ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 11ης Ιουλίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές
1.
Η εταιρία Spie-Batignolles ζητεί από το Δικαστήριο, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα λόγω παρανόμων ενεργειών των υπηρεσιών της Επιτροπής κατά την προετοιμασία και εκτέλεση δύο συμβάσεων δημοσίων έργων που συνήφθησαν μεταξύ της Δημοκρατίας της Ρουάντα και της εταιρίας Spie-Batignolles, με αντικείμενο την κατασκευή δύο οδών στη Ρουάντα.
2.
Η ενάγουσα συνήψε το έτος 1978 δύο συμβάσεις δημοσίων έργων με τις αρχές της Ρουάντα για την κατασκευή της οδού Kigali-Butare ( έργο υπ' αριθ. 1 ) και της οδού Butare-σύνορα Μπουρούντι ( έργο υπ' αριθ. 2 ). Τα έργα αυτά χρηματοδοτούσε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως (στο εξής: ETA), στο πλαίσιο της « οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας » που προβλέπει η πρώτη Σύμβαση της Λομέ (στο εξής: Λομέ Ι) ( 1 ). Η εκτέλεση των δύο αυτών συμβάσεων προσέκρουσε σε σειρά δυσχερειών. Το έργο υπ' αριθ. 2 ολοκληρώθηκε τελικώς και παραδόθηκε στις 6 Ιουνίου 1981. Την ίδια αυτή ημερομηνία οι αρχές της Ρουάντα κατήγγειλαν τη σύμβαση για το υπ' αριθ. 1 έργο επικαλούμενες υπαιτιότητα της ενάγουσας. Η διαδικασία διαιτησίας ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου του διεθνούς εμπορικού επιμελητηρίου μεταξύ της Spie-Batignolles και των αρχών της Ρουάντα σχετικά με τις δύο συμβάσεις κατέληξε στην έκδοση, μεταξύ άλλων, πέντε επιμέρους αποφάσεων, με ημερομηνία 30 Μαΐου 1986, με τις οποίες κρίθηκαν εν μέρει βάσιμα ορισμένα αιτήματα της Spie-Batignolles, ιδίως τα σχετικά με την αποζημίωση και την παράταση της προθεσμίας εκτελέσεως των εργασιών. Στις 24 Φεβρουαρίου 1987, το προαναφερθέν διαιτητικό δικαστήριο εξέδωσε μία έκτη απόφαση με την οποία αποφάνθηκε ότι αδίκως καταγγέλθηκε η σύμβαση για το υπ' αριθ. 1 έργο, καθώς και ότι οι αρχές της Ρουάντα υπέπεσαν σε ορισμένα πταίσματα κατά την εκτέλεση των δύο συμβάσεων. Το Δικαστήριο δέχτηκε το καταρχήν δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει αποζημίωση · δεν αποφάνθηκε επί του ακριβούς ποσού της αποζημιώσεως που οφείλει να καταβάλει η Ρουάντα.
Για περισσότερες διευκρινίσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά και την εξέλιξη της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στο σημείο Ι. Β. Στη συνέχεια των προτάσεων μου δεν θα επανέλθω επί των στοιχείων αυτών παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη διευκρίνιση και θεμελίωση της αναλύσεως μου.
3.
Η ενάγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή είναι υπεύθυνη αλληλεγγύως ή εις ολόκληρο για την καταβολή των ποσών που προκύπτουν (ή πρόκειται να προκύψουν) από την προαναφερθείσα διαδικασία διαιτησίας. Επικουρικώς, ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την καταβολή μέρους των εν λόγω ποσών ( 2 ). Η Επιτροπή προέβαλε κατά της αγωγής δύο ενστάσεις τις οποίες το Δικαστήριο, με Διάταξη του της 26ης Φεβρουαρίου 1987, αποφάσισε να εξετάσει, μαζί με την εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας. Η Επιτροπή προέβαλε, ειδικότερα, τον ισχυρισμό ότι η αγωγή παραγράφηκε και ότι είναι απαράδεκτη λόγω ελλεί-' ψεως αντικειμένου.
Επί της ενστάσεως παραγραφής
4.
Κατά την Επιτροπή, η αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η ενάγουσα έχει παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 43 του κανονισμού του Δικαστηρίου καθόσον παρήλθε περίοδος μεγαλύτερη των πέντε ετών από την τελευταία πράξη της Επιτροπής ή του απεσταλμένου της στο Kigali, που θα μπορούσε να θεμελιώσει την ευθύνη της ( πρόκειται για συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 15 Μαΐου 1981 και στην οποία έλαβε μέρος τόσο η Επιτροπή όσο και η ενάγουσα), και της διοικητικής προσφυγής της ενάγουσας, της 5ης Ιουνίου 1986, η οποία περιήλθε στην Επιτροπή στις 6 Ιουνίου 1986 ( 3 ).
5.
Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή στηρίζονται στο άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου το οποίο ορίζει ότι
« αξιώσεις ... στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος».
Όμως, ορθώς παρατηρεί η ενάγουσα ότι το άρθρο 43 πρέπει να ερμηνευτεί λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου. Πράγματι, στην πρώτη απόφαση Birra Wührer, το Δικαστήριο τόνισε ότι η προθεσμία των πέντε ετών
« δεν δύναται να αρχίσει προ της πληρώσεως όλων των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας, και ιδίως, πριν συγκεκριμενοποιηθεί η προς αποκατάσταση ζημία. Επομένως, προκειμένου περί περιπτώσεων κατά τις οποίες η ευθύνη της Κοινότητος πηγάζει από κανονιστική πράξη, η εν λόγω προθεσμία παραγραφής δεν δύναται να αρχίσει πριν επέλθουν τα ζημιογόνα αποτελέσματα της πράξεως αυτής ... » ( 4 ).
6.
Εφαρμοζόμενη στην παρούσα υπόθεση (η οποία αφορά την εκ μη κανονιστικής πράξεως ευθύνη της Κοινότητας ), η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι η ενάγουσα μπορεί να στραφεί κατά των πράξεων εκείνων της Επιτροπής οι ζημιογόνες συνέπειες των οποίων συγκεκριμενοποιήθηκαν στις 6 Ιουνίου 1981 ή μετά την ημερομηνία αυτή ( 5 ). Τίθεται, συνεπώς, το ζήτημα του ακριβούς χρόνου κατά τον οποίο παρήχθησαν οι ζημιογόνες συνέπειες έναντι της ενάγουσας. Ωστόσο, προς τον σκοπό αυτό πρέπει, προηγουμένως, να καθοριστεί ποια είναι η ζημία για την οποία ζητεί αποζημίωση η ενάγουσα.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη διπλή ζημία από τις ενέργειες της Επιτροπής. Καταρχάς, οι ενέργειες της Επιτροπής δεν επέτρεψαν την ορθή εκτέλεση των δύο συμβάσεων, με αποτέλεσμα να προκληθούν πρδσθενα έξοδα: προκάλεσαν καθυστέρηση των εργασιών, καθώς και την εκτέλεση περιττών ή πρόσθετων εργασιών. Κατά την ενάγουσα, τα πρόσθετα αυτά έξοδα προέκυψαν από τρεις υπαίτιες πράξεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή παρακώλυσε το πρόγραμμα εκτελέσεως των εργασιών προβαίνοντας στην έγκριση φακέλου προσκλήσεως υποβολής προσφορών που δεν ήταν πλήρης· καθυστέρησε μέχρι «παραλύσεως» τις εργασίες απαιτώντας, χωρίς λόγο, τη θεώρηση των διαταγών υπηρεσίας και αναμιγνυόμενη παρανόμως στην εκτέλεση των καθηκόντων του εθνικού διατάκτη· παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα προσαρμογής προκειμένου να αποφευχθεί η ελλιπής εκτέλεση των δύο σχεδίων, να προβεί δηλαδή σε επισταμένη επανεξέταση του φακέλου της προσκλήσεως υποβολής προσφορών και του ύψους της πιστώσεως.
7.
Από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει σαφώς, ως προς την πρώτη αυτή κατηγορία ζημιών, ότι οι ζημιογόνες συνέπειες των επικρινομένων πράξεων της Επιτροπής είχαν ήδη συγκεκριμενοποιηθεί πριν από τις 6 Ιουνίου 1981. Ως προς τις προβαλλόμενες ανεπάρκειες του φακέλου της προσκλήσεως υποβολής προσφορών, η ενάγουσα είχε ζητήσει από τις 6 Δεκεμβρίου 1980 τη λύση των συμβάσεων για την εκτέλεση των δύο έργων, λόγω υπαιτιότητας των αρχών της Ρουάντα, με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι η ανεπάρκεια του σχετικού φακέλου έχει καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη την εκτέλεση των δύο συμβάσεων ( 6 ). Όσον αφορά το αίτημα του απεσταλμένου της Επιτροπής να θεωρούνται οι διαταγές υπηρεσίας, αυτό είχε ήδη υποβληθεί στις 3 Αυγούστου 1978 ( 7 ). Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το αίτημα αυτό προκάλεσε καθυστέρηση εκτελέσεως των εργασιών, η καθυστέρηση αυτή είχε ήδη εκδηλωθεί όταν οι διαταγές υπηρεσίας διαβιβάστηκαν προς θεώρηση. Η τελευταία, όμως, διαταγή υπηρεσίας θεωρήθηκε από τον εκπρόσωπο της Επιτροπής στις 29 Ιουλίου 1980 ( 8 ).
Όσον αφορά την ανάμιξη στα καθήκοντα του εθνικού διατάκτη, η πιο πρόσφατη πράξη που η ενάγουσα χαρακτηρίζει παράνομη συνίσταται στο ότι κατά τη συνάντηση στο εργοτάξιο, στις 19 Φεβρουαρίου 1980, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επέβαλε, κατά την ενάγουσα, ορισμένες τροποποιήσεις της πορείας εκτελέσεως των εργασιών. Οι δυσχέρειες που ανέκυψαν από την παρέμβαση αυτή για τη πορεία των εργασιών είχαν αναμφιβόλως συγκεκριμενοποιηθεί ( και η ενάγουσα τις εγνώ-ριζε) όταν, κατά τον Δεκέμβριο του 1980, υπέβαλε στις αρχές της Ρουάντα τις προαναφερθείσες αιτήσεις λύσεως των συμβάσεων: πράγματι, στις αιτήσεις της αυτές ομιλεί για πλήρη αποδιοργάνωση των εργασιών ( 9 ). Για τις οικονομικές συνέπειες αυτής ακριβώς της καταστάσεως ζήτησε αποζημίωση η ενάγουσα, τόσο κατά τη διαδικασία της διαιτησίας όσο και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Ως προς τη μη λήψη μέτρων προσαρμογής, στην απάντηση της η ενάγουσα αναφέρει λεπτομερώς τα διαβήματα στα οποία προέβη ζητώντας από την Επιτροπή να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα. Αναφέρει ότι ζήτησε για πρώτη φορά την παρέμβαση της Επιτροπής στις 3 Απριλίου 1979 και ότι κατόπιν υπέβαλε σειρά παρομοίων αιτήσεων, την τελευταία των οποίων στις 24 Μαρτίου 1981. Εξάλλου, η Επιτροπή αντιμετώπισε ευνοϊκά τα αιτήματα αυτά και απέστειλε επιτοπίως μια τεχνική αποστολή τους πρώτους μήνες του 1981. Κατά τη διάρκεια όμως μιας συναντήσεως δεν ήταν δυνατό να επιλυθούν τα υφιστάμενα προβλήματα ( 10 ). Νομίζω ότι και ως προς το θέμα αυτό δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η « δραματική κατάσταση » που προέκυψε από την αμέλεια της Επιτροπής υφίστατο ήδη όταν η ενάγουσα ζήτησε από τις διοικητικές αρχές της Ρουάντα τη λύση των συμβάσεων (Δεκέμβριος 1980) ( 11 ).
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι ζημιογόνες συνέπειες των προαναφερθεισών πράξεων της Επιτροπής είχαν ήδη συγκεκριμενοποιηθεί πέντε και πλέον έτη πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η ενάγουσα άσκησε την αγωγή της. Η ενάγουσα δεν αμφισβητεί το γεγονός αυτό, αλλά αντιτάσσει ότι η ζημία που υπέστη δεν είχε συγκεκριμενοποιηθεί καθ' όλα τα δυνάμενα να εκφρασθούν αριθμητικώς στοιχεία της πριν από τις 6 Ιουνίου 1981. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε πεπλανημένη ερμηνεία της προαναφερθείσας απόφασης Birra Wührer. Πράγματι, στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο τόνισε ότι η προθεσμία παραγραφής που προβλέπει το άρθρο 43 άρχεται από τη στιγμή που συγκεκριμενοποιούνται οι ζημιογόνες συνέπειες της αμφισβητουμένης πράξεως. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται πλέον για αφηρημένη δυνητική ζημία, αλλά για συγκεκριμένη και βεβαία ζημία, μολονότι η ακριβής έκταση και το ακριβές ποσό της ζημίας δεν έχουν ακόμα προσδιορισθεί με βεβαιότητα ( 12 ). Προς τούτο, όμως, δεν απαιτείται να έχουν ήδη παραχθεί όλες οι ζημιογόνες συνέπειες της αμφισβητούμενης πράξεως και να έχει ήδη παγιοποιηθεί η ζημία, υπό την έννοια δηλαδή ότι τα στοιχεία και το ύψος της δεν μπορούν πλέον να μεταβληθούν.
