμισμένο τομέα (υπενθυμίζω κυρίως τα άρθρα 211 και 209 της τρίτης συμβάσεως του Λομέ) να προβλέπεται τόσο ευρεία διακριτική ευχέρεια για την αποφασιστική επιλογή, επιπλέον μπορεί να υποστηριχθεί εξίσου, κατά το γράμμα των διατάξεων που αναφέρθηκαν, η ερμηνεία ότι και για την κατάρτιση των περιορισμένων πινάκων κρίσιμα είναι κυρίως τα ρητώς αναφερόμενα κριτήρια (καθώς και - στο άρθρο 25 του παραρτήματος ΧΙV της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ - η τιμή, διότι για ένα συγκεκριμένο σχέδιο είναι δυνατόν να μην ενδιαφέρει ο υποψήφιος με τα περισσότερα προσόντα, ο οποίος κατά συνέπεια θα είναι και ο ακριβότερος, αλλά η οικονομικά συμφερότερη παροχή). Πάντως δεν είναι κατανοητό πως είναι πρακτικά αδύνατον στην Επιτροπήνα διαμορφώνει το στενότερο κύκλο βάσει κυρίως των κριτηρίων που αναφέρονται στις εν λόγω διατάξεις, εφόσον μάλιστα η ίδια η Επιτροπή δήλωσε κατά τη διαδικασία - αναφερόμενη σε σχετική κριτική που περιέχεται στην έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου - ότι εν τω μεταξύ έχει βελτιωθεί η μέθοδος αξιολογήσεως των επιχειρήσεων που λαμβάνονται υπόψη και μεγάλη αξία έχουν σχετικά οι περιοδικές ιδίως εκθέσεις για τις ήδη παρασχεθείσες υπηρεσίες, οι οποίες έχουν καταγραφεί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.
44. Αν όμως αναγνωρίσει κανείς την ύπαρξη κάποιας διακριτικής ευχέρειας σχετικά με την κατάρτιση των περιορισμένων καταλόγων (πράγμα για το οποίο δύσκολα μπορεί να διατυπωθεί αντίρρηση), παραμένει οπωσδήποτε η διαπίστωση ότι κατά την άσκησή της δεν μπορούν να παίξουν κυριαρχικό ρόλο οι εθνικές ποσοστώσεις, ήδη για το λόγο ότι αυτό θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο μια χαρακτηριστική αρχή της αναπτυξιακής βοήθειας - την εξασφάλιση της αποτελεσματικότερης βοήθειας - όπως προκύπτει από μία σειρά διατάξεων των δύο συμβάσεων που μας ενδιαφέρουν, τις οποίες αναφέρει το προσφεύγον Βασίλειο. Πράγματι είναι καθ' όλα πιθανό στη συγκεκριμένη περίπτωση να προκύπτει από μια προσεκτική εξέταση ότι μεταξύ των υποψηφίων που αποκλείστηκαν λόγω της ιθαγένειάς τους βρίσκονται εκείνοι ακριβώς οι οποίοι θα μπορούσαν να προσφέρουν τις χρησιμότερες τεχνικές υπηρεσίες - πράγμα που προφανώς η Επιτροπή δεν προσπαθεί, κατά κανόνα, να διαπιστώσει. Επομένως το στοιχείο της ιθαγένειας μπορεί, κατά την άσκηση μιας υποτιθέμενης διακριτικής ευχέρειας, να παίξει το πολύ έναν εντελώς δευτερεύοντα ρόλο (δυνάμενο να συγκριθεί με αυτόν που κατέχει στο υπαλληλικό δίκαιο, όταν δηλαδή έχει αποδειχθεί η αντικειμενική ισοδυναμία των υποψηφίων) και μπορεί μάλιστα να του αναγνωριστεί σχετικά κάποια χρησιμότητα, αφού συμβάλλει στο να αποφευχθεί η υπερβολικά μονομερής ανάπτυξη των σχέσεωνμεταξύ ενός κράτους μέλους και μερικών κρατών ΑΚΕ, που δεν ανταποκρίνεται οπωσδήποτε στο πνεύμα των συμβάσεων.
