Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Επί πολλά έτη η αγορά του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων στην Κοινότητα χαρακτηριζόταν από προβλήματα πλεονασμάτων . Το 1978, το Συμβούλιο θέσπισε δύο κανονισμούς προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση . Ο πρώτος, τον οποίο λαμβάνει ως αφετηρία η παρούσα αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, είναι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977 ( ΟJ 1977, L 131, σ . 1 ). Με τον κανονισμό αυτό θεσπίστηκαν δύο τύποι πριμοδοτήσεων, μία πριμοδότηση μη εμπορίας και μία πριμοδότηση μετατροπής, με στόχο "να υποστηριχθεί η προφανής τάση ορισμένων κατηγοριών γεωργικών εκμεταλλεύσεων της Κοινότητας να παύσουν τη γαλακτοκομική παραγωγή ή την εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων" ( πρώτη αιτιολογική σκέψη ). Η χορήγηση της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας προϋπέθετε ότι ο παραγωγός θα ανελάμβανε την υποχρέωση εγγράφως να μην εμπορεύεται γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών . Η πριμοδότηση μετατροπής μπορούσε να χορηγηθεί στους γεωργούς που θα μετέτρεπαν τις αγέλες τους βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως προς την παραγωγή κρέατος και δεν θα παρέδιδαν πλέον ούτε γάλα ούτε γαλακτοκομικά προϊόντα . Το δεύτερο μέτρο που θεσπίστηκε βάσει του κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/018, σ . 79 ) συνίσταται σε μία ελάχιστη "εισφορά συνυπευθυνότητας" που περιβάλλεται για το σύνολο σχεδόν των ποσοτήτων γάλακτος που παραδίδονται σε επιχειρήσεις επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γάλακτος .
Το 1984 κατέστη φανερό ότι απαιτούνταν ακόμη αυστηρότερα μέτρα και το Συμβούλιο θέσπισε έτσι δύο νέα μέτρα . Πρόκειται για τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 ( ΕΕ 1984, L 90, σ . 10 ), με τον οποίο θεσπίστηκε μία "συμπληρωματική εισφορά", που προστίθεται στην εισφορά συνυπευθυνότητας, επί των ποσοτήτων του γάλακτος που παραδίδονται πέρα από ένα εγγυημένο όριο επί πέντε διαδοχικά έτη με ημερομηνία ενάρξεως την 1η Απριλίου 1984 . Το άλλο μέτρο που θεσπίστηκε περιέχεται στον κανονισμό 857/84 του Συμβουλίου, με ημερομηνία επίσης 31 Μαρτίου 1984 ( ΕΕ 1984, L 90, σ . 13 ) με τον οποίο θεσπίστηκαν οι γενικοί κανόνες για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς και του ύψους των εισφορών . Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς περιέχονται στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984 ( ΕΕ 1984, L 132, σ . 11 ), όπως τροποποιήθηκε . Στο μεταξύ, η περίοδος εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς παρατάθηκε μέχρι το 1991 .
Δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84, η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός ( εναλλακτική λύση Α ) ή αγόρασε ο αγοραστής ( εναλλακτική λύση Β ) κατά το ημερολογιακό έτος 1981, τα δε κράτη μέλη μπορούν πάντως να προβλέπουν, ως εναλλακτική ευχέρεια, ότι η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά τα ημερολογιακά έτη 1982 ή 1983, προσαυξημένη κατά ένα ποσοστό που καθορίζεται έτσι ώστε να μη σημειωθεί υπέρβαση της συνολικής εγγυημένης ποσότητας γι' αυτό το κράτος μέλος .
Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι λαμβάνονται υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς και στο πλαίσιο εφαρμογής των εναλλακτικών λύσεων Α και Β . Εδώ επρόκειτο καταρχάς για την περίπτωση των παραγωγών οι οποίοι, βάσει της οδηγίας 72/159/ΕΟΚ ( ΟJ L 96 της 23.4.1972, σ . 1 ), είχαν προσυπογράψει σ' ένα σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής, το οποίο κατατέθηκε πριν από την 1η Μαρτίου 1984 οι παραγωγοί αυτοί μπορούσαν να επιτύχουν, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, ποσότητες αναφοράς "σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους ". Επιπλέον, "μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη, αν το κράτος μέλος διαθέτει επαρκείς πληροφορίες, οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν χωρίς σχέδιο ανάπτυξης ".
