Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε με αίτημα την ακύρωση της οδηγίας 86/113/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1986, για τον καθορισμό των ελάχιστων προδιαγραφών σχετικά με την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες ( ΕΕ L 95 της 10.4.1986, σ . 45 ), το Ηνωμένο Βασίλειο προέβαλε τους εξής δύο ισχυρισμούς :
1 ) Η προσβαλλόμενη οδηγία στηρίζεται αποκλειστικά στα άρθρα 42 και 43 της Συνθήκης ΕΟΚ και όχι συγχρόνως και στο άρθρο 100 .
2 ) Το κείμενο της οδηγίας που κοινοποιήθηκε και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα διαφέρει από το κείμενο που ψήφισε και ενέκρινε το Συμβούλιο .
2 . Το στοιχείο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο στηρίζει δηλαδή την προσφυγή του σε ζητήματα νομίμου ερείσματος, διαδικασίας και τύπου και όχι σε ζητήματα ουσίας ώθησε το Συμβούλιο να αμφισβητήσει το έννομο συμφέρον του κράτους αυτού δεδομένου μάλιστα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο εκφράζει τη βεβαιότητά του ότι αν ακυρωθεί η προσβαλλόμενη οδηγία, το Συμβούλιο, προκειμένου να επιτύχει τους συγκεκριμένους στόχους, θα εκδώσει νέα με περιεχόμενο κατά μεγάλο μέρος πανομοιότυπο ( παράγραφος 10 της προσφυγής ) οδηγία την έκδοση της οποίας εγκρίνει καταρχήν και το ίδιο ( παράγραφος 28 του υπομνήματος απαντήσεως ).
3 . Σχετικά με το ζήτημα αυτό παραπέμπω απλώς στην απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 45/86, Συλλογή 1987, σ . 1493 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι
"σε σχέση με το έννομο συμφέρον της Επιτροπής, αρκεί η διαπίστωση ότι το άρθρο 173 της Συνθήκης διακρίνει σαφώς μεταξύ του δικαιώματος προσφυγής των κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών, αφενός, και του δικαιώματος προσφυγής των φυσικών και νομικών προσώπων, αφετέρου, καθόσον το πρώτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου παρέχει στην Επιτροπή και σε κάθε κράτος μέλος το δικαίωμα να αμφισβητεί, ασκώντας προσφυγή ακυρώσεως, τη νομιμότητα των κανονισμών του Συμβουλίου, χωρίς η άσκηση του δικαιώματος αυτού να εξαρτάται από την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος" ( σκέψη 3 ).
4 . Αυτό που, στην υπόθεση εκείνη, κρίθηκε σχετικά με την προσφυγή ακυρώσεως της Επιτροπής κατά κανονισμού του Συμβουλίου ισχύει και για την υπό κρίση προσφυγή η οποία ασκείται από κράτος μέλος κατά οδηγίας του Συμβουλίου, δεδομένου ότι το άρθρο 173 θέτει σε ίση μοίρα τα όργανα και τα κράτη μέλη και αναφέρεται σε όλες τις πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής εκτός των συστάσεων και γνωμών . Επομένως η προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου είναι παραδεκτή .
Α - Το νόμιμο έρεισμα της οδηγίας 86/113/ΕΟΚ
5 . Με την προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 το Δικαστήριο έκρινε ότι στην περίπτωση όπου η αντιδικία ως προς το ορθό νόμιμο έρεισμα αφορά άρθρα της Συνθήκης που προβλέπουν διαφορετικούς κανόνες για τη διαμόρφωση της βουλήσεως του Συμβουλίου η σημασία της δεν είναι μόνο τυπική, υπό την έννοια ότι η επιλογή του νομίμου ερείσματος μπορεί να επηρεάσει το περιεχόμενο των πράξεων ( σκέψη 12 ).
6 . Τέτοια είναι η προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι, βάσει του άρθρου 43, το Συμβούλιο μπορεί να ενεργήσει με ειδική πλειοψηφία ενώ το άρθρο 100 απαιτεί ομοφωνία .
7 . Προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι
"στο πλαίσιο του συστήματος αρμοδιοτήτων της Κοινότητας η επιλογή της νομικής βάσεως μιας πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από την πεποίθηση ενός οργάνου ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία που να επιδέχονται δικαστικό έλεγχο" ( σκέψη 11 ).
8 . Νομίζω λοιπόν ότι δεν πρέπει να αποδίδεται μεγάλη σημασία για την εκδίκαση της αντιδικίας αυτής, στην κατά το μάλλον ή ήττον επιβεβαιωμένη πρακτική να στηρίζονται οι περισσότερες οδηγίες των τομέων της υγιεινής των ζώων, των ειδών διατροφής, και της υγιεινής των φυτών σε αμφότερα τα άρθρα 43 και 100 .
9 . Αφενός η Επιτροπή ουδέποτε ενέκρινε την πρακτική αυτή αλλά εξακολουθεί να στηρίζει τις προτάσεις της στους εν λόγω τομείς μόνο στο άρθρο 43 . Αφετέρου ορισμένα κράτη μελη έχουν δεχτεί αυτή την πρακτική μόνο στο πλαίσιο πολιτικού συμβιβασμού που επήλθε εντός του Συμβουλίου γεωργίας κατά τη σύνοδό του του Ιουνίου 1964 .
10 . Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το έγγραφο που προσκόμισε το Συμβούλιο στο παράρτημα 2 του υπομνήματος ανταπαντήσεως, κατά την εποχή εκείνη
"οι αντιπροσωπείες του Βελγίου, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου και της Ολλανδίας φρονούν ... ότι οι οδηγίες αυτές ( αφορούσαν ζητήματα υγειονομικά και υγειονομικού ελέγχου στον τομέα του κοινοτικού εμπορίου νωπών κρεάτων βοοειδών και χοιροειδών ) πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά στο άρθρο 43, δέχτηκαν τη λύση αυτή με μόνο σκοπό να αρχίσει το συντομότερο δυνατό η εφαρμογή των οδηγιών αυτών που είναι μεγάλης σημασίας για την ίδρυση της συγκεκριμένης αγοράς στους συγκεκριμένους τομείς ..."