45. ε) Τέλος θεωρώ επίσης προφανές ότι η πρακτική άλλων οργανισμών που δρουν στον τομέα της αναπτυξιακής βοήθειας (Παγκόσμια Τράπεζα, Αμερικανική Τράπεζα Αναπτύξεως, Αφρικανική Τράπεζα Αναπτύξεως, Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών περί Αναπτύξεως), στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή, δεν είναι δεσμευτική.
46. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, δημιουργείται η εντύπωση ότι εδώ δεν παίζουν ρόλο οι εθνικές ποσοστώσεις κατά την έννοια της πρακτικής της Επιτροπής, αλλά μόνον η προσπάθεια όσο το δυνατόν ευρύτερης γεωγραφικής κατανομής των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Εκτός αυτού μπορεί να προστεθεί ότι βέβαια δεν είναι δυνατόν να μεταφερθούν άνευ ετέρου πρακτικές καθαρά διεθνών οργανισμών στην ποιοτικά εντελώς διαφορετική συνεργασία που αναπτύσσεται στο πλαίσιο των συμβάσεων που ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση, στις οποίες συμμετέχει και η ίδια η Κοινότητα (πράγμα που επιβάλλει να ληφθούν ειδικά υπόψη οι ανάγκες των πολιτών της) και από τις οποίες προκύπτουν επιπλέον σαφείς αρχές ουσιαστικού δικαίου σχετικά με τη μεταχείριση των υποψηφίων για τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών.
47. στ) Επομένως, όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, πρέπει ν' αναγνωριστεί ότι το σύστημα ποσοστώσεων, για την πλήρη επανεφαρμογή του οποίου κατά τον Μάρτιο 1986 ελήφθη απόφαση από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής, υπό τη μορφή που περιγράφηκε κατά τη διαδικασία, είναι ασυμβίβαστο με τη δεύτερη και τηντρίτη σύμβαση του Λομέ και επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του προσφεύγοντος περί ακυρώσεως.
48. Αυτό βέβαια - όπως υπαινίχθηκε το ίδιο το προσφεύγον Βασίλειο και όπως υπάρχει η δυνατότητα κατά το άρθρο 174 της Συνθήκης ΕΟΚ - πρέπει να γίνει με την επιφύλαξη ότι δεν πρόκειται να θιγούν, για λόγους ασφάλειας δικαίου, οι ήδη συναφθείσες συμβάσεις.
49. 3. Κατόπιν αυτών παρέλκει τελικά η εξέταση των δύο άλλων προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως, συγκεκριμένα του ισχυρισμού περί παραβάσεως του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ (κατά το οποίο απαγορεύεται εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας) και του ισχυρισμού περί παραβιάσεως του σκοπού που καθορίζεται στο άρθρο 3, στοιχείο στ), της Συνθήκης ΕΟΚ (εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς). Για χάρη πληρότητας της έρευνας θα ήθελα όμως να προσθέσω τουλάχιστον μερικές σύντομες παρατηρήσεις.
α) Επί του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ
50. Επ' αυτού το προσφεύγον Βασίλειο υποστήριξε ότι οι συμφωνίες που συνάπτει η Κοινότητα - όπως είναι οι συμβάσεις του Λομέ ΙΙ και ΙΙΙ - πρέπει, όπως προκύπτει από το άρθρο 228 της Συνθήκης ΕΟΚ, να συμβιβάζονται με τη Συνθήκη. Υποστήριξε επίσης ότι οι πράξεις της Επιτροπής που εκδίδονται στο πλαίσιο των συμφωνιών αυτών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης άρα ισχύει γι' αυτές η απαγόρευση του άρθρου 7 και επομένως απαγορεύεται ν' αποδίδεται, όσον αφορά το περιεχόμενο των πράξεων αυτών, αποφασιστική σημασία στην έδρα της επιχειρήσεως.