Η ενάγουσα εφιστά, επίσης, την προσοχή στο γεγονός ότι η Επιτροπή προέβη σε ζημιογόνες πράξεις μετά τις 6 Ιουνίου 1981: παρενέβη, ιδίως, κατά τρόπο παράνομο στη νέα ανάθεση εκτελέσεως του έργου υπ' αριθ. 1 στην επιχείρηση Colas τον Οκτώβριο του 1981. Ωστόσο, η τελευταία αυτή ενέργεια της Επιτροπής πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της λύσεως εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα της συμβάσεως για την εκτέλεση του έργου υπ' αριθ. I ( 13 ) και δεν μπορεί να διακόψει την προθεσμία παραγραφής για την προαναφερθείσα ενέργεια της Επιτροπής. Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι το αίτημα αποζημιώσεως της ενάγουσας έχει παραγραφεί, καθόσον αφορά την απόδοση των προσθέτων εξόδων που προκάλεσε στην ενάγουσα η προβαλλόμενη ως υπαίτια ενέργεια της Επιτροπής.
8.
Δεύνερον, η ενάγουσα ζητά αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη λύση της συμβάσεως της σχετικής με το υπ' αριθ. 1 έργο εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα (γεγονός που είχε ως συνέπεια τη μη καταβολή ολόκληρου του ποσού και την κατάπτωση ορισμένων ασφαλειών που είχε συστήσει ). Κατά την ενάγουσα, η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί ως εις ολόκληρο υπεύθυνη για όλη ή για μέρος της ζημίας που υπέστη από τη λύση της συμβάσεως. Από την άποψη αυτή, νομίζω ότι το αίτημα της ενάγουσας δεν έχει παραγραφεί, καθόσον η ζημία της οποίας ζητεί αποκατάσταση δεν μπορούσε, προφανώς, να έχει συγκεκριμενοποιηθεί παρά μόνο κατά τον χρόνο λύσεως της συμβάσεως, δηλαδή στις 6 Ιουνίου 1981, δηλαδή πέντε ακριβώς έτη πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η ενάγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή τη διοικητική της ένσταση. Κατά συνέπεια, στη συνέχεια των προτάσεων μου, θα αναφερθώ, κυρίως, στο ειδικότερο ζήτημα το σχετικό με το εάν η Επιτροπή μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα λόγω της λύσεως της συμβάσεως της σχετικής με το έργο υπ' αριθ. 1 εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα. Ωστόσο, οι σκέψεις που θα διατυπώσω ως προς την ένσταση απαραδέκτου ( κατωτέρω παράγραφοι 9 και 10 ) καθώς και οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί του ζητήματος της ουσίας ( κατωτέρω παράγραφοι 11 έως 15) ισχύουν επίσης, mutatis mutandis, και για την πρώτη κατηγορία της ζημίας, ως προς την οποία πιστεύω ότι η αγωγή της ενάγουσας υπόκειται σε παραγραφή.
Ωστόσο, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα αποζημιώσεως που προβάλλει η ενάγουσα δεν υπόκειται σε παραγραφή, ως προς την πρώτη κατηγορία της ζημίας, θα εξετάσω συνοπτικώς, στο τέλος των προτάσεων μου, κατά τρόπο επικουρικό, το αν η Επιτροπή μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη ζημία αυτή.
Η ένσταση απαραδέκτου
9.
Όπως έχω ήδη τονίσει, η ενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία η οποία αποτελεί αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ελλείψει διαιτητικής αποφάσεως ως προς τα αιτήματα της ενάγουσας έναντι των αρχών της Ρουάντα, το αντικείμενο της αγωγής δεν μπορεί, ακόμα, να προσδιοριστεί κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ακριβή και, κατά συνέπεια, η αγωγή είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, δεν έχει αποδειχθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας που δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί και των πράξεων που καταλογίζονται στην Επιτροπή.
10.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με το επιχείρημα αυτό. Στην απόφαση της 2ας Ιουνίου 1976 ( 14 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι αγωγή στηριζόμενη στο άρθρο 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης θα μπορούσε, επίσης, να ασκηθεί και στην περίπτωση
«ζημιών επικειμένων με επαρκή βεβαιότητα, ακόμα και όταν η ζημία δεν μπορεί να εκφρασθεί επακριβώς σε αριθμούς » ( σκέψη 6 )
και τούτο διότι
« μπορεί να κριθεί αναγκαία, προς πρόληψη περισσότερο σημαντικών ζημιών, η προσφυγή στη δικαιοσύνη ευθύς μόλις καταστεί βεβαία η αιτία της ζημίας » ( σκέψη 7 ) ( 15 ).
Δεν αμφισβητείται ότι στην παρούσα περίπτωση η ζημία της οποίας αποκατάσταση ζητεί η ενάγουσα ήταν επικείμενη και μπορούσε να προβλεφθεί με επαρκή βεβαιότητα κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν είναι απαραίτητη η αναμονή της εκβάσεως της διαδικασίας διαιτησίας προκειμένου να ληφθεί απόφαση στην παρούσα διαδικασία: πράγματι, η ενάγουσα ζητεί αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, αποκατάσταση που αποτελεί το αντικείμενο του στρεφομένου κατά των αρχών της Ρουάντα αιτήματός της, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαιτησίας. Μολονότι η ακριβής έκταση της ζημίας δεν μπορούσε να προσδιοριστεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής και μολονότι δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί πλήρως, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαιτησίας, το τμήμα της ζημίας για την οποία μπορεί να ζητηθεί αποκατάσταση, είναι, ωστόσο, προφανές ότι η ζημία δεν ήταν μόνο επικείμενη, αλλά και επελθούσα, εφόσον η ενάγουσα υποβλήθηκε σε πρόσθετα έξοδα (ανωτέρω παράγραφος 7) και εφόσον οι αρχές της Ρουάντα προχώρησαν σε λύση της συμβάσεως ( ανωτέρω παράγραφος 8 ).
Εξάλλου, η προβαλλόμενη έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας αυτής και της προσαπτόμενης στην Επιτροπή πράξεως δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της αγωγής με την αιτιολογία ότι το αντικείμενο της είναι ακαθόριστο: πράγματι, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου ανάγεται στην εξέταση της ουσίας. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή.
Εισαγωγή στην επί της ουσίας εξέταση
11.
Για να θεμελιωθεί η ευθύνη της Κοινότητας πρέπει (είναι άραγε αναγκαίο να το επαναλάβω;) να αποδείξει η ενάγουσα ότι η προσαπτόμενη στα όργανα της Κοινότητας ενέργεια είναι παράνομη, ότι η ζημία είναι πραγματική και ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας των κοινοτικών οργάνων και της προβαλλομενης ζημίας ( 16 ). Θα εξετάσω, κατά συνέπεια, εάν και κατά πόσο η ενάγουσα προσεκόμισε αποδείξεις ως προς καθένα από τα σημεία αυτά. Δεν θα ακολουθήσω, ωστόσο, την παραδοσιακή σειρά: πράγματι, θα εξετάσω καταρχάς το ζήτημα της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου (κατωτέρω, παράγραφοι 16 έως 18 ), διότι από την εξέταση αυτή θα καταστεί δυνατό να καθοριστεί η φύση του βάρους αποδείξως που φέρει η ενάγουσα ως προς τον παράνομο χαρακτήρα της ενέργειας της Επιτροπής. Εξάλλου, για λόγους σαφήνειας, είμαι υποχρεωμένος να εξετάσω καταρχήν αν, και υπό ποιες προϋποθέσεις, η ζημία που υπέστη η ενάγουσα μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο αιτήσεως αποζημιώσεως κατά το άρθρο 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης.
12.
Όπως έχω ήδη σημειώσει, η ενάγουσα ζητεί να θεωρηθεί η Επιτροπή αλληλεγγύως και εις ολόκληρο υπεύθυνη για την αποκατάσταση της ζημίας που αποτελεί το αντικείμενο διαιτησίας μεταξύ της Ρουάντα και της ενάγουσας.
Είναι, επομένως, προφανές ότι η ενάγουσα ζητεί, στην παρούσα υπόθεση, αποκατάσταση ζημίας που προκύπτει από την εκτέλεση συμβάσεως, γεγονός που θέτει ένα σημαντικό προκαταρκτικό ζήτημα: μπορεί το Δικαστήριο, με βάση το άρθρο 215 της Συνθήκης, να αποφανθεί ότι η Κοινότητα είναι υπεύθυνη για ζημίες αυτού του είδους που προκύπτουν από « παράνομες »μη συμβατικές ενέργειες; Από συγκριτική έρευνα του δικαίου των κρατών μελών, που πραγματοποίησε η υπηρεσία έρευνας και τεκμηρίωσης του Δικαστηρίου, προέκυψε ότι οι νομοθεσίες των περισσοτέρων κρατών μελών δέχονται ότι στην περίπτωση που έχει αποδειχθεί ότι συμβατικό πταίσμα (λόγου χάρη η ενέργεια των αρχών της Ρουάντα) και ένα εξωσυμβατικό πταίσμα ( λόγου χάρη η ενέργεια της Επιτροπής ) προκάλεσαν μία και μόνη ζημία, οι υπαίτιοι των δύο αυτών πταισμάτων μπορούν να κριθούν αλληλεγγύως υπεύθυνοι για την εν λόγω ζημία. Βεβαίως, ο ζημιωθείς φέρει στην περίπτωση αυτή το βάρος της αποδείξεως του παρανόμου χαρακτήρα της ενέργειας (συμβατικής ή εξωσυμβατικής ) καθενός των δύο υπαιτίων της ζημίας και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ καθεμιάς των δύο ενεργειών και της ενιαίας ζημίας, της οποίας ζητεί αποκατάσταση.
Προτείνω να στηριχτεί το Δικαστήριο στην ίδια αρχή της αλληλέγγυας ευθύνης, καθόσον η αρχή αυτή είναι σύμφωνη προς « τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών », λαμβανομένου βεβαίως υπόψη ότι δεν πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, σε ό,τι αφορά τον υπαίτιο του εξωσυμβατικού πταίσματος, για « εκ συμβάσεως ζημία », αλλά για υποχρέωση που προκύπτει από εξωσυμβατική ζημία που αυτός προκάλεσε, η οποία όμως έχει για τον ζημιωθέντα και συμβατικό χαρακτήρα έναντι άλλου προσώπου.
13.
Καίτοι σε μία ανάλογη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε, στην απόφαση του επί της υποθέσεως Murri, της 19ης Σεπτεμβρίου 1985 ( 17 ), ότι στην περίπτωση που η ζημία που επικαλείται ο ενάγων προκύπτει, « προε-χόντως », από την άρνηση του κράτους ΑΚΕ να τηρήσει τους όρους της συμβάσεως, ο δε ενάγων ουδέποτε επιδίωξε να ρυθμίσει τη διαφορά που ανέκυψε από τη σύμβαση μέσω της υποχρεωτικής διαδικασίας διαιτησίας, ο ενάγων αδυνατεί να αποδείξει ότι η ενέργεια της Επιτροπής του προκάλεσε ζημία χωριστή από την εκ συμβάσεως ζημία που υπέστη ( 18 ), ωστόσο, δεν μπορεί να συναχθεί κατηγορηματικώς από την απόφαση αυτή ότι η Κοινότητα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη ζημίας η αποκατάσταση της οποίας έχει επίσης ζητηθεί από τον αντισυμβαλλόμενο. Κατά την άποψη μου, εκείνο μόνο που μπορεί να συναχθεί από την απόφαση αυτή είναι ότι, όταν ο ζημειωθείς δεν λαμβάνει τα αναγκαία (και υποχρεωτικά) μέτρα προκειμένου να αναγνωριστεί η ευθύνη του αντισυμβαλλομένου και η έκταση της εκ συμβάσεως ζημίας που υπέστη, αδυνατεί να αποδείξει την ύπαρξη ζημίας οφειλόμενης σε εξωσυμβατική ενέργεια της Κοινότητας. Πιστεύω, συνεπώς, ότι η απόφαση Murri δεν αποκλείει τη δυνατότητα να ζητηθεί, βάσει του άρθρου 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης, να υποχρεωθεί η Κοινότητα (αλληλεγγύως και εις ολόκληρο) να αποκαταστήσει εκ συμβάσεως ζημία ( που προκάλεσε και οφείλει να αποκαταστήσει ένας από τους συμβαλλομένους), όταν εκείνος που ζητεί αποκατάσταση μιας τέτοιας ζημίας από τον αντισυμβαλλόμενό του ζητεί την αναγνώριση, μέσω της κατάλληλης διαδικασίας ( στην παρούσα υπόθεση μέσω της διαδικασίας διαιτησίας ), της υπάρξεως και της εκτάσεως της εκ συμβάσεως ζημίας που βαρύνει τον ως άνω αντισυμβαλλόμενο. Με την ενέργειά του αυτή διευκολύνει το Δικαστήριο να διακρίνει μεταξύ της εξωσυμβατικής υποχρεώσεως της Κοινότητας να αποκαταστήσει τη ζημία και της εκ συμβάσεως υποχρεώσεως του αντισυμβαλλομένου για αποκατάσταση της ζημίας, έστω και αν η Κοινότητα κριθεί, κατόπιν, ως αλληλεγγύως υπεύθυνη επειδή πρόκειται για ενιαία ζημία.