και ότι
"όλες οι αντιπροσωπείες ( επιφυλάχθηκαν ως προς ) την πλήρη ελευθερία τους σχετικά με το νόμιμο έρεισμα των οδηγιών που θα εκδοθούν ενδεχομένως στους ίδιους ή σε ανάλογους τομείς ... στο μέλλον ".
11 . Τα προαναφερθέντα ισχύουν επίσης για τις λίγες οδηγίες που αφορούν πιο συγκεκριμένα την προστασία των ζώων και μνημονεύονται στις σελίδες 7 και 19 του υπομνήματος αντικρούσεως και ανταπαντήσεως, αντιστοίχως, του Συμβουλίου .
12 . Ως προς την απόφαση 78/923/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1978, περί συνάψεως της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί της προστασίας των ζώων στα εκτροφεία ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/023, σ . 40 ), η αξία της ως νομικού προηγούμενου είναι νομίζω ακόμα περισσότερο αμφισβητήσιμη . Είναι πράγματι παράδοξο το ότι στηρίζεται επίσης στο άρθρο 100 καίτοι το Συμβούλιο μόνο οδηγίες μπορεί να εκδίδει βάσει αυτού του άρθρου ( κατά κάποιο τρόπο είναι σαν να είχε δώσει το Συμβούλιο στην εν προκειμένω προσβαλλόμενη πράξη τη μορφή κανονισμού στηρίζοντάς τη συγχρόνως στα άρθρα 43 και 100 ).
13 . Κατόπιν των ανωτέρω, ποια αντικειμενικά στοιχεία έπρεπε εν προκειμένω να κατευθύνουν τα κοινοτικά όργανα στην επιλογή του νομίμου ερείσματος της προσβαλλόμενης οδηγίας;
14 . Πρώτον, όπως δείχνει ο τίτλος της και όπως επαναλαμβάνει το άρθρο 1, η οδηγία καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες . Οι προδιαγραφές αυτές αφορούν, αφενός, τις διαστάσεις των κλωβών κλωβοστοιχίας ( άρθρο 3 ) και, αφετέρου, τους όρους της εκτροφής ( άρθρο 4 ) όπως διευκρινίζονται στο παράρτημα της οδηγίας ).
15 . Το παράρτημα αυτό περιέχει διατάξεις που αφορούν ιδίως τη μορφή και τον τύπο των υλικών που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των κλωβών, τα σχέδια κατασκευής και τις διαστάσεις των ανοιγμάτων τους, τη μόνωση, τον εξαερισμό, το φωτισμό, τη συντήρηση των εγκαταστάσεων, την τροφή και την ανάπαυση των ζώων καθώς και τις σχετικές φροντίδες και ελέγχους . Σχεδόν όλες αυτές οι διατάξεις αποσκοπούν στην αποφυγή των τραυμάτων ή των περιττών ταλαιπωριών των ζώων καθώς και στη διατήρηση της υγείας τους και της καλής φυσικής τους κατάστασης .
16 . Αφετέρου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο στόχος που επιδίωκε το Συμβούλιο, στο πολιτικό επίπεδο τρόπον τινα, είναι πράγματι η βελτίωση των συνθηκών εκτροφής των ωοπαραγωγών ορνίθων .
17 . Η πρόθεση αυτή προκύπτει σαφώς από την απόφαση του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1980, περί προστασίας των ωοπαραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες ( ΟJ C 196, της 2.8.1980, σ . 1 ) που αποτέλεσε την πολιτική ώθηση για τη δράση της Κοινότητας η οποία κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλόμενης οδηγίας . Το Συμβούλιο είχε διαπιστώσει ότι
"η εκτροφή ωοπαραγωγών ορνίθων σε κλωστοστοιχίες πρέπει να γίνεται με την τήρηση ελάχιστων προδιαγραφών και κριτηρίων που θα καθοριστούν με σκοπό την προστασία των ζώων αυτών ".
18 . Εντούτοις, στο νομικό επίπεδο, το Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο να διαπιστώσει, όπως και διαπίστωσε στις 19 Ιουνίου 1978 όταν ενέκρινε την ευρωπαϊκή σύμβαση περί προστασίας των ζώων στα εκτροφεία, "ότι η προστασία των ζώων δεν αποτελεί από μόνη της έναν από τους στόχους της Κοινότητος ".
19 . Τι πρέπει λοιπόν να γίνει προκειμένου να ληφθούν μέτρα προστασίας των ωοπαραγωγών ορνίθων στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΟΚ;
20 . Η απάντηση στο ερώτημα αυτό βρίσκεται στην ίδια απόφαση, όπου το Συμβούλιο διαπιστώνει
"ότι οι ισχύουσες σήμερα εθνικές νομοθεσίες στον τομέα της προστασίας των ζώων στα εκτροφεία παρουσιάζουν διαφορές δυνάμενες να δημιουργήσουν άνισους όρους ανταγωνισμού και να έχουν γι' αυτό το λόγο άμεση επίπτωση στη λειτουργία της κοινής αγοράς" και ότι "η σύμβαση καλύπτει θέματα τα οποία υπεισέρχονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ".
21 . Το κείμενο αυτό εξηγεί επίσης για ποιο λόγο τα κράτη μέλη θέλησαν να ενεργήσουν από κοινού στο πλαίσιο της Κοινότητας και όχι του Συμβουλίου της Ευρώπης ή το καθένα χωριστά .