Περαιτέρω, μπορούν να χορηγηθούν ειδικές ποσότητες αναφοράς στους νέους καλλιεργητές και, τέλος, μπορεί να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς μέσα στο χρονικό διάστημα της περιόδου 1981 έως 1983, όταν η γαλακτοκομική παραγωγή έχει επηρεασθεί από εξαιρετικά γεγονότα, όπως φυσική καταστροφή, από ατύχημα καταστροφή των χορτονομών ή των κτιρίων . Με το άρθρο 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1371/84 της Επιτροπής προστέθηκαν τρεις άλλες περιπτώσεις ανώτερης βίας κατά τις οποίες είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς . Το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 περιέχει και άλλες διατάξεις σχετικά με την αναδιάρθρωση της γαλακτοκομικής παραγωγής υπό τη μορφή αποζημιώσεως προς τους παραγωγούς που αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγκαταλείψουν οριστικά τη γαλακτοκομική παραγωγή ή τη χορήγηση "συμπληρωματικής" ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς που πραγματοποιούν ένα σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής βάσει της οδηγίας 72/159/ΕΟΚ και στους παραγωγούς που ασκούν τη γεωργική δραστηριότητα ως κύρια απασχόληση . Το άρθρο 4α, (( που προστέθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 ( ΕΕ 1985, L 68, σ . 1 ), όπως συμπληρώθηκε στη συνέχεια )), επιτρέπει στα κράτη μέλη να παραχωρούν τις ποσότητες αναφοράς που δεν χρησιμοποίησαν οι παραγωγοί ή οι αγοραστές στους παραγωγούς ή αγοραστές της ίδιας περιοχής ή, ενδεχομένως, άλλων περιοχών . Το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που απαλλάσσονται από την εισφορά προστίθενται στην εφεδρική ποσότητα που προβλέπεται με το άρθρο 5, απ' αυτή δε μόνο μπορούν να αφαιρεθούν οι συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 3 και 4 .
Το άρθρο 7 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 επιτρέπει τη μεταβίβαση ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή μεταβιβάσεως λόγω κληρονομικής διαδοχής μιας εκμεταλλεύσεως για την οποία είχε καθοριστεί προηγουμένως ποσότητα αναφοράς .
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1078/77 τέθηκε σε εφαρμογή στις Κάτω Χώρες με την απόφαση 184 του Stichting Ontwikkelings - en Saneringsfonds voor de Landbouw ( ολλανδικός φορέας για την ανάπτυξη και εξυγίανση της γεωργίας, Stcrt 126 ) όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια με μία απόφαση της 29ης Ιουνίου 1978 . Η απόφαση αυτή εξουσιοδοτεί το Stichting να συνάπτει με τους παραγωγούς συμφωνίες μη εμπορίας και μετατροπής .
Με την απόφαση J 1731, της 18ης Απριλίου 1984 (" Beschikking superheffing" ή απόφαση σχετικά με τη συμπληρωματική εισφορά, Stcrt 79, όπως τροποποιήθηκε ), οι Κάτω Χώρες έθεσαν σε εφαρμογή τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 857/84 και θέσπισαν τις σχετικές με αυτόν διατάξεις . Με αυτή την απόφαση οι Κάτω Χώρες επέλεξαν την εναλλακτική λύση Α ( άρθρο 2 ) και οι ποσότητες αναφοράς καθορίστηκαν βάσει των παραδόσεων που είχαν γίνει το 1983 ( άρθρο 5, παράγραφος 1 ). Τα άρθρα 11, 12 και 13 της αποφάσεως θέτουν σε εφαρμογή τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν τη χορήγηση ειδικής ποσότητας απαλλαγμένης εισφοράς σε ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις και προβλέπουν την εφαρμογή, σε ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, άλλου έτους αναφοράς εκτός από το ημερολογιακό έτος 1983 . Τέλος, το άρθρο 19 της αποφάσεως παρέχει στον Υπουργό την εξουσία να χορηγεί άλλες ποσότητες αναφοράς . Το άρθρο αυτό προβλέπει ειδικότερα τα ακόλουθα :
"Για τις ποσότητες, για τις οποίες δεν αναγνωρίζεται πλέον κανένα δικαίωμα, ο υπουργός μπορεί να αναγνωρίσει δικαιώματα καθοριζόμενα ειδικότερον . Μπορεί να αναγνωρίσει δικαιώματα σε διαφορετικές περιστάσεις από αυτές που προβλέπονται με την παρούσα απόφαση ."