51. Οπωσδήποτε πρέπει κανείς να παραδεχτεί ότι το επιχείρημα αυτό φαίνεται στην αρχή πολύ πειστικό. Εν πάση περιπτώσει δύσκολα μπορεί σ' αυτό ν' αντιταχθεί ότι το σύστημα ποσοστώσεων που μας ενδιαφέρει λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική κατάσταση των κρατών μελών, όπως αυτή προκύπτει από τη διαφορετική οικονομική τους συμμετοχή στο Ταμείο Αναπτύξεως (από το οποίο χρηματοδοτούνται οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών) και ότι από την άποψη αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά. Οπωσδήποτε τίποτα δεν προκύπτει υπέρ της απόψεως αυτής από τη γνωμοδότηση 1/78 (22) που αναφέρει η Επιτροπή. Το Δικαστήριο δηλαδή έκρινε με τη γνωμοδότηση αυτή, σχετικά με τη δυνατότητα χρηματοδοτήσεως που βαρύνει τα κράτη μέλη, η οποία δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί, ότι τα κράτη μέλη έπρεπε να συμμετέχουν στη σημαντική για το μηχανισμό εξισώσεως διαδικασία αποφάσεων, αυτό όμως αφορούσε προφανώς μόνο το ερώτημα αν η Κοινότητα έπρεπε να θεωρείται αποκλειστικά αρμόδια για τη σύναψη της συμφωνίας αντίθετα, από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί η αρχή ότι ένας συγκεκριμένος τρόπος χρηματοδοτήσεως επιτρέπει αποκλίσεις από βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
52. Επιπλέον μπορεί σχετικά να παρατηρηθεί ότι και οι οικονομικές συνεισφορές των κρατών μελών στην Κοινότητα είναι κατά βάση πολύ διαφορετικές, εντούτοις όμως η Κοινότητα διέπεται από την αρχή του άρθρου 7.
53. Ορθά όμως τέθηκε το ερώτημα αν πράγματι μπορεί να πει κανείς ότι οι πράξεις της Επιτροπής κατά την προπαρασκευή των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών στο πλαίσιο της τεχνικής συνεργασίας με τα κράτη ΑΚΕ εμπίπτουν πλήρως στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης καιεπομένως υπόκεινται πλήρως στην απαγόρευση του άρθρου 7. Πράγματι δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι πρόκειται για μικτές συμφωνίες, που έχουν υπογραφεί και από τα κράτη μέλη, και το γεγονός ότι με αυτές μεταβιβάζονται εξουσίες στην Επιτροπή δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι οι εξουσίες αυτές πρέπει να ασκούνται αποκλειστικά επ' ονόματι της Κοινότητας, όταν μάλιστα προκύπτει (για παράδειγμα από το άρθρο 11 της εσωτερικής συμφωνίας περί χρηματοδοτήσεως του 1979) ότι η Επιτροπή ενεργεί κατά τη διαχείριση και για λογαριασμό του συνόλου των συμβαλλομένων.
54. Εντύπωση εξάλλου προξενούν και τα στοιχεία που προκύπτουν από τη νομολογία που ανέφερε η Επιτροπή σχετικά με τη μη πλήρη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και τις επιτρεπόμενες αποκλίσεις. Καταρχάς έχω κατά νου δύο αποφάσεις που αφορούν την εμπορική πολιτική. 'Ετσι στην απόφαση επί της υποθέσεως 41/76 (23) κρίθηκε ότι επιτρέπεται ο περιορισμός των ενδοκοινοτικών εμπορικών συναλλαγών που αφορούν προϊόντα τρίτων χωρών, τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σ' ένα κράτος μέλος, τόσο κατά το άρθρο 115 της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και ενόψει του ότι η κοινή εμπορική πολιτική δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Ανάλογη ήταν και η απόφαση επί της υποθέσεως 242/84 (24) (εδώ επρόκειτο για κοινή ρύθμιση των εισαγωγών με ανώτατες ποσότητες, που κατανέμονταν στα κράτη μέλη ανάλογα με τις ανάγκες εφοδιασμού τους). Και εδώ κρίθηκαν δικαιολογημένα τα περιοριστικά μέτρα για εμπορεύματα που βρίσκονταν σε ελεύθερη κυκλοφορία σ' ένα κράτος μέλος, λόγω μη ολοκληρώσεως της κοινής εμπορικής πολιτικής. 'Εχω επίσης κατά νου την απόφαση επί της υποθέσεως 153/73 (25), στην οποία κρίθηκε δικαιολογημένο, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (για την οποία ισχύει, κατά το άρθρο 40 της Συνθήκης ΕΟΚ, ιδιαίτερηαπαγόρευση των διακρίσεων), ένα ιδιαίτερο μέτρο για ένα κράτος μέλος (ενίσχυση για τη μεταποίηση αγριοκράμβης στην Ιταλία), με την αιτιολογία ότι η τότε ισχύουσα κοινή οργάνωση αγοράς δεν είχε εκπληρώσει ακόμη πλήρως τους σκοπούς του άρθρου 39 και παρουσίαζε κενά. Ενόψει της νομολογίας αυτής και του γεγονότος ότι και η πολιτική της αναπτυξιακής βοήθειας δεν έχει ακόμη καταστεί πλήρως κοινοτική, μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί η άποψη ότι στον τομέα αυτό δεν μπορεί ακόμη να εφαρμοστεί πλήρως η απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 7.
