Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Το 1983 η Ιρλανδία εξέδωσε τον Fisheries Amendment Act ( τροποποιητικό νόμο περί αλιείας ), ο οποίος τροποποιεί την εθνική νομοθεσία περί αλιείας, τον Fisheries Consolidation Act ( ενιαίο νόμο περί αλιείας ) του 1959, στον οποίο προστέθηκε ένα άρθρο ( το 222 Β ), κατά το οποίο η χρήση αλιευτικών σκαφών νηολογημένων στην Ιρλανδία, είτε εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας της χώρας αυτής είτε εκτός αυτής, εξαρτάται από τη χορήγηση άδειας . Ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να περιλάβει στην άδεια αυτή τον όρο να έχει το 75% τουλάχιστον του πληρώματος του πλοίου ιθαγένεια χώρας της ΕΟΚ .
2 . Η εταιρία Pesca Valentia Limited, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, είναι ιρλανδική επιχείρηση αλιείας που αποτελεί μικτή επιχείρηση ιρλανδικών συμφερόντων ( κατά το 26 %) και ισπανικών συμφερόντων ( κατά το 74 %) και η οποία από τη σύστασή της το 1980 αλιεύει με αλιευτικά πλοία νηολογημένα στην Ιρλανδία στα ιρλανδικά ύδατα, ασχολούμενη κυρίως με την αλιεία μερλουκίων, οι οποίοι προορίζονται κυρίως για εξαγωγή στην ισπανική αγορά .
3 . Κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσης ιρλανδικής νομοθεσίας του 1983, ο Υπουργός Αλιείας της Ιρλανδίας, καθού στην κύρια δίκη, χορήγησε στο πλοίο "Monte Marin", που ανήκει στην εν λόγω εταιρία, άδεια αλιείας για το διάστημα μεταξύ 17 Αυγούστου 1984 και 16 Αυγούστου 1985 .
4 . Η άδεια αυτή περιελάμβανε μεταξύ άλλων τις ακόλουθες δύο διατάξεις :
"α ) Το πλοίο για το οποίο χορηγείται η παρούσα άδεια δεν θα χρησιμοποιηθεί για τη θαλάσσια αλιεία, είτε εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας της Ιρλανδίας είτε εκτός αυτής, αν τουλάχιστον το 75% των μελών του πληρώματος δεν έχει την ιρλανδική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας .
β ) Το πλοίο δεν θα χρησιμοποιηθεί για τη θαλάσσια αλιεία στο τμήμα της αποκλειστικής ζώνης αλιείας της Ιρλανδίας που εκτείνεται μέχρι το όριο των δώδεκα ναυτικών μιλίων από τις γραμμές βάσεως ."
5 . Κατά τη σύλληψη του πλοίου στις 11 Σεπτεμβρίου 1984 εντός της ιρλανδικής ζώνης αλιείας, αλλ' εκτός της παράκτιας ζώνης της Ιρλανδίας, διαπιστώθηκε ότι το πλήρωμά του δεν πληρούσε τον ανωτέρω όρο . Κατόπιν αυτού ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του πλοιάρχου .
6 . Κατόπιν της ασκήσεως της ποινικής αυτής διώξεως, η Pesca Valentia άσκησε προσφυγή ενώπιον του High Court της Ιρλανδίας, με την οποία υποστήριξε ότι η επίμαχη ιρλανδική νομοθεσία, αφενός μεν, έχει θεσπιστεί σε τομέα της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας, αφετέρου δε, αντιβαίνει οπωσδήποτε προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διακηρύσσεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ .
7 . Προκειμένου να εκτιμήσει την αξία των δύο αυτών επιχειρημάτων, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε τα δύο ερωτήματα που σας προτείνω να εξετάσουμε πάραυτα .
Ι - Ως προς την αρμοδιότητα των κρατών μελών ( πρώτο προδικαστικό ερώτημα )
8 . Το πρώτο ερώτημα που έθεσε το εθνικό δικαστήριο έχει ως εξής :
"Απαγορεύουν τα άρθρα 100 και 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, τα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 101/76 και το άρθρο 6 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 170/83 στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία που να προβλέπει ότι ένα ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων των σκαφών που αλιεύουν εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας τους πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της ΕΟΚ;"
9 . Α - Καταρχάς σας προτείνω να εξετάσετε τις διατάξεις του κανονισμού 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 04/001, σ . 61 ).