Νομίζω ότι εις την παρούσα περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζει η απόφαση Murri. Πράγματι, η ενάγουσα ακολούθησε πλήρως τη διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, σύμφωνα με τους ειδικούς όρους της συμβάσεως. Το εν λόγω δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι αρχές της Ρουάντα προέβησαν αδικαιολογήτως σε λύση της συμβάσεως της σχετικής με το έργο υπ' αριθ. 1 καθώς και ότι η Ρουάντα βαρύνεται με ορισμένα εκ συμβάσεως πταίσματα που διεπράχθησαν κατά την εκτέλεση των σχετικών με τα δύο έργα συμβάσεων. Το διαιτητικό δικαστήριο θα αποφανθεί με μεταγενέστερη απόφαση του ως προς το ακριβές ποσό της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα λόγω της λύσεως της συμβάσεως. Θεωρώ, συνεπώς, ότι το αίτημα αποζημιώσεως, βάσει του άρθρου 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης δεν είναι a priori απαράδεκτο.
14.
Ένα άλλο ζήτημα είναι αν το γεγονός ότι ένα άλλο πρόσωπο, ανεξάρτητο από την Κοινότητα, έχει ήδη υποχρεωθεί να αποκαταστήσει τη ζημία αίρει την υποχρέωση που υπέχει η Κοινότητα έναντι του ζημιωθέντος να αποκαταστήσει την ίδια αυτή ζημία ( 19 ). Ως προς το ζήτημα αυτό όμως επίσης, οι έννομες τάξεις των περισσοτέρων κρατών μελών δίνουν απάντηση αρνητική: η υποχρέωση αποκαταστάσεως μιας ζημίας που προέκυψε από πταίσμα δεν αίρεται από το γεγονός ότι κρίθηκε υπεύθυνο ένα τρίτο πρόσωπο, αλλά μόνο από την πραγματική εκπλήρωαη της υποχρεώσεως αποκαταστάσεως της ζημίας. Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι οποιοδήποτε και αν είναι το ύψος της ζημίας για την οποία θα κριθούν υπεύθυνες οι αρχές της Ρουάντα, η απόφαση του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαιτησίας μεταξύ της ενάγουσας και των εν λόγω αρχών, δεν εμποδίζει την ενάγουσα να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι οι αρχές της Ρουάντα προχώρησαν στην εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή είναι αλληλεγγύως υπεύθυνη για την αποκατάσταση της ζημίας, απομένει ακόμα να ρυθμιστεί το ζήτημα της κατανομής των ευθυνών και, ενδεχομένως, της αγωγής κατά τρίτων, το οποίο, ωστόσο, δεν θα εξετάσω ενόψει των πορισμάτων στα οποία κατέληξε η ανάλυση μου ( 20 ).
15.
Εφόσον κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 215, εδάφιο 2, δεν αποκλείει την εξέταση του αιτήματος της ενάγουσας, μπορώ να προχωρήσω στην επί της ουσίας εξέταση. 'Οπως έχω ήδη τονίσει, το ζήτημα που κυρίως τίθεται είναι αν η Επιτροπή μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα λόγω της λύσεως, εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα, της συμβάσεως της σχετικής με το υπ' αριθ. 1 έργο ( κατωτέρω παράγραφοι 16 έως 33 ). Επικουρικώς, θα εξετάσω συνοπτικώς αν η Επιτροπή μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις υπόλοιπες ζημίες που υπέστη η ενάγουσα ( κατωτέρω παράγραφος 34 ).
Ο αιτιώδης σύνδεσμος
16.
Έχω επίγνωση του γεγονότος ότι δεν είναι σύνηθες να εξετάζεται ο αιτιώδης σύνδεσμος πριν από την εξέταση της νομιμότητας της ενέργειας της Επιτροπής. Θεωρώ, ωστόσο, ότι είναι εύλογο να ακολουθήσω αυτή τη σειρά: πράγματι, από την επισταμένη ανάλυση του ζητήματος του αιτιώδους συνδέσμου θα προκόψει η ακριβής έκταση του βάρους αποδείξεως που φέρει, στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα.
17.
Όταν, όπως στην παρούσα περίπτωση, η ζημία είναι αποτέλεσμα της συνδρομής ενεργειών διαφόρων προσώπων ( της ίδιας της ενάγουσας και της Επιτροπής, αλλά, επίσης, των αρχών της Ρουάντα και του γερμανικού γραφείου μελετών Rhein-Ruhr, που ενήργησε κατόπιν εντολής των αρχών της Ρουάντα ), ο καθορισμός του αιτιώδους συνδέσμου μπορεί συχνά να δημιουργήσει ιδιαίτερα λεπτά προβλήματα. Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω δύο αρχές. Μπορεί να διατυπωθεί ως βασικός κανόνας ότι δεν νφίοταται ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, όταν η ζημία της οποίας ζητείται αποκατάσταση θα είχε επίσης προκύψει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και χωρίς τις παράνομες ενέργειες ( 21 ).
Η δεύτερη αρχή αφορά τα περιορισμένα όρια της εκτιμήσεως του Δικαστηρίου: μπορεί η Επιτροπή να θεωρηθεί υπεύθυνη, εις ολόκληρο και αλληλεγγύως, για τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα λόγω της μονομερούς λύσεως, εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα, της συμβάσεως της σχετικής με το υπ' αριθ. 1 έργο; Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι στην περίπτωση που επιχειρηματίας υφίσταται ζημία λόγω αποφάσεως που αυτοτελώς λαμβάνει κάποιο κράτος (στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για κράτος μέλος), δηλαδή λόγω αποφάσεως που στηρίζεται αποκλειστικώς σε εκτίμηση των ίδιων των αρχών του εν λόγω κράτους, χωρίς παρέμβαση τρίτου, η Κοινότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη ζημία που προκλήθηκε ( 22 ).
18.
Αν οι δύο αυτές αρχές εφαρμοστούν στην παρούσα υπόθεση, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα παρά μόνο αν αποδειχθεί:
i)
είτε ότι η Επιτροπή είναι συνυπεύθυνη για τη λύση της συμβάσεως εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα, υπό την έννοια ότι παρενέβη στη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως εκ μέρους της Ρουάντα ζητώντας ή επιβάλλοντας τη λύση αυτή. Θα εξετάσω πιο κάτω, στις παραγράφους 22 έως 25, την περίπτωση αυτή η οποία αναφέρεται στη στάση που τήρησε η Επιτροπή ως προς τη λύση της συμβάσεως'
ii)
είτε ότι, καίτοι η απόφαση λύσεως της συμβάσεως ελήφθη αποκλειστικώς από τις αρχές της Ρουάντα, μπορεί, ωστόσο, να καταδογιονείστην Επιτροπή, διότι η τελευταία ενήργησε στην πράξη ως συν( επιμελητής) εκτελέσεως του έργου. Αυτό θα συνέβαινε αν η Επιτροπή και/ή ο εκπρόσωπος της είχαν στην πράξη υποκαταστήσει, κατά την εκτέλεση του έργου, πλήρως ή μερικώς, τις αρχές της Ρουάντα ή τον υπάλληλο στον οποίο είχε ανατεθεί η διεύθυνση της εκτελέσεως του έργου. Θα εξετάσω την περίπτωση αυτή κατωτέρω στις παραγράφους 26 και 27·
iii)
είτε ότι η ενέργεια της Επιτροπής κατέστησε αναπόφευκτη τη λύση της συμβάσεως εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα. Αυτό θα μπορούσε, π.χ., να συμβεί αν προέκυψε ότι οι ελλείψεις της γεωτεχνικής έρευνας προκάλεσαν την κακή εκτέλεση του έργου ( και, τελικώς, τη λύση της συμβάσεως ) και ότι την ευθύνη των ελλείψεων αυτών φέρει η Επιτροπή. Θα εξετάσω την περίπτωση αυτή κατωτέρω, στις παραγράφους 28 και 29. Ας μου επιτραπεί να σημειώσω από τώρα ότι εσκεμμένα χρησιμοποιώ τη λέξη « αναπόφευκτη », διότι, κατά τη γνώμη μου, δεν αρκεί να θεωρηθεί ότι η ενέργεια της Επιτροπής «συνέβαλε επίσης» στην κακή εκτέλεση του έργου. Πράγματι, ανέφερα προηγουμένως ότι η Κοινότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για ζημία που προκύπτει από αυτοτελή απόφαση κράτους (μέλους) ( 23 ). Πρέπει, συνεπώς, να αποδειχθεί ότι λόγω των ενεργειών τρίτου, στην προκειμένη περίπτωση της Επιτροπής, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή απόφαση'
iv)
είτε ότι η ενέργεια (διάβαζε: « παρέμβαση » ) της Επιτροπής θα μπορούσε να αποτρέψει τη λύση της συμβάσεως και ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να παρέμβει. Η περίπτωση αυτή θα εξεταστεί στις παραγράφους 30 ως 33.
Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων των σχετικών με το βάρος της αποδείξεως που φέρει η ενάγουσα, θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση των επιχειρημάτων που προέβαλε και τα οποία αφορούν τον προβαλλόμενο παράνομο χαρακτήρα της ενέργειας της Επιτροπής.
Εκτίμηση των ενεργειών της Επιτροπής
19.
Θα ήθελα να αρχίσω την εκτίμηση των ενεργειών της Επιτροπής με μια σύντομη αναφορά στο κανονιστικό πλαίσιο που θεσπίζει η Σύμβαση Λομέ Ι, τονίζοντας ιδίως τα καθήκοντα που αναθέτουν οι διατάξεις της στην Επιτροπή. Πράγματι, η νομιμότητα των ενεργειών της Επιτροπής πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα αυτών των διατάξεων. Στη συνέχεια της αναλύσεως μου θα εξετάσω συστηματικότερα — εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο — ορισμένες από τις εν λόγω διατάξεις.
Η « οικονομική και τεχνική συνεργασία » μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών ΑΚΕ, στο πλαίσιο της οποίας άρχισε η εκτέλεση του επίδικου έργου στη Ρουάντα, ρυθμίζεται στα άρθρα 40 έως 61 της Συνθήκης Λομέ Ι. Σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η εν λόγω σύμβαση ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και του οικείου κράτους μέλους ΑΚΕ ανάλογα με το αν πρόκειται για το στάδιο μελέτης ενός έργου ή για το στάδιο εκτελέσεως αυτού.
20.
Ως « στάδιο μελέτης » εννοώ το στάδιο κατά το οποίο συγκεκριμενοποιείται και προτείνεται ένα ορισμένο πρόγραμμα και λαμβάνεται τελικώς η απόφαση εκτελέσεως και χρηματοδοτήσεως του προγράμματος αυτού. Πρέπει να τονιστεί ότι αυτό το στάδιο μελέτης δεν αφορά τον σχεδιασμό της συγκεκριμένης εκνελέοεως του προγράμματος. Κατά το στάδιο αυτό εξετάζεται απλώς κατά πόσο το πρόγραμμα αυτό μπορεί να υλοποιηθεί από τεχνικής και οικονομικής πλευράς και κατά πόσον δικαιολογείται η εκτέλεση του από σκοπιάς κοινωνικής και οικονομικής, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της συμβάσεως και των ειδικών αναπτυξιακών στόχων που έχει τάξει το οικείο κράτος ΑΚΕ. Το στάδιο μελέτης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την κατάρτιση ενός ενδεικτικού προγράμματος ( 24 ), το οποίο συνιστά το πλαίσιο εντός του οποίου θα καταρτιστεί και θα υλοποιηθεί το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Η κατάρτιση και υποβολή σχεδίων προγραμμάτων εναπόκειται στο οικείο κράτος ΑΚΕ· η Κοινότητα, κατόπιν αιτήσεως του εν λόγω κράτους, μπορεί να παράσχει την τεχνική της βοήθεια για την κατάρτιση των σχετικών φακέλων ( 25 ). Η Επιτροπή εξετάζει, κατόπιν, σε στενή συνεργασία με το οικείο κράτος ΑΚΕ, ποιες είναι οι δυνατότητες χρηματοδοτήσεως των προτεινομένων προγραμμάτων ( 26 ). Η εξέταση αυτή περιλαμβάνει, πράγματι, « ανάλυση της βιωσιμότητας» του προγράμματος, από απόψεως οικονομικών και τεχνικών δυνατοτήτων, των κοινωνικών λόγων που το δικαιολογούν κλπ. Βάσει αυτής της αναλύσεως βιωσιμότητας, η Επιτροπή και το οικείο κράτος ΑΚΕ καταρτίζουν πρόταση χρηματοδοτήσεως και την υποβάλλουν προς έγκριση στις αρμόδιες υπηρεσίες της Κοινότητας ( 27 ).
21.