55. Εν πάση περιπτώσει, στο συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί ν' αντιταχθεί η άποψη ότι για την κοινή εμπορική πολιτική προβλέπονται ρητά αποκλίσεις στο άρθρο 115 της Συνθήκης. Ανάλογη ρητή ρύθμιση ελλείπει και στον τομέα της γεωργίας (πράγμα που δεν κατέστησε αδύνατη την απόκλιση από το άρθρο 40) και, όσον αφορά τις συμβάσεις που μας ενδιαφέρουν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αφήνουν στην Επιτροπή κάποια διακριτική ευχέρεια για την προπαρασκευή των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών.
56. Ομοίως, η άποψη της Επιτροπής δεν αναιρείται ούτε από την απόφαση επί της υποθέσεως 126/82 (26). Η απόφαση αυτή περιέχει ορισμένες (κατ' αποτέλεσμα αρνητικές) παρατηρήσεις επί του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, απ' αυτό όμως δεν μπορεί αυτόματα να συναχθεί ότι το Δικαστήριο - μολονότι η κοινή πολιτική μεταφορών παρουσίαζε ακόμη κενά - δέχθηκε την πλήρη εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στον τομέα αυτό.
57. Επομένως - προς το παρόν θα περιοριστώ στην παρατήρηση αυτή, χωρίς να εμβαθύνω την εξέταση του προβλήματος - πρέπει να θεωρηθεί τουλάχιστον εξαιρετικά αμφίβολο αν κατά του συστήματος ποσοστώσεων που εφαρμόζει η Επιτροπή μπορεί ν' ασκηθεί κριτική και με επίκληση του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
β) Επί του άρθρου 3, στοιχείο στ), της Συνθήκης ΕΟΚ
58. Το προσφεύγον Βασίλειο επισημαίνει εξάλλου ότι η Επιτροπή υποχρεούται κατά την άσκηση των εξουσιών της οι οποίες προβλέπονται στις συμβάσεις να τηρεί το σκοπό του άρθρου 3, στοιχείο στ), της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι αυτό δεν συμβαίνει όταν λαμβάνονται υπόψη εθνικές ποσοστώσεις, οι οποίες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οδηγούν στο να περιλαμβάνεται μία επιχείρηση στον περιορισμένο κατάλογο μόνο λόγω της εθνικότητάς της: έχω επίσης αμφιβολίες αν το επιχείρημα αυτό (νόθευση των συνθηκών του ανταγωνισμού) στοιχειοθετεί πράγματι λόγο ακυρώσεως.
59. Οπωσδήποτε νομίζω ότι δεν πρέπει στο πλαίσιο αυτό να ληφθεί υπόψη το γεγονός καθαυτό ότι περιορίζεται ο κύκλος των προσώπων στα οποία μπορεί ν' ανατεθούν οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών και επομένως ο ανταγωνισμός παραμένει σε κάθε περίπτωση περιορισμένος σε λίγους ενδιαφερομένους. Αυτό προβλέπεται ρητά στις συμβάσεις και μπορεί κανείς επίσης να πει ότι εξυπηρετεί την αποτελεσματικότητα της αναπτυξιακής βοήθειας (διότι έτσι οι συμβάσεις παροχών που ούτως ή άλλως δεν ενδείκνυνται από τη φύση τους για γενικές προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών ανατίθενται μόνο σε σοβαρά ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και διότι έτσι μπορούν να διατηρηθούν και τα έξοδα σε χαμηλότερα επίπεδα απ' ό,τι σε περίπτωση γενικής προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών, στην οποία θα έπρεπε να συμμετάσχουν πολλοί υποψήφιοι). Ομοίως,δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ορισμένες φορές οι περιορισμένοι κατάλογοι περιέχουν ένα μόνο υποψήφιο, διότι από σημείωμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1984 (παράρτημα ΙΙ των απαντήσεων στα ερωτήματα του Δικαστηρίου) προκύπτει ότι αυτό συμβαίνει μόνον επί των λιγότερο σημαντικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών και ότι εδώ ούτε οι εθνικές ποσοστώσεις παίζουν κανένα ρόλο.