10 . Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής : "Για την προώθηση της αρμονικής και ισόρροπης αναπτύξεως του τομέως της αλιείας στο πλαίσιο της γενικής οικονομικής δραστηριότητος και για να ευνοηθεί η ορθολογική εκμετάλλευση των βιολογικών πόρων της θαλάσσης και των εσωτερικών υδάτων, καθιερώνεται κοινό καθεστώς για την άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητος στα θαλάσσια ύδατα και θεσπίζονται ειδικά μέτρα για κατάλληλες ενέργειες και για το συντονισμό της διαρθρωτικής πολιτικής κάθε κράτους μέλους στον τομέα αυτό ."
11 . Κατά το άρθρο 2, "το καθεστώς το εφαρμοζόμενο από κάθε κράτος μέλος στην άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητος στα θαλάσσια ύδατα, τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, δεν δύναται να προκαλέσει διάφορη μεταχείριση έναντι των άλλων κρατών μελών .
12 . Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως την ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που ευρίσκονται στα ύδατα τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο σε όλα τα αλιευτικά σκάφη υπό σημαία ενός των κρατών μελών που είναι νηολογημένα στην επικράτεια της Κοινότητος ".
13 . Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται, υπό τον όρο ότι δεν προβαίνουν σε διακρίσεις εις βάρος των αλιευτικών σκαφών των άλλων κρατών μελών ( με το πρόβλημα αυτό θα ασχοληθώ κατά την εξέταση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος ), να καθορίζουν τις προϋποθέσεις αλιείας στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους .
14 . Αυτό επιβεβαιώνεται και από την παράγραφο 2 του άρθρου 2, κατά την οποία "τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που υφίστανται στο πεδίο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εδάφιο πρώτο, καθώς και εκείνες οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων των αναφερομένων στην εν λόγω παράγραφο, εδάφιο δεύτερο ".
15 . Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού, "τα κράτη μέλη κοινοποιούν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις τροποποιήσεις τις οποίες πρόκειται να επιφέρουν στο καθεστώς αλιείας που ορίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 2 ".
16 . 'Ετσι, εφόσον ο κανονισμός λαμβάνει ως αφετηρία το γεγονός ότι η νομοθεσία των κρατών μελών εξελίσσεται με το χρόνο, δεν είναι προφανώς δυνατόν να υποστηριχθεί ότι τα κράτη μέλη έχουν απολέσει γενικά την αρμοδιότητα να θεσπίζουν κανόνες δικαίου ως προς την αλιεία .
17 . Το πρώτο αυτό συμπέρασμα επιβεβαιώνουν το δεύτερο τμήμα του πρώτου άρθρου και τα άρθρα 5, 6, 9, 10, 11 και 12 του ίδιου αυτού κανονισμού, από τα οποία συνάγεται σαφώς ότι την ευθύνη για τη διαρθρωτική πολιτική εξακολουθούν να έχουν καταρχήν τα κράτη μέλη, η δε Κοινότητα παρεμβαίνει με μόνο σκοπό να εξασφαλίσει το συντονισμό της .
18 . Το ότι τα μέτρα που ρυθμίζουν τη θαλάσσια αλιεία αποτελούν μέρος της διαρθρωτικής πολιτικής, αποδεικνύεται μεταξύ άλλων από το άρθρο 12, κατά το οποίο η Μόνιμη Επιτροπή Διαρθρώσεως Αλιείας έχει μεταξύ άλλων ως αποστολή "να εξασφαλίζει την αμοιβαία πληροφόρηση των κρατών μελών και της Επιτροπής στον τομέα της διαρθρωτικής πολιτικής και ιδίως όσον αφορά τα μέτρα τα οποία ρυθμίζουν την άσκηση της θαλάσσιας αλιευτικής δραστηριότητας ".
19 . Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 101/76, "η αλιεία πρέπει να αναπτύσσεται κατά ορθολογικό τρόπο και να εξασφαλίζεται ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο στα άτομα τα οποία πορίζονται απ' αυτήν τα μέσα διαβιώσεώς τους ".