Μέχρι τον Οκτώβριο 1979 ο προσφεύγων διατηρούσε ζωικό κεφάλαιο γαλακτοκομικής κατευθύνσεως και παρέδιδε ετησίως 500 000 kg περίπου γάλακτος στο γαλακτοκομείο . Τον Οκτώβριο 1979 συνήψε με το Stichting Ontwikkelings - en Saneringsfonds voor de Landbouw μία συμφωνία (( σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1078/77 του Συμβουλίου )) με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να μην παραδώσει πλέον γάλα ούτε γαλακτοκομικά προϊόντα κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 1979 και 30ής Σεπτεμβρίου 1984 . Επομένως, κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς 1983 ( όπως το 1981 και το 1982 ) ο προσφεύγων δεν παρέδωσε γάλα . Στις 18 Μαΐου 1984 υπέβαλε αίτηση βάσει του άρθρου 19 της ολλανδικής αποφάσεως, ζητώντας να του χορηγηθεί ποσόστωση 726 000 kg γάλακτος απαλλαγμένη εισφοράς .
Ο καθού υπουργός απέρριψε την αίτηση με απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1984 . Στις 17 Οκτωβρίου 1984, ο προσφεύγων προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των τριών ακολούθων ερωτημάτων :
"1 ) Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 857/84, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1371/84, και ενόψει της τρίτης αιτιολογικής του σκέψης, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται σε κράτος μέλος, κατά τον καθορισμό των κατά το άρθρο 2 αναφερομένων ποσοτήτων αναφοράς, ούτε να λαμβάνει υπόψη περιστάσεις, οι οποίες δεν προβλέπονται από τις κοινοτικές αυτές διατάξεις, ιδίως την κατάσταση στην οποία βρίσκονται αυτοί οι οποίοι, στο πλαίσιο του κανονισμού 1078/77, σε κανένα έτος αναφοράς δεν παρέδωσαν γάλα, ούτε να προβαίνει σε ρυθμίσεις, οι οποίες αποβλέπουν στη χορήγηση σ' αυτούς ειδικής ποσότητας;
2 ) Στην περίπτωση που στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 857/84 είναι άκυρος λόγω παραβάσεως του κατά τον υπό κρίση χρόνο ισχύοντος κοινοτικού δικαίου και ιδίως λόγω παραβιάσεως :
α ) της αρχής της ασφάλειας δικαίου,
β ) της αρχής της αναλογικότητας,
γ ) του δικαιώματος ιδιοκτησίας,
δ ) της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ε ) της απαγορεύσεως της καταχρήσεως εξουσίας,
επειδή ο κανονισμός δεν λαμβάνει υπόψη αυτούς οι οποίοι, στο πλαίσιο του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1078/77, σε κανένα έτος αναφοράς δεν παρέδωσαν γάλα;
3 ) Σε περίπτωση που στο πρώτο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση, κράτος μέλος παραβιάζει το κατά τον υπό κρίση χρόνο ισχύον κοινοτικό δίκαιο, όταν παραλείπει να προβεί σε ρύθμιση, όπως αυτή που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα, ως προς αυτούς οι οποίοι, στο πλαίσιο του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1078/77, σε κανένα έτος αναφοράς δεν παρέδωσαν γάλα;"
Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου είναι διατυπωμένη ως εξής :
"ότι πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να προσαρμόζουν τις ποσότητες αναφοράς, ώστε να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση ορισμένων παραγωγών και να καθοριστεί για το σκοπό αυτό, εφόσον υπάρχει ανάγκη, μια εφέδρικη ποσότητα στα πλαίσια της εγγυημένης ποσότητας που αναφέρθηκε παραπάνω ".
