Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το Bureau national interprofessionnel du cognac ( στο εξής : ΒΝΙC ) άσκησε αγωγή κατά του Aubert, αμπελουργού, ζητώντας την καταβολή του ποσού 7 916,02 γαλλικών φράγκων ( FF ) που αντιστοιχεί στην εισφορά η οποία κατά το ΒΝΙC οφείλεται από τον εν λόγω αμπελουργό διότι υπερέβη, κατά την περίοδο εμπορίας 1979/80, την ποσόστωση εμπορίας την οποία ήταν υποχρεωμένος να τηρήσει . Ο Aubert θεωρεί οτι το ποσό αυτό δεν οφείλεται λόγω του ότι η ποσόστωση και η εισφορά που στηρίζεται σ' αυτήν αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως προς το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ .
'Οπως αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση . 465 αμπελουργοί αρνήθηκαν να καταβάλουν την εν λόγω εισφορά . 'Ενα από τα πρωτοδικεία της περιοχής του Cognac δέχθηκε το αίτημα του ΒΝΙC πέντε από τα δικαστήρια αυτά θεώρησαν ότι η εισφορά δεν οφειλόταν, για λόγους παρόμοιους με αυτούς που επικαλείται ο Aubert . Το Tribunal d' instance του Saintes, που έχει επιληφθεί της αγωγής στρεφόμενης κατά του Aubert, υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα εξής δύο προδικαστικά ερωτήματα :
"1 ) Συμβιβάζονται με τις διατάξεις του άρθρου 85 της Συνθήκης της Ρώμης οι διατάξεις που αποβλέπουν στη θέσπιση ποσοστώσεων παραγωγής αναλυόμενες σε ποσόστωση εμπορίας και σε ποσόστωση αποθεματοποιήσεως, καθόσον αποσκοπούν στον περιορισμό της παραγωγής ενός προϊόντος προκειμένου να διατηρηθεί η ποιότητα του προϊόντος αυτού;
2 ) Αν όχι, η εισφορά η οποία έχει ως βάση μια τέτοια ποσόστωση συμβιβάζεται με τις ίδιες διατάξεις της Συνθήκης της Ρώμης;"
Η υπόθεση, η οποία έχει σαφώς μεγάλη σημασία για το ΒΝΙC και για τους αμπελουργούς και εμπόρους της περιοχής του Cognac, έχει ως εξής .
Το ΒΝΙC είναι διεπαγγελματική οργάνωση στον τομέα των οίνων και των αποσταγμάτων cognac, που ιδρύθηκε με υπουργική απόφαση της 5ης Ιανουαρίου 1941 . Στη συνέχεια, η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε επανειλημμένως . Κατά το άρθρο 1 της υπουργικής αποφάσεως της 14ης Νοεμβρίου 1960, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 1 της απόφασης της 18ης Φεβρουαρίου 1975, στο ΒΝΙC μετέχουν πρόσωπα εκπροσωπούντα τους αμπελουργούς και τους εμπόρους, αντιπρόσωποι των αμπελουργών και των εμπόρων και αντιπρόσωποι διαφόρων συναφών δραστηριοτήτων . Μολονότι οι αντιπρόσωποι προτείνονται από τις αντίστοιχες επαγγελματικές τους οργανώσεις, όλα τα μέλη του ΒΝΙC διορίζονται από τον Υπουργό Γεωργίας . Στις συνεδριάσεις του ΒΝΙC παρίστανται ορισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι μετέχοντες με συμβουλευτική ψήφο . Των εργασιών του ΒΝΙC προεδρεύει πρόσωπο διοριζόμενο από τον Υπουργό Γεωργίας, ο οποίος διορίζει επίσης έναν κυβερνητικό επίτροπο ( στο εξής : επίτροπος ). Το άρθρο 4 της υπουργικής αποφάσεως του 1960 ορίζει ότι ο επίτροπος παρίσταται στις συνεδριάσεις του ΒΝΙC και της μόνιμης επιτροπής του . Μπορεί είτε να συμφωνήσει με τις ληφθείσες αποφάσεις είτε να τις υποβάλει στον υπουργό για έγκριση . Καμιά διάταξη του άρθρου αυτού δεν παρέχει αρμοδιότητα στον επίτροπο να λαμβάνει άλλου είδους αποφάσεις .