22 . Η προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 1980 επαναλαμβάνει αυτολεξεί την αιτιολογική σκέψη σχετικά με τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών . Η αιτιολογική αυτή σκέψη απαντά επίσης κάπως περισσότερο ανεπτυγμένη στην πρόταση της οδηγίας της Επιτροπής για τον καθορισμό των ελάχιστων προδιαγραφών σχετικά με την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται από κλωβοστοιχίες και στο από 18 Δεκεμβρίου 1985 έγγραφο της γενικής γραμματείας υπ' αριθ . 11489/85, Αgrileg 252, βάσει του οποίου διεξήχθη η ψηφοφορία του Συμβουλίου κατά τη σύνοδο της 25ης και της 26ης Μαρτίου 1986 ( 1 ). Το έγγραφο αυτό όπως και η πρόταση της Επιτροπής προβλέπει επίσης
"ότι είναι ανάγκη να θεσπιστούν παράμετροι προτεραιότητας και να καθοριστούν οι ελάχιστες κοινές απαιτήσεις που θα ισχύουν για όλα τα συστήματα εντατικής εκτροφής για να διευκολυνθεί η ικανοποιητική λειτουργία της αγοράς, όσον αφορά ιδίως τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης, αφού ληφθεί υπόψη η ανάγκη προστασίας των ζώων (...)"
23 . Εξάλλου με την απόφαση της 1ης Απριλίου 1982 στις υπόθεσεις 141 έως 143/81, Holdijk ( Συλλογή 1982, σ . 1299 ), το Δικαστήριο έκρινε σαφώς ότι τα προβλήματα που αφορούν την προστασία των ζώων πρέπει να εκτιμώνται στο γενικότερο πλαίσιο της ιδρύσεως και της λειτουργίας της κοινής αγοράς, ιδίως της γεωργικής .
24 . 'Οσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από τα κείμενα που παρέθεσα, το Συμβούλιο στήριξε την αρμοδιότητα για την έκδοση της οδηγίας σχετικά με τις ωοπαραγωγές όρνιθες στην ύπαρξη διαφορών στις εθνικές νομοθεσίες και στις δυσμενείς επιπτώσεις που έχουν αυτές επί της λειτουργίας της κοινής γεωργικής αγοράς .
25 . Το Ηνωμένο Βασίλειο συνάγει από το στοιχείο αυτό ότι η οδηγία έπρεπε να στηρίζεται σε αμφότερα τα άρθρα 43 και 100 διότι "η ανάγκη να μνημονεύεται το άρθρο που εξουσιοδοτεί το συντάκτη να εκδίδει δεσμευτικά κοινοτικά μέτρα είναι ιδιαίτερα επιτακτική στην περίπτωση όπου το μέτρο αφορά δύο ή περισσότερες κοινοτικές πολιτικές σχετικά με τις οποίες η Συνθήκη απαιτεί διαφορετικές διαδικασίες" ( παράγραφος 15 της προσφυγής ).
26 . Ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητείται, νομίζω όμως ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκεί επιρροή εν προκειμένω παρά μόνο αν η Συνθήκη θέλησε να αναθέσει στα όργανα της Κοινότητας την αποστολή να καταρτίζουν κοινή πολιτική στον τομέα της προστασίας της καλής κατάστασης των ζώων και αν το άρθρο 100 αποτελούσε τη διάταξη που προσδιορίζει τις αρμοδιότητες της Κοινότητας στο θέμα αυτό .
27 . 'Οπως είδαμε όμως η προστασία των ζώων δεν αποτελεί καθεαυτή έναν από τους στόχους της Κοινότητας . Εξάλλου το άρθρο 100 ορίζει ότι το Συμβούλιο, αποφαινόμενο ομοφώνως προτάσει της Επιτροπής, εκδίδει "οδηγίες για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικων διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες έχουν άμεση επίπτωση επί της εγκαθιδρύσεως ή της λειτουργίας της κοινής αγοράς ".
28 . Επομένως, το άρθρο 100 μπορεί να ληφθεί υπόψη διότι επιτρέπει την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών και όχι διότι προβλέπει την προστασία των ζώων .
29 . Δεν μπορεί πάντως να λεχθεί ότι υπάρχει μια "κοινοτική πολτική προσεγγίσεως των νομοθεσιών" που έχει ως νόμιμο έρεισμα το άρθρο 100 όπως ακριβώς υπάρχει μια "κοινή αγροτική πολιτική" που έχει ως νόμιμο έρεισμα το άρθρο 43 . Πράγματι το άρθρο 100 δεν είναι η μόνη διάταξη της Συνθήκης που επιτρέπει στα όργανα της Κοινότητας να εναρμονίζουν τις εθνικές νομοθεσίες . Η προσέγγιση των νομοθεσιών αποτελεί μέσο που η Συνθήκη χρησιμοποιεί χάρη της κοινής πολιτικής σε διάφορους τομείς .
30 . Αρκεί να αναφέρομε σχετικώς ιδίως τα άρθρα 27 ( τελωνειακός τομέας ), 54 ( ελευθερία εγκαταστάσεως ), 56 ( διατάξεις που προβλέπουν ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους δικαιολογούμενο από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας ), 57 ( αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων και ανάληψη μη μισθωτών δραστηριοτήτων ) 66 ( ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ). Μόνο το άρθρο 99 που αφορά την εναρμόνιση των φόρων προστιθέμενης αξίας, των ειδικών φόρων καταναλώσεως και άλλων εμμέσων φόρων προβλέπει ότι οι διατάξεις του ισχύουν "με την επιφύλαξη των άρθρων 100 και 101 ". Επομένως, όλα τα άλλα μνημονευθέντα άρθρα αποτελούν "lex specialis" σε σύγκριση με τα άρθρα 100 και 101 και επομένως εφαρμόζονται κατά προτεραιότητα .