20 . Είναι όμως βέβαιο ότι το βιοτικό επίπεδο των αλιέων δεν εξαρτάται μόνο από τους διαθέσιμους αλιευτικούς πόρους, αλλά και από τον αριθμό των πλοίων που εκμεταλλεύονται τους πόρους αυτούς . Δεν είναι δυνατή η ορθολογική ανάπτυξη του τομέα, αν αυξάνεται παράλογα ο αριθμός των αλιευτικών πλοίων . Για το λόγο αυτό ο κανονισμός προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ( άρθρο 8 ) ή η Κοινότητα ( άρθρο 9 ) μπορούν να χορηγούν οικονομικές ενισχύσεις με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας μέσω κυρίως της αναδιαρθρώσεως των στόλων .
21 . Ο κανονισμός 2908/83 του Συμβουλίου, της 4ης Οκτωβρίου 1983, για την κοινή δράση αναδιάρθρωσης, εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης του τομέα της αλιείας και ανάπτυξης της υδατοκαλλιέργειας ( ΕΕ L 290 της 22.10.1983, σ . 1 ), ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 101/76, έχει και αυτός ως σκοπό να επιτευχθεί, με την εφαρμογή πολυετών προγραμμάτων, ικανοποιητική ισορροπία μεταξύ της αλιευτικής ικανότητας και των διαθέσιμων θαλάσσιων πόρων ( βλέπε ιδίως τρίτη αιτιολογική σκέψη και άρθρα 3, 4 και 11 ).
22 . Τέλος, με την οδηγία του Συμβουλίου, της 4ης Οκτωβρίου 1983, σχετικά με ορισμένες δράσεις προσαρμογής της παραγωγικής ικανότητας στον τομέα της αλιείας ( ΕΕ L 290 της 22.10.1983, σ . 15 ), επιδιώκεται να ενθαρρυνθούν τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ειδικές δράσεις διαρθρωτικής προσαρμογής των αλιευτικών τους στόλων με τα δικά τους νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέσα ( βλέπε ιδίως την πέμπτη, έκτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη ). Η οδηγία αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν κατ' αποκοπή πριμοδοτήσεις ακινητοποιήσεως για τα σκάφη των οποίων η παραγωγικότητα δεν είναι εξασφαλισμένη λόγω των περιορισμών της αλιείας ή αποζημιώσεις για την παύση της αλιείας, προκειμένου να μειωθεί οριστικά η αλιευτική ικανότητα των στόλων, τα τεχνικά χαρακτηριστικά των οποίων καθιστούν δύσκολη την προσαρμογή τους στις δυνατότητες αλιεύσεως που προβλέπονται μεσοπρόθεσμα .
23 . Στις 24 Απριλίου 1985 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετικά με το πολυετές πρόγραμμα προσανατολισμού του αλιευτικού στόλου που είχε υποβάλει η Ιρλανδία σύμφωνα με τον κανονισμό 2908/83 ( ΕΕ L 157 της 15.6.1985, σ . 23 ). Στην απόφαση αυτή η Επιτροπή διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι το ιρλανδικό πρόγραμμα προβλέπει την ανανέωση του στόλου χωρίς συνολική αύξηση της δυναμικότητάς του, η οποία συμβιβάζεται με τις δυνατότητες εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων που προβλέπονται μεσοπρόθεσμα . Η Επιτροπή σημειώνει ότι οι ιρλανδικές αρχές έχουν θέσει ήδη σε εφαρμογή ένα μόνιμο σύστημα ελέγχου των πλοίων που είναι μεγαλύτερα από είκοσι μέτρα ( εξήντα πέντε πόδια ) και αρχίζουν να επιδίδονται στην αλιεία, προκειμένου να εξασφαλίσουν την καλύτερη χρησιμοποίηση των διαθέσιμων πόρων και να βελτιστοποιήσουν την κατανομή της αλιευτικής δραστηριότητας ( βλέπε, επίσης, παράρτημα Ι, σημείο 4, της απόφασης ).