Δυνάμει του νόμου 75-600 της 10ης Ιουλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 80-502 4ης Ιουλίου 1980, οι συμφωνίες που συνήφθησαν στα πλαίσια αναγνωρισμένων διεπαγγελματικών οργανώσεων, όπως το ΒΝΙC, μπορούν ( όταν έχουν ως σκοπό να προωθήσουν θέματα όπως είναι η ποιότητα των προϊόντων, η πώλησή τους και η εφαρμογή, υπό τον έλεγχο του κράτους, κανόνων διαθέσεως στην αγορά, τιμών και όρων πληρωμής ) να επεκτείνονται από τον υπουργό ώστε να εφαρμόζονται, στην οικεία ζώνη παραγωγής, σε όλα τα μέλη των επαγγελματικών κλάδων που συνιστούν τη διεπαγγελματική οργάνωση . Κατά το άρθρο 3 του νόμου, οι οργανώσεις αυτές μπορούν να επιβάλλουν σε όλα τα μέλη των επαγγελματικών κλάδων που τις αποτελούν εισφορά, η οποία προκύπτει από τις επεκταθείσες έτσι συμφωνίες .
Για τη σύναψη των συμφωνιών αυτών, ο εσωτερικός κανονισμός του ΒΝΙC, που θεσπίστηκε στις 19 Ιουλίου 1978, προβλέπει τις ακόλουθες διαδικασίες : α ) εσωτερικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των μελών καθεμιάς των δύο ομάδων, αμπελουργών και εμπόρων, ακολουθούμενες από συνεδρίαση κάθε ομάδας β ) προετοιμασία σχεδίου συμφωνίας ή πρόταση που υποβάλλεται στην τακτική γενική συνέλευση του ΒΝΙC γ ) αν τα τρία τέταρτα των μελών της συνέλευσης αυτής συμφωνούν, συγκαλείται έκτακτη γενική συνέλευση για να συζητήσει το σχέδιο συμφωνίας και να ακούσει τις εκθέσεις των δύο ομάδων σχετικά με αντίστοιχη θέση τους δ ) αν οι δύο ομάδες καταλήξουν σε συμφωνία, τότε η έκτακτη γενική συνέλευση ζητεί από τον υπουργό την επέκταση της συμφωνίας .
Κατά το παραπέμπον δικαστήριο, η γενική συνέλευση του ΒΝΙC συνήλθε στις 18 Οκτωβρίου 1979 . Από τα πρακτικά της τακτικής γενικής συνελεύσεως προκύπτει ότι η επιτροπή παραγωγής του ΒΝΙC συζήτησε σχέδιο εγγράφου σχετικά με την περίοδο εμπορίας 1979/80, που το συνέταξε ο διευθυντής του ΒΝΙC ( ο οποίος είναι έμμισθος υπάλληλος του ΒΝΙC ). Είχαν διεξαχθεί συζητήσεις με υπαλλήλους του υπουργείου και, όπως φαίνεται, με τον επίτροπο . Με το σχέδιο προτεινόταν ανώτατο όριο αποδόσεως 10 εκατολίτρων καθαρής αλκοόλης ανά εκτάριο, ποσόστωση εμπορίας 4,5 εκατολίτρων καθαρής αλκοόλης ανά εκτάριο ( με προσαρμογή υπέρ των νεαρών αμπελουργών ή των νέων αμπελουργών ), ποσόστωση αποθεματοποιήσεως του cognac - μεταβλητή αναλόγως του προϊόντος - καθώς και ανώτατο όριο εμπορίας 8,5 εκατολίτρων για την Grande Champagne και 8 εκατολίτρων ανά εκτάριο για τις άλλες περιοχές . Για κάθε εκατόλιτρο καθαρής αλκοόλης άνω των 4,5 εκατολίτρων ( ή της ποσόστωσης για τους νεαρούς και τους νέους αμπελουργούς ), προβλεπόταν επιβολή εισφοράς ( αποκαλούμενη "χρηματική εισφορά ") 300 FF ανά εκατόλιτρο εντός του ανωτάτου ορίου εμπορίας . Η υπέρβαση του ανωτάτου αυτού ορίου θα επέσυρε "κύρωση" 3 000 FF ανά εκατόλιτρο καθαρής αλκοόλης που διατέθηκε στο εμπόριο, για κάθε δε παραγωγή υπερβαίνουσα το ανώτατο όριο αποδόσεως "κύρωση" 1 500 FF ανά εκατόλιτρο . Ο επίτροπος ενέκρινε το σύνολο των προτάσεων με εξαίρεση το ανώτατο όριο αποδόσεως 10 εκατολίτρων ανά εκτάριο, αλλά η τακτική γενική συνέλευση ενέκρινε το μέγεθος αυτό .
Εν συνεχεία, το θέμα ήλθε στην έκτακτη γενική συνέλευση, αφού οι δύο ομάδες είχαν εγκρίνει το σχέδιο με τις εκθέσεις τους . Ο επίτροπος πρότεινε να αντικατασταθεί ο όρος "κύρωση" με τον όρο "εισφορά ". Αποφασίστηκε ότι η συμφωνία θα υπογραφόταν από τους επικεφαλής των ομάδων και το διευθυντή, αφού ο επίτροπος θα είχε υπογράψει την απόφασή του για την περίοδο εμπορίας, εφόσον οι εγκριθείσες διατάξεις, τις οποίες μόλις προηγουμένως συνόψισα, δεν θα υφίσταντο άλλες τροποποιήσεις εκτός από φραστικές .