Το πρώτο ερώτημα, όπως το αντιλαμβάνομαι, θεωρεί κατ' αρχήν ότι ούτε ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 857/84 ούτε ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1371/84 περιέχουν διατάξεις που να ρυθμίζουν την ειδική κατάσταση των προσώπων τα οποία, δυνάμει συμφωνία που συνήφθη βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1078/77, δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του εφαρμοζόμενου έτους αναφοράς . Το εθνικό δικαστήριο ερωτά επομένως αν, υπό τις περιστάσεις αυτές, τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν υπόψη, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανονισμό, μία τέτοια κατάσταση και να χορηγήσουν ποσότητα αναφοράς σε ένα πρόσωπο που βρίσκεται σ' αυτή την κατάσταση . Το τρίτο ερώτημα συνδέεται με το πρώτο και αφορά το ζήτημα αν, στην περίπτωση που ο κανονισμός δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει μία τέτοια εξουσιοδότηση, το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει γενικώς στο κράτος μέλος την υποχρέωση να χορηγήσει ποσότητα αναφοράς στα πρόσωπα που βρίσκονται σε μία τέτοια κατάσταση .
Θεωρώ ότι ο συλλογισμός στον οποίο στηρίζεται το πρώτο ερώτημα είναι ορθός . Κατά τη ρύθμιση που εφαρμόζεται συνήθως, η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα του γάλακτος που παραδίδει ο παραγωγός ή την ποσότητα του γάλακτος που αγοράζει ο αγοραστής, μετά τις απαραίτητες διορθώσεις, κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς . Πράγματι, το πρόσωπο το οποίο συνήψε συμφωνία για περίοδο πέντε ετών, στην οποία περιέχεται το έτος αναφοράς, δεν παρήγαγε ή αγόρασε γάλα κατά τη διάρκεια αυτού του έτους, φαίνεται δε πιθανό ότι σημαντικός αριθμός συμφωνιών περιλαμβάνουν το έτος αναφοράς στην πενταετή τους διάρκεια εφαρμογής . Γι' αυτό εκ πρώτης όψεως το πρόσωπο που βρίσκεται σ' αυτή την κατάσταση δεν δικαιούται ποσότητα αναφοράς και δεν μπορεί να αποφύγει την καταβολή της συμπληρωματικής εισφοράς για το γάλα που παρήγαγε ή αγόρασε, αναλόγως της περιπτώσεως .
Υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως αυτές που προβλέπονται για τους νέους καλλιεργητές ή τους παραγωγούς που έχουν καταθέσει ένα σχέδιο αναπτύξεως πριν από την 1η Μαρτίου 1984, καθώς και για τα πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν στα κράτη μέλη ότι πραγματοποίησαν επενδύσεις χωρίς σχέδιο αναπτύξεως πριν από την 1η Μαρτίου 1984, όπως ισχυρίζεται το Συμβούλιο . Αν υποτεθεί, αντίθετα από το ρητό γράμμα του άρθρου 12 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84, ότι ένα πρόσωπο το οποίο, πριν από την 1η Απριλίου 1984,
"- ( δεν πώλησε ) γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα άμεσα στον καταναλωτή
- ή/και ( παραδίδει ) στους αγοραστές,
πρέπει να θεωρηθεί ως παραγωγός υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, ορισμένα πρόσωπα που συνήψαν συμφωνίες μη εμπορίας μπορούν να υπαχθούν στα ευεργετικά αποτελέσματα αυτής της διατάξεως, εφόσον μπορούσαν να καταθέσουν ένα σχέδιο αναπτύξεως πριν από την 1η Μαρτίου 1984 (( δηλαδή ένα μήνα πριν από τη δημοσίευση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 στην Επίσημη Εφημερίδα )). Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και για τα πρόσωπα τα οποία πραγματοποίησαν επενδύσεις χωρίς σχέδιο αναπτύξεως πριν από αυτή την ημερομηνία, παρόλο που η διάταξη του άρθρου 3, ψηφίο 1, δεύτερο εδάφιο, είναι τουλάχιστον ασαφής και ελάχιστα κατάλληλη για να εφαρμόζεται ενιαίως μέσα σ' όλη την Κοινότητα .