Αν η Κοινότητα εγκρίνει την πρόταση χρηματοδοτήσεως, το πρόγραμμα εισέρχεται στο «στάδιο εκτελέσεως». Κατά το στάδιο αυτό, εντονότερα ακόμα από το στάδιο μελέτης, υπογραμμίζεται η αρχή του σεβασμού της κυριαρχίας του οικείου κράτους ΑΚΕ. Για το λόγο αυτό το άρθρο 55 της Συμβάσεως Λομέ Ι ορίζει ότι:
«Τα κράτη ΑΚΕ ... είναι υπεύθυνα για την εκτέλεση των προγραμμάτων που χρηματοδοτεί η Κοινότητα. Είναι, ιδίως, υπεύθυνα για τη διαπραγμάτευση και σύναψη των συμβάσεων εκτελέσεως εργασιών, των συμβάσεων προμηθειών και των συμβάσεων τεχνικής συνεργασίας. »
Η παρακολούθηση και εκτέλεση της συμβάσεως ανατίθεται σε υπάλληλο του οικείου κράτους ΑΚΕ και/ή σε εμπειρογνώμονα που ορίζει το εν λόγω κράτος (στην παρούσα υπόθεση, το γερμανικό τεχνικό γραφείο Rhein-Ruhr) ( 28 ).
Μολονότι το στάδιο εκτελέσεως διέπεται, επίσης, από την αρχή της « στενής συνεργασίας » μεταξύ της Κοινότητας και του οικείου κράτους ΑΚΕ, ωστόσο, κατ' αντίθεση προς το στάδιο μελέτης, προβλέπεται οαφής κατανομή αρμοοιονήτων: η Κοινότητα αναλαμβάνει τη διαχείριση των πιστώσεων που πρόκειται να διατεθούν για την εκτέλδση του προγράμματος ( έργο που ανατίθεται στην Επιτροπή ) ( 29 ) ενώ το οικείο κράτος ΑΚΕ αναλαμβάνει τη σύναψη της συμβάσεως και την εκτέλεση του προγράμματος ( 30 ). Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε και προσδιόρισε επανειλημμένως με τη νομολογία του αυτή την κατανομή αρμοδιοτήτων. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι συμβάσεις βάσει των οποίων χορηγούνται οι ενισχύσεις του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως ( ETA ) εξακολουθούν να έχουν τον χαρακτήρα εθνικών συμβάσεων, υπό την έννοια ότι αποκλειστικώς υπεύθυνες για την κατάρτιση, διαπραγμаτευση και σύναψη τους είναι οι αρχές των κρατών ΑΚΕ. Το έργο της Επιτροπής περιορίζεται στη λήψη των αποφάσεων για τη χρηματοδότηση της εκτελέσεως των προγραμμάτων που έχουν καταρτιστεί σε συμφωνία με τα κράτη ΑΚΕ· ο σεβασμός της κυριαρχίας των εν λόγω κρατών και των ευθυνών που αναλαμβάνουν με τη σύμβαση συνεπάγεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να διαπραγματευθεί απευθείας με τους μειοδότες των διαγωνισμών οι οποίοι, στην πράξη, διατηρούν έννομες σχέσεις μόνο με το κράτος ΑΚΕ που είναι υπεύθυνο για τη σύμβαση ( 31 ). Το κανονιστικό αυτό πλαίσιο, ωστόσο, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να θιγούν συμφέροντα τρίτων από πράξεις ή ενέργειες της Επιτροπής στο πλαίσιο της εκτελέσεως των εν λόγω προγραμμάτων αν κρίνουν ότι η ενέργεια της Επιτροπής είναι παράνομη, οι εν λόγω τρίτοι μπορούν να ασκήσουν αγωγή δυνάμει των άρθρων 178 και 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης ( 32 ).
Μετά την περιγραφή αυτή του πλαισίου έρχομαι τώρα στο ζήτημα της εκτιμήσεως της ενέργειας της Επιτροπής. Η εκτίμηση αυτή θα περιστραφεί γύρω από δύο βασικούς άξονες: αφενός μεν, αν είναι αυτή η ενέργεια παράνομη, αφετέρου δε, αν η ενέργεια αυτή μπορεί να θεμελιώσει τη ( συν )ευθύνη της Επιτροπής για τη λύση των συμβάσεων εκ μέρους'των αρχών της Ρουάντα.
Πρώτο ενδεχόμενο: η Επιτροπή προκάλεσε, προώθησε ή επέβαλε τη λύση της Συμβάσεως;
22.
Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να υπάρξει παράνομη πράξη της Επιτροπής παρά μόνον αν αποδειχθεί ότι η Επιτροπή ή οι εκπρόσωποι της προκάλεσαν, προώθησαν ή επέβαλαν στην κυβέρνηση της Ρουάντα να αποφασίσει τη λύση της συμβάσεως. Βεβαίως, ο ενδεχόμενος παράνομος χαρακτήρας πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και της Ρουάντα που περιέγραψα ανωτέρω.
Ας μου επιτραπεί επίσης να σημειώσω εξαρχής ότι το ζήτημα της νομιμότητας ή του παράνομου χαρακτήρα (άποψη που δέχθηκε το διαιτητικό δικαστήριο) της λύσεως της συμβάσεως εκ μέρους της Ρουάντα δεν έχει άμεση σημασία για την ανάλυση που ακολουθεί. Πράγματι, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η πράξη που προκάλεσε τη ζημία (δηλαδή η λύση της συμβάσεως) μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή, χωρίς να έχει σημασία αν η πράξη αυτή καθεαυτή μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη. Αντιθέτως, η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου ( στην περίπτωση που την αποδεχθεί το Δικαστήριο) θα μπορούσε να έχει έμμεση σημασία. Εφόσον αποδειχθεί η « συνυπευθυνότητα » της Επιτροπής για τη λύση της συμβάσεως, η αποδοχή της διαιτητικής αποφάσεως αποκλείει τον ισχυρισμό που προβάλλει η Επιτροπή προς υπεράσπισή της, κατά τον οποίο συνέπραξε σε μία κατά τον νόμο λύση της συμβάσεως, και συνεπώς δεν συντρέχει εκ μέρους της πταίσμα.
23.
Η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υποχρέωσε τις αρχές της Ρουάντα να λύσουν τη σύμβαση. Αντιθέτως, υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή τις παρακίνησε να λύσουν τη σύμβαση ή, τουλάχιστον, ότι τους υπέδειξε να προβούν στην ενέργεια αυτή. Ωστόσο, οι αποδείξεις που προσκομίζει η ενάγουσα προς στήριξη της απόψεως της αυτής είναι ιδιαιτέρως ασθενείς. Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση για τη λύση της συμβάσεως ελήφθη από τον υπουργό εξωτερικών της Ρουάντα « υπό όλως αυθαίρετες συνθήκες » ( sic ) μετά την αποτυχία μιας συναντήσεως συμβιβασμού στην οποία, εκτός από την ενάγουσα και τον εκπρόσωπο της Ρουάντα, έλαβε μέρος και η Επιτροπή ( 33 ). Υπογραμμίζει ότι μετά τη λύση της συμβάσεως η κυβέρνηση της Ρουάντα ανέθεσε την ολοκλήρωση του προγράμματος, βάσει « παρανόμου » συμβάσεως για λογαριασμό τρίτου ( 34 ), στην επιχείρηση Colas ( 35 ). Εξάλλου, η ενάγουσα θεωρεί ότι ο ισχυρισμός που προέβαλε η Επιτροπή για την υπεράσπιση της, κατά τον οποίο την ενέργεια της ενέπνευσε αποκλειστικώς η βούληση της να συμβάλει στον φιλικό διακανονισμό της διαφοράς μεταξύ της ενάγουσας και των αρχών της Ρουάντα, δεν μπορεί να γίνει δεκτός: κατά την άποψη της, η Επιτροπή εγκατέλειψε σταδιακά την ουδέτερη στάση που τηρούσε κατά την εκτέλεση του προγράμματος και τάχθηκε στο πλευρό της Ρουάντα. Τέλος, η ενάγουσα επέστησε την προσοχή επί ορισμένων εγγράφων που κατέθεσε η Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου ( 36 ) (στο εξής: έγγραφα που κατέθεσε η Επιτροπή ). Κατά την άποψη της, τα έγγραφα αυτά αποδεικνύουν ότι κατά τον χρόνο λύσεως της συμβάσεως οι αρχές της Ρουάντα ενήργησαν σύμφωνα με οδηγίες της Επιτροπής ( 37 ), όπως επίσης αποδεικνύουν την « ανάμιξη » της Επιτροπής ( 38 ).
24.
Όπως ήδη προανέφερα, η ενάγουσα δεν προσεκόμισε, κατά την άποψη μου, επαρκείς αποδείξεις προς στήριξη της απόψεως της. Τα έγγραφα που επικαλείται όχι μόνο δεν αποδεικνύουν την εκδοχή που υποστηρίζει, αλλ' αντιθέτως, τόσο από τα έγγραφα αυτά όσο και από άλλα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, συνάγεται ότι η εκδοχή της Επιτροπής (η οποία υπογραμμίζει ότι την ενέργειά της την ενέπνευσε η βούληση για φιλικό διακανονισμό της διαφοράς μεταξύ της ενάγουσας και της Ρουάντα) είναι η ακριβής.
Τα έγγραφα που κατέθεσε η Επιτροπή είναι ιδιαιτέρως σαφή ( 39 ). Από κανένα στοιχείο των εγγράφων αυτών δεν προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που οξύνθηκε η διαφορά μεταξύ της ενάγουσας και των αρχών της Ρουάντα υπήρξε ανάμιξη της Επιτροπής ( 40 ), γεγονός, εξάλλου, που επιβεβαίωσε η ίδια η ενάγουσα με έγγραφό της, του Μαΐου 1981, προς το ETA στις Βρυξέλλες ( 41 ). Αποδεικνύουν, ωστόσο, ότι η απόφαση που έλαβαν στις 6 Ιουνίου 1981 οι αρχές της Ρουάντα να προχωρήσουν στη λύση της συμβάσεως με την ενάγουσα δεν ελήφθη κατόπιν υποδείξεως ή συμφωνίας της Επιτροπής. Αυτό συνάγεται, ιδίως, από το υπ' αριθ. 32 έγγραφο που κατέθεσε η Επιτροπή, που είναι έγγραφο του εκπροσώπου της Επιτροπής, με ημερομηνία 29 Απριλίου 1981, με το οποίο ο τελευταίος ενημερώνει το ETA για τις προσπάθειες του να πείσει τις αρχές της Ρουάντα να μην προχωρήσουν, ενόψει των προσπαθειών της Επιτροπής για συμβιβασμό, στη λύση της συμβάσεως. Το έγγραφο αυτό καταλήγει ως εξής:
« Εν πάση περιπτώσει, σκοπεύω να καταβάλω κάθε προσπάθεια, όχι για να επηρεάσω τις διοικητικές αρχές, αλλά για να τις θέσω ενώπιον των ευθυνών τους υπογραμμίζοντας τις προεκτάσεις και τις συνέπειες κάθε επιλογής τους ... » ( 42 ).
Την ίδια στάση επιβεβαιώνουν συστηματικά και τα υπόλοιπα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ( 43 ). Προκύπτει, επίσης, ότι, μόνον όταν διαπιστώθηκε ότι η απόφαση των αρχών της Ρουάντα να προχωρήσουν σε λύση της συμβάσεως ήταν οριστική, η Επιτροπή ( η οποία δεν ήταν βέβαια για το κατά πόσον ήταν νόμιμη η μονομερής λύση) παρέσχε τη συνδρομή της προς τις αρχές της Ρουάντα για να αποτρέψει το ενδεχόμενο να καταστήσουν ακόμη δυσχερέστερη τη θέση τους (από νομικής απόψεως) ( 44 ). Στο πλαίσιο της συνδρομής αυτής η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, υπέβαλε στις αρχές της Ρουάντα σχέδιο εγγράφου για την αναγγελία της λύσεως της συμβάσεως στην ενάγουσα ( 45 ). Δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι πράξεις αυτές υπερέβαιναν τα όρια των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Πράγματι, ήταν εύλογο να ανησυχεί η Επιτροπή ότι οι πιστώσεις της Κοινότητας κινδύνευαν να διατεθούν για περιττές δαπάνες λόγω ανεύθυνων ενεργειών των αρχών της Ρουάντα, είχε δε το δικαίωμα να προβεί σε ορισμένες ενέργειες προκειμένου να περιορίσει κατά το δυνατό τις αρνητικές συνέπειες των πράξεων αυτών, εφόσον μάλιστα δεν έθιγε δικαιώματα τρίτων, δεδομένου ότι οι αρχές της Ρουάντα είχαν ήδη λάβει την απόφαση να λύσουν τη σύμβαση.
25.
Μολονότι σε ορισμένες εκθέσεις του εκπροσώπου της Επιτροπής διατυπώνονται επικρίσεις ως προς την εκτέλεση των εργασιών εκ μέρους της ενάγουσας ( 46 ), ωστόσο, από τις παρατηρήσεις αυτές δεν συνάγεται ότι υπήρξε ανάμιξη της Επιτροπής ούτε ότι, κατά μείζονα λόγο, η Επιτροπή υπέδειξε στις αρχές της Ρουάντα ή ότι τις παρότρυνε να προχωρήσουν σε λύση της συμβάσεως. Αντιθέτως, η διατύπωση παρατηρήσεων περιλαμβάνεται στα καθήκοντα διαχειρίσεως που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή, η οποία πράγματι υποχρεούται να εγκρίνει εκείνες μόνο τις πιστώσεις « οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση, υπό τις καλύτερες δυνατές οικονομικές και τεχνικές συνθήκες, της ομαλής εκτελέσεως των εγκεκριμένων σχεδίων ή προγραμμάτων δράσεως»' ( 47 ). Εξάλλου, οι επικρίσεις της Επιτροπής δεν ήταν ίσως εντελώς αβάσιμες δεδομένου ότι το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε ότι η κακή εκτέλεση του έργου οφειλόταν κατά 25 % ( έργο υπ' αριθ. 1 ) και 48 % ( έργο υπ' αριθ. 2), αντιστοίχως, στην ενάγουσα ( 48 ).