Στις 29 Οκτωβρίου 1979, ο επίτροπος εξέδωσε την απόφασή του καθορίζοντας το ανώτατο όριο αποδόσεως σε 10 εκατόλιτρα καθαρής αλκοόλης ανά εκτάριο και ποσόστωση παραγωγής αναλυόμενη σε ποσόστωση εμπορίας 4,5 εκατολίτρων καθαρής αλκοόλης ανά εκτάριο και ποσόστωση αποθεματοποιήσεως επαναλαμβάνοντας, για τα διάφορα είδη cognac, τις ποσότητες που είχαν προταθεί με το εγκριθέν από τη συνέλευση σχέδιο . Το άρθρο 9 της απόφασής του όριζε τα εξής : "Εξαιρετικώς και μόνο για την περίοδο 1979/80, θεσπίζεται επαγγελματική εισφορά προοριζόμενη να συμβάλει στη χρηματοδότηση των μέτρων οργανώσεως της αγοράς οίνων και αποσταγμάτων cognac και, ιδίως, της μελέτης και εξεύρεσης αγορών ( εκτός του cognac και του pineau των περιοχών Charente ) για τα γλεύκη και τους οίνους που προέρχονται από ειδικές ποικιλίες λευκών σταφυλών της οριοθετημένης περιοχής Cognac ." H εισφορά ανερχόταν σε 300 FF ανά εκατόλιτρο καθαρής αλκοόλης για κάθε ποσότητα εμπορίας υπερβαίνουσα τα 4,5 εκατόλιτρα καθαρής αλκοόλης ανά εκτάριο, προσαρμοζόμενη για τους νεαρούς και τους νέους αμπελουργούς, εντός του ανωτάτου ορίου 8 εκατολίτρων ανά εκτάριο ή 8,5 εκατολίτρων ανά εκτάριο για την Grande Champagne . Για κάθε υπέρβαση επεβάλλετο πρόσθετη εισφορά 3 000 FF ανά εκατόλιτρο καθαρής αλκοόλης .
Κατά το άρθρο 10 της απόφασης αυτής, τα της εισφοράς θα χρησίμευαν για την καταβολή 300 FF ανά εκατόλιτρο καθαρής αλκοόλης στους αμπελουργούς οι οποίοι δεν είχαν μπορέσει να διαθέσουν την ποσόστωσή τους εμπορίας και οι οποίοι δεν θα είχαν παραγάγει από την ποσόστωση cognac . Το υπόλοιπο ποσό θα έπρεπε να διατεθεί σε ένα ταμείο με σκοπό τη χρηματοδότηση των μέτρων του άρθρου 9 .
Στις 23 Νοεμβρίου 1979, στα πλαίσια του ΒΝΙC συνήφθη διεπαγγελματική συμφωνία, κατά την οποία, "σύμφωνα με το άρθρο 9 της απόφασης του κυβερνητικού επιτρόπου", εισπράττεται εισφορά για την ίδια περίοδο, υπολογιζόμενη στην ίδια βάση εισφοράς, με τους ίδιους συντελεστές και έχουσα τους ίδιους σκοπούς όπως και η εισφορά που προβλέπεται στην απόφαση . Κατά το άρθρο 5 της συμφωνίας αυτής, "το ΒΝΙC αναλαμβάνει τον καθορισμό της βάσης της εισφοράς, την είσπραξη και τη λογιστική καταχώριση των πράξεων σχετικά με την εφαρμογή των παραπάνω άρθρων ".
Η διεπαγγελματική συμφωνία επεκτάθηκε σε όλους τους ενδιαφερόμενους επαγγελματίες της περιοχής με την από 2 Ιανουαρίου 1980 υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με το νόμο 75-600 της 10ης Ιουλίου 1975 .
Μολονότι τον Aubert ενδιαφέρει κυρίως να μην καταβάλει την εισφορά, από τη διατύπωση της διάταξης περί παραπομπής φαίνεται να προκύπτει ότι, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, αμφισβητεί επίσης τη νομιμότητα των ποσοστώσεων εμπορίας και αποθεματοποιήσεως, καθώς και τη νομιμότητα της εισφοράς τα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunal καλύπτουν και τα δύο αυτά ζητήματα .
Φαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι η αγωγή που ασκήθηκε κατά του Aubert αφορά αποκλειστικά την εισφορά των 200 FF ανά εκατόλιτρο : δεν διατυπώθηκε κανένα αίτημα όσον αφορά τις "κυρώσεις", δηλαδή τις πρόσθετες εισφορές των 3 000 ή των 1 500 FF . Η εισφορά φέρεται αποσκοπούσα στη συγκέντρωση πόρων προκειμένου να διατηρηθεί η ποιότητα, ενώπιον όμως του Tribunal d' instance του Saintes αποδείχθηκε ότι το ένα πέμπτο της εισφοράς χρησίμευε στην καταβολή πρόσθετης τιμής σε ορισμένους αμπελουργούς .