Το άρθρο 3, ψηφίο 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 που αφορά περιπτώσεις ανώτερης βίας δεν μπορεί να εφαρμόζεται στα πρόσωπα που δεν παρήγαγαν γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς και το μόνο που επιτρέπει εν πάση περιπτώσει είναι να λαμβάνεται υπόψη ένα άλλο έτος μέσα στο χρονικό διάστημα της περιόδου 1981 έως 1983, περιόδου κατά τη συνολική διάρκεια της οποίας πολλά πρόσωπα που βρίσκονται στην κατάσταση αυτή δεν παρήγαγαν γάλα κατ' εφαρμογή της συμφωνίας που είχαν συνάψει .
Οι διατάξεις των άρθρων 4 ή 4α του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 που αφορούν τη χορήγηση ή τη μεταφορά ορισμένων ποσοτήτων, δεν εξυπηρετούν σχεδόν καθόλου γενικώς τα συμφέροντα του προσώπου που βρίσκεται σ' αυτή την κατάσταση, επειδή δεν αφορούν παρά τη χορήγηση ή τη μεταφορά ποσοτήτων προς παραγωγούς που έχουν ήδη λάβει ποσότητα αναφοράς . Ο ισχυρισμός ότι ένας γεωργός μπορεί να αγοράσει ή να μισθώσει μία εκμετάλλευση, λαμβάνοντας έτσι ποσότητα αναφοράς ή να την αποκτήσει λόγω κληρονομικής διαδοχής βάσει του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού φαίνεται να έχει σημασία μόνο για περιορισμένο αριθμό γεωργών και δεν ασκεί επιρροή στο γενικό ζήτημα .
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, παρόλο που υφίσταται περιορισμένος αριθμός εξαιρέσεων βάσει των οποίων μπορεί ένα πρόσωπο που έχει συνάψει συμφωνία μη εμπορίας κατά τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1078/77 να λάβει ποσότητα αναφοράς υπό την έννοια του κανονισμού 857/84, δεν υπάρχει γενική διάταξη που να επιτρέπει να χορηγηθεί μία τέτοια ποσότητα αναφοράς στο εν λόγω πρόσωπο . Εξάλλου, δεν μπόρεσα να ανεύρω στον επίμαχο κανονισμό διάταξη δυνάμει της οποίας τα κράτη μέλη θα ήταν κατ' ανάγκη εξουσιοδοτημένα να λάβουν υπόψη την κατάσταση αυτών των προσώπων ή να τους χορηγήσουν ποσότητες αναφοράς βάσει ορισμένου έτους κατά το οποίο δεν παρέδωσαν γάλα . Ακόμη και αν ληφθεί ως βάση η άποψη που υιοθέτησε το Δικαστήριο στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 201 και 202/85 ( Marthe Kipgen, το γένος Klensch, και λοιποί κατά Υφυπουργού Γεωργίας και Αμπελουργίας, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, Συλλογή 1986, σ . 3477, σκέψη 21 ), ότι δηλαδή όταν ένα κείμενο κοινοτικού παραγώγου δικαίου χρήζει ερμηνείας, η ερμηνεία αυτή πρέπει, κατά το μέτρο του δυνατού, να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Συνθήκης, νομίζω ότι δεν είναι δυνατό να ανευρεθεί μία τέτοια εξουσιοδότηση στον υπό κρίση κανονισμό . Αν ερμηνευθεί ο κανονισμός κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτό θα ισοδυναμούσε, κατά τη γνώμη μου, στη συναγωγή ενός στοιχείου που δεν περιέχεται σ' αυτόν .
Κατά συνέπεια, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί στο πρώτο ερώτημα καταφατική απάντηση και για το λόγο αυτό το τρίτο ερώτημα είναι άνευ αντικειμένου .