24 . Στο παράρτημα ΙΙ "Τελικά συμπεράσματα" η Επιτροπή θεωρεί επίσης "ότι οι ιρλανδικές αρχές θα πρέπει, το συντομότερο δυνατό, να επεκτείνουν το σύστημα αδειών για τα αλιευτικά πλοία ώστε να επιτευχθεί καλύτερη ισορροπία μεταξύ των πόρων και της δυναμικότητας . Η Επιτροπή επιδοκιμάζει, επίσης, την πρόθεση των ιρλανδικών αρχών να εξετάζουν με αυστηρότερο τρόπο κάθε αίτηση εκσυγχρονισμού ή αντικατάστασης των πλοίων ".
25 . Από όλα αυτά τα κείμενα αποδεικνύεται πλήρως ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν, εντός των πλαισίων των παραμέτρων που καθορίζει η Κοινότητα, την αρμοδιότητα να λαμβάνουν όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την ορθολογική αναδιάρθρωση των αλιευτικών τους στόλων .
26 . Η αρμοδιότητα αυτή σημαίνει κατ' ανάγκη ότι τα κράτη μέλη έχουν και την αρμοδιότητα να λαμβάνουν μέτρα προκειμένου τα αποτελέσματα όλων αυτών των προσπαθειών αναδιαρθρώσεως, για τις οποίες διατίθενται άλλωστε σημαντικά κρατικά και κοινοτικά κονδύλια, να μην τίθενται σε κίνδυνο και να μην "εκτρέπονται" μέσω της ανεξέλεγκτης αυξήσεως του αλιευτικού στόλου λόγω της εγγραφής στα νηολόγια πλοίων που προηγουμένως ήταν νηολογημένα σε τρίτες χώρες και το πλήρωμα των οποίων αποτελείται στη μεγάλη του πλειοψηφία από υπηκόους τρίτων χωρών .
27 . Θα μπορούσε βέβαια να τεθεί το ερώτημα γιατί η Ιρλανδία δεν έλαβε μέτρα που να αφορούν την ίδια την εγγραφή των εν λόγω πλοίων στα νηολόγιά της . Δεν μπορεί, όμως, να μη γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να αποφασίζουν ότι η σημαία τους ή η εγγραφή στα νηολόγιά της δεν δίνουν αυτόματα δικαίωμα αλιείας και ότι για την άσκηση του δικαιώματος αυτού απαιτείται ειδική άδεια, η χορήγηση της οποίας υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις .
28 . Χάριν πληρότητας θα ήθελα ακόμη να υπενθυμίσω, όπως έπραξαν και το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή, τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία δεν μπορεί από το γεγονός και μόνο ότι ένας κανονισμός περί κοινής οργανώσεως αγοράς σε συγκεκριμένο τομέα σιωπά να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον την εξουσία να λαμβάνουν μέτρα στον τομέα αυτό ( απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 237/83, Jongeneel Kaas κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1984, σ . 483 ). Αντίθετα, το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει καμία ρύθμιση παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να λάβουν τα μέτρα που θεωρούν πρόσφορα για τη διαρθρωτική βελτίωση ορισμένου τομέα τηρώντας τους κανονισμούς και τις αρχές που διέπουν την κοινή οργάνωση αγοράς ( απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986 στην υπόθεση 148/85, Direction generale des impots κατά M.-L . Forest, Συλλογή 1986, σ . 3449 ).
29 . Στην παρούσα υπόθεση τα ερωτήματα που έχουν τεθεί στο Δικαστήριο δεν αφορούν κοινή οργάνωση αγοράς ( 1 ), αλλά κανονισμό περί καθιερώσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής μέσω του συντονισμού της διαρθρωτικής πολιτικής των κρατών μελών .
30 . Οι αρχές που έχουν τεθεί με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου ισχύουν κατά μείζονα λόγο στην προκειμένη περίπτωση .
31 . Β - Το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται επίσης στο άρθρο 100 της πράξεως προσχωρήσεως και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ . 1 ). Τα άρθρα αυτά επιτρέπουν ρητά στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν, όσον αφορά τις παράκτιες ζώνες τους, οι οποίες πλέον έχουν καθοριστεί σε δώδεκα ναυτικά μίλια, από την προαναφερθείσα αρχή της ίσης πρόσβασης όλων των αλιέων της Κοινότητας στα θαλάσσια ύδατα των άλλων κρατών μελών .