31 . Εξάλλου η παραπομπή του άρθρου 99 στο άρθρο 101 με κάνει να διερωτώμαι ως προς το αν το άρθρο 100 είναι πράγματι η διάταξη που πρέπει να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω παράλληλα με το άρθρο 43 ή μήπως είναι μάλλον το άρθρο 101 . Το άρθρο 101 προβλέπει συγκεκριμένα ότι μετά το τέλος του πρώτου σταδίου της μεταβατικής περιόδου, το Συμβούλιο εκδίδει με ειδική πλειοψηφία τις αναγκαίες οδηγίες αν οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών νοθεύουν τους όρους ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και επομένως προκαλούν στρέβλωση που πρέπει να εξαλειφθεί .
32 . Εν πάση περιπτώσει το Συμβούλιο ορθώς παρατηρεί ότι το άρθρο 100 ( νομίζω δε και το άρθρο 101 ) δεν έχει εφαρμογή δυνάμει της αρχής "lex specialis derogat legi generali", παρά μόνο εφόσον δεν υπάρχει ειδική διάταξη που προβλέπει την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών ιδίως μέσω οδηγιών . Επισημαίνω ότι το Δικαστήριο έχει υιοθετήσει αυτή την αρχή κρίνοντας, με την απόφαση της 20ής Απριλίου 1976 ( Defrenne κατά Sabena, 43/75, Rec . 1976, σ . 455 ) ότι
"δεδομένου ότι το άρθρο 119 δεν αναφέρει ρητά ποιές ενέργειες θα πρέπει ενδεχομένως να πραγματοποιήσει η Κοινότητα για την εφαρμογή της κοινωνικής πολιτικής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γενικό σύστημα καθώς και τα μέσα που καθιερώνει η Συνθήκη όπως προβλέπονται στα άρθρα 100, 155 και, αναλόγως της περιπτώσεως, 235" ( σκέψη 63 ).
33 . Βάσει των προαναφερθέντων, το πρόβλημα που τίθεται στο Δικαστήριο εν προκειμένω μπορεί να οριοθετηθεί ως εξής : το άρθρο 43 αποτελεί και αυτό, σε σχέση με τα άρθρα 100 και 101 "lex specialis" που παρέχει στα όργανα την εξουσία να εκδίδουν μέτρα εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών όπως αυτά που προβλέπει η οδηγία; Αν το άρθρο 43 αποτελεί κατάλληλο και επαρκές νόμιμο έρεισμα, δεν απαιτείται αναφορά στο άρθρο 100 ή στο άρθρο 101 .
34 . Τι παρατηρούμε όμως σχετικά με το άρθρο 43;
35 . α ) Η διάταξη αυτή δεν χρησιμοποιεί την έκφραση "εναρμόνιση των νομοθεσιών", νομίζω όμως ότι παρέχει στα όργανα εξουσίες ευρύτερες από τα άρθρα 100 και 101 διότι προβλέπει στην παράγραφο 3 :
"Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην προηγουμένη παράγραφο δύναται να αντικαταστήσει τις ειδικές οργανώσεις αγοράς με την κοινή οργάνωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 40 :
α ) ...
β ) αν η οργάνωση αυτή εξασφαλίζει στις συναλλαγές στο εσωτερικό της Κοινότητας όρους ανάλογους με εκείνους που υπάρχουν σε μία εθνική αγορά ".
36 . Επομένως μια κοινή οργάνωση αγοράς πρέπει, κατ' αρχήν, να δημιουργήσει εξαρχής όρους ανάλογους με τους όρους μιας εθνικής αγοράς . Στην αντίθετη περίπτωση τα όργανα έχουν εν πάση περιπτώσει την εξουσία και μάλιστα το καθήκον να παρεμβαίνουν ανά πάσα στιγμή προκειμένου να συμπληρώνουν την κοινή οργάνωση αγοράς ή να φροντίζουν ώστε τα μέτρα που ισχύουν σε ορισμένα κράτη μέλη, ( συγκεκριμένα στη Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ), ή που ενδέχεται να ληφθούν, να μην προσβάλουν στο α ή στο β σημείο το ενιαίο της αγοράς .
37 . Το Συμβούλιο μπορεί προς τούτο να εκδίδει είτε οδηγίες είτε κανονισμούς ( άρθρο 43, παράγραφος 2, in fine ).
38 . β ) Μπορεί να θεωρηθεί αναμφισβήτητο ότι κατά την αντίληψη των συντακτών της Συνθήκης, "η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών" θα οδηγούσε σε εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών ακόμη και στην περίπτωση όπου δεν λαμβάνει τη μορφή "ευρωπαϊκής οργανώσεως της αγοράς" (( άρθρο 40, παράγραφος 2, στοιχείο γ ) )). Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πληρέστερη εναρμόνιση από μια κοινή πολιτική που στηρίζεται σε κοινούς κανόνες οι οποίοι ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη .
39 . 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1979 ( Stoelting κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, 138/78, Rec . 1979, σ . 713 ),
"το άρθρο 43 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως του άρθρου 49 το οποίο διατυπώνει τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής και του άρθρου 40 που ρυθμίζει τα της εφαρμογής του ορίζοντας συγκεκριμένα ότι για να επιτευχθούν οι στόχοι που προβλέπονται στο άρθρο 39 δημιουργείται κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών η οποία μπορεί να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη των στόχων αυτών" ( σκέψη 4 ).
40 . Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο αναγνώρισε νόμιμο τον κανονισμό ο οποίος καθιέρωσε βάσει του άρθρου 43 την εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων . Με την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973 ( Balkan κατά Hauptzollamt Berlin-Packhof, 5/73, Rec . 1973, σ . 1108 ) δέχτηκε επίσης ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά έπρεπε να καθιερωθούν στο πλαίσιο των εξουσιών που παρέχουν στο Συμβούλιο τα άρθρα 40 και 43 .
41 . Θα παρατηρήσω επίσης ότι κατά το άρθρο 40, παράγραφος 2, στοιχείο α ), η κοινή οργάνωση αγοράς μπορεί να περιλαμβάνει απλώς κοινούς κανόνες ανταγωνισμού .