60. Από την άλλη πλευρά, αν δεν μπορεί κανείς, στο πλαίσιο αυτό, να δεχθεί την άποψη ότι ο σκοπός του άρθρου 3, στοιχείο ια), υπερέχει του σκοπού του στοιχείου στ) (καθόσον συγκεκριμένα πρόκειται για τη μέριμνα ισόρροπης κατά το δυνατόν αναπτύξεως των σχέσεων των κρατών μελών με τα κράτη ΑΚΕ, με τη βοήθεια των εθνικών ποσοστώσεων - ανέφερα ήδη προηγουμένως ό,τι ήταν απαραίτητο σχετικά), πρέπει πάντως να θεωρηθεί αμφίβολο ότι ο τρόπος επιλογής που περιγράφηκε - σύμφωνα με τον οποίο, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο υποψήφιοι που αντικειμενικά θα έπρεπε να περιληφθούν, ενώ άλλοι λαμβάνονται υπόψη μόνον λόγω της εθνικότητάς τους - επηρεάζει πράγματι τόσο την κατάσταση εντός της Κοινότητας (πρόκειται ως γνωστόν για υπηρεσίες που παρέχονται εκτός της Κοινότητας), ώστε να μπορεί να γίνει λόγος στην Κοινότητα για σημαντικές μεταβολές στον ανταγωνισμό - βάσει των συγκεκριμένων διατάξεων περί ανταγωνισμού. Εντούτοις πρέπει να γίνει δεκτό ότι το φαινόμενο της εύνοιας προς επιχειρήσεις οι οποίες δεν θα άξιζε να είναι υποψήφιες δεν αποτελεί το συνήθη κανόνα. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός ότι δεν ελήφθησαν υπόψη για λόγους εθνικότητας επιχειρήσεις που θα έπρεπε καταρχήν να είναι υποψήφιες μπορεί να βλάψει την ανταγωνιστική τους θέση εντός της κοινής αγοράς και πρέπει να γίνει δεκτό ότι για τις περισσότερες από τις υποψήφιεςεπιχειρήσεις οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με τα κράτη ΑΚΕ δεν αποτελούν παρά ένα μικρό μέρος των δραστηριοτήτων τους. Επομένως, η επίμαχη ρύθμιση περί ποσοστώσεων δεν φαίνεται να θίγει αισθητά το διακρατικό ανταγωνισμό στην Κοινότητα στον τομέα της παροχής υπηρεσιών.
61. Εξάλλου το προσφεύγον Βασίλειο πρέπει να παραδεχθεί ότι από τη νομολογία που επικαλέστηκε στην παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει κανένα αποφασιστικό στοιχείο υπέρ αυτού. Αυτό ισχύει για την απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 6/73 και 7/73 (27), που αφορούσαν το πρόβλημα επιχειρήσεως που κατείχε δεσπόζουσα θέση και η οποία προσπαθούσε να εξουδετερώσει έναν ανταγωνιστή και γι' αυτό έθεταν το ζήτημα των επιπτώσεων της στάσης της επιχειρήσεως επί της δομής του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Το ίδιο ισχύει και για την απόφαση επί της υποθέσεως 249/85 (28). Σ' αυτήν αναφέρεται ότι τα κοινοτικά όργανα πρέπει να σέβονται τις επιταγές της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών και δεν βλέπω πώς η ρύθμιση των ποσοστώσεων θα μπορούσε να θίξει σοβαρά την αρχή αυτή.
62. Δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτό ούτε ότι ένας άλλος λόγος ακυρώσεως θα μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 3, στοιχείο στ), της Συνθήκης ΕΟΚ.
Γ - Πρόταση
Συνοψίζω:
63. Κατά την άποψή μου, η προσφυγή που άσκησε το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και νομίζω ότι είναι και βάσιμη: Κατά συνέπεια πρέπει ν' ακυρωθεί η απόφαση του Μαρτίου1986 περί πλήρους επαναφοράς του συστήματος των ποσοστώσεων κατά την προπαρασκευή των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών σύμφωνα με τις συμβάσεις του Λομέ ΙΙ και ΙΙΙ, με την επιφύλαξη βέβαια ότι αυτό δεν θα θίγει τις ήδη συναφθείσες συμβάσεις.