32 . Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες επιτρέπουν στα κράτη μέλη να αποκλείουν από τις παράκτιες ζώνες αλιείας τους τα αλιευτικά σκάφη τα νηολογημένα στα άλλα κράτη μέλη, δεν έχουν προφανώς σχέση με το ζήτημα αν τα κράτη μέλη μπορούν ενδεχομένως να επιβάλλουν προϋποθέσεις ή απαγορεύσεις, όσον αφορά την αλιεία στην ίδια αυτή αποκλειστική ζώνη, στα δικά τους σκάφη .
33 . Γ - Τέλος, απομένει να εξεταστεί το ζήτημα αν το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972 αφαιρεί από τα κράτη μέλη την εξουσία να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις σαν τις επίμαχες εν προκειμένω .
34 . Δυνάμει του άρθρου 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, το οποίο ορίζει ότι "το αργότερο από το έκτο έτος μετά την προσχώρηση το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, καθορίζει τους όρους ασκήσεως των αλιευτικών δραστηριοτήτων για να εξασφαλίσει την προστασία των αλιευτικών αποθεμάτων και τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θαλάσσης", η αρμοδιότητα για τη λήψη μέτρων με σκοπό τη διατήρηση των θαλάσσιων πόρων ανήκει πλήρως και οριστικώς στην Κοινότητα από την 1η Ιανουαρίου 1979 .
35 . Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από μια σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου ( 2 ).
36 . 'Αρα "τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται επομένως να ασκούν δική τους εξουσία στον τομέα των μέτρων διατηρήσεως εντός των υδάτων της δικαιοδοσίας τους" και "η θέσπιση τέτοιων μέτρων, με τους περιορισμούς που συνεπάγονται για τις αλιευτικές δραστηριότητες, μετά την ανωτέρω ημερομηνία, είναι θέμα κοινοτικού δικαίου ". Ομοίως, "οι πόροι στους οποίους οι αλιείς των κρατών μελών έχουν ίσο δικαίωμα προσβάσεως πρέπει εφεξής να υπάγονται στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου" ( 3 ).
37 . Επειδή παρά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προέβλεπε το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως δεν υπήρχε καμιά κοινοτική ρύθμιση, το Δικαστήριο δέχτηκε τότε ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούσαν ακόμη να έχουν προσωρινά εξουσία για να λαμβάνουν εθνικά μέτρα διατηρήσεως, τα οποία πάντως θα έπρεπε να εφαρμόζουν ως "διαχειριστές του κοινού συμφέροντος ".
38 . Από τότε, όμως, έχει εκδοθεί κοινοτική ρύθμιση του σχετικού τομέα : πρόκειται ακριβώς για τον προαναφερθέντα κανονισμό 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων . Στο εξής, επομένως, ισχύει η ρύθμιση αυτή, η οποία και έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση .
39 . Προκειμένου να καθοριστεί αν η αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας ως προς τη θέσπιση των μέτρων που είναι αναγκαία για τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν ρυθμίσεις σαν την επίμαχη, πρέπει να οριστεί η έννοια των "μέτρων διατηρήσεως ".
40 . Η έννοια του όρου αυτού προκύπτει από τον κανονισμό 170/83 και τους κανονισμούς που έχουν εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση του κανονισμού αυτού, δηλαδή :
-τον κανονισμό 171/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί ορισμένων προσωρινών τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24 της 27.1.1983, σ . 14 )
- τον κανονισμό 172/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί καθορισμού για το 1982, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που αναπτύσσονται στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας, του συνόλου επιτρεπομένων αλιευμάτων, του μεριδίου της Κοινότητας από αυτά τα αλιεύματα, της κατανομής του μεριδίου αυτού στα κράτη μέλη και των όρων υπό τους οποίους πραγματοποιείται το σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων ( ΕΕ L 24 της 27.1.1983, σ . 30 ), και τους κανονισμούς οι οποίοι από τότε καθορίζουν ετησίως το σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων και την κατανομή τους μεταξύ των κρατών μελών ( ποσοστώσεις ).
