Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Οι παρούσες προτάσεις μου αφορούν δύο προσφυγές με τις οποίες ο Μ ., πρώην υπάλληλος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, βάλλει κατά του μέτρου του γενικού γραμματέα του οργάνου αυτού με το οποίο του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της παύσεως . Ο προσφεύγων ζητεί : α ) κυρίως, την ακύρωση αυτής της πράξεως και τον τερματισμό της πειθαρχικής διαδικασίας β ) επικουρικώς, την αναστολή εκτελέσεως της πράξεως έως ότου αποδειχτούν οι προβαλλόμενοι προς υπεράσπισή του ισχυρισμοί γ ) όλως επικουρικώς, την τροποποίηση της ποινής σύμφωνα με τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου .
'Οσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά ο Μ . προσλήφθηκε από το Συμβούλιο την 1η Ιουλίου 1982 ως γλωσσομαθής νομικός με βαθμό LΑ 7 . Προς τούτο συμπλήρωσε έντυπα και προσκόμισε έγγραφα από τα οποία προέκυπτε : α ) ότι ήταν νυμφευμένος με την Ο . β ) ότι είχε δύο συντηρούμενα τέκνα γ ) ότι η σύζυγός του δεν εισέπραττε οικογενειακά επιδόματα από τον εργοδότη της . Τα ίδια στοιχεία περιλαμβάνονται και στα ετήσια δελτία ατομικών στοιχείων των υπαλλήλων που ο Μ . συμπλήρωσε για τα έτη 1983 και 1984 . Βάσει λοιπόν των δελτίων αυτών η διοίκηση του οργάνου καθόρισε και κατέβαλε στον προσφεύγοντα τις διάφορες αποζημιώσεις που προβλέπονται για τους έγγαμους υπαλλήλους με συντηρούμενα τέκνα .
Εντούτοις, τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1985, το Συμβούλιο έλαβε γνώση των εξής στοιχείων : α ) μιας απόφασης διαζυγίου μεταξύ του Μ . και της Ο . που εκδόθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1981 από το αρμόδιο πρωτοδικείο του Haarlem και καταχωρίστηκε στο οικείο ληξιαρχείο του Haarlemmermeer στις 28 Απριλίου 1982 β ) μιας απόφασης της 8ης Ιουλίου 1982 του ίδιου δικαστηρίου με την οποία η γονική μέριμνα των τέκνων ανατέθηκε στη μητέρα γ ) του γεγονότος ότι το Raad van Arbeid του Haarlem είχε καταβάλει στην Ο . οικογενειακά επιδόματα για τα δύο συντηρούμενα τέκνα μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1982 και ότι ο ίδιος φορέας καταβάλλει για την ανήλικη κόρη τέτοια επιδόματα από την 1η Ιουλίου 1984 δ ) των διαφόρων ανεξόφλητων χρεών στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες . Για τον τελευταίο αυτό λόγο :
1 ) ο ιεραρχικός προϊστάμενος του Μ . είχε προτείνει να του απευθυνθεί έγγραφη σύσταση
2 ) ο Μ . είχε αρκετές φορές δικαστεί ερήμην
3 ) οι δανειστές του είχαν απευθύνει στο Συμβούλιο αιτήσεις για την εκτέλεση, επί του μισθού του, των εις βάρος του αποφάσεων για ποσό ανώτερο των 1 350 000 ΒFR .
Βάσει των στοιχείων αυτών, με έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1985, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου, υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, διατύπωσε κατά του Μ . σειρά αιτιάσεων και εκδήλωσε την πρόθεσή του να ακούσει τις απόψεις του στις 10 Ιανουαρίου 1986 . Στη συνέχεια, ύστερα από αίτηση του εν λόγω υπαλλήλου ο οποίος ζήτησε αναβολή, η σχετική ακρόαση αναβλήθηκε για τις 16 Ιανουαρίου προκειμένου να μπορέσει να επικουρηθεί από δικηγόρο κατά τη συνάντηση όμως ο Μ . εμφανίστηκε μόνος του και αρνήθηκε να παράσχει εξηγήσεις επί των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνταν . Επιπλέον, παραπονέθηκε ότι η φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε στο έγγραφο της 20ής Οκτωβρίου και, πιο συγκεκριμένα, το αρχικό χωρίο : "Πληροφορήθηκα ότι, αφότου αναλάβατε υπηρεσία ... έχετε υποπέσει σε σοβαρή και εκ προθέσεως παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχετε από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως" έθιγε το δικαίωμά του υπερασπίσεως, προδικάζοντας το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας .
Κατά το χρονικό αυτό σημείο ( 4 Μαρτίου 1986 ), η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή παρέπεμψε την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, αποστέλλοντάς του αναφορά στην οποία περιγράφονταν οι προσαπτόμενες πράξεις και οι περιστάσεις υπό τις οποίες είχαν διαπραχθεί . Η αναφορά αυτή κοινοποιήθηκε στον Μ . ύστερα από 3 ημέρες . Την ίδια ημέρα, στις 4 Μαρτίου, έγινε η κλήρωση των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου και, στις 11 Μαρτίου, έγινε συμπληρωματική κλήρωση για την αντικατάσταση ενός κωλυόμενου μέλους και ενός άλλου μέλους του οποίου είχε ζητηθεί η εξαίρεση από τον υπάλληλο .