Το πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά το ζήτημα αν η πρόθεση περιορισμού της παραγωγής ενός προϊόντος, προκειμένου να διατηρηθεί η ποιότητά του, αρκεί ώστε να καταστήσει τις ρυθμίσεις σύμφωνες με το άρθρο 85 το δεύτερο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν η εισφορά, στηριζόμενη σε διατάξεις ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη ( δηλαδή σε διατάξεις οι οποίες δεν εκφεύγουν από την απαγόρευση του εν λόγω άρθρου απλώς και μόνο διότι υπήρχε πρόθεση διατηρήσεως της ποιότητας ), είναι αυτή καθαυτή ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη . Πάντως, ως προς τα ερωτήματα αυτά ελήφθη υπόψη ότι έθεταν και άλλα υποκείμενα προβλήματα .
Το ΒΝΙC εξήγησε τις δυσχέρειες που συναντούν οι αμπελουργοί και οι έμποροι στην περιοχή του Cognac μετά τη σημαντική αύξηση, μεταξύ 1972 και 1977, των γεωργικών εκτάσεων παραγωγής λευκού οίνου που χρησιμοποιείται για το cognac, καθώς και μετά την πτώση ή τη στασιμότητα των πωλήσεων και την υπερπαραγωγή, που είχε ως συνέπεια την επιβολή ποσοστώσεων για την περίοδο εμπορίας 1975/76 και εισφοράς για την περίοδο 1979/80 . Το ΒΝΙC ισχυρίζεται ότι η διαφοροποίηση ήταν αναγκαία για την προστασία των πολυάριθμων προσώπων που εμπλέκονται ή συνδέονται με την παραγωγή και την εμπορία ενός προϊόντος μεγάλης σημασίας για την οικονομία της περιοχής .
Οι δυσχέρειες αυτές αποτελούν εξήγηση του ό,τι έγινε δεν μπορούν όμως, αυτές καθαυτές, να δικαιολογήσουν τη μη εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης σε συμπεριφορά η οποία, από μόνη της, εμπίπτει στο εν λόγω άρθρο .
Το ΒΝΙC υποστηρίζει εν συνεχεία ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν έχει εφαρμογή στην εν λόγω συμφωνία, καθόσον αυτή αφορούσε τους οίνους και τα γλεύκη που προορίζονταν για απόσταξη . Τα προϊόντα αυτά είναι γεωργικά προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 38, παράγραφος 1, και του παραρτήματος ΙΙ της Συνθήκης . Δυνάμει του άρθρου 42 της Συνθήκης, το άρθρο 85 έχει εφαρμογή στα εν λόγω προϊόντα μόνον κατά το μέτρο που καθορίζεται από το Συμβούλιο . Το άρθρο 2 του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και στην εμπορία γεωργικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/001, σ . 35 ), αποκλείει τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργανώσεως αγοράς ή είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 39 της Συνθήκης στόχων . Επομένως, η παρούσα διεπαγγελματική συμφωνία αφορά γεωργικό προϊόν ( τον οίνο και το γλεύκος ) στο πλαίσιο εθνικής οργανώσεως αγοράς η εισφορά έχει ως σκοπό να βοηθεί την οργάνωση στην πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 39, καθόσον προορίζεται να χρηματοδοτεί πρόγραμμα μελετών και εξευρέσεως νέων αγορών . Η ποσόστωση εμπορίας είναι απλώς στοιχείο αναφοράς για τον καθορισμό της βάσης της εισφοράς .
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτό . Είναι σαφές ότι η διεπαγγελματική συμφωνία και η απόφαση του επιτρόπου του 1979, όπως και η απόφαση του επιτρόπου του 1976 με την οποία επιβλήθηκαν ποσοστώσεις, αφορούσαν τα αποστάγματα ως προς τα οποία επιτρεπόταν να τίθεται η ελεγχόμενη ονομασία προελεύσεως "cognac ". Τόσο οι ποσοστώσεις όσο και οι εισφορές αφορούσαν τα αποστάγματα τα οποία, με το παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, αποκλείονται ρητά από την κατηγορία των γεωργικών προϊόντων . Το γεγονός ότι μέρος των εσόδων από τις εισφορές αυτές προορίζεται για τη χρηματοδότηση μελέτης εξευρέσεως αγορών για τον οίνο και το γλεύκος της περιοχής Cognac δεν επηρεάζει το συμπέρασμα αυτό . Συνεπώς, το αντικείμενο της εν λόγω συμφωνίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης .
Εν πάση περιπτώσει, όπως φαίνεται να έχει δεχτεί το Tribunal d' instance και όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το τμήμα της εισφοράς που χρησιμεύει στην καταβολή πρόσθετης τιμής σε ορισμένους παραγωγούς ήταν ασυμβίβαστο με τους κανόνες περί τιμών που θεσπίστηκαν δυνάμει της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του οίνου .
Το άρθρο 85 ορίζει ρητά ότι απαγορεύονται οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων και οι εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες περιορίζουν ή ελέγχουν την παραγωγή ή τις αγορές και οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς .
Συμφωνία με την οποία θεσπίζονται ποσοστώσεις όπως οι προκείμενες, συνοδευόμενες από εισφορά "έχουσα ως βάση" τις ποσοστώσεις αυτές ( όπως διασαφηνίζεται με τη Διάταξη περί παραπομπής ) και καταβλητέα σε περίπτωση υπερβάσεως των εν λόγω ποσοστώσεων, εμπίπτει, κατά την άποψή μου, προφανώς στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού . Φαίνεται ότι ο κύριος στόχος ήταν ο περιορισμός των προσφερομένων ποσοτήτων στην αγορά και η στήριξη των τιμών . Ενόψει του φακέλου, είναι λιγότερο σαφές ότι υπήρχε επίσης πρόθεση διατηρήσεως της ποιότητας, μολονότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου . Πάντως, ακόμα και αν σκοπός της συμφωνίας είναι ο περιορισμός της παραγωγής προκειμένου να διατηρηθεί η ποιότητα, το γεγονός αυτό καθαυτό δεν αρκεί ώστε το άρθρο 85, παράγραφος 1, να μην έχει εφαρμογή στη συμφωνία . Αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη χορήγηση απαλλαγής από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, πλην όμως εν προκειμένω η συμφωνία δεν κοινοποιήθηκε ούτε ζητήθηκε από την Επιτροπή η χορήγηση απαλλαγής . 'Οπως παρατήρησε η Επιτροπή, είναι ίσως απίθανο συμφωνία επιβάλλουσα ποσοστώσεις παραγωγής και εισφορά να τύχει απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, έστω και αν ο σκοπός της ήταν η διατήρηση της ποιότητας .
Σύστημα ποσοστώσεων του είδους αυτού, που αφορά τα αποστάγματα που προορίζονται για την παρασκευή του cognac, προϊόντος το οποίο αποτελεί αντικείμενο σημαντικών εξαγωγών προς τα άλλα κράτη μέλη, μπορεί σαφώς να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, ακόμη και αν τα ίδια τα αποστάγματα δεν εξάγονται προς τα άλλα κράτη ( υπόθεση 123/83, ΒΝΙC κατά Clair, Συλλογή 1985, σ . 391 ).
Επομένως, θεωρώ ότι ο καθορισμός ποσοστώσεων και εισφοράς μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, αν υπήρξε συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου .
Το ΒΝΙC υποστηρίζει ότι διατάξεις όπως οι εν προκειμένω δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, καθόσον δεν υπάρχει ούτε συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων ούτε εναρμονισμένη πρακτική . Κατ' αυτό, η διεπαγγελματική συμφωνία καταρτίστηκε από οργανισμό δημοσίου δικαίου οιονεί διοικητικού χαρακτήρα και έχει την πηγή της στην κανονιστική εξουσία που ασκεί ο επίτροπος . Πάντως, το ΒΝΙC αποφεύγει να αναπτύξει λεπτομερή επιχειρηματολογία επί του σημείου αυτού και επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου .
Το Tribunal d' instance αναφέρει τα εξής : "Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ο καθορισμός των ποσοστώσεων αυτών έγινε με απόφαση του κυβερνητικού επιτρόπου και όχι, όπως στην περίπτωση καθορισμού ελάχιστης τιμής αγοράς των αποσταγμάτων cognac, με απλή διεπαγγελματική συμφωνία η οποία έχει επεκταθεί με διυπουργική απόφαση . Ο σκοπός μιας διεπαγγελματικής συμφωνίας που καταρτίστηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1980 ( sic πρόκειται μάλλον για τις 23 Νοεμβρίου 1979 ) και επεκτάθηκε με διυπουργική απόφαση της 2ας Ιανουαρίου 1980 συνίστατο στο να οριστεί ο σκοπός της εισφοράς ." Το Tribunal συνεχίζει διερωτώμενο αν ο καθορισμός ποσοστώσεως παραγωγής, εμπορίας και αποθεματοποιήσεως πρέπει να θεωρηθεί ως εναρμονισμένη πρακτική, ακόμη κι αν το μέτρο αυτό ελήφθη προς το σκοπό βελτιώσεως της παραγωγής ή διατηρήσεως της ποιότητας του προϊόντος, οπότε η παράγραφος 3 του άρθρου 85 καθιστά ανεφάρμοστο το άρθρο 85, παράγραφος 1, στην ποσόστωση παραγωγής . Επομένως, το Tribunal φαίνεται να θεωρεί ότι υπήρξε εναρμονισμένη πρακτική, οι ποσοστώσεις όμως καθορίστηκαν από τον επίτροπο .
Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 4 της αποφάσεως του 1960 ορίζει ότι ο επίτροπος μπορεί να συναινέσει για "αποφάσεις" ληφθείσες ή να τις εγκρίνει . Αυτό προϋποθέτει ότι η διαδικασία αρχίζει με "απόφαση" του ΒΝΙC . Αν ο επίτροπος την εγκρίνει ( χωρίς να τη διαβιβάσει απευθείας στον υπουργό ) η διεπαγγελματική συμφωνία υπογράφεται και, εν συνεχεία, "επεκτείνεται" από τον υπουργό ( με αποτέλεσμα να καθίσταται δεσμευτική για όλα τα μέλη των σχετικών επαγγελματικών κλάδων στην περιοχή ). Δεν έχει γίνει επίκληση καμιάς άλλης διατάξεως του γαλλικού δικαίου προκειμένου να αποδειχθεί ότι ο επίτροπος διαθέτει άλλες αυτοτελείς εξουσίες .
Εν προκειμένω, μολονότι η απόφαση του επιτρόπου αναφέρεται στις "διαβουλεύσεις" της γενικής συνέλευσης της 18ης Οκτωβρίου 1979 ( και όχι σε ληφθείσα "απόφαση "), νομίζω ότι, αν τα πρακτικά της συνέλευσης είναι ακριβή, στο Tribunal εναπόκειται να ερευνήσει αν υπήρξε συμφωνία στα πλαίσια του ΒΝΙC μεταξύ των δύο ομάδων για την επιβολή ποσοστώσεων και εισφοράς . Αν συμφωνία του τύπου αυτού δεν έπρεπε να υποβληθεί στον επίτροπο προς έγκριση, κατά τη γνώμη μου, συνιστά προφανώς συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική κατά την έννοια του άρθρου 85 . Είναι αναμφισβήτητο ότι διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις με τις κυβερνητικές υπηρεσίες και, απ' ό,τι φαίνεται, με τον επίτροπο ή τους βοηθούς του οι διαπραγματεύσεις όμως αυτές δεν εμποδίζουν την ύπαρξη συμφωνίας, εκτός αν το Tribunal θεωρεί, αντίθετα απ' ό,τι προκύπτει από τα πρακτικά, ότι η συμφωνία επιβλήθηκε στο ΒΝΙC .
Θα έπρεπε ίσως να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αυτή είχε συναφθεί υπό την επιφύλαξη της εγκρίσεώς της από τον επίτροπο, ώστε δεν είχε σε τελική ανάλυση υποχρεωτική ισχύ . Αν τα πρακτικά είναι ακριβή, η πραγματικότητα είναι πάντως ότι η επεξεργασία του σχεδίου έγινε από το ΒΝΙC . Οι προτάσεις διατυπώθηκαν από τα μέλη του . Η επιτροπή παραγωγής και ο διευθυντής του ΒΝΙC ατιστοίχως ετοίμασαν και οριστικοποίησαν το σχέδιο . Η συνέλευση διασαφήνισε ότι οι εκπρόσωποί της δεν θα υπέγραφαν τη συμφωνία αν ο επίτροπος επέφερε στα σχετικά άρθρα τροποποιήσεις πλην φραστικών αλλαγών .
Ο επίτροπος, με την "απόφασή" του, έδωσε τη συναίνεσή του σε ό,τι συμφωνήθηκε κατά τη συνέλευση . Εν συνεχεία, η διεπαγγελματική συμφωνία υπογράφηκε και χρονολογήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1979, η δε διατύπωση ήταν ουσιαστικά η συμφωνηθείσα κατά τη συνέλευση και εγκριθείσα με την "απόφαση ".
Μια τέτοια διεπαγγελματική συμφωνία συνιστά συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ ( βλέπε προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση ΒΝΙC κατά Clair, σκέψεις 19 και 20 ). Η θέσπιση από τον υπουργό μέτρου με το οποίο η συμφωνία καθίσταται υποχρεωτική για όλα τα μέλη των σχετικών επαγγελματικών κλάδων, έστω και αν δεν μετέχουν στη συμφωνία, δεν μπορεί να συντελέσει στην εξαίρεση της συμφωνίας αυτής από την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1 ( σκέψη 23 της εν λόγω απόφασης ).
Πάντως, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των ποσοστώσεων και των εισφορών, καθόσον οι μεν ποσοστώσεις καθορίστηκαν από τον επίτροπο ( και όχι από το ΒΝΙC με τη διεπαγγελματική συμφωνία ), οι δε εισφορές επιβλήθηκαν με τη συμφωνία, καθόσον μόνον το ΒΝΙC, και όχι ο επίτροπος, είχε την εξουσία επιβολής τέτοιων εισφορών .