64. Εφόσον η διαδικασία έχει αυτή την έκβαση, η Επιτροπή, κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν κατά τη διαδικασία το προσφεύγον Βασίλειο και ο υπέρ αυτού παρεμβάς διάδικος ο διάδικος που παρενέβη υπέρ της Επιτροπής πρέπει να φέρει μόνο τα δικά του έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 104 και επ.
(2) ΕΕ 1986, L 86, σ. 1 και επ.
(3) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σελ. 265 και επ.
(4) Απόφαση 2/85 του Συμβουλίου Υπουργών ΑΚΕ-ΕΟΚ, της 22ας Φεβρουαρίου 1985 (ΕΕ L 61 της 1.3.1985, σ. 2 και κανονισμός 690/86 του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1986 (ΕΕ L 63 της 5.3.1986, σ. 1.
(5) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 304 και επ.
(6) ΕΕ L 86 της 31.3.1986, σ. 210 και επ.
(7) Abl 1960, σ. 1248.
(8) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1962 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 16 και 17/62, Confederation nationale des producteurs de fruits et legumes και 3 άλλες προσφεύγουσες κατά Συμβουλίου της ΕΟΚ, Slg 1962, σ. 901.
(9) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1981, σ. 2639.
(10) Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 316/82 και 40/83, Nelly Kohler κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1984, σ. 641.
(11) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1960 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 16 έως 18/59, Geitling, Mausegait, Praesident και λοιποί κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg 1960, σ. 45.
(12) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1966 στην υπόθεση 54/65, Compagnie des Forges de Chatillon κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg 1966, σ. 529.
(13) Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1959 στην υπόθεση 20/58, Phoenix-Rheinrohr AG κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg 1958-1959, σ. 165.
(14) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 126/83, STS Consorzio per sistemi di telecommunicazione via satellite SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1984, σ. 2769.
(15) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 118/83, CΜC κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1985, σ. 2337.
(16) Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1985 στην υπόθεση 33/82, Murri freres κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1985, σ. 2780.
(17) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 267/82, Developpement SA και Clemessy κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1986, σ. 1913.
(18) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 22/70, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg 1971, σ. 263.
(19) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 230/81, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 255.
(20) Απόφαση της 10ης Απριλίου 1984 στην υπόθεση 108/83, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 1945.
(21) Βλέπε απόφαση της 4ης Μαρτίου 1964 στην υπόθεση 15/63, Claude Lassalle κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Slg 1964, σ. 57, απόφαση της 6ης Μαΐου 1969 στην υπόθεση 17/68, Andreas Reinarz κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg 1969, σ. 61, απόφαση της 21ης Απριλίου 1983 στην υπόθεση 282/81, Ragusa κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1983, σ. 1245 και απόφαση της 30ής Ιουνίου 1983 στην υπόθεση 85/82, Schloh κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1983, σ. 2105.
(22) Γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 1979 επί της υποθέσεως 1/78, που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 1, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με τη συμφωνία για το καουτσούκ, Slg 1979, σ. 2871.
(23) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 41/76, Donckerwolcke κατά Procureur de la Republique και λοιπών, Slg 1976, σ. 1921.
(24) Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 242/84, Tezi BV κατά Minister van Economische Zaken, Συλλογή 1986, σ. 935.
(25) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 153/73, Holtz & Willemsen GmbH κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg 1974, σ. 675.
(26) Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1983 στην υπόθεση 126/82, D. J. Smit Transport BV κατά Commissie Grensoverschrijdend Beroepsgoederenvervoer, Συλλογή 1983, σ. 73.
(27) Απόφαση της 6ης Μαρτίου 1974 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6/73 και 7/73, Istituto Chemioterapico SpA και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg 1974, σ. 223.
(28) Απόφαση της 21ης Μαΐου 1987 στην υπόθεση 249/85, Αlbako Margarinefabrik Maria von der Linde GmbH & Co, KG, Βερολίνο, κατά Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung, Φραγκφούρτη, Συλλογή 1987, σ. 2345.
Full & Egal Universal Law Academy