Το συμβούλιο συνεδρίασε δύο φορές . Κατά τη διάρκεια της πρώτης συνεδρίασης ( 25 Μαρτίου 1986 ), συμπληρώθηκαν οι προκαταρκτικές διατυπώσεις και εξελέγη το μέλος που θα εκτελούσε χρέη εισηγητή . Η συνεδρίαση όσον αφορά τη συζήτηση επί της ουσίας και τη λήψη αποφάσεως ορίστηκε για τις 11 Απριλίου, ο δε υπάλληλος κλήθηκε, με έγγραφο της 26ης Μαρτίου, να παραμείνει την ημέρα εκείνη στο γραφείο του ώστε να βρίσκεται στη διάθεση του πειθαρχικού συμβουλίου . Εντούτοις, στις 4 Απριλίου, ο Μ . γνωστοποίησε στον πρόεδρο του τελευταίου ότι στις 11 Απριλίου θα βρισκόταν σε διακοπές στην Κυανή Ακτή δήλωσε όμως ότι θα επέστρεφε στις Βρυξέλλες σε περίπτωση που θα τερματιζόταν μια εκδήλωση διαμαρτυρίας οργανωθείσα από την επιτροπή προσωπικού, η οποία είχε αποφασίσει να αναστείλει τη συμμετοχή των μελών της στα συλλογικά όργανα παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις, ο εν λόγω υπάλληλος - ο οποίος μεταξύ άλλων δεν είχε διατυπώσει εγγράφως τις απόψεις του επί των κατ' αυτού κατηγοριών - αρνήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, προβάλλοντας ως δικαιολογία την εκπνοή της προθεσμίας ενός μήνα εντός του οποίου, κατά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΧ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το πειθαρχικό συμβούλιο οφείλει να διαβιβάσει τη γνώμη του στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή .
Το πειθαρχικό συμβούλιο, με τη γνώμη που διατύπωσε στις 16 Μαΐου, αφού διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος είχε "εκ προθέσεως εξαπατήσει" τη διοίκηση σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση "μέσω διαφόρων ψευδών δηλώσεων προκειμένου να τύχει ορισμένων πλεονεκτημάτων που δεν δικαιούνταν", επισήμανε ότι αυτές "οι επανειλημμένες πράξεις συνιστούσαν παράβαση του καθήκοντος ακεραιότητας χαρακτήρα που κάθε υπάλληλος υπέχει ". Εντούτοις, και παρά τη σοβαρότητα της παραβάσεως, έκρινε σκόπιμο να παράσχει στον Μ . μια δυνατότητα επανορθώσεως προτείνοντας τον υποβιβασμό του στο βαθμό LΑ 8, κλιμάκιο 2 .
Ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου, αφού άκουσε εκ νέου τον Μ ., στις 30 Μαΐου 1986, και γνωστοποίησε, στις 4 Ιουνίου, στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου τους λόγους που τον είχαν ωθήσει να μη λάβει υπόψη τη γνώμη του, εξέδωσε, στις 13 Ιουνίου 1986, την απόφαση 528/86, με την οποία επέβαλε στον εν λόγω υπάλληλο την πειθαρχική ποινή της παύσεως με ισχύ από τις 16 Σεπτεμβρίου 1986 .
Στην απόφαση αυτή παρέχονται στοιχεία σχετικά με τη δεύτερη συνομιλία μεταξύ του Μ . και της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής . Στην εν λόγω απόφαση αναγράφεται ότι ο υπάλληλος δεν παρέσχε καμιά εξήγηση σχετικά με τις πράξεις που του καταλογίζονται ούτε εξέφρασε την άποψή του όσον αφορά τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου . Αντιθέτως, επιβεβαιώνοντας τη στάση που είχε υιοθετήσει κατά τη συνομιλία της 16ης Ιανουαρίου, ο προσφεύγων δήλωσε ότι τα δικαιώματά του υπερασπίσεως είχαν προσβληθεί και ότι στην προσβολή αυτή είχαν προστεθεί διάφορες πλημμέλειες ( χωρίς όμως να διευκρινίζεται ποιες ακριβώς ) εκ μέρους του πειθαρχικού συμβουλίου .
'Οσον αφορά την ουσία της υπόθεσης - επισημαίνεται στη σχετική απόφαση - έχει αποδειχθεί κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο ότι ο Μ .: α ) υπέβαλε ψευδείς δηλώσεις όσον αφορά την οικογενειακή του κατάσταση β ) απέκρυψε από τη διοίκηση του οργάνου το γεγονός ότι εισέπραττε οικογενειακά επιδόματα από άλλο φορέα, παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωση που υπείχε από το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως γ ) παρέβη επανειλημμένα το άρθρο 23, πρώτο εδάφιο, δεύτερη φράση, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως μη εξοφλώντας τα ιδιωτικά του χρέη . Οι πράξεις αυτές, εκτός του ότι αντίκεινται στους κανόνες αυτούς, συνιστούν βαριά και εκ προθέσεως παράβαση της υποχρεώσεώς του να αποφεύγει κάθε πράξη που μπορεί να θίξει την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του ( άρθρα 11 και 12 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ).
