Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Μπορεί η διοίκηση να περιορίσει την πληρωμή μιας αποζημιώσεως εκπατρισμού από την ημερομηνία που τη ζήτησε ο υπάλληλος, ενώ ο ενδιαφερόμενος συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις από της ενάρξεως της ισχύος των διατάξεων που θέσπισαν αυτή την αποζημίωση; Αυτό είναι κατ' ουσίαν το ζήτημα που πρέπει να λύσετε για να κρίνετε την προσφυγή που άσκησε ο Michele Canters, υπάλληλος γερμανικής ιθαγενείας, υπηρετών στο Κέντρο της Ispra (Ιταλία). Ο ενδιαφερόμενος ζήτησε στις 12 Μαρτίου 1985 να του χορηγηθεί η αποζημίωση εκπατρισμού, η οποία άρχισε να ισχύει από τις 4 Μαΐου 1978. Η διοίκηση δέχθηκε την καταβολή της αποζημιώσεως από τον Μάρτιο 1985, ενώ αντιθέτως αρνήθηκε να την χορηγήσει για τη διαδραμούσα προηγουμένη περίοδο από το 1978.
2. Ας εξετάσω καταρχάς την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η καθής λόγω του ότι τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών από τον Μάιο 1978 μέχρι τον Φεβρουάριο 1985, επί των οποίων δεν εμφαίνεται η αποζημίωση εκπατρισμού, πρέπει να θεωρηθούν ως βλαπτικές πράξεις για τις οποίες έχει παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής.
3. Ναι μεν η νομολογία θεωρεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, ότι τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών μπορούν να αποτελέσουν πράξεις βλαπτικές (1), τα σημειώματα όμως αυτά πρέπει επίσης να εκφράζουν σαφώς απόφαση της διοικήσεως (2). Στην προκειμένη περίπτωση, η σιωπή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση.
4. Πράγματι, η ίδια η Επιτροπή υποστηρίζει στην άμυνά της κατά βάθος ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει την κατάσταση του προσφεύγοντος, εφόσον αυτός δεν προέβη σε καμιά εκδήλωση. Κατόπιν αυτού, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών μπορούν να θεωρηθούν απόφαση, έστω και σιωπηρή, της Επιτροπής που να αφορούν κατάσταση την οποία, κατά την ομολογία της, αγνοούσε.
5. Εξάλλου, το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο η από 1ης Απριλίου 1986 απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος επιβεβαιώνει τις προηγούμενες αποφάσεις, οι οποίες υλοποιήθηκαν με τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών, δεν αντέχει επίσης σε έλεγχο. Ο νομικός χαρακτήρας των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών δεν μπορεί να εξαρτάται από τον μεταγενέστερο νομικό χαρακτηρισμό που πρόκειται να τους δώσει η Επιτροπή.
6. Κατόπιν αυτού και με την επιφύλαξη ότι το επιχείρημα που αντλείται από την αρχή "nemo auditur" αναφέρεται στην πραγματικότητα στην ουσία της διαφοράς, προτείνω να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή.
7. 'Οσον αφορά την ουσία, θα πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί ότι όλες οι σκέψεις της Επιτροπής σχετικά με την ειδική κατάσταση του προσφεύγοντος στην Ιταλία είναι αδιάφορες ως προς το ζήτημα αν έχει δικαίωμα στην επίμαχη αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή εξαρτάται απλώς από το αν ο υπάλληλος κατέχει διαφορετικήιθαγένεια από το κράτος όπου υπηρετεί. Πρόκειται στην περίπτωση αυτή για προϋπόθεση αντικειμενική (3), αναγκαία και επαρκή, η οποία συντρέχει για τον Canters.
8. Κατά τα λοιπά, μου φαίνεται ότι η Επιτροπή, η οποία υποστηρίζει ότι η "ratio legis" της αποζημιώσεως δεν αφορά καταστάσεις σαν κι αυτή στην οποία βρίσκεται ο προσφεύγων, δεν συνάγει όλες τις συνέπειες από τη σκέψη αυτή κατά το μέτρο που δεν αμφισβητεί τα δικαιώματά του από το χρόνο υποβολής της αιτήσεως.
9. Κατόπιν αυτών, ποιο είναι το νομικό έρεισμα που μπορεί να επικαλεσθεί η Επιτροπή υπέρ της αποφάσεώς της; 'Οταν ρωτήθηκε επί του θέματος αυτού κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν μπόρεσε να υποδείξει τον γραπτό κανόνα ή την αρχή που σκόπευε να εφαρμόσει. Καθόσον αφορά εμένα, παρατηρώ ότι η εν λόγω αποζημίωση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των αποδοχών από τις οποίες δεν μπορεί να παραιτηθεί ο υπάλληλος κατ' εφαρμογή του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ελλείψει άλλωστε χρόνου παραγραφής ή ρητής διατάξεως που να προβλέπει ότι η αποζημίωση δεν χορηγείται παρά μόνο από της υποβολής αιτήσεως από τον υπάλληλο, ο τελευταίος απολαύει του δικαιώματος αυτού μόλις συμπληρώσει τις προϋποθέσεις που προβλέπει η κανονιστική ρύθμιση.