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή προκάλεσε τη λύση της σχετικής με το υπ' αριθ. 1 έργο συμβάσεως, εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα, ούτε ότι τις παρότρυνε να προβούν στην ενέργεια αυτή.
Δεύτερο ενδεχόμενο: μπορεί να καταλογιοτεί ονην Επιτροπή η λύοη της συμβάσεως;
26.
Η ενάγουσα υποστήριξε διά μακρόν ότι η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί αλληλεγγύως υπεύθυνη για την εκ συμβάσεως ευθύνη που υπέστη. Στηρίζει την άποψη αυτή σε ένα διπλό επιχείρημα. Αφενός μεν, οι διατάξεις της Λομέ Ι ( και οι άλλες διατάξεις που έχουν εφαρμογή επί των συμβάσεων δημοσίων έργων ) θεμελιώνουν μία « από κοινού ευθύνη » της Επιτροπής και του εποπτεύοντος το έργο/κράτους ΑΚΕ για κάθε ενδεχόμενη ζημία της επιχειρήσεως στο πλαίσιο εκτελέσεως της συμβάσεως. Εξάλλου, και πέραν των διατάξεων της Λομέ Ι, η Επιτροπή παρενέβη στην εκτέλεση του έργου κατά τρόπο τόσο εμφανώς παράνομο ώστε να πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη, από κοινού με τον εποπτεύοντα την εκτέλεση του έργου, για ολόκληρη ή τουλάχιστον για τμήμα της εκ συμβάσεως ζημίας που υπέστη η ενάγουσα.
27.
Νομίζω ότι τα επιχειρήματα της ενάγουσας είναι αβάσιμα. Ως προς το πρώτο σκέλος του επιχειρήματος της, παραπέμπω στη συνοπτική έκθεση του κανονιστικού πλαισίου που θέτει η Σύμβαση της Λομέ Ι (ανωτέρω παράγραφοι 19 έως 21 ). Μολονότι υφίσταται « στενή συνεργασία » μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών ΑΚΕ, στο πλαίσιο της οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας, ωστόσο, η στενή αυτή συνεργασία δεν αποκλείει, όπως προανέφερα, ότι κατά το στάδιο εκτελέσεως του συγκεκριμένου προγράμματος υφίσταται μία ακριβής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας (εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή, ειδικότερα από το ETA) και του οικείου κράτους ΑΚΕ. Το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι, κατά το στάδιο εκτελέσεως, μόνο το κράτος ΑΚΕ έχει την ευθύνη εποπτείας του έργου· η αρμοδιότητα της Επιτροπής περιορίζεται στη λήψη των αποφάσεων των σχετικών με την αναγκαία χρηματοδότηση για την εκτέλεση των προγραμμάτων με κριτήριο την ορθή και αποτελεσματική διάθεση των πιστώσεων που έχουν διατεθεί στην Κοινότητα ( 49 ). Οι διατάξεις της Συν9ήκης Λομέ Ι σε κανένα σημείο τους δεν αναφέρονται σε από κοινού ευθύνη έναντι της επιχειρήσεως που έχει αναλάβει την εκτέλεση του έργου· στο πλαίσιο της Συνθήκης Λομέ Ι η « στενή συνεργασία » αφορά μόνο τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. ( 50 ).
Εξάλλου, η ενάγουσα δεν φαίνεται να στηρίζεται στην από κοινού ευθύνη της Επιτροπής και των αρχών της Ρουάντα. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, τα σχετικά με την εκτέλεση της συμβάσεως πταίσματα στα οποία υπέπεσαν οι αρχές της Ρουάντα (και τα οποία διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας διαιτησίας) θα μπορούσαν να καταλογιστούν στην Επιτροπή. Η ενάγουσα δεν αναφέρεται σε ένα τέτοιο καταλογισμό, αλλά υπογραμμίζει ορισμένες πράξεις της Επιτροπής (στο δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού της) από τις οποίες προκύπτει, κατά την άποψη της, ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής αναμίχθηκε κατά τρόπο παράνομο σε θέματα αρμοδιότητας της Ρουάντα. Από τα περιστατικά, όμως, που επικαλείται η ενάγουσα ουδόλως αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή αντιποιήθηκε αρμοδιότητες του εποπτεύοντος την εκτέλεση του έργου σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί να της καταλογιστεί η απόφαση περί λύσεως της συμβάσεως. Στο πλαίσιο αυτό η ενάγουσα υπογράμμισε ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής είχε ζητήσει να του διαβιβάζονται προς θεώρηση, πριν από την εκτέλεση τους, όλες οι υπηρεσιακές διαταγές ( 51 ). Δεν αντιλαμβάνομαι ποιος είναι ο παράνομος χαρακτήρας ενός τέτοιου αιτήματος, αν ιδίως ληφθεί υπόψη ότι η έκδοση υπηρεσιακής διαταγής έχει οικονομικές συνέπειες και ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει, εξ ονόματος της Επιτροπής, να μεριμνά για την αποτελεσματική χρησιμοποίηση των πιστώσεων που διαθέτει το ETA. Η ενάγουσα διατύπωσε τον ισχυρισμό, χωρίς να προσκομίσει· αποδείξεις, ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής άσκησε κατά τρόπο καταχρηστικό την εξουσία προηγουμένου ελέγχου προκειμένου να αντιποιηθεί αρμοδιότητες του εποπτεύοντος την εκτέλεση του έργου. Δεν συνάγεται, π. χ., ότι αρνήθηκε ( έστω και προσωρινά ) να θέσει τη θεώρηση του ούτε ότι διατύπωνε όρους πριν θεωρήσει τις διαταγές. Θεωρώ, εξάλλου, περίεργο ότι η ενάγουσα δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο κανένα έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του προγράμματος (ή κατόπιν) διατύπωσε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή παρατήρηση σχετικά με τις ενέργειες της Επιτροπής, τις οποίες στην παρούσα δίκη χαρακτηρίζει ως ιδιαιτέρως επιβαρυντικές.
Η ενάγουσα προσάπτει, επίσης, στην Επιτροπή και ορισμένες άλλες «παράνομες παρεμβάσεις» στις αρμοδιότητες του εποπτεύοντος την εκτέλεση του έργου: έλαβε ενεργό μέρος στις συνεδριάσεις που οργανώθηκαν στο εργοτάξιο, στο πλαίσιο των οποίων διατύπωσε προτάσεις για απαλλοτρίωση και εναλλακτικές τεχνικές λύσεις, υπέβαλε δε στο ETA, για προκαταρκτική έγκριση, σχέδιο μερικής τροποποιήσεως του προγράμματος. Και επί του θέματος αυτού ο φάκελος δεν περιέχει κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο που να θεμελιώνει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Η ενάγουσα επικαλείται τα πρακτικά τεσσάρων διαφορετικών συνεδριάσεων στο εργοτάξιο. Προφανώς, στις δύο από τις τέσσερις αυτές συνεδριάσεις, ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής διατύπωσε απλώς ορισμένες προτάσεις ( 52 ) και εξέφρασε ορισμένες αμφιβολίες ( 53 ). Δεν αντιλαμβάνομαι πώς από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ανάμιξη της Επιτροπής στις αρμοδιότητες του εποπτεύοντος την εκτέλεση του έργου. Κατά τη διάρκεια μιας άλλης συνεδριάσεως η Επιτροπή επέστησε, προφανώς, την προσοχή των διοικητικών αρχών της Ρουάντα επί του γεγονότος ότι δεν ήταν καθόλου βέβαιο πως το ETA θα αναλάμβανε ορισμένες δαπάνες που προέκυψαν από το γεγονός ότι οι εν λόγω διοικητικές αρχές δέσμευσαν για μακρό χρονικό διάστημα ορισμένα τιμολόγια της Spie-Batignolles ( 54 ). Θεωρώ ότι η παρατήρηση αυτή εντάσσεται πλήρως στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του εκπροσώπου της Επιτροπής και δεν θίγει καθόλου τις αρμοδιότητες του εποπτεύοντος την εκτέλεση του έργου. Διερωτώμαι, εξάλλου, πώς η ενέργεια αυτή της Επιτροπής, η οποία κανονικώς συνέτεινε στην επίσπευση καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας για τις εργασίες που είχε ήδη επιτελέσει, θα μπορούσε να της προκαλέσει ζημία. Τέλος, η ενάγουσα εφιστά την προσοχή επί μιας επιφυλάξεως που είχε διατυπώσει ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως στο εργοτάξιο, στις 19 Φεβρουαρίου 1980, ως προς τη χρηματοδότηση μετατροπών της κατασκευής των πλευρικών ταινιών ( 55 ). Από χειρόγραφες σημειώσεις προκύπτει ότι ο εκπρόσωπος συμφώνησε μόνο για τμήμα ενός χιλιομέτρου και ότι για το υπόλοιπο διατύπωσε επιφυλάξεις ( 56 ). Δεδομένου ότι οι επιφυλάξεις αυτές αναφέρονται σε μονομερή τροποποίηση του τρόπου εκτελέσεως του προγράμματος, εκ μέρους του εποπτεύοντος την εκτέλεση, δεν νομίζω ότι είναι οπωσδήποτε αβάσιμες. Εξάλλου, δεν συνιστούν απόλυτη αρνησικυρία: η σύμφωνη γνώμη αφορούσε την κατασκευή τμήματος ενός χιλιομέτρου, ώστε από την κατασκευή του μικρού αυτού τμήματος να συναχθούν συμπεράσματα ως προς τη χρησιμότητα των προτεινομένων μετατροπών. Δεν νομίζω ότι αυτή η επίδειξη συνέσεως αντιφάσκει προς την εκπλήρωση του καθήκοντος της Επιτροπής που της επιβάλλει να μεριμνά για την αποτελεσματική χρησιμοποίηση των πιστώσεων. Επιβάλλεται, εξάλλου, να διαπιστωθεί σχετικώς ότι η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε ποτέ τις ενέργειες της Επιτροπής ή του εκπροσώπου της κατά τη διάρκεια εκτελέσεως των εργασιών, αντιθέτως μάλιστα: έχω ήδη αναφέρει έγγραφο της ενάγουσας προς την Επιτροπή, όπου τονίζεται ότι η ενάγουσα λαμβάνει υπό σημείωση την ουδέτερη στάση που επέδειξε η Επιτροπή και της ζητά να επέμβει ως μεσολαβητής μεταξύ αυτής και των αρχών της Ρουάντα ( 57 ).
Τρίτο εναεχόμενο: ενέργειες που κατέστησαν αναπόφευκτη τη Ανοη της συμβάσεως
28.
Έχω ήδη αναφέρει ( στις παραγράφους 26 και 27) ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη για παρέμβαση της Επιτροπής στις αρμοδιότητες του εποπτεύοντος την εκτέλεση του έργου. Κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη « παράλυση » των εργασιών δεν μπορεί να αποδοθεί σε πράξη της Επιτροπής. Η ενάγουσα, ωστόσο, πιστεύει ότι μπορεί να αποδοθεί στην Επιτροπή άλλο πταίσμα που προκάλεσε την κακή εκτέλεση του προγράμματος. Επικαλείται την έκτη διαιτητική απόφαση, της 24ης Φεβρουαρίου 1987, από την οποία προκύπτει ότι οι ελλείψεις της γεωτεχνικής μελέτης, που περιλαμβάνεται στον φάκελο της υποβολής προσφορών, « την παραπλάνησαν » με αποτέλεσμα την αποτυχία του προγράμματος. Μολονότι η μελέτη αυτή δεν καταρτίστηκε από την Επιτροπή, ή κατόπιν αιτήσεως της, η ενάγουσα, ωστόσο, θεωρεί ότι η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τις επιζήμιες συνέπειες αυτής της μελέτης. Η άποψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 53 της Συμβάσεως Λομέ Ι, το οποίο ορίζει ότι η Κοινότητα « μελετά τα προγράμματα σε στενή συνεργασία με τις χώρες ΑΚΕ ». Κατά την παράγραφο 2, στοιχείο γ ), του εν λόγω άρθρου σκοπός της μελέτης αυτής είναι, μεταξύ άλλων, να διαπιστωθεί αν « συντρέχουν οι προϋποθέσεις ομαλής ολοκληρώσεως και βιωσιμότητας των προγραμμάτων ».
29.