Πιο συγκεκριμένα - αναφέρει η απόφαση - οι ψευδείς δηλώσεις, όσον αφορά την οικογενειακή του κατάσταση, στις οποίες επανειλημμένα προέβη ο υπάλληλος κατά την πρόσληψή του αποδεικνύουν ότι στερείται της ακεραιότητας χαρακτήρα που απαιτεί το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και είναι, επομένως, ανεπαρκής για την άσκηση οποιασδήποτε δραστηριότητας στην ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση . Υπό το φως του στοιχείου αυτού, της επιβαρυντικής περιστάσεως που συνιστά ο "θεμελιώδης χαρακτήρας" των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 67, παράγραφος 2, και 23, πρώτο εδάφιο, και του γεγονότος ότι καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ο υπάλληλος δεν επικαλέστηκε καμιά ελαφρυντική περίσταση, προκύπτει ότι η επανόρθωση που προσδοκά το πειθαρχικό συμβούλιο είναι "καθαρά θεωρητικής φύσεως ". Επομένως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή φρονεί ότι η προταθείσα με τη γνώμη του συμβουλίου αυτού ποινή δεν είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα των πράξεων και αποφασίζει την παύση του Μ .
Πρέπει να σημειωθεί επιπλέον ότι οι λόγοι για τους οποίους η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έκρινε ότι δεν μπορούσε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου προκύπτουν, με ακόμη περισσότερη σαφήνεια, από το εμπιστευτικό έγγραφο που απέστειλε, στις 4 Ιουνίου 1986, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου προς τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου . Οι λόγοι αυτοί έχουν, πρώτ' απ' όλα, σχέση με τη σοβαρότητα των παραβάσεων του Μ . και με το γεγονός ότι ο τελευταίος, αντί να δικαιολογηθεί, οχυρώθηκε πίσω από διαδικαστικής φύσεως μέσα δεύτερον, έχουν σχέση με το γεγονός ότι το πειθαρχικό συμβούλιο δεν μπόρεσε να επισημάνει καμιά ελαφρυντική περίσταση ή στοιχείο ικανό να παράσχει ελπίδες ως προς την επανόρθωση του προσφεύγοντος .
Στις 14 Ιουλίου 1986, ο Μ . αντέδρασε στο πειθαρχικό αυτό μέτρο προβαίνοντας σε συγκεκριμένες ενέργειες : α ) υποβάλλοντας διοικητική ένσταση β ) ασκώντας προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Ιανουαρίου ( υπόθεση 175/86 ) γ ) ζητώντας, με χωριστή αίτηση, την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης . Εξάλλου, με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στις 5 Αυγούστου 1986 ( υπόθεση 209/86 ), ο εν λόγω υπάλληλος άσκησε, κατά της ίδιας απόφασης, δεύτερη προσφυγή, στηριζόμενος, ιδίως, στο έγγραφο του γενικού γραμματέα της 4ης Ιουνίου 1986 .
Με Διάταξη της 5ης Σεπτεμβρίου 1986, ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της βαλλόμενης πράξης . Παράλληλα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απέρριψε, με απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 1986, την ένσταση της 14ης Ιουνίου καθώς και τη μεταγενέστερη ένσταση που υπέβαλε ο Μ . στις 29 Ιουλίου .
2 . Στην υπόθεση 175/86, το Συμβούλιο πρότεινε ένσταση απαραδέκτου κατά του όλως επικουρικώς υποβληθέντος αιτήματος του Μ ., με το οποίο ζητήθηκε η μεταρρύθμιση της απόφασης όσον αφορά το είδος της ποινής . Υπενθυμίζοντας την απόφαση της 30ής Μαΐου 1973 στην υπόθεση 46/72 ( De Greef κατά Επιτροπής, Rec . σ . 543 ) και την προαναφερθείσα Διάταξη της 5ης Σεπτεμβρίου 1986, το εν λόγω κοινοτικό όργανο επισήμανε ότι επί πειθαρχικής φύσεως ζητημάτων, το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει τη βαλλόμενη απόφαση, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εκτίμηση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ως προς τα πραγματικά περιστατικά με τη δική του εκτίμηση . Επί της θέσεως αυτής, ο προσφεύγων απάντησε ότι η υπόθεση έχει χρηματικό χαρακτήρα και αφορά τα μέσα διαβιώσεως του υπαλλήλου επομένως, το Δικαστήριο έχει επιληφθεί προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας .
Η ένσταση είναι βάσιμη . Στην πραγματικότητα, πριν από 25 περίπου χρόνια, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν χρηματικής φύσεως μια διαφορά όσον αφορά απόλυση για πειθαρχικούς λόγους και από το γεγονός αυτό άντλησε τις διαδικαστικής φύσεως συνέπειες που προβάλλει ο Μ . ( απόφαση της 4ης Ιουλίου 1963, υπόθεση 32/62, Alvis κατά Συμβουλίου, Rec . σσ . 97 και 112 ). Εντούτοις, σύμφωνα με όλη τη μεταγενέστερη νομολογία, εφόσον έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη των γεγονότων βάσει των οποίων η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατηγορεί έναν υπάλληλο, το Δικαστήριο οφείλει να περιοριστεί στον έλεγχο του αν η απόφαση ενέχει προφανή πλάνη ή εκδόθηκε καθ' υπέρβαση ή κατά κατάχρηση εξουσίας ( αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1970, υπόθεση 13/69, Van Eick κατά Επιτροπής, Rec . σ . 3, σκέψεις 23 έως 26, της 30ής Μαΐου 1973, De Greef, που έχει ήδη αναφερθεί, σκέψεις 45 έως 47, και της 29ης Ιανουαρίου 1985, F . κατά Επιτροπής, υπόθεση 228/83, Συλλογή σ . 275, σκέψη 34 ).
Αντιθέτως, στην υπόθεση 209/86, το Συμβούλιο πρότεινε ένσταση απαραδέκτου της ίδιας της προσφυγής, προβάλλοντας την ταυτότητα του αντικειμένου της με το της προσφυγής στην υπόθεση 175/86, εκτός όσον αφορά το αίτημα περί επιδείξεως του προαναφερθέντος εγγράφου της 4ης Ιουνίου 1986 . Εντούτοις, είναι γεγονός - διατείνεται το εν λόγω κοινοτικό όργανο - ότι το αίτημα αυτό δεν αποτελεί παρά ένα παρεμπίπτον αίτημα σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, περί του οποίου ρητώς προβλέπει το άρθρο 45 του κανονισμού διαδικασίας και το οποίο δεν μπορεί να χωριστεί από την πρώτη προσφυγή θεμελιώνοντας στο αίτημα αυτό νέα προσφυγή, ο Μ . προβαίνει σε διαδικαστικής φύσεως ενέργειες που το άρθρο 69, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού θεωρεί ως κακόβουλες, πράγμα που προκαλεί επιπλέον έξοδα στα οποία θα ήταν πολύ άδικο να υποβληθεί το Συμβούλιο . Στα επιχειρήματα αυτά, ο Μ . απαντά ότι ο προσφεύγων μπορεί να συμπληρώσει το αρχικό του δικόγραφο με νέα επιχειρήματα υπό την προϋπόθεση ότι το πράττει εντός της τασσόμενης για την άσκηση της προσφυγής προθεσμίας .
Αντίθετα προς την πρώτη, η ένσταση αυτή είναι απαράδεκτη . Το φαινόμενο που το Συμβούλιο αμφισβητεί αποτελεί στην πραγματικότητα μια mutatio in amplius της υπόθεσης ή, μάλλον, του αντικειμένου της, πράγμα που επιτυγχάνεται διά της προσθήκης "λόγων" που δεν είχαν προβληθεί αρχικά ούτε υφίσταται σύστημα επιλύσεως διοικητικών διαφορών το οποίο να μη θεωρεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το φαινόμενο αυτό ως δυνατό . Ο προσφεύγων μπορεί να συμπληρώσει το πρώτο του δικόγραφο διατυπώνοντας "πρόσθετους λόγους" ή ακόμη καταθέτοντας δεύτερο δικόγραφο, εφόσον η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά του μέτρου δεν έχει εισέτι εκπνεύσει ( βλέπε Sandulli : Il giudizio davanti al Consiglio di Stato, Νεάπολη, 1964, σσ . 354 και 355, και Chapus : Droit du contentieux administratif, Παρίσι, 1982, σσ . 247 και 248 ).
3 . Οι λόγοι που ο Μ . προβάλλει στις δύο προσφυγές του είναι πολλοί και ποικίλοι, αλλά μπορούν να καταταγούν, κατ' ουσία, στις εξής κατηγορίες : α ) προσβολή των δικαιωμάτων υπερασπίσεως β ) ανεπαρκής αιτιολογία γ ) προφανής πλάνη στην εκτίμηση των πράξεων . Ο πρώτος λόγος σύγκειται από τρεις αιτιάσεις : α ) η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν τήρησε την αρχή της δικαστικής αμεροληψίας β ) ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του μόνο 15 ημέρες για να καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις προς υπεράσπισή του γ ) το πειθαρχικό συμβούλιο δεν τήρησε την προθεσμία ενός μήνα που έχει οριστεί για τη διατύπωση της γνώμης του .
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά . Πρώτον, ο Μ . προβάλλει παράβαση του άρθρου 6 της Σύμβασης της 4ης Νοεμβρίου 1950 και πιο συγκεκριμένα της παραγράφου της 1 όπου ορίζεται ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση ... επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...". Το γεγονός ότι ο Μ . δεν κρίθηκε από αμερόληπτο δικαστή καταδεικνύεται από τη στάση - πράγμα που μπορεί να συναχθεί από το κείμενο του χωρίου με το οποίο αρχίζει το έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1985 - που έλαβε ως προς αυτόν ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου κατά την έναρξη της διαδικασίας .
Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί . Πρέπει να υπομνηστεί, καταρχάς, ότι το προαναφερθέν άρθρο 6 δεν εφαρμόζεται επί πειθαρχικών διαδικασιών, από τις οποίες δεν προκύπτει ζήτημα απωλείας δικαιώματος αστικής φύσεως, όπως το της ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος (( βλέπε π.χ . Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων : αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1976, Engel, σκέψεις 80 έως 83 ( Publications Cour A, τόμος 22, σσ . 33 έως 35 ) και της 23ης Ιουνίου 1981, Le Compte et autres, paragraphes 41 et 42 ( Publications Cour A, τόμος 43, σ . 19 ) )). Ειδικότερα, πρέπει να αποκλειστεί η περίπτωση οι διαφορές που έχουν σχέση με την πρόσληψη σε θέση εθνικής δημόσιας υπηρεσίας ή διεθνούς οργανισμού ή ακόμη την απόλυση από μια τέτοια θέση να εμπίπτουν στο πλαίσιο του πιο πάνω κανόνα ( βλέπε τις αποφάσεις της Επιτροπής του Στρασβούργου της 8ης Μαρτίου 1976, 7274/76, της 8ης Οκτωβρίου 1980, 8496/79, και της 15ης Μαΐου 1986, 11056/84 ).
Εκτός από τα πιο πάνω στοιχεία, πρέπει να σημειωθεί ότι, βάσει του άρθρου 87 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του παραρτήματος ΙΧ του ίδιου κανονισμού, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία χωρίς να έχει προηγουμένως ακούσει τον κατηγορούμενο υπάλληλο και ότι, προκειμένου να μπορέσει ο τελευταίος να αιτιολογηθεί, η εν λόγω αρχή υποχρεούται να του γνωστοποιήσει τις αιτιάσεις . Επομένως, μια πράξη ως προς την οποία τηρούνται οι κανόνες αυτοί ( και στην υπό κρίση περίπτωση ασφαλώς έχουν τηρηθεί ) είναι σύμφωνη προς τα κριτήρια της χρηστής διοικήσεως και όχι μόνο δεν θίγει τα δικαιώματα υπερασπίσεως, αλλά και διασφαλίζει τα θεμέλιά τους . Στη συνέχεια, τα δικαιώματα αυτά πρέπει να εξασφαλίζονται κατά θετικό τρόπο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κινείται μεταγενέστερα .
Προσθέτω και κάτι ακόμα . Ας δεχθώ - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ασπάζομαι - ότι, κατά τη γνωστοποίηση των αιτιάσεων, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου προέβη σε πεπλανημένη εκτίμηση των σχετικών πράξεων ή χρησιμοποίησε ανεπίτρεπτες εκφράσεις . Εν πάση περιπτώσει, πλημμέλειες του είδους αυτού δεν μπορούν να θίξουν το κύρος της τελικής αποφάσεως εφόσον προκύπτει ότι η τελευταία ερείδεται επί στοιχείων σύμφωνων προς την πραγματικότητα και επί ακριβών εκτιμήσεων . Πράγματι, όπως ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi έχει υπογραμμίσει στις προτάσεις του στην προαναφερθείσα απόφαση 46/72 ( De Greef, σ . 562 ), "ένας από τους σκοπούς της πειθαρχικής διαδικασίας είναι ... ο έλεγχος του υποστατού και η ορθή εκτίμηση των γεγονότων λόγω των οποίων η αρμόδια αρχή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία αυτή ".
4 . Δεύτερον, ο προσφεύγων προβάλλει παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΧ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά το οποίο "στο διωκόμενο υπάλληλο παρέχεται προθεσμία 15 ημερών τουλάχιστον από της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της αναφοράς, η οποία κινεί την πειθαρχική διαδικασία, για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του ...". Ο Μ . αναφέρεται στην προφορική ανακοίνωση της 7ης Μαρτίου 1986 του προέδρου του πειθαρχικού συμβουλίου, με την οποία ο τελευταίος του ζήτησε να προσκομίσει το τυχόν έγγραφο υπόμνημά του το πολύ εντός 15 ημερών . Επομένως, ο πρόεδρος, ερμηνεύοντας το σχετικό κανόνα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ως εάν ο τελευταίος όριζε "να προσκομίσει" μάλλον, αντί "να προετοιμάσει", "έγγραφη υπεράσπιση" μάλλον, αντί "υπεράσπιση" και "το πολύ δεκαπέντε ημέρες", αντί "δεκαπέντε ημέρες τουλάχιστον", αξίωσε από τον Μ . να υπερασπίσει εαυτόν εγγράφως πριν καν εκπνεύσει η προθεσμία που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και τον εμπόδισε να προβεί στην ενέργεια αυτή όταν είχε λήξει η προθεσμία .