Είναι δυνατόν να λεχθεί ότι υπάρχει μια τυπική διαφορά καθόσον, εκ πρώτης όψεως, η εισφορά επιβάλλεται με τη συμφωνία . Πάντως, με την απόφαση διασαφηνίζεται ότι η εισφορά "θεσπίζεται" και "καθίσταται απαιτητή" υπό τις αναφερόμενες προϋποθέσεις . Η συμφωνία αναφέρει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 της απόφασης του επιτρόπου, "θεσπίζεται εισφορά", η εισφορά δε αυτή επιβάλλεται με ειδική αναφορά στις καθοριζόμενες στην απόφαση ποσοστώσεις . Στο κείμενο της συμφωνίας εγκρίνονται και επαναλαμβάνονται τα μεγέθη για τα ανώτατα όρια απόδοσης και ποσοστώσεων εμπορίας που περιλαμβάνονται στην απόφαση . Η μόνη πρόσθετη διάταξη αφορά τη λειτουργία του μηχανισμού - ότι το ΒΝΙC αναλαμβάνει τον καθορισμό της βάσης της εισφοράς, την είσπραξη και τη λογιστική εγγραφή των πράξεων .
Επομένως, η εξέταση των εγγράφων δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι το ΒΝΙC, με τη διεπαγγελματική συμφωνία, δεν καθόρισε τις ποσοστώσεις αλλά μόνο τις εισφορές . Το παραπέμπον δικαστήριο μπορεί κάλλιστα να διαπιστώσει ότι το ΒΝΙC είχε την πρωτοβουλία των δύο μέτρων τα οποία και θέσπισε με τη διεπαγγελματική συμφωνία .
Λαμβάνοντας υπόψη τα προηγούμενα, θεωρώ ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85 . Υπήρξε συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, περιορίζουσα ή ελέγχουσα την παραγωγή και τη διάθεση στο εμπόριο, ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η οποία είχε ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς . Επομένως, η απάντηση στα δύο ερωτήματα είναι αρνητική .
Αν είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ΒΝΙC βασίμως υποστήριξε ότι μόνο αυτό μπορούσε να καθορίσει, και πράγματι καθόρισε, την εισφορά και ότι ο επίτροπος μπορούσε να καθορίσει, και όντως καθόρισε, τις ποσοστώσεις, η επιβολή της εισφοράς είναι, στην περίπτωση αυτή, αντίθετη προς το άρθρο 85 της Συνθήκης .
Η Διάταξη περί παραπομπής δεν αναφέρει το άρθρο 5 της Συνθήκης . Πάντως, συζητήθηκε ευρύτατα το ζήτημα κατά πόσον, αν υποτεθεί ότι ο ρόλος του ΒΝΙC περιορίστηκε στο ελάχιστο και ότι την πρωτοβουλία για τις ποσοστώσεις και την εισφορά είχαν οι διοικητικές αρχές οι οποίες και τις ενέκριναν, η Γαλλία παρέβη τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης . Με την παρέμβασή του, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίστηκε ότι εν προκειμένω παρεχόταν η ευκαιρία στο Δικαστήριο να διευκρινίσει την υφιστάμενη μεταξύ των δύο άρθρων σχέση, καθώς και την έκταση της ευθύνης που υπέχουν τα κράτη βάσει των άρθρων αυτών . Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κρατικό μέτρο που ευνοεί ή ενθαρρύνει τη σύναψη συμφωνίας αντίθετης με το άρθρο 85, παράγραφος 1, και η οποία δεν μπορεί να τύχει της εξαιρέσεως του άρθρου 85, παράγραφος 3, θίγει το χρήσιμο αποτέλεσμα του άρθρου 85 και, ως εκ τούτου, το μέτρο αντιβαίνει προς τη Συνθήκη .