Και ως προς το θέμα αυτό τα επιχειρήματα της ενάγουσας στηρίζονται σε πεπλανημένη κατανόηση των εφαρμοστέων κανονιστικών διατάξεων. Όπως προανέφερα (παράγραφος 20), το άρθρο 53 εφαρμόζεται στο στάδιο μελέτης ενός προγράμματος, κατά τη διάρκεια του οποίου εξετάζεται, μεταξύ άλλων, αν το πρόγραμμα είναι υλοποιήσιμο από οικονομικής και τεχνικής πλευράς και αν ανταποκρίνεται στους ειδικούς στόχους του οικείου κράτους. Κατά το στάδιο αυτό, ωστόσο, δεν καταρτίζεται το ακριβές χρονοδιάγραμμα εκτελέσεως του προγράμματος' η κατάρτιση του χρονοδιαγράμματος περιλαμβάνεται στο στάδιο εκτελέσεως του προγράμματος και, κατά συνέπεια, εμπίπτει στην ευθύνη του οικείου κράτους ΑΚΕ. Μολονότι η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ γραφείων μελετών και τεχνικών γραφείων των κρατών μελών και των κρατών ΑΚΕ ( 58 ), ωστόσο δεν είναι υπεύθυνη για την τεχνική ποιότητα του φακέλου υποβολής προσφορών και των γεωτεχνικών μελετών που περιέχονται στον εν λόγω φάκελο· ελλείψεις αυτής της φύσεως μπορούν, καταρχήν, να προβληθούν μόνο έναντι του εποπτεύοντος την εκτέλεση του έργου ( δηλαδή του οικείου κράτους ΑΚΕ ).
Μολονότι η Επιτροπή υπέχει την υποχρέωση εγκρίσεως του φακέλου υποβολής προσφορών, πριν από τη διατύπωση της προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών ( 59 ), ωστόσο, η έγκριση αυτή περιλαμβάνεται στο καθήκον ελέγχου που της έχει ανατεθεί επί οικονομικού επιπέδου. Δεν υποχρεούται να εξετάσει την τεχνική πλευρά ενός προγράμματος παρά μόνο αν υπάρχει κίνδυνος προκλήσεως σφαλμάτων κατά τη χρηματοδότηση του προγράμματος (βλέπε, κατωτέρω, παράγραφοι 31 και 32). Ως χρηματοδότης η Επιτροπή θα μπορούσε, εντούτοις, να θεωρηθεί ως υπεύθυνη αν είχε προβεί στη χρηματοδότηση ενός προγράμματος μολονότι εγνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει ( λόγω της συμμετοχής της στο στάδιο μελέτης), ότι το πρόγραμμα αυτό δεν ήταν βιώσιμο.
Γίνεται αντιληπτό ότι τα επιχειρήματα της ενάγουσας στρέφονται προς τελείως διαφορετική κατεύθυνση. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα δεν προέβαλε κανένα στοιχείο που να θεμελιώνει την ευθύνη της Επιτροπής. Σύμφωνα με τα όσα η ιδια αναφέρει, η κυριότερη παράλειψη της γεωτεχνικής μελέτης συνίστατο στην πρόχειρη και εσφαλμένη μελέτη ορισμένων λατομείων από τα οποία επρόκειτο να εξαχθούν τα υλικά επιστρώσεως. Επικαλέστηκε, σχετικώς, την έκτη διαιτητική απόφαση από την οποία προκύπτει ότι οι αρχές της Ρουάντα αρνήθηκαν ρητώς να χρηματοδοτήσουν μια περισσότερο επισταμένη μελέτη, όπως, επίσης, παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους περισσότερο επισταμένες μελέτες κατά την κατάρτιση του φακέλου υποβολής προσφορών ( 60 ). Στη διαιτητική απόφαση αναφέρεται ως προς το θέμα αυτό ότι ακόμα και επιχείρηση τόσο ειδικευμένη όσο η Spie-Batignolles δεν θα μπορούσε να επισημάνει τις παραλείψεις αυτές, για τον πρόσθετο λόγο ότι η Ρουάντα είχε προσφύγει στις υπηρεσίες εξαιρετικά καταρτισμένων μηχανικών με μεγάλη πείρα στον τομέα της εκτελέσεως έργων στην Αφρική ( 61 ). Αυτό που ισχύει για μια ειδικευμένη επιχείρηση, επιφορτισμένη με την εκτέλεση δημοσίων έργων, νομίζω ότι ισχύει κατά μείζονα λόγο και για την Επιτροπή, το έργο της οποίας συνίσταται κυρίως στη χρηματοδότηση του προγράμματος.
Τέταρτο ενδεχόμενο: μπορούσε και όφειλε η Επιτροπή να αποτρέψει τη λύση της συμβάσεως;
30.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι, βαρυνόμενη με μια «υποχρέωση παρεμβάσεως», η Επιτροπή όφειλε να λάβει μέτρα προσαρμογής ( τεχνικά και οικονομικά ) προς άρση των δυσχερειών που ανέκυψαν κατά την εκτέλεση του προγράμματος. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η παράλειψη λήψεως των μέτρων αυτών θεμελιώνει την ευθύνη της Επιτροπής.
31.
Ακολουθώντας στο σημείο αυτό την Επιτροπή θα μπορούσα να διατυπώσω επίσης την παρατήρηση ότι υφίσταται μια αντίφαση μεταξύ του επιχειρήματος της ενάγουσας που αναφέρεται στην προβαλλόμενη παράνομη ανάμιξη της Επιτροπής στις αρμοδιότητες του εποπτεύοντος το έργο ( βλέπε ανωτέρω παράγραφο 26 ) και της υποχρεώσεως παρεμβάσεως για την οποία γίνεται λόγος στο σημείο αυτό. Ωστόσο, εκείνο που είναι σημαντικότερο είναι ότι και στην τελευταία αυτή περίπτωση τα επιχειρήματα της ενάγουσας στηρίζονται σε πεπλανημένη κατανόηση των εφαρμοστέων διατάξεων. Αυτό μαρτυρεί ιδίως η παραπομπή της στο άρθρο 57 της Συνθήκης Λομέ Ι, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, εφαρμόζεται στα προγράμματα που έχουν υλοποιηθεί και στις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί και όχι στα υπό εκτέλεση έργα. Εξάλλου, η ενάγουσα παραπέμπει και στα άρθρα 29, 31 και 33 του υπ' αριθ. 2 πρωτοκόλλου της Συνθήκης Λομέ Ι. Το άρθρο 29 ορίζει ότι το ETA «λαμβάνει τα μέτρα προσαρμογής ... που απαιτούνται για τη διασφάλιση ... της ομαλής εκτελέσεως των προγραμμάτων». Το άρθρο 31, παράγραφος 6, προβλέπει ότι ο εκπρόσωπος του ETA « διαπιστώνει για λογαριασμό της Επιτροπής την ομαλή, από οικονομικής και τεχνικής πλευράς, εκτέλεση των προγραμμάτων ... που χρηματοδοτούνται από τους πόρους του ταμείου ». Το άρθρο 33 ορίζει ότι, αν κρίνεται αδύνατος ο περιορισμός του προγράμματος ή η κάλυψη των υπερβάσεων από εθνικούς πόρους του οικείου κράτους ΑΚΕ, η Κοινότητα έχει τη δυνατότητα, «κατ' εξαίρεση», να αποφασίσει την ανάληψη προσθέτων δαπανών.
Πιστεύω ότι από το γενικό πλαίσιο που περιέγραψα ανωτέρω καθώς και από την περισσότερο επισταμένη εξέταση ορισμένων ειδικών διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι η αποστολή του εκπροσώπου της Επιτροπής, κατά την εκτέλεση ενός προγράμματος, περιορίζεται, κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, του υπ' αριθ. 2 πρωτοκόλλου, στη λήψη εκείνων των αποφάσεων περί χρηματοδοτήσεως « που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση, υπό τις καλύτερες δυνατές οικονομικές και τεχνικές συνθήκες, της ομαλής εκτελέσεως των εγκεκριμένων προγραμμάτων ». Είναι σαφές ότι ο ορισμός αυτός της αποστολής της Επιτροπής αποκλείει την ανάμιξη της Επιτροπής σε θέματα τεχνικής εκτελέσεως του προγράμματος — πράγματι, η εκτέλεση του προγράμματος εμπίπτει στην « κυρίαρχη αρμοδιότητα » του οικείου κράτους ΑΚΕ ( 62 ). Ούτε η Επιτροπή μπορεί, προφανώς, να κάνει χρήση της δικής της αρμοδιότητας ( οικονομικής και διαχειρίσεως ) προκειμένου να επιδιώξει την έμμεση επίτευξη αυτού του αποτελέσματος — όπως, εξάλλου, υποστηρίζει η ίδια η ενάγουσα ( βλέπε ανωτέρω την εξέταση του δευτέρου ενδεχομένου, παράγραφοι 26 και 27 ).
32.
Τι είδους « παρέμβαση » της Επιτροπής επιτρέπει, κατά συνέπεια, το κανονιστικό πλαίσιο της Συνθήκης Λομέ Ι; Κατά την άποψη μου, οι λέξεις «αναγκαίες» του άρθρου 29 του πρωτοκόλλου 2, που παρατέθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, αφορούν κυρίως τον έλεγχο των δαπανών: το ETA χρηματοδοτεί την εκτέλεση του προγράμματος, πρέπει όμως να έχει τη βεβαιότητα ότι οι χορηγούμενες κοινοτικές πιστώσεις δεν θa υπερβούν τις πιστώσεις που απαιτούνται για την ορθή εκτέλεση του έργου. Τα άρθρα 29, 31 και 33 του πρωτοκόλλου, που επικαλείται η ενάγουσα, διαπνέονται από τις ίδιες αρχές, οι οποίες εξάλλου ανταποκρίνονται στη γενική φιλοσοφία της Συμβάσεως Λομέ Ι: αντί της επιβολής συγκεκριμένων λύσεων στο κάθε κράτος ΑΚΕ, του χορηγείται μία πίστωση περιορισμένου ύψους, που επιτρέπει, καταρχήν, την πλήρη χρηματοδότηση του προγράμματος — υπερβάσεις είναι δυνατές σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις (βλέπε άρθρο 33 ). Φυσικά ο πρωταρχικός σκοπός δεν είναι ο περιορισμός των δαπανών: η Κοινότητα παρέχει επαρκείς πιστώσεις για τη διασφάλιση της καλύτερης δυνατής εκτελέσεως του προγράμματος ( βλέπε άρθρο 29, παράγραφος 1 ). Ωστόσο, ο έλεγχος που ασκεί ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δεν πραγματοποιείται, καταρχάς, υπέρ του έχοντος την εποπτεία εκτελέσεως του έργου. « Ο εκπρόσωπος παρακολουθεί, για λογαριασμό της Επιτροπής, την ομαλή, από οικονομικής και τεχνικής απόψεως, εκτέλεση των προγραμμάτων... που χρηματοδοτούνται από τους πόρους νου ταμείου» (άρθρο 31, παράγραφος 6· οι υπογραμμίσεις δικές μου), και τούτο προς αποφυγήν της άσκοπης διαθέσεως κοινοτικών πόρων.
Το κανονιστικό αυτό πλαίσιο δεν αποκλείει, βεβαίως, σε ορισμένες (εξαιρετικές) περιστάσεις να είναι απαραίτητη η παρέμβαση του εκπροσώπου, με συνέπεια να επηρεάζεται η εκτέλεση της συμβάσεως. Αυτή είναι η έννοια του επιχειρήματος που προβάλλει η ενάγουσα: τονίζει ότι επιβαλλόταν η εκ βάθρων επανεξέταση του ύψους της πιστώσεως που χορηγήθηκε για την εκτέλεση του προγράμματος. Εκτός, όμως, από μια γενική αναφορά στις σημαντικές δυσχέρειες που συνεπάγεται η εκτέλεση του προγράμματος, δεν προσκόμισε καμία ειδική απόδειξη προς στήριξη του ισχυρισμού της αυτού. Ούτε από τη συνοπτική περιγραφή των πραγματικών περιστατικών ( 63 ) ούτε από την έκτη διαιτητική απόφαση ( 64 ) συνάγεται ότι αιτία των δυσχερειών εκτελέσεως του προγράμματος ήταν η διαχείριση των πιστώσεων. « Βεβαίως, η πρόσθετη χορήγηση πιστώσεων » εκ μέρους του ETA θα μπορούσε να εξομαλύνει τις δυσχέρειες μεταξύ Ρουάντα και Spie-Batignolles (εις βάρος της Κοινότητας ). Ωστόσο, από τα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι δεν αποτελεί καθήκον του ETA να « επιλύει » όλα τα προβλήματα που ανακύπτουν μεταξύ του εποπτεύοντος την εκτέλεση του έργου και της επιχειρήσεως προβαίνοντας αυτομάτως σε προσαύξηση των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί για την εκτέλεση του προγράμματος. Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου η ενάγουσα, υπήρξε πράγματι παρέμβαση εκ μέρους της Επιτροπής προς επίλυση των προβλημάτων που ανέκυψαν, όπως προκύπτει από τα ακόλουθα παραδείγματα. Έλαβε μέρος στη « συνάντηση διακανονισμού» της 11ης και 12ης Μαΐου 1981 στη Ρουάντα ( 65 ). Προσπάθησε να επιτύχει τον φιλικό διακανονισμό των διαφορών μεταξύ της Ρουάντα και της Spie-Batignolles προς αποφυγή ακριβώς της λύσεως της συμβάσεως εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα ( 66 ) Οργάνωσε, επίσης, μία « έσχατη » συνάντηση στις Βρυξέλλες από τις 13 έως τις 15 Μαΐου 1985, στη διάρκεια της οποίας η Spie-Batignolles και οι αρχές της Ρουάντα κατέληξαν περίπου σε συμφωνία επί σχεδίου τροποποιήσεως των δύο συμβάσεων ( 67 ).
33.