Το δεύτερο ερώτημα λαμβάνει ως βάση την αρχή ότι τα πρόσωπα που δεν παρήγαγαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, έτσι ώστε να υποχρεούνται στην καταβολή της συμπληρωματικής εισφοράς για το σύνολο της ποσότητας γάλακτος που παρήγαγαν κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία επιβάλλεται η συμπληρωματική εισφορά ( πραγματικής περιόδου δέκα ετών όπως φαίνεται ), κωλύονται πράγματι να επανέλθουν στη γαλακτοκομική παραγωγή . Το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 857/84 είναι εν προκειμένω ανίσχυρος ενόψει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου ή καθόσον αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ .
Είναι σαφές ότι αν "η αύξηση της συλλογής γάλακτος συνεχίζεται με τέτοιο ρυθμό, ώστε η διάθεση των συμπληρωματικών ποσοτήτων συνεπάγεται χρηματοδοτικές επιβαρύνσεις και δυσχέρειες στην αγορά που θέτουν σε κίνδυνο το ίδιο το μέλλον της κοινής γεωργικής πολιτικής" (( τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 856/84 )), μπορεί να αποδειχθεί αναγκαίο να ληφθούν αυστηρά μέτρα και ορισμένοι παραγωγοί δυνατόν να εμποδιστούν να αυξήσουν ή να υποχρεωθούν να μειώσουν την παραγωγή τους . 'Αλλοι μπορεί να εμποδιστούν να εγκατασταθούν στην αγορά . Είναι απολύτως σαφές ότι η κρίση για τα αναγκαία μέτρα εναπόκειται στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, τα οποία όμως οφείλουν πάντοτε να συνάδουν με τους υπέρτερους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτοί που αναφέρονται στο δεύτερο ερώτημα .
'Οπως αντιλαμβάνομαι το αρχικό σημείο συνίσταται στο αν οι γεωργοί που δέχθηκαν να μην εμπορεύονται γάλα ( αντί καταβολής πριμοδοτήσεως ) μπορούν να θεωρηθούν ότι δέχθηκαν να εγκαταλείψουν τελείως της αγορά . 'Οποια και αν είναι η κατάσταση αυτών που λαμβάνουν την πριμοδότηση μετατροπής, δεν θεωρώ ότι οι γεωργοί που δέχθηκαν την πριμοδότηση για τη μη εμπορία γάλακτος κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών ανέλαβαν οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση εκτός από να μην παραδίδουν γάλα κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών σ' ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο η Επιτροπή ήθελε να θέσει υπό έλεγχο την παραγωγή γάλακτος . Οι γεωργοί μάλλον ανέστειλαν παρά έπαυσαν τη γαλακτοκομική τους παραγωγή . Το όφελος ήταν αμοιβαίο : για μεν την Επιτροπή μείωση της παραγωγής γάλακτος, για δε το γεωργό ετήσια πληρωμή τοις μετρητοίς . Από κανένα στοιχείο της συμφωνίας δεν βεβαιώνεται, ή απλώς φαίνεται, ότι με την αποδοχή της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας οι γεωργοί αποκλείστηκαν από τη γαλακτοκομική παραγωγή με το τέλος της περιόδου των πέντε ετών . Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούσαν να προσδοκούν ότι με το τέλος της περιόδου των πέντε ετών θα μπορούσαν να αρχίσουν εκ νέου τη γαλακτοκομική παραγωγή όπως προηγουμένως . Ελλείψει οποιασδήποτε δεσμεύσεως εκ μέρους των αρχών, οφείλουν να αποδεχθούν τους περιορισμούς που θεσπίστηκαν μεταγενεστέρως ως προς τον τρόπο ασκήσεως των δραστηριοτήτων τους ( υπόθεση 84/78, Tomadini κατά Amministrazione delle Finanze dello Stato, ECR 1979, σ . 1801, σ . 1815, σκέψη 21 ). Πάντως, δεν νομίζω ότι οι γεωργοί μπορούσαν ευλόγως σ' αυτή την περίπτωση να προσδοκούν, με το τέλος της περιόδου μη εμπορίας, ότι με τις συναφθείσες συμφωνίες για τον έλεγχο της αγοράς λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι παραιτήθηκαν από την παραγωγή γάλακτος χάριν του γενικού συμφέροντος και δεν θα αγνοούνταν η επαγγελματική τους δραστηριότητα ούτε θα τους απαγορευόταν τελείως να αρχίσουν εκ νέου τη γαλακτοκομική παραγωγή που είχαν προσωρινά σταματήσει για πολύ μεγαλύτερη χρονική περίοδο .