Δεν νομίζω ότι επιβάλλεται εν προκειμένω μια γενική διασαφήνιση της έκτασης εφαρμογής των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 5 και 85 . Το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι το άρθρο 85 αφορά τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων και όχι τους νόμους ή τις κανονιστικές ρυθμίσεις των κρατών μελών . Κατά συνέπεια, όταν τα κράτη μέλη, και μόνον τα κράτη μέλη επιβάλλουν τιμές ή περιορισμούς στην παραγωγή ή στο εμπόριο, οι νόμοι και οι κανονιστικές ρυθμίσεις που θεσπίζουν δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 . Αντίθετα, η Συνθήκη επιβάλλει στα κράτη μέλη να μη θεσπίζουν ή διατηρούν σε ισχύ μέτρα ικανά να εξαλείψουν την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 85 . "Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν ένα κράτος μέλος επιβάλλει ή ευνοεί τη δημιουργία συμπράξεων οι οποίες αντιβαίνουν στο άρθρο 85 ή ενισχύει τα αποτελέσματά τους" ( απόφαση της 30ής Απριλίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 μέχρι 213/84, Ministere public κατά Asjes, Συλλογή 1986, σ . 1425 ). Αυτό συμβαίνει, όπως παρατηρεί το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν η κυβέρνηση θεσπίζει κανόνες οι οποίοι είτε υποχρεώνουν είτε ενθαρρύνουν τους παραγωγούς να έχουν ομοιόμορφη συμπεριφορά ή, με συμφωνία, να καθορίζουν τιμές ή ποσοστώσεις . Ασφαλώς, μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις κατά τις οποίες, για οικονομικούς λόγους και κατόπιν συμφωνίας ή διαβουλεύσεως με τους ενδιαφερόμενους επαγγελματικούς κλάδους, οι κυβερνήσεις επιβάλλουν τιμές ή ποσοστώσεις, με συνέπεια να ανακύπτουν δυσχερή ενδεχομένως ζητήματα . 'Ομως, κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα δικά της περιστατικά .
Εν προκειμένω, αν το εθνικό δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι η απόφαση του επιτρόπου ή η υπουργική απόφαση επισημοποίησε μία συμφωνία συναφθείσα ήδη από το ΒΝΙC, το οποίο είχε το ίδιο ενεργήσει κατά παράβαση του άρθρου 85, τότε θα αποδεικνυόταν, κατ' εμέ, η παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης . Η συμπεριφορά του κράτους επιτείνει τα αποτελέσματα της απαγορευόμενης συμφωνίας . Αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η πρωτοβουλία και η επιρροή του ΒΝΙC, προκειμένου να επιτευχθεί η απόφαση του επιτρόπου και η υπουργική απόφαση, είχαν κυρίαρχο ή αποφασιστικό χαρακτήρα και ότι, ακόμη και αν δεν περιορίστηκαν απλώς στο να επισημοποιήσουν τις επιθυμίες του ΒΝΙC, ο επίτροπος και ο υπουργός υιοθέτησαν ουσιαστικά τις εν λόγω επιθυμίες καθόσον το ΒΝΙC έδωσε τη συναίνεσή του, τότε, στην περίπτωση αυτή, υπάρχει επίσης παράβαση των άρθρων 5 και 85 . Με την ενέργειά του το κράτος δέχεται ή τουλάχιστον επιτείνει τα αποτελέσματα της απαγορευόμενης συμφωνίας . Κατά την άποψή μου, το συμπέρασμα θα ήταν το ίδιο αν το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι ο επίτροπος υποχρέωσε ή έπεισε το ΒΝΙC να συνάψει τη συμφωνία ή να εφαρμόσει πρακτική αντίθετη προς το άρθρο 85 .
Ενόψει των περιστατικών που αναφέρονται στη Διάταξη περί παραπομπής, όπως συμπληρώνονται από τα έγγραφα στα οποία αυτή αναφέρεται και από τα πρακτικά των συνελεύσεων, είναι αδύνατο να λεχθεί ότι δεν υπάρχει στην παρούσα υπόθεση ούτε α ) συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 ούτε β ) κρατικό μέτρο με το οποίο επιβάλλεται η σύναψη συμφωνίας ή επιτείνονται τα αποτελέσματα συμφωνίας εμπίπτουσας στο άρθρο 85, αλλά μόνον κυβερνητική απόφαση δεσμεύουσα τους ενδιαφερόμενους επαγγελματικούς κλάδους, η οποία, ως θέμα κυβερνητικής πολιτικής, δεν εμπίπτει ούτε στο άρθρο 5 ούτε στο άρθρο 85 .
'Ολα αυτά τα θέματα ενέχουν, σε κάποιο βαθμό, ζητήματα ουσίας εξεταζόμενα από το εθνικό δικαστήριο, αν όμως γίνει δεκτή η άποψη στην οποία κατέληξα, ότι υπήρξε εν προκειμένω συμφωνία απαγορευόμενη από το άρθρο 85, τα ζητήματα αυτά δεν ανακύπτουν . Εν πάση περιπτώσει, ο καθορισμός ποσοστώσεων και εισφοράς απαγορεύεται .
Επομένως, θεωρώ ότι στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι : διεπαγγελματική συμφωνία επιβάλλουσα εισφορά σε περίπτωση υπερβάσεως της ποσόστωσης εμπορίας και της ποσόστωσης αποθεματοποιήσεως, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι ποσοστώσεις αυτές τείνουν να περιορίσουν την παραγωγή ενός προϊόντος προκειμένου να διατηρηθεί η ποιότητά του, απαγορεύεται από το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ .
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι της κύριας δίκης . Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποδίδονται .
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά .
Full & Egal Universal Law Academy