42 . 'Ηταν επομένως δυνατή η έκδοση κανόνων του είδους των κανόνων της οδηγίας απευθείας βάσει του άρθρου 43 έστω και εκτός μιας οργάνωσης αγοράς τόσο περίπλοκης όπως αυτή που δημιουργήθηκε .
43 . γ ) Είναι αναμφισβήτητο ότι η εν προκειμένω επίδικη οδηγία εξυπηρετεί στόχους από τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης, και συγκεκριμένα την εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στο γεωργικό πληθυσμό ( με την πρόληψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού ). Μπορεί να λεχθεί επίσης, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η σταθεροποίηση των αγορών απαιτεί το άριστο και όχι το μέγιστο της παραγωγικότητας .
44 . δ ) Ο κανονισμός περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα των αυγών ( 2 ) που στηρίζεται στα άρθρα 42 και 43 πρβλέπει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, τη δυνατότητα λήψεως, για τα προϊόντα που εμπίπτουν στην οργάνωση αυτή, "μέτρων που αποβλέπουν στην καλύτερη οργάνωση της παραγωγής τους, της μεταποιήσεως και της εμπορίας τους ".
45 . Στην παράγραφο 2 το εν λόγω άρθρο προβλέπει τη θέσπιση προδιαγραφών εμπορίας για τα αυγά που πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 2772/75 ( 3 ), ο οποίος τροποποιήθηκε έκτοτε επανειλημμένα ( 4).'Ενας εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής ( 5 ) επιτρέπει τις ακόλουθες ενδείξεις στις συσκευασίες αυγών : αυγά ορνίθων από εκτροφή σε ελεύθερο χώρο βοσκής, αυγά ορνίθων από εκτροφή σε περιορισμένο χώρο βόσκησης, αυγά ορνίθων από εκτροφή εδάφους και αυγά ορνίθων από εκτροφή σε θάλαμο με κλιμακωτό σκαρωτό δάπεδο . Το παράρτημα του κανονισμού ορίζει λεπτομερώς τους όρους που πρέπει να πληρούν τα εκτροφεία που παράγουν αυγά των κατηγοριών αυτών . 'Οσον αφορά π.χ . την πυκνότητα των ορνίθων ο κανόνας ξεκινά από 1 όρνιθα ανά 10 m2 και προχωρεί διαδοχικά σε μία όρνιθα ανά 2,5 m2, 7 όρνιθες ανά m2 και, για την τελευταία κατηγορία, 25 όρνιθες ανά m2 υπό τον όρο ότι διατίθεται, για κάθε όρνιθα, χώρος 15 cm στην κουρνιάστρα .
46 . Η Επιτροπή θα μπορούσε συγχρόνως να προβλέψει με τον κανονισμό αυτό την κατηγορία "αυγά ορνίθων που εκτρέφονται σε κλωβούς" και να καθορίσει τους όρους της εκτροφής αυτού του είδους . Δεν το έπραξε όμως διότι "λόγω των υφισταμένων εμπορικών συνηθειών δεν φαίνεται αναγκαίο να καθοριστούν ειδικές ενδείξεις για τα αυγά ορνίθων που έχουν εκτραφεί σε κλωβούς" ( τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1943/85 ). Είναι φανερό ότι η ένδειξη αυτή δεν θα συνέβαλε καθόλου στη βελτίωση της εμπορίας των αυγών αυτών .
47 . Εν πάση περιπτώσει η Επιτροπή θα μπορούσε, με κανονισμό περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα των αυγών άρα βάσει των άρθρων 42 και 43 και μόνο, να θέσει προδιαγραφές εμπορίας πράγμα που θα ισοδυναμούσε σε τελευταία ανάλυση με ρύθμιση των όρων παραγωγής .
48 . Εξάλλου, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει με τις παρατηρήσεις της ότι οι οργανώσεις αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, της αλιείας και του οίνου περιλαμβάνουν κοινές προδιαγραφές όσον αφορά τη συσκευασία και την ποιότητα .
49 . Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στον τομέα της αλιείας η Κοινότητα έχει περιορίσει τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα και τους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιούνται ( χαρακτηριστικά των σκαφών, χρησιμοποιούμενες τεχνικές, μάτια των δικτυών ). Στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων ο περιορισμός των ποσοτήτων που μπορούν να διατεθούν στην παρέμβαση καταλήγει επίσης σε ρύθμιση των όρων παραγωγής .
50 . Παράλληλα με την αρχή ότι η κοινή οργάνωση αγοράς μπορεί να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39, τα άρθρα 42 και 43 αποτελούν εκ παραδόσεως τα μόνα νόμιμα ερείσματα για τις κοινές οργανώσεις αγοράς ακόμη και αν αυτές περιλαμβάνουν διατάξεις που εμπίπτουν κανονικά σε άλλα άρθρα της Συνθήκης .
51 . Αυτό ισχύει στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων όπου το δικαστήριο έχει κρίνει
"τις διατάξεις της Συνθήκης περί καταργήσεως των δασμολογικών και εμπορικών εμποδίων στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές ... ως αναπόσπαστο τμήμα της κοινής οργάνωσης αγορών" ( 6 ).
52 . Αυτό ισχύει και για τις εμπορικές σχέσεις με τις τρίτες χώρες . 'Ετσι, ο κανονισμός της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα των αυγών περιλαμβάνει διατάξεις που λαμβάνουν υπόψη "παράλληλα και κατά τον κατάλληλο τρόπο τους στόχους που προβλέπονται στα άρθρα 39 και 110 της Συνθήκης" ( 7 ) χωρίς ωστόσο να στηρίζεται και στο άρθορ 113 της Συνθήκης .