Ούτε η αιτίαση αυτή είναι βάσιμη . Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο Μ . είχε στη διάθεσή του, για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, χρόνο πολύ περισσότερο απ' αυτόν που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως : δηλαδή διάστημα δύο πλήρων μηνών, από τις 7 Μαρτίου 1986 ( ημέρα κατά την οποία του κοινοποιήθηκε η αναφορά ) μέχρι τις 16 Μαΐου 1986 ( ημέρα κατά την οποία το πειθαρχικό συμβούλιο συνεδρίασε για να αποφασίσει για την περίπτωσή του ). Ο προσφεύγων υπάλληλος αντικρούει την άποψη αυτή παρατηρώντας ότι στις 5 Μαρτίου ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου του έγραψε "θα έχετε στη διάθεσή σας, από την ημερομηνία λήψεως της αναφοράς, δεκαπέντε ημέρες για την προετοιμασία της υπεράσπισής σας" και ότι, στα πρακτικά της σύσκεψης του πειθαρχικού συμβουλίου της 25ης Μαρτίου διαπιστώνεται, στο σημείο 3, ότι εξέπνευσε η "παρασχεθείσα προθεσμία των δεκαπέντε ημερών τουλάχιστον ". Εντούτοις, οι ισχυρισμοί αυτοί, ίσως άστοχοι και ασαφείς, διαψεύδονται ή εν πάση περιπτώσει αντικρούονται από το έγγραφο της 26ης Μαρτίου, με το οποίο ο πρόεδρος υπέμνησε στον Μ . ότι "οι διατάξεις του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΧ που προβλέπουν ότι μπορείτε να υποβάλετε έγγραφες ή προφορικές παρατηρήσεις ".
5 . Τρίτον ο Μ . επικαλείται τη μη τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ . Κατά τη διάταξη αυτή, "βάσει των προσκομισθέντων ... στοιχείων ( και των ) προφορικών δηλώσεων του ενδιαφερομένου ... το πειθαρχικό συμβούλιο εκδίδει ... αιτιολογημένη γνώμη ... και ( την ) διαβιβάζει ... στην αρμόδια για διορισμούς αρχή και στον ενδιαφερόμενο εντός προθεσμίας ενός μήνα από την ημέρα κατά την οποία επελήφθη της υποθέσεως ".
Ούτε και η αιτίαση αυτή είναι παραδεκτή . 'Οπως ακριβώς υπέμνησε το Συμβούλιο, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα δεχθεί ότι η προθεσμία αυτή δεν είναι ανατρεπτική . Αποτελεί απλώς και μόνον κανόνα χρηστής διοικήσεως, η μη τήρηση του οποίου, αντί να συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής πράξεως ( προαναφερθείσες αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1970, Van Eick, σκέψεις 1 έως 7, και της 29ης Ιανουαρίου 1985, F ., σκέψη 30 ), μπορεί απλώς να έχει ως συνέπεια την ευθύνη του οργάνου για την ενδεχόμενη ζημία που υφίστανται οι ενδιαφερόμενοι . Εντούτοις, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, τέτοια ζημία ασφαλώς δεν υφίσταται .
6 . Ο δεύτερος λόγος έγκειται στην ανεπαρκή αιτιολογία της απόφασης και, συγκεκριμένα, του μέρους όπου η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν έλαβε υπόψη τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου και επέβαλε αυστηρότερη ποινή . Ο Μ . διαμαρτύρεται κυρίως για το γεγονός ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή θεώρησε ως καθαρά θεωρητικής φύσεως την προοπτική της επανορθώσεώς του και του επέβαλε ποινή δυσανάλογη προς τις κατηγορούμενες πράξεις .
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη . 'Οπως έχω παρατηρήσει στην παράγραφο 2, η διακριτική εξουσία που έχει παρασχεθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή σε πειθαρχικά ζητήματα είναι ευρύτατη, ο δε έλεγχος της νομιμότητας που ασκεί το Δικαστήριο σχετικώς περιορισμένος . Οι επανειλημμένως αναφερθείσες αποφάσεις ( της 4ης Φεβρουαρίου 1970, Van Eick, σκέψεις 23 έως 26, της 30ής Μαΐου 1973, De Greef, σκέψεις 45 έως 47, και της 29ης Ιανουαρίου 1985, F ., σκέψη 34 ) είναι σαφώς σύμφωνες προς την άποψη αυτή : "Η εκτίμηση της σοβαρότητας των παραβάσεων και η επιλογή της κατάλληλης ποινής εμπίπτει στη δικαιοδοσία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής" και το Δικαστήριο "δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσει την εκτίμηση της εν λόγω αρχής με τη δική του εκτίμηση, πλην περιπτώσεως προφανούς πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας ".
Ο Μ . δεν προβάλλει τα ελαττώματα αυτά αντιθέτως, όπως είπα, ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει την αιτιολογία . Αλλά είναι βέβαιο ότι το αποτέλεσμα της έρευνας αυτής δεν μπορεί να είναι ευνοϊκό για τον προσφεύγοντα . 'Οπως προέκυψε, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έλαβε προπάντων υπόψη την ουσιαστική βαρύτητα των πράξεων . Οι ψευδείς δηλώσεις του Μ . όσον αφορά την οικογενειακή του κατάσταση - συμπεριφορά που και το ίδιο το πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε με αυστηρότητα - θίγουν αναμφίβολα την εμπιστοσύνη που χαρακτηρίζει τη σχέση μεταξύ διοικήσεως και υπαλλήλου . Είναι, επομένως, εύλογο να συναχθεί από τα πιο πάνω ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να κατέχει θέση στην κοινοτική δημοσιοϋπαλληλία .