10. Η Επιτροπή επικαλέστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου Broe (4), η οποία έκρινε ότι δεν μπορεί να συγκρίνεται η κατάσταση της διοικήσεως, η οποία είναι επιφορτισμένη με πολλές χιλιάδες υπηρεσιακές καταστάσεις, με την κατάσταση του υπαλλήλου που έχει προσωπικό συμφέρον να ελέγχει τις μηνιαίες αποδοχές του.
11. Η απόφαση όμως αυτή δεν μου φαίνεται να είναι αποφασιστική για την προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, η απόφαση αυτή αφορούσε αγωγή αναζητήσεως αχρεωστήτων, η οποία ασκήθηκε κατά υπαλλήλου.'Ετσι, η μεταφορά λύσεων που δόθηκαν για την περίπτωση που ένας υπάλληλος εισπράττει κάτι που δεν του οφείλεται στην περίπτωση που δεν λαμβάνει αυτό που του οφείλεται δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμη. Στη μια περίπτωση πρόκειται, πράγματι, για υπάλληλο που διατηρεί μια παράνομη καταβολή και για να το επιτύχει αυτό πρέπει να αποδείξει την καλή του πίστη, στην άλλη περίπτωση πρόκειται να επιτύχει την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τις αποδοχές τις οποίες δικαιούται, από το γεγονός του διορισμού του, κατ' εφαρμογή του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
12. Τέλος, όταν η Επιτροπή επιμένει στην παράλειψη του προσφεύγοντος, νομίζω ότι αμελεί δύο σημαντικά στοιχεία. Αφενός μεν η πρώτη ευθύνη διοικητικής και οικονομικής διαχειρίσεως του προσωπικού ανήκει στη διοίκηση. Αφετέρου δε η αντιπαραβολή της ιθαγενείας με τον τόπο υπηρεσίας αποτελεί στοιχειώδη ενέργεια και ο προσφεύγων υπέμνησε λεπτομερώς τα ποικίλα μέσα που επιτρέπουν στη διοίκηση να αναγνωρίσει πολύ γρήγορα τη σχετική κατάσταση του προσωπικού.
13. Επίσης, το να αντιτάξει η Επιτροπή στη δική του παράλειψη το χρονικό διάστημα που άφησε ο προσφεύγων να διαρρεύσει πριν παρουσιάσει το αίτημά του δεν μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό της καταβολής της αποζημιώσεως εκπατρισμού. Πράγματι, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μια κρίση σκοπιμότητας η οποία στηρίζεται στις ιδιομορφίες της προκειμένης περιπτώσεως για να αγνοηθεί μια κανονιστική ρύθμιση που δεν δημιουργεί καμιά απολύτως αμφιβολία και της οποίας καμιά διάταξη δεν επιβάλλει στον υπάλληλο να υποβάλει αίτηση για να αποκτήσει το δικαίωμα της επίδικης αποζημιώσεως. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το δικαίωμα γεννάται την ημέρα που ο ενδιαφερόμενος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που προβλέπει η κανονιστική ρύθμιση, δηλαδή εν προκειμένω την ημερομηνία που άρχισε να ισχύει η αποζημίωση εκπατρισμού.
14. Δεν πρέπει να εφαρμόσετε στην προκειμένη υπόθεση διαφορετική λύση από εκείνη που έδωσε η απόφαση Houyoux και Guery (5), με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της Επιτροπής που αρνήθηκε να χορηγήσει επίδομα στεγάσεως για την περίοδο που προηγήθηκε της αιτήσεως του υπαλλήλου μολονότι, διαφορετικά από ότι ισχύει για την αποζημίωση εκπατρισμού, η ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ρητώς, πριν χορηγηθεί το επίδομα, έλεγχο εκ μέρους της ΑΔΑ.
15. Κατά συνέπεια, προτείνω τα εξής:
- να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, της 1ης Απριλίου 1986, που αρνήθηκε να χορηγήσει στον Canters την αποζημίωση εκπατρισμού για την περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ 4ης Μαΐου 1978 και του Μαρτίου 1985,
- να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά εξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά.
(1) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 15/73, Kortner κ.λ., Rec. σ. 177 απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 1/76, Wack, Rec. σ. 1017.
(2) Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 185/80, Garganese, Συλλογή 1981, σ. 1785.
(3) Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 147/79, Hochstrass, Rec. σ. 3005, σκέψη 13.
(4) Apevarg tgs 11gs Ioukiou 1979 rtgm upeherg 252/78, Rec. σ. 2393.
(5) Apevarg tgs 27gs Ojtybqiou 1987 rtis rumejdijarheires upohareis 176 jai 177/86, uukkocue 1987, r. 4333.
Full & Egal Universal Law Academy