53 . Εξάλλου σχετικά με το εν λόγω άρθρο 113, το Δικαστήριο έκρινε με την προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 όσον αφορά το σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, ότι "ο σύνδεσμος με τα προβλήματα αναπτύξεως δεν σημαίνει ότι μια πράξη διαφεύγει από τον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής όπως τον καθορίζει η Συνθήκη" ( σκέψη 20 ).
54 . Κατά τον ίδιο τρόπο νομίζω ότι η εν προκειμένω προσβαλλόμενη οδηγία δεν διαφεύγει από τον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής διότι αποβλέπει επίσης, μέσα από την εναρμόνιση των όρων του ανταγωνισμού, στην προστασία των ζώων .
55 . στ ) Τέλος, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η κοινή γεωργική πολιτική δεν περιορίζεται στην κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 40 της Συνθήκης . Αντιθέτως, τα κοινοτικά όργανα έχουν, βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 2, την εξουσία ( αν όχι την υποχρέωση ) να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για "τη διαμόρφωση και την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής συμπεριλαμβανομένης και της αντικαταστάσεως των εθνικών οργανώσεων αγοράς από τις μορφές κοινής οργανώσεως του άρθρου 40, παράγραφος 2, καθώς και για την εκτέλεση των μέτρων που ειδικά προβλέπονται στον παρόντα τίτλο ".
56 . Επιβάλλεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι όταν πρόκειται για συμβολή στην πραγματοποίηση των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής όπως ορίζονται στο άρθρο 39 και στην περίπτωση προϊόντων που εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, κατά μείζονα λόγο δε όταν οι εθνικές οργανώσεις έχουν αντικατασταθεί από κάποια μορφή κοινής οργάνωσης κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 2, το άρθρο 43 αποτελεί το πρόσφορο και ικανό νόμιμο έρεισμα για την εκ μέρους του Συμβουλίου θέσπιση προδιαγραφών για την προστασία των ζώων προκειμένου να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ενόψει της ομαλής και ικανοποιητικής λειτουργίας της κοινής οργάνωσης των σχετικών αγορών .
57 . Απορριπτέος είναι επομένως ο ισχυρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με το άρθρο 100 της Συνθήκης .
Β - Οι διαδικαστικές πλημμέλειες
58 . Το γεγονός ότι η οδηγία όπως κοινοποιήθηκε στις 15 Απριλίου 1986 στα κράτη μέλη και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα διαφέρει σε ορισμένα σημεία του προοιμίου από το κείμενο που εξέτασε το Συμβούλιο κατά τη σύνοδο της 25ης Μαρτίου 1986, που περιέχεται στο από 18 Δεκεμβρίου 1985 έγγραφο υπ' αριθ . 11489/85, Αgrileg 252 του Συμβουλίου δεν αμφισβητείται .
59 . Το προσφεύγον θεωρεί τις τροποποιήσεις αυτές ως διαδικαστικές πλημμέλειες που δικαιολογούν ακύρωση της οδηγίας . Το Συμβούλιο φρονεί ότι πρόκειται απλώς για μικρής σημασίας φραστικές τροποποιήσεις που αποβλέπουν στη σαφέστερη και ακριβέστερη έκφραση των πραγματικών προθέσεων του κοινοτικού νομοθέτη . Οι καθαρά τυπικές αυτές αλλαγές, που δεν θίγουν την ουσία της πράξεως καθεαυτής είναι επιτρεπτές .
Ποια πρέπει να είναι η δική μας θέση;
60 . Θα διαπιστώσω πρώτον ότι πρόκειται για περίεργη περίπτωση : το Συμβούλιο, ως νομοθετικό όργανο της Κοινότητας, μας λέγει ότι θεωρεί τελείως κανονικό το γεγονός ότι το προσωπικό της διοικήσεώς του τροποποίησε εκ των υστέρων μια από τις νομικές του πράξεις . 'Οπως το Συμβούλιο θεωρώ και εγώ ότι οι τροποποιήσεις των αιτιολογικών σκέψεων ανέδειξαν καλύτερα τα νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε το Συμβούλιο για να νομοθετήσει στο σχετικό τομέα .
61 . Νομίζω όμως ότι δεν επιτρέπεται να τροποποιείται εκ των υστέρων το κείμενο μιας πράξης του Συμβουλίου από τη γενική γραμματεία . Η γραμματεία είναι απλώς διοικητικό όργανο . Η νομική βάση της είναι το άρθρο 17 του εσωτερικού κανονισμού ( 8 ) που ορίζει ότι
"το Συμβούλιο επικουρείται στις εργασίες από μια γενική γραμματεία υπό τη διεύθυνση ενός γενικού γραμματέα ".
62 . Καίτοι το άρθρο 15 του εσωτερικού κανονισμού προβλέπει ότι ο πρόεδρος του Συμβουλίου έχει τη δυνατότητα να εμπιστεύεται στο γενικό γραμματέα τη φροντίδα να προβαίνει εξ ονόματός του στην κοινοποίηση των οδηγιών, των αποφάσεων και των συστάσεων, η δυνατότητα αυτή δεν περιλαμβάνει και το δικαίωμα του γενικού γραμματέα ή των συνεργατών του να τροποποιούν τα κείμενα που έχει εγκρίνει το Συμβούλιο . Συγκεκριμένα καμιά διάταξη του εσωτερικού κανονισμού δεν αναθέτει στο γενικό γραμματέα το καθήκον να διαμορφώνει αυτεξουσίως την οριστική μορφή των πράξεων υπό το φως των συζητήσεων του Συμβουλίου .