Δεύτερον, η απόφαση περιέχει μια σειρά σκέψεων σχετικά με την παράλειψη εκπληρώσεως των ιδιωτικής φύσεως υποχρεώσεων του Μ ., γεγονός δηλαδή που το πειθαρχικό συμβούλιο παρέβλεψε, καίτοι αυτό αναφέρεται στην αναφορά που του υποβλήθηκε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή . Σχετικά, παρατηρώ ότι, όσον αφορά έναν κοινοτικό υπάλληλο, η μη έγκαιρη εξόφληση των χρεών, οι ερήμην επιδοθείσες σε βάρος του αποφάσεις και το γεγονός ότι φέρνει τις κοινοτικές αρχές στο σημείο να δέχονται αιτήσεις για εκτέλεση, επί του μισθού του, των σχετικών σε βάρος του αποφάσεων έρχεται σε καταφανή αντίθεση με την υποχρέωση του υπαλλήλου να επιδεικνύει, και εκτός του χώρου εργασίας, διαγωγή η οποία να είναι σύμφωνη προς την αξιοπρέπεια που αρμόζει στο λειτούργημά του και να μη μειώνει, εν πάση περιπτώσει, το κύρος της διοίκησης (( βλέπε, κατ' αναλογία, Διοικητικό Δικαστήριο της ΔΟΕ ( Διεθνής Οργάνωση Εργασίας ), απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1961, υπόθεση Wakley, σκέψη 7 )).
Τέλος, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εξηγεί την άρνησή της να συμμορφωθεί προς την πρόταση του πειθαρχικού συμβουλίου επικαλούμενη την έλλειψη ελαφρυντικών περιστάσεων που να προκύπτουν από τον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου ή να προβλήθηκαν από αυτόν κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας . Εφόσον τα επιχειρήματα αυτά μου φαίνονται πειστικά και έχουν, εν πάση περιπτώσει, διευκρινιστεί δεόντως, δεν νομίζω ότι η απόφαση μπορεί να επικριθεί από πλευράς αιτιολογίας ή να θεωρηθεί δυσανάλογη σε σχέση με τις αιτιάσεις .
7 . Με τον τρίτο του λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων διατείνεται ότι η επίδικη απόφαση ενέχει προφανή πλάνη . Οι ψευδείς δηλώσεις και οι παραλείψεις που του καταλογίζονται - ισχυρίζεται ο εν λόγω υπάλληλος - οφείλονται όχι στην κακή του πίστη αλλά σε άγνοια . Πράγματι, η σύζυγός του δεν τον πληροφόρησε σχετικά με το επελθόν διαζύγιο στις Κάτω Χώρες η σχετική διαδικασία δεν προβλέπει ούτε την παρουσία των ενδιαφερομένων ούτε την επίδοση της απόφασης προσωπικώς στον ενδιαφερόμενο ή στην κατοικία του, αλλά περατούται με την απλή εγγραφή του διατακτικού της απόφασης στα οικεία ληξιαρχεία . Ομοίως, ουδέποτε έλαβε γνώση του γεγονότος ότι είχε κληθεί ενώπιον του οικείου δικαστηρίου του Haarlem για να συμμετάσχει στη διαδικασία σχετικά με τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας των τέκνων του . Ο Μ . προσθέτει ότι πάντοτε ήλπιζε σε συμφιλίωση με τη σύζυγό του και για το σκοπό αυτό προέβη στη μίσθωση μεγάλου διαμερίσματος . Τα γεγονότα που τον ώθησαν να θεωρήσει δυνατή τη συμφιλίωση είναι τα ακόλουθα : α ) η αίτηση για την παροχή ειδικής άδειας διαμονής στο Βέλγιο που υπέβαλε η Ο . στις 19 Νοεμβρίου 1982 . Το γεγονός ότι η τελευταία εγγυήθηκε, την ίδια ημέρα, για πίστωση ποσού άνω των 400 000 ΒFR που αυτός είχε ζητήσει γ ) η προσέγγιση μεταξύ των δύο συζύγων που είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ του 1982 και 1983 . Πράγματι, κατά το διάστημα αυτό, η οικογένεια έζησε ενωμένη στις Βρυξέλλες, τουλάχιστον κατά τις διακοπές και τα Σαββατοκύριακα .
Ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος . Το Συμβούλιο ορθώς παρατηρεί ότι η οικογενειακή κατάσταση αποτελεί αντικειμενικό γεγονός και ότι τα αισθήματα ή οι ελπίδες συμφιλιώσεως δεν αρκούν για να το μεταβάλουν . Εκτός αυτού, πρέπει να αποκλειστεί ότι ο Μ . δεν έχει λάβει γνώση του διαζυγίου . Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει - και αυτό αποτελεί γεγονός από το οποίο τόσο το πειθαρχικό συμβούλιο όσο και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή πείστηκαν σχετικά με την ενοχή του προσφεύγοντος - ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του διαζυγίου, ο εν λόγω υπάλληλος επικουρούνταν από δικηγόρο ο οποίος ασφαλώς τον ενημέρωνε σχετικά με την εξέλιξη και την έκβασή της . Εξάλλου, είναι δεδομένο ότι, στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής καθώς και εκείνης που αφορούσε τη γονική μέριμνα των τέκνων, ο Μ . εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου . Επομένως, δεν υφίσταται καμιά δικαιολογία για το ότι ο προσφεύγων παρέλειψε, μέχρι τις 8 Αυγούστου 1985, να γνωστοποιήσει στο όργανο όπου εργαζόταν τη μεταβολή της οικογενειακής του καταστάσεως .
'Οσον αφορά την παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, ο Μ . επικαλείται επίσης την έλλειψη κακής πίστης . Οι κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διασφαλίζουν, κατά την κρίση του, τις ίδιες αποζημιώσεις για τους υπαλλήλους είτε είναι έγγαμος είτε διαζευγμένοι έχοντας ένα συντηρούμενο τέκνο . Ο προσφεύγων έζησε στο Βέλγιο με την ανήλικη κόρη του μέχρι τον Ιούλιο του 1984 και μόνο μετά την ημερομηνία αυτή η Ο . άρχισε να εισπράττει - αλλά όπως η ίδια παραδέχτηκε, στις 15 Νοεμβίου 1986, εν αγνοία του - οικογενειακά επιδόματα στις Κάτω Χώρες . Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι, δεδομένου ότι το κοινοτικό όργανο οφείλει να καταβάλλει τα επιδόματα είτε στον έναν είτε στον άλλο από τους συζύγους, οι δηλώσεις που αυτός υπέβαλε δεν μπορούσαν, κατά το μέτρο που ο προσφεύγων μπορούσε να γνωρίζει τη σχετική ανακρίβεια, να ζημιώσουν το Συμβούλιο .
Τι να πώ για την άποψη αυτή; Δεν νομίζω ότι είναι πειστική, διότι παροράται το γεγονός ότι ο Μ . γνώριζε σε όλες τις περιπτώσεις ότι είχε υποβάλει ανακριβείς δηλώσεις και διότι η σχέση του εμπιστοσύνης με το Συμβούλιο είχε κλονιστεί λόγω ακριβώς της διπλοπροσωπίας που επέδειξε και όχι λόγω της ζημίας - εν συνειδήσει ή εν αγνοία, αλλά οπωσδήποτε όχι σοβαρής ( περίπου 200 000 ΒFR ) - που προξένησε στο Συμβούλιο . Προσθέτω ότι ο Μ ., σε περίπτωση που πράγματι αγνοούσε τα ολλανδικά επιδόματα που εισέπραττε η Ο ., όφειλε να της δώσει τις αποζημιώσεις που του χορηγούσε για τον ίδιο λόγο το Συμβούλιο ή να ζητήσει από το τελευταίο να τις καταβάλλει απευθείας στη σύζυγό του . Εξάλλου, το κοινοτικό όργανο απέδειξε ότι ο Μ . είχε εισπράξει ποσά τα οποία γνώριζε ότι δεν δικαιούνταν, όπως για έξοδα ταξιδιού στα οποία είχε υποβληθεί η πρώην σύζυγός του .
Η επωδός της έλλειψης κακής πίστεως επανεμφανίζεται στο θέμα των ιδιωτικών χρεών και θεμελιώνεται, στην περίπτωση αυτή, στην άρνηση του Μ . να υπερασπίσει εαυτόν στις υποθέσεις όπου εκδόθηκαν αποφάσεις εις βάρος του . Το επιχείρημα αυτό είναι προφανώς ακατανόητο . Η άρνηση αυτή δεν αποδεικνύει παρά ότι οι παραβάσεις του Μ . στερούνταν, και κατά τη δική του κρίση, οποιασδήποτε δικαιολογίας ή, ακόμα χειρότερα, ότι ο προσφεύγων ουδόλως ενδιαφερόταν για την υπόληψή του . Τέλος, το επιχείρημα ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν έλαβε κατ' αυτού μέτρα καίτοι γνώριζε, από το 1983, τα χρέη που βάρυναν τον υπάλληλό της, στερείται επίσης βάσεως . Πράγματι, είναι αληθές ότι, με έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1983, ο ιεραρχικός προϊστάμενος του Μ . πρότεινε να του επιβληθεί μια ελαφρά πειθαρχική ποινή αλλά η σχετική απόφαση δεν διαβιβάστηκε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και για το λόγο αυτό δεν δόθηκε στην υπόθεση συνέχεια .
8 . Υπό το φως των προηγούμενων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τις προσφυγές που άσκησε στις 15 Ιουλίου και 5 Αυγούστου 1986 ο Μ . κατά του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να συμψηφίσει, δυνάμει του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας, τα δικαστικά έξοδα .
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά .
Full & Egal Universal Law Academy