Εφόσον δεν προέκυψε ότι οι δυσχέρειες που ανέκυψαν οφείλονται στη διαχείριση των πιστώσεων, η ενάγουσα θα έπρεπε να αποδείξει ότι το ύψος της πιστώσεως, που είχε εγκρίνει ο ETA για την εκτέλεση του προγράμματος, ήταν ( εξαρχής ) προφανώς ανεπαρκές για την εκτέλεση αυτού του προγράμματος. Δεν απέδειξε, όμως, κάτι τέτοιο, μολονότι αναφέρθηκε λεπτομερώς στο γεγονός ότι η Επιτροπή όφειλε να επισημάνει τις ελλείψεις της γεωτεχνικής μελέτης (και ολόκληρου του φακέλου υποβολής προσφορών). Έχω ήδη αναφέρει ( στην παράγραφο 29 ) ότι δεν μπορεί να κατηγορηθεί η Επιτροπή ότι δεν επισήμανε τις ελλείψεις της τεχνικής μελέτης του έργου. Η ενάγουσα δεν απέδειξε, επίσης, προφανείς ελλείψεις του οικονομικού σχεδιασμού του προγράμματος, επικαλούμενη άλλα στοιχεία του φακέλου υποβολής προσφορών ή προσκομίζοντας άλλα αποδεικτικά στοιχεία· αντιθέτως, οι δυσχέρειες που ανέκυψαν οφείλονται σε περιστατικά που επήλθαν ή επισημάνθηκαν κατόπιν. Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι και στο τελευταίο αυτό ενδεχόμενο η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε ενέργειες που θα απέτρεπαν την λύση της συμβάσεως.
Επικουρικώς: ευθύνη της Επιτροπής για το σύνολο ή μέρος των υπολοίπων ζημιών που υπέστη η ενάγουσα
34.
Για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχουν παραγραφεί τα αιτήματα της ενάγουσας που αφορούν την απόδοση των « προσθέτων δαπανών » που της προκάλεσαν οι ενέργειες της Επιτροπής ( βλέπε ανωτέρω παράγραφο 7), οφείλω να εξετάσω ακόμα επί της ουσίας τα επιχειρήματα που προέβαλε η ενάγουσα ως προς το θέμα αυτό. Μπορώ, βεβαίως, να είμαι σύντομος διότι τα επιχειρήματα αυτά δεν διαφέρουν από εκείνα που η ενάγουσα προέβαλε για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό ότι η λύση της συμβάσεως πρέπει να αποδοθεί σε ενέργειες της Επιτροπής.
Ως προς το θέμα αυτό το βάρος αποδείξεως που φέρει η ενάγουσα είναι μικρότερο: δεν οφείλει να αποδείξει ότι πταίσματα της Επιτροπής προκάλεσαν τη λύση της συμβάσεως, αλλ' ότι τα πταίσματα αυτά προκάλεσαν ολόκληρη ή μέρος της ζημίας που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας διαιτησίας. Ωστόσο, από την ανωτέρω ανάλυση προέκυψε ότι η ενάγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει όχι μόνο ότι η Επιτροπή δεν είναι υπεύθυνη για τη λύση της συμβάσεως, αλλά ούτε ότι οι ενέργειες της Επιτροπής στο πλαίσιο εκτελέσεως των δύο συμβάσεων ήταν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, παράνομες. Πράγματι, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή αναμίχθηκε παράνομα στην εκτέλεση της συμβάσεως ( βλέπε ανωτέρω παράγραφοι 26 και 27) ή ότι περιέπεσε σε πταίσμα κατά την κατάρτιση του φακέλου υποβολής προσφορών (βλέπε ανωτέρω παράγραφοι 28 και 29 ) ή ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει ως προς τη διαχείριση των πιστώσεων του ETA, κατά την εκτέλεση των εν λόγω δύο προγραμμάτων ( βλέπε ανωτέρω παράγραφοι 30 έως 33 ). Πιστεύω, κατά συνέπεια, ότι και αυτό το αίτημα της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί.
Πρόταση
35.
Με βάση τα ανωτέρω προτείνω:
1)
να κριθεί η αγωγή αβάσιμη, καθόσον δι' αυτής ζητείται να αναγνωριστεί η ευθύνη της Επιτροπής για τη λύση, στις 6 Ιουνίου 1981, της σχετικής με το υπ' αριθ. 1 έργο συμβάσεως (πρόγραμμα ETA αριθ. 4.100.041.43.14) εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα·
2)
να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αγωγή λόγω παραγραφής·
3)
να καταδικαστεί η ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) ΡΕ 1976, L25, σ. 1.
( 2 ) Βλέπε έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, σημείο II.
( 3 ) Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι η εν λόγω διοικητική προσφυγή συνιστά « αίτηση » κατά την έννοια του άρθρου 43 του οργανισμού του Δικαστηρίου, η οποία παρατείνει κατά δύο μήνες την προθεσμία παραγραφής για την άσκηση αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης ( κατά το άρθρο 173 και κατά το άρθρο 175, εδάφιο 2). Η ενάγουσα κατέθεσε την αγωγή της στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Αυγούστου 1986 μετά την απόρριψη εκ μέρους της Επιτροπής της διοικητικής της ενστάσεως της 5ης Ιουλίου 1986.
( 4 ) Βλέπε απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1982, Birra Wahrer κατά Επιτροπής, σκέψη 10 (256/80, 257/80, 265/80, 267/80 και 5/81, Συλλογή 1982, σ. 85 ).
( 5 ) Πενταετής προθεσμία που άρχισε στις 6 Ιουνίου 1981, λήγει με το πέρας της ημέρας της 6ης Ιουνίου 1986 ( ημερομηνία κατά την οποία περιήλθε στην Επιτροπή η διοικητική προσφυγή της ενάγουσας ). Βλέπε απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, Misset, σκέψεις 7 και 8 ( 152/86, Συλλογή 1987, σ. 223).
( 6 ) Βλέπε για το υπ' αριθ. Ι έργο το παράρτημα 25 του δικογράφου της αγωγής, ιδίως σσ. 5 και 6, για δε το έργο υπ' αριθ. 2, το παράρτημα αριθ. 26 του δικογράφου της αγωγής, ιδίως σ. 6.
( 7 ) Βλέπε παράρτημα 39 του δικογράφου της αγωγής.
( 8 ) Βλέπε σ. 10 των παρατηρήσεων της Επιτροπής επί της ενστάσεως απαραδέκτου. Το σημείο αυτό δεν το αμφισβητεί η ενάγουσα η οποία διευκρινίζει στο δικόγραφο της αγωγής της ότι μετά τις 6 Δεκεμβρίου 1980 δεν έλαβε πλέον καμία διαταγή υπηρεσίας.
( 9 ) Βλέπε παράρτημα 25 του δικογράφου της αγωγής ( έργο υπ' αριθ. Ι ), σ. 2, και το παράρτημα 26 ( έργο υπ' αριθ. 2), σ.6.
( 10 ) Για τα πρακτικά της συναντήσεως αυτής βλέπε το παράρτημα 28 του δικογράφου της αγωγής.
( 11 ) Εξάλλου, κατά τη διαδικασία διαιτησίας κατά της Ρουάντα, η ενάγουσα ζήτησε κυρίως την ικανοποίηση των δύο αυτών αιτημάτων ( εκτός από την αίτηση της για λύση της συμβάσεως της σχετικής με το υπ' αριθ. 1 έργο εκ μέρους των αρχών της Ρουάντα, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω). Αυτό αποδεικνύει ότι μεταξύ Δεκεμβρίου 1980 και 6ης Ιουνίου 1981 δεν είχε συγκεκριμενοποιηθεί καμία άλλη ζημία.
( 12 ) Ειδικότερα, στην απόφαση Birra-Wührer τόνισε ότι η προθεσμία παραγραφής για αποκατάσταση ζημίας που προκάλεσε κανονισμός δεν αρχίζει από τον χρόνο δημοσιεύσεως ή « αφηρημένης » θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού, αλλά από τον χρόνο κατά τον οποίο οι ενάγοντες της συγκεκριμένης υποθέσεως υφίστανται τις «συγκεκριμένες» ζημιογόνες συνέπειες της εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού ( σκέψη 10 ).
( 13 ) Βλέπε, σχετικώς, τη σημείωση 35, σ. Ι 208, και το συνακόλουθο μ' αυτήν κείμενο.
( 14 ) Kampffmeyer κατά Επιτροπής και Συμβουλίου ( 56/74 έως 60/74, Jurispr. 1976, σ. 711).
( 15 ) Την απόφαση αυτή επιβεβαίωσε η απόφαση της 2ας Μαρτίου 1977, Eier-Kontor, σκέψη 8 (44/76, Συλλογή 1977, σ. 393 ) και η απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, Binderer κατά Επιτροπής, σκέψη 19 ( 147/83, Συλλογή 1985, σ.257).
( 16 ) Βλέπε π.χ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Ludwigshafener Walzmühle κατά Συμβουλίου και Επιτροπής σκέψη 18 ( 197/80 έως 200/80, 243/80, 245/80 και 247/80, Συλλογή 1981, σ. 3211 ).
( 17 ) Murri Frères κατά Επιτροπής (33/82, Συλλογή 1985, σ. 2759 ).
( 18 ) Βλέπε προαναφερθείσα απόφαση 33/82, σκέψεις 35 έως 38.
( 19 ) Λαμβάνω ως υπόθεση ότι το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο θα κρίνει ότι οι αρχές της Ρουάντα είναι υπεύθυνες για την αποκατάσταση ολόκληρης της ζημίας που προκύπτει από τη λύση της συμβάσεως και της οποίας αποκατάσταση ζήτησε η ενάγουσα στο πλαίσιο της διαδικασίας διαιτησίας. Σε αντίθετη περίπτωση, το πρόβλημα που εξετάζω στο σημείο αυτό θα αφορά μόνο το μέρος της ζημίας για το οποίο κρίθηκαν υπεύθυνοι τόσο η Κοινότητα όσο και ο αντισυμβαλλόμενος.
( 20 ) Βλέπε, σχετικώς, απόφαση της 14ης Ιουνίου 1967, Kampffmeyer και λοιποί κατά Επιτροπής ( 5/66, 7/66 και 13/66, στην υπόθεση 24/66, Jurispr. 1967, σσ. 317, 344 ). Βλέπε, επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gαnd, σσ. 347,360 και 361.
( 21 ) Πρόκειται γιο το «αρνητικό» κριτήριο της conditio sine qua non' το αντίθετο δεν αληθεύει πάντοτε. Βλέπε προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Roemer στις συνεκ-δικασΟείσες υποθέσεις 29/63, 31/63, 36/63, 39/63 έως 47/63, 50/63 και 51/63 (Jurispr. 1965, σσ. 1245, 1251 )· βλέπε, επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gant στις συνεκδικασΟεΙσες υποθέσεις 5/66, 7/66 και 13/66 ώς 24/66 ( Jurispr. 1967, σσ. 334,346 έως 348 ).
( 22 ) Βλέπε απόφαση της 10ης Μαΐου 1978, Suiker Export κατά Επιτροπής, σκέψεις 22 έως 27 ( 132/77, Jurispr. 1978, σ. 1061 ).
( 23 ) Βλέπε προαναφερθείσα απόφαση Suiker Export.
( 24 ) Βλέπε άρθρο 51 της Συνθήκης Λομέ Ι.
( 25 ) Βλέπε άρθρο 52 της Συνθήκης Λομέ Ι.
( 26 ) Βλέπε άρθρο 53 της Συνθήκης Λομέ Ι.
( 27 ) Βλέπε άρθρο 54 της Συνθήκης Λομέ Ι. Στο στάδιο αυτό είναι δυνατό να διαταχθεί η κατάρτιση τεχνικής μελέτης ώστε να διαπιστωθει αν το πρόγραμμα είναι υλοποιήσιμο από τεχνικής και οικονομικής απόψεως. Η « γεωτεχνική μελέτη » η οποία απετέλεσε αντικείμενο ζωηρών αμφισβητήσεων στην παρούσα υπόθεση ( βλέπε κατωτέρω) δεν συνιστά, ωστόσο, « μελέτη βιωσιμότητας», αλλά τεχνική μελέτη η οποία καταρτίζεται συνήθως κατά το στάδιο εκτελέσεως του προγράμματος και περιλαμβάνεται στο φάκελο της προκηρύξεως για την υποβολή προσφορών ( βλέπε κατωτέρω ).
( 28 ) Βλέπε άρθρο 56 της « γενικής συγγραφής υποχρεώσεων για τις χρηματοδοτούμενες απο το ETA συμβάσεις δημοσίων έργων και προμηθειών» που εφαρμόζεται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 282/72 του Συμβουλίου, της 31ης Ιανουαρίου 1972 ( PB L 39, σ. 1, στο εξής: συγγραφή υποχρεώσεων). Όσον αφορά την εκτέλεση των δύο προγραμμάτων στα οποία αναφέρεται η παρούσα διαφορά, την παρακολούθηση και εκτέλεση της συμβάσεως είχε αναλάβει το Υπουργείο Δημοσίων 'Εργων της Ρουάνια. Ωστόσο, το υπουργείο παραχώρησε την εξουσία αυτή σιο γερμανικό τεχνικό γραφείο «Rhein-Ruhr Ingenieur GmbH» (στο εξής: RRI ), το οποίο είχε καταρτίσει επίσης και τη γεωτεχνική'] μελέτη (στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, παράγραφοι 28 και 29). Βλέπε παραρτήματα Ι και 2 του δικογράφου ( κείμενο εγγράφου με το οποίο ανακοινώνεται η ανάθεση του έργου στην Spie-Batignolles), σημείο 7.