63 . Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, του εσωτερικού κανονισμού, "κάθε μέλος του Συμβουλίου μπορεί να αντιταχθεί στη συζήτηση αν το κείμενο των ενδεχομένων τροποποιήσεων δεν έχει συνταχθεί σε εκείνες των ως άνω γλωσσών που υποδεικνύει ". Η διάταξη αυτή δείχνει ότι οι τροποποιήσεις των εγγράφων πρέπει να διατυπώνονται εγγράφως τουλάχιστον σε μια από τις επίσημες γλώσσες πριν λάβει την απόφασή του το Συμβούλιο . Πράγματι οι συζητήσεις του Συμβουλίου σπανίως μόνο αφορούν τη διατύπωση των αιτιολογικών σκέψεων των πράξεων που εγκρίνει το όργανο αυτό . 'Οταν όμως οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις πρέπει να προσαρμοστούν αναλόγως των τροποποιήσεων που υπέστη το διατακτικό κατά τη σύσκεψη ή για άλλους λόγους, νομίζω ότι το κείμενο πρέπει να επανέλθει για οριστική έγκριση στο ίδιο το Συμβούλιο εκτός αν αυτό αποφασίσει ρητά το αντίθετο . Διαφορετικά η συγκεκριμένη πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "εκδοθείσα από το Συμβούλιο κατά την έννοια του άρθρου 189, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης .
64 . Δεν είναι τυχαίο ότι το Συμβούλιο αναθέτει κατά συνήθεια στο τέλος των συνόδων του στην επιτροπή των μονίμων αντιπροσώπων ( Coreper ) ή στην ειδική επιτροπή της γεωργίας ( ΕΕΓ ) την οριστική διατύπωση των κειμένων εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο . Το καθήκον αυτό εκτελείται στην πράξη από τη γραμματεία πλην όμως κατ' αίτηση του Coreper ή της ΕΕΓ και υπό τον έλεγχο και την ευθύνη μιας από τις επιτροπές αυτές . Αυτές ελέγχουν αν το αποτέλεσμα των εργασιών ανταποκρίνεται στις αποφάσεις του Συμβουλίου .
65 . Τέλος το Coreper, ως όργανο που προβλέπεται από τη Συνθήκη ( 9 ) ( αυτό δεν ισχύει για την ΕΕΓ ), αποφασίζει αν το τελικό κείμενο της πράξεως θα εγκριθεί από το Συμβούλιο με έγγραφη διαδικασία ή με την εγγραφή στο μέρος Α της ημερησίας διάταξης μιας των προσεχών συνόδων του Συμβουλίου ( βλέπε άρθρο 2, παράγραφος 6, του εσωτερικού κανονισμού ).
66 . Ακόμη και ο έλεγχος για το ότι συμφωνούν μεταξύ τους οι διάφορες γλωσσικές διατυπώσεις των κειμένων που εγκρίνει το Συμβούλιο γίνεται με διαδικασία που δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να επαγρυπνούν ώστε να μην αλλοιώνεται η έκταση των αποφάσεων του Συμβουλίου ούτε καν σε μια μόνο γλώσσα . Οι σύνοδοι της ομάδας των "γλωσσομαθών-νομικών" ( που είναι υπάλληλοι της γραμματείας ) αναγγέλλονται με τηλετύπημα στα κράτη μέλη που προσκαλούνται να αποστείλουν αντιπροσώπους αν το επιθυμούν .
67 . Επομένως, με την καθιέρωση αυτών των διαδικασιών το Συμβούλιο θέλησε προδήλως να κατοχυρώσει την απόλυτη συμφωνία των δημοσιευομένων ή κοινοποιουμένων πράξεων με τις λαμβανόμενες αποφάσεις .
68 . Εξάλλου,
"όταν κατά την παρούσα συνθήκη το Συμβούλιο αποφασίζει προτάσει της Επιτροπής, δύναται να τροποποιεί την πρόταση αυτή μόνο ομοφώνως" ( άρθρο 149 ).
69 . Επομένως η απόφαση με ειδική πλειοψηφία είναι δυνατή μόνο όταν το Συμβούλιο απλώς ακολουθεί την πρόταση της Επιτροπής .
70 . Δεδομένου όμως ότι σχεδόν όλες οι προτάσεις της Επιτροπής τροποποιούνται από το Συμβούλιο, η έγκριση με ειδική πλειοψηφία είναι δυνατή μόνο αν η Επιτροπή τροποποιήσει εκ των προτέρων την πρότασή της ώστε να είναι ταυτόσημη με το κείμενο που είναι διατεθειμένο να εγκρίνει το Συμβούλιο . Τις περισσότερες φορές η τροποποίηση της προτάσεως της Επιτροπής γίνεται με προφορική δήλωση του μέλους της Επιτροπής που συμμετέχει στη συζήτηση, το οποίο βεβαίως πρέπει να έχει εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το όργανο . Η Επιτροπή επιβεβαίωσε κατά την προφορική διαδικασία ότι εν προκειμενω υπάρχει το στοιχείο αυτό .
71 . 'Ολος αυτός ο λεπτός μηχανισμός θα διαταρασσόταν στην περίπτωση όπου μετά τη λήψη της αποφάσεως του Συμβουλίου το κείμενο της πράξεως υφίσταται τροποποιήσεις σημαντικότερες από απλές τυπικές αλλαγές .
72 . Αυτό ισχύει ακόμη και όταν οι τροποποιήσεις επιφέρονται μόνο στο προοίμιο της πράξεως . Πράγματι, η αιτιολόγηση των πράξεων των οργάνων την οποία επιβάλλει ρητά το άρθρο 190 έχει στο κοινοτικό δίκαιο πολύ μεγάλη σημασία . Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι
"απαιτείται οι κοινοτικές πράξεις να περιέχουν έκθεση των πραγματικών και νομικών στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε το όργανο κατά τρόπο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του, στα δε κράτη μέλη και στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κοινοτικά όργανα έχουν εφαρμόσει τη Συνθήκη" ( 10 ).
73 . Εν προκειμένω πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το αρμόδιο όργανο, δηλαδή το Συμβούλιο, εξέδωσε την οδηγία για τις ωοπαραγωγές όρνιθες είναι αυτές που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις του από 18 Δεκεμβρίου 1985 εγγράφου υπ' αριθ . 11487/85 Αgrileg 252 της γραμματείας του Συμβουλίου .