Θεωρώ ότι η υποκατάσταση ενός συστήματος ποσοστώσεων ( από το οποίο αποκλείστηκαν διότι είχαν συνάψει συμφωνία μη εμπορίας περιορισμένης στη διάρκεια περιόδου πέντε ετών ) σε μία τέτοια συμφωνία μη εμπορίας αντιβαίνει προς τις δικαιολογημένες επαγγελματικές προσδοκίες των γεωργών οι οποίοι συνήψαν τέτοιες συμφωνίες . Κάτι τέτοιο υπερβαίνει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυτού που αποτελεί απλώς "επιχειρηματική κακοτυχία" και αυτού που συνιστά παράλογη μεταχείριση .
Κατ' εμέ, τα πρόσωπα που είχαν συνάψει συμφωνία μη εμπορίας βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση από αυτά που δεν παρήγαγαν ποτέ γάλα ή παραιτήθηκαν από την παραγωγή για λόγους τελείως άσχετους με τις ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών, όπως η ρύθμιση περί πριμοδοτήσεως για τη μη εμπορία . Κατά τη γνώμη μου, συνιστά δυσμενή διάκριση το ότι αντιμετωπίστηκε και η μία και η άλλη κατηγορία γεωργών σαν να βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση .
Επιπλέον, το σύστημα που θεσπίστηκε δεν νομίζω ότι θέτει σε ίση μοίρα τα πρόσωπα που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση . 'Ετσι ο παραγωγός, ο οποίος το 1977 υπέγραψε συμφωνία μη εμπορίας και το κράτος μέλος στο οποίο ανήκει, επέλεξε το έτος 1983 ως έτος αναφοράς, μπορούσε να αρχίσει εκ νέου τη γαλακτοκομική παραγωγή το 1983 και να διέθετε έτσι ποσότητα αναφοράς . Ο παραγωγός ο οποίος υπέγραψε την ίδια συμφωνία το 1977 δεν θα είχε ποσότητα αναφοράς, αν το κράτος μέλος στο οποίο ανήκει είχε επιλέξει το 1981 ως έτος αναφοράς . Ο παραγωγός που υπέγραψε την ίδια συμφωνία το 1979 ή ακόμη και κατά τα τέλη του 1978 δεν θα μπορούσε να έχει ποσότητα αναφοράς, όποιο και αν ήταν το έτος αναφοράς που επέλεξε το κράτος μέλος στο οποίο ανήκει . Επιπλέον, ο καθορισμός της 1ης Μαρτίου 1984 ( με κανονισμό που δημοσιεύτηκε στην ΕΕ της 1.4.1984 ) ως τελευταία ημέρα για την κατάθεση σχεδίου αναπτύξεως ή για την πραγματοποίηση επενδύσεων χωρίς σχέδιο αναπτύξεως ( εφόσον υφίστανται χρονικοί περιορισμοί όπως ισχυρίζονται τα κοινοτικά όργανα ) είναι ικανός να δημιουργήσει διακρίσεις μεταξύ των προσώπων που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση . Το να προειδοποιούνται οι ενδιαφερόμενοι ότι "αν δεν επενδύσετε μέχρι την ημέρα Χ θα εξαιρεθείτε" είναι τελείως διαφορετικό από το να λεχθεί ότι αυτοί που δεν έχουν επενδύσει μέχρι την ημέρα Χ ( όταν χρονικά σημεία της αφετηρίας της προθεσμίας των πέντε ετών μπορούν να είναι πολύ διαφορετικά ) εξαιρούνται εκ των υστέρων .
Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι ακόμη και αν υφίστατο η δυνατότητα χορηγήσεως ποσοτήτων αναφοράς στα πρόσωπα που δέχθηκαν την πριμοδότηση μη εμπορίας οι ποσότητες αυτές πρέπει να αφαιρούνται από την εφεδρική ποσότητα που προβλέπεται με το άρθρο 5 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 . Αν υποτεθεί ότι η εφεδρική αυτή ποσότητα επαρκεί για τους γεωργούς που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση όπως ο προσφεύγων, φαίνεται πιθανό ότι η ισοστάθμιση των ανταγωνιστικών μεταξύ τους αιτήσεων με τις διαθέσιμες ποσότητες που ποικίλλουν θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια χορήγηση πολύ διαφορετικών ποσοτήτων στα διάφορα κράτη μέλη .
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι οι διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 είναι ανίσχυρες, καθόσον δεν προβλέπουν τίποτε ως προς την επανέναρξη της γαλακτοκομικής παραγωγής των γεωργών οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραιτηθούν από τη γαλακτοκομική παραγωγή κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών, λαμβάνοντας ως αντιστάθμισμα πριμοδότηση μη εμπορίας και καθόσον τους εξαιρούν στην πράξη από αυτή τη δραστηριότητα, είτε επειδή παραβιάστηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των γεωργών που βρίσκονται σ' αυτή την κατάσταση είτε επειδή η ρύθμιση είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δυσμενών διακρίσεων .
Υπ' αυτές τις συνθήκες, είναι περιττό να εξετασθούν οι άλλοι λόγοι που περιέχονται στο δεύτερο ερώτημα . Πάντως, δεν νομίζω ότι οι θεσπισθείσες διατάξεις πρέπει να χαρακτηρισθούν ότι συνιστούν κατάχρηση εξουσίας ή παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας υπό την έννοια της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 44/79 ( Hauer, ECR 1979, σ . 3727 ) ελλείψει οιασδήποτε δυσμενούς διακρίσεως ή παραβιάσεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . Παρόλο που δεν αποδείχθηκε ότι το γενικό σύστημα που θεσπίστηκε υπερέβαινε αυτό που ήταν αναγκαίο για την επίτευξη το επιδιωκόμενου σκοπού, μπορεί να λεχθεί ότι ο αποκλεισμός των γεωργών που βρίσκονται στην κατάσταση του προσφεύγοντος ήταν αυτός καθ' εαυτός δυσανάλογος . Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποτελεί ένα διαφορετικό τρόπο ή ίσως έναν μάλλον τεχνητό τρόπο για να λεχθεί ότι η λύση που υιοθετήθηκε εκμηδένισε τις δικαιολογημένες προσδοκίες που είχαν οι γεωργοί που βρίσκονταν στη θέση του προσφεύγοντος βάσει διατάξεων που δεν συνιστούν δυσμενή διάκριση .
Κατά συνέπεια, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθούν στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο οι ακόλουθες απαντήσεις :
"1 ) Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου, όπως εφαρμόστηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1371/84 της Επιτροπής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, καθορίζοντας τις ποσότητες αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 2, τα κράτη μέλη δεν πρέπει να λαμβάνουν υπόψη καταστάσεις που δεν προβλέπονται στους κοινοτικούς κανονισμούς, ειδικότερα δε την κατάσταση των προσώπων τα οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1078/77 του Συμβουλίου, δεν έχουν παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς .
2 ) Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου είναι ανίσχυρος, καθόσον δεν περιέχει καμία ρητή διάταξη βάσει της οποίας να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση των παλαιών παραγωγών γάλακτος οι οποίοι δεν παρήγαγαν γάλα κατά τη διάρκεια των ετών αναφοράς που καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού, επειδή ανέλαβαν την υποχρέωση να μην εμπορεύονται γάλα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1078/77 του Συμβουλίου .
3)Δεδομένου ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, το τρίτο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το εθνικό δικαστήριο είναι άνευ αντικειμένου ."
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν τα μέρη στην παρούσα διαδικασία . Τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή, δεν αποδίδονται .
(*) Μετάφραση από την αγγλική .
Full & Egal Universal Law Academy