( 29 ) βλέπε άρθρο 29 του πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 2 περί εφαρμογής της οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας που προβλέπει η Σύμβαση Λομέ Ι ( PB 1976, L 25, σ. 104 ).
( 30 ) Σημειώνω παρεμπιπτόντως ότι αυτή η οργανική κατανομή αρμοδιοτήτων αλλοιώνεται κατά κάποιον τρόπο με το προαναφερθέν πρωτόκολλο 2 της Συμβάσεως Λομέ Ι. Για να μπορέσει η Επιτροπή να εκπληρώσει αποτελεσματικώς το έργο της διαχειρίσεως που της έχει ανατεθεί, λαμβάνει, επίσης, μέρος στη διαδικασία του διαγωνισμού ( βλέπε άρθρο 25 του πρωτοκόλλου ) και στη διαπραγμάτευση και σύναψη της συμβάσεως με τον μειοδοτήσαντα στο διαγωνισμό (βλέπε άρθρο 26 του πρωτοκόλλου ). Όπως εξάλλου προκύπτει από τη νομολογία που θα παραθέσω στη συνέχεια των προτάσεων μου, οι διατάξεις αυτές δεν θίγουν την κατά βάση αρμοδιότητα του οικείου κράτους ΑΚΕ.
( 31 ) βλέπε προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1985, Murri Frères κατά Επιτροπής, 33/82, σκέψεις 33 και 34' απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986 (Développement SA και Clémcssy κατά Επιτροπής, σκέψη 25 (267/82, Συλλογή 1986, σ. 1907)· απόφαση της 10ης Ιουλίου 1985, CMC κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ( 118/83, Συλλογή 1984, σ. 2325 )· και απόφαση της 10ης Ιουνίου 1984, STS κατά Επιτροπής, σκέψεις 13 έως 18 ( 126/83, Συλλογή 1984, σ. 2769). Καίτοι μόνο η απόφαση Développement SA και Clémessy αφορά την εφαρμογή της Συμβάσεως Λομέ Ι, ωστόσο, όλες οι προαναφερθείσες αποφάσεις επιβεβαιώνουν ότι η εν λόγω αρχή ισχύει αναλλοίωτη για όλες τις Συμβάσεις Λομέ και Yaoundé.
( 32 ) Προαναφερθείσα απόφαση CMC, σκέψη 31' προανα-φερθεία απόφαση Murri, σκέψη 35· προαναφερθείσα απόφαση Développement SA και Clémessy, σκέψεις 16 και 17.
( 33 ) Η ενάγουσα δεν εξηγεί πώς οι περιστάσεις αυτές μπορούν να θεμελιώσουν την ευθύνη της Επιτροπής, ούτε από ποια έγγραφα προκύπτουν (ή μπορούν να προκύψουν ) οι « όλως αυθαίρετες περιστάσεις ».
( 34 ) Για την ερμηνεία του όρου αυτού βλέπε άρθρο 11 της προαναφερθείσας συγγραφής υποχρεώσεων. Η συμφωνία με την ενάγουσα είχε συναφθεί με βάση τις τιμές μονάδας, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου 11.
( 35 ) Κατά την άποψη μου, η ενάγουσα θέλει να τονίσει με τον ισχυρισμό της αυτό ότι η απόφαση της Ρουάντα να λύσει τη σύμβαση στηρίχτηκε στη διαβεβαίωση της Επιτροπής ότι το πρόγραμμα θα ολοκληρωθεί από άλλη επιχείρηση και θα χρηματοδοτηθεί από την Κοινότητα, καθώς και ότι ούτε η διαβεβαίωση ούτε ο τρόπος χρηματοδοτήσεως είναι σύμφωνοι προς τους εφαρμοστέους κανόνες. Ωστόσο, η ενάγουσα δεν προσεκόμισε αποδείξεις για τους ισχυρισμούς της αυτούς. Εξάλλου, η Επιτροπή τόνισε κατά την προφορική διαδικασία ότι η σύμβαση ανατέθηκε στην Colas κατόπιν διαγωνισμού.
( 36 ) Βλέπε έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στοιχείο Ι. Β. in fine.
( 37 ) Προς στήριξη του ισχυρισμού της αυτού, η ενάγουσα επικαλείται το έγγραφο υπ' αριθ. 33, που κατέθεσε η Επιτροπή. Η εκτίμηση του εγγράφου αυτού καθώς και των υπολοίπων εγγράφων στη συνέχεια των προτάσεών μου.
( 38 ) Προς στήριξη του ισχυρισμού της αυτού, η ενάγουσα επικαλείται το υπ' αριθ. 21 έγγραφο που κατέθεσε η Επιτροπή. Η εκτίμηση του εγγράφου αυτού καθώς και των υπολοίπων στη συνέχεια των προτάσεών μου.
( 39 ) Έχω, βεραιως, επίγνωση του γεγονότος ότι τα έγγραφα που έχει συντάξει η Επιτροπή ή ο εκπρόσωπός της δεν έχουν απόλυτη αποδεικτική αξία, δεν μπορούν δηλαδή μόνο αυτά να στηρίξουν την απαλλαγή της Επιτροπής. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι κατά τον χρόνο εκτελέσεως της συμβάσεως δεν υπήρχε διαφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της Επιτροπής. Θεωρώ, συνεπώς, ότι έγγραφα υπηρεσιών της Επιτροπής που ανάγονται σε ανύποπτο χρόνο και σε ανύποπτες περιστάσεις μπορούν, καταρχήν, να θεωρηθούν ως αξιόπιστα, τουλάχιστον ως προς τη στάση της Επιτροπής κατά τον χρόνο λύσεως της συμβάσεως.
( 40 ) Ως προς το σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στις μηνιαίες εκθέσεις του εκπροσώπου της Επιτροπής, που περιλαμβάνονται στα έγγραφα που κατέθεσε η Επιτροπή.
( 41 ) Πρόκειται για έγγραφο του προέδρου-γενικού διευθυντού της Spie-Baτignolles-Travaux publics προς τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή του ETA, που επισυνάπτεται στο υπ' αριθ. 76 παράρτημα της απαντήσεως της ενάγουσας. Στο τέλος της σελίδας 3 του εν λόγω εγγράφου, ο προαναφερθείς πρόεδρος-γενικός διευθυντής τονίζει ότι η Spic-Balignolles ουδέποτε είχε την πρόθεση να εξομοιώσει τη στάση της Επιτροπής με εκείνη της Ρουάντα, αλλ' ότι με το έγγραφο αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στην Επιτροπή η οποία, ως χρηματοδότης, μπορεί ευκολότερα να αποκαταστήσει τον διάλογο μεταξύ της Ιδιας και των αρχών της Ρουάντα. Λπό τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του το Δικαστήριο δεν προκύπτει αν η άποψη που υποστηρίζει η ενάγουσα στο προαναφερθέν έγγραφο στηρίχτηκε σε πεπλανημένες ενδείξεις ως προς τον ρόλο και τις ενέργειες της Επιτροπής.
( 42 ) Βλέπε σ. 2, δεύτερο εδάφιο, του εγγράφου αυτού.
( 43 ) Βλέπε π.χ. μεταξύ των εγγράφων που κατέθεσε η Επιτροπή, το υπ' αριθ. 26 έγγραφο, τηλετύπημα της 10ης Φεβρουαρίου 1981, ειδικότερα την ακροτελεύτια παράγραφό του, και το παράρτημα Ι του υπ' αριθ. 33 εγγράφου (εσωτερικό) υπόμνημα των υπηρεσιών της Επιτροπής, της 12ης Μαΐου 1981, που συντάχθηκε στο πλαίσιο της προετοιμασίας μιας ( τελευταίας ) συναντήσεως διακανονισμού που οργανώθηκε με πρωτοβουλία της Επιτροπής. Από το υπόμνημα αυτό προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή ούτε αναμίχθηκε ούτε θέλησε να υποδείξει μια ορισμένη επιλογή προς τις αρχές της Ρουάντα· πρόθεση της ήταν, απλώς, να εκθέσει τις διάφορες δυνατότητες εξομαλύνσεως της διαφοράς μεταξύ της ενάγουσας και των αρχών της Ρουάντα.
( 44 ) Αυτό συνάγεται σαφώς π.χ. από το υπ' αριθ. 33 έγγραφο που κατέθεσε η Επιτροπή, υπηρεσιακό σημείωμα του αναπληρωτή γενικού διευθυντού του ETA προς τον αντιπρόσωπο της Επιτροπής στη Ρουάντα, της 2ας Ιουνίου 1981. Βλέπε, επίσης, παράρτημα V του εν λόγω υπηρεσιακού σημειώματος, τηλετύπημα της 20ής Μαΐου 1981 μεταξύ των δύο αυτών προσώπων, ειδικότερα τις πέντε τελευταίες γραμμές.
( 45 ) Βλέπε π.χ. παραρτήματα IV και V του προαναφερθέντος υπ' αριθ. 33 εγγράφου που κατέθεσε η Επιτροπή.
( 46 ) Η ενάγουσα επισήμανε, π.χ., κατά την προφορική διαδικασία χειρόγραφη σημείωση (πιθανώς υπαλλήλου του ETA) σε έγγραφο του εκπροσώπου της Επιτροπής προς τον αρμόδιο υπάλληλο του ETA στις Βρυξέλλες της 18ης Νοεμβρίου 1980 (υπ' αριθ. 21 έγγραφο που κατέθεσε η Επιτροπή).
( 47 ) 'Αρθρο 29 του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 2 της Λομέ Ι.
( 48 ) Βλέπε παράρτημα 51 της απαντήσεως της ενάγουσας ως προς το κείμενο της διαιτητικής απόφασης.
( 49 ) Βλέπε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 31, παράγραφος 6, και 29, παράγραφος Ι, του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 2 της ΣυμΡάσεως Λομέ Ι.
( 50 ) Προαναφερθείσα απόφαση STS, σκέψη 15. Μολονότι στο χωρίο αυτό της αποφάσεως θα μπορούσε να στηριχθεί η άποψη ότι, εντός του κανονιστικού πλαισίου των Συμράσεων της Λομέ, οι πράξεις της Επιτροπής δεν μπορούν να « αφορούν απευθείας » τις επιχειρήσεις (κατά την έννοια του άρθρου 173 και όχι κατά την έννοια του άρθρου 215 της Συνθήκης ), ωστόσο, από την απόφαση αυτί'], όσο και από τις μεταγενέστερες αποφάσεις, συνάγεται ότι από το εφαομοατέο κανοηοηκό πλαίαίσιο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή και το οικείο κράτος ΑΚΕ είναι αλληλεγγύως υπεύθυνοι.
( 51 ) Βλέπε παράρτημα 39 του δικογράφου της αγωγής για αντίγραφο εγγράφου nou διατυπώνει το αίτημα αυτό.
( 52 ) Βλέπε το υπ' αριθ. 40 παράρτημα της αγωγής, σ. 2, στοιχείο 3. γ ), των πρακτικών.
( 53 ) Βλέπε το υπ' αριθ. 41 παράρτημα του δικογράφου της αγωγής, σ. 1, στοιχείο Β. 2, των πρακτικών.
( 54 ) Βλέπε το υπ' αριθ. 42 παράρτημα του δικογράφου της αγωγής, σ. 5, στοιχείο 3. Ε, των πρακτικών.
( 55 ) Βλέπε το υπ' αριθ. 43 παράρτημα του δικογράφου της αγωγής, στο τέλος της σελίδας 5, και στη σελίδα 1, στοιχείο Β. Ι. δ ).
( 56 ) Στο δικόγραφο της αγωγής, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή « επέβαλε » τη μετατροπή αυτή. Πρόκειται, προφανώς, περί ανακρίβειας, δεδομένου ότι στα πρακτικά αναφέρεται ότι οι διοικητικές αρχές της Ρουάντα αποφάσισαν τη μετατροπή κατόπιν προτάσεως της ενάγουσας.
( 57 ) Βλέπε σημείωση 41, σ. Ι 209.
( 58 ) Βλέπε άρθρο 27 του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου uπ' αριθ. 2 της Συνθήκης Λομέ Ι.
( 59 ) Βλέπε άρθρο 30, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 2 της Συνθήκης Λομέ Ι.
( 60 ) Βλέπε το υπ' αριθ. 51 παράρτημα της απαντήσεως, σσ. 33 και 34.
( 61 ) Πρόκειται για το γραφείο RRI. Βλέπε σημείωση 28, σ. 1 207.
( 62 ) Βλέπε ανωτέρω παράγραφο 21 καθώς και την παρατιθέ-μένη στη σημείωση 31, σ. Ι 207, νομολογία.
( 63 ) Βλέπε δικόγραφο της αγωγής, σσ. 2 έως 6.
( 64 ) Παράρτημα 51 της απαντήσεως.
( 65 ) Βλέπε υπόμνημα του επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Επιτροπής, έγγραφο υπ' αριθ. 31, που κατατέθηκε από την Επιτροπή.
( 66 ) Βλέπε, ιδίως, το υπ' αριθ. 32 έγγραφο που κατέθεσε η Επιτροπή.
( 67 ) Βλέπε το υπ' αριθ. 33 έγγραφο ( με παραρτήματα), που κατέθεσε η Επιτροπή.
Full & Egal Universal Law Academy