74 . Η πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου θεώρησε προφανώς ότι το διατακτικό της οδηγίας αυτής και οι αιτιολογικές σκέψεις δικαιολογούσαν την έκδοση της πράξεως με ειδική πλειοψηφία βάσει μόνο του άρθρου 43 της Συνθήκης .
75 . Το Συμβούλιο δεν ενέκρινε το κείμενο της οδηγίας που υπογράφηκε από τον πρόεδρο στις 25 Μαρτίου 1986, κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη και δημοσιεύτηκε στο τεύχος της Επίσημης Εφημερίδας L 95 της 10ης Απριλίου 1986 ( σ . 45 ) ούτε κατά τη σύνοδο, ούτε με την έγγραφη διαδικασία ούτε με τη διαδικασία των σημείων Α . Το Συμβούλιο δηλαδή "εξέδωσε", κατά την έννοια του άρθρου 189, οδηγία με αυτό το περιεχόμενο . "Εξέδωσε" όμως οδηγία με το περιεχόμενο του εγγράφου 11489/85 δεδομένου ότι αυτό το κείμενο ψηφίστηκε . Μπορεί πράγματι να γίνει διάκριση μεταξύ ενός κειμένου που εκδόθηκε και ενός κειμένου που υπογράφτηκε διότι, κατά το άρθρο 9 του εσωτερικού κανονισμού :
"Το κείμενο των πράξεων που εκδίδονται από το Συμβούλιο φέρει την υπογραφή του εν ενεργεία κατά την υιοθέτησή τους προέδρου καθώς και του γενικού γραμματέα ".
76 . Βεβαίως, μόνο το προοίμιο της οδηγίας δεν εγκρίθηκε υπ' αυτή τη μορφή από το Συμβούλιο . Δεν νομίζω όμως ότι μπορεί να διαχωριστεί από την υπόλοιπη πράξη . Ακυρώσιμη είναι όλη η "οδηγία" της 25ης Μαρτίου 1986 .
77 . Επειδή αντιθέτως το Συμβούλιο "εξέδωσε" εγκύρως κατά την έννοια του άρθρου 189, πρώτη παράγραφος, μια οδηγία με το περιεχόμενο του εγγράφου 11489/85, αρκεί, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου να την υπογράψει το πρόσωπο που ασκούσε την προεδρία του Συμβουλίου κατά την έγκρισή της και να την κοινοποιήσει στα κράτη μέλη . Δεν απαιτείται νέα σύσκεψη του Συμβουλίου .
78 . Αν όμως το Δικαστήριο δεν λύσει στην υπό κρίση υπόθεση την αντιδικία ως προς το άρθορ 100, το ζήτημα αυτό θα ανακύψει και πάλι αμέσως εντός του Συμβουλίου και στην περίπτωση νέας εγκρίσεως με ειδική πλειοψηφία θα αποτελέσει κατά πάσα πιθανότητα την αφορμή δεύτερης προσφυγής με μόνο επίκεντρο αυτή τη φορά το εν λόγω ζήτημα .
Συμπέρασμα
79 . Για τους προαναφερθέντες λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να δεχτεί το δεύτερο ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου και να ακυρώσει την οδηγία 86/113/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1986, για τον καθορισμό των ελάχιστων προδιαγραφών σχετικά με την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες .
80 . 'Οσον αφορά τα δικαστικά έξοδα πρέπει να ληφθεί υπόψη το στοιχείο ότι το προσφεύγον, καίτοι νικήσας διάδικος, ηττήθηκε ως προς τον κύριο ισχυρισμό της προσφυγής του . Προτείνω λοιπόν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 63, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα, επιπλέον δε το προσφεύγον να φέρει και τα έξοδα της Επιτροπής που παρενέβη μόνο ως προς αυτό τον ισχυρισμό .
( 1 ) Δεδομένου ότι το προοίμιο της οδηγίας όπως κοινοποιήθηκε αμφισβητείται από το Ηνωμένο Βασίλειο στηρίζω το συλλογισμό μου μόνο στο προοίμιο του κειμένου που υπέβαλε στο Συμβούλιο η Επιτροπή των μονίμων αντιπροσώπων .
( 2 ) Κανονισμός 2771/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, ΕΕ ειδ . έκδ . 03/014, σ . 46 .
( 3 ) Κανονισμός 2772/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, ΕΕ ειδ . έκδ . 03/014, σ . 53 .
( 4 ) Βλέπε κανονισμό 1831/84 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1984 ( ΕΕ L 172 της 30.6.1984, σ . 2 ) και κανονισμό 3341/84 του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 1984 ( ΕΕ L 312 της 30.11.1984, σ . 7 ).
( 5 ) Κανονισμός 1943/85 της Επιτροπής, της 12ης Ιουλίου 1985, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 95/69 όσον αφορά ορισμένες προδιαγραφές εμπορίας που εφαρμόζονται στα αυγά ( ΕΕ L 181 της 13.7.1985, σ . 34 ).
( 6 ) Βλέπε απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, Ριης Μασλετιξη Βοασδ jatae Rεδνοξδ, 83/78, Rεγ . 1978, r . 2373, jai rjaxg 55 .
( 7 ) Βλέπε δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού που μνημονεύεται στη σημείωση 2 .
( 8 ) Εσωτερικός κανονισμός ο οποίος εξεδόθη από το Συμβούλιο την 24η Ιουλίου 1979 βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης της 8ης Απριλίου 1965 περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 79/868/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, ΕΚΑΕ ), ΕΕ ειδ . έκδ . 01/002, σ . 122 ).
( 9 ) 'Αρθρο 4 της Συνθήκης της 8ης Απριλίου 1965 περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
( 10 ) Απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 45/86, Συλλογή 1987, σ . 1493, σκέψη 5 .
Full & Egal Universal Law Academy