41 . Από τα κείμενα αυτά συνάγεται ότι τα εν λόγω μέτρα μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα για κάθε είδος ή ομάδα ειδών ιχθύων :
- τον καθορισμό ζωνών στις οποίες να απαγορεύεται η αλιεία ή να περιορίζεται σε ορισμένους περιόδους, σε ορισμένους τύπους πλοίων, σε ορισμένο συνολικό αριθμό σκαφών κάθε κράτους μέλους που να μπορούν να αλιεύουν ταυτόχρονα, σε ορισμένα αλιευτικά εργαλεία ή σε ορισμένες χρήσεις των αλιευμάτων
- την καθιέρωση κανόνων ως προς τα αλιευτικά εργαλεία
- τον καθορισμό ενός ελάχιστου μεγέθους ή βάρους για κάθε είδος
- τη ρύθμιση της παρεμπίπτουσας αλιείας
- τον περιορισμό της αλιείας, κυρίως με τον περιορισμό των αλιευμάτων που μπορούν να πραγματοποιηθούν από τον αλιευτικό στόλο κάθε κράτους μέλους .
42 . Εν προκειμένω ενδιαφέρον θα μπορούσαν να παρουσιάζουν μόνο το πρώτο και το τελευταίο από τα ανωτέρω σημεία .
43 . α ) Από τα ανωτέρω, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 63/83, Regina κατά Kirk, Συλλογή 1984, σ . 2689, σκέψη 19 ), προκύπτει ότι τα μέτρα που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις αλιείας μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να εξυπηρετούν το σκοπό της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων .
44 . Είναι όμως σαφές ότι το μέτρο που έλαβε η Ιρλανδία δεν εξυπηρετεί αυτό το σκοπό . Με το μέτρο αυτό δεν επιδιώκεται η προστασία των ειδών των ιχθύων ( ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται με τον καθορισμό ποσοστώσεων και τεχνικών μέτρων διατηρήσεως ), αλλά η εξασφάλιση ενός δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τους υπηκόους των κρατών μελών που πορίζονται τα προς το ζην από τη θαλάσσια αλιεία ( βλέπε την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 101/76 ).
45 . Επομένως, το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως και η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η Κοινότητα έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα ως προς τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω .
46 . β ) Ακόμη και αν υιοθετηθεί η αντίθετη άποψη, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το επίμαχο μέτρο είναι ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο .
47 . Πράγματι, εφόσον η Pesca Valentia αλιεύει είδη που υπόκεινται σε ποσόστωση, το προσβαλλόμενο μέτρο καλύπτεται από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, που αναθέτει στα κράτη μέλη το έργο του καθορισμού, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, των τρόπων χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί .
48 . Αυτό επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 1985 στην υπόθεση 207/84 ( Rederij L . de Boer κατά Produktschap voor Vis en Visprodukten, Συλλογή 1985, σ . 3203 ). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο δέχτηκε τα εξής :
"Στην περίπτωση που με εθνική κανονιστική ρύθμιση ελέγχεται ο αριθμός των πλοίων που μπορούν να επιδοθούν στην αλιεία ρέγγας, με τον καθορισμό ως κριτηρίου για τη χορήγηση άδειας χρησιμοποίησης της ποσόστωσης της ικανότητας του αιτούντος αλιέως να μεταποιήσει επί του πλοίου την αλιευόμενη ρέγγα σε ρέγγα 'maatjes' ( δηλαδή νεαρή ρέγγα που υποβάλλεται σε αλάτισμα και αφαίρεση των εντοσθίων ), η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση συνιστά εκτελεστική διάταξη για τη χρήση της ποσόστωσης κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις και το σκοπό του εν λόγω κανονισμού ..." ( σκέψη 28 ).
49 . Ομοίως, στην περίπτωση κατά την οποία σε ένα κράτος μέλος έχει παραχωρηθεί ποσόστωση για ορισμένο είδος ή για ορισμένη ομάδα ειδών ιχθύων, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να επιβάλει στα πλοία του, για την εκμετάλλευση της ποσοστώσεως αυτής, ορισμένες προϋποθέσεις σχετικά με τη σύνθεση των πληρωμάτων .
50 . Δεύτερον, ακόμη και αν τα πλοία της Pesca Valentia επεδίωκαν να αλιεύουν είδη για τα οποία η Κοινότητα δεν έχει καθορίσει ποσοστώσεις, δεν θα μπορούσε να ασκηθεί κριτική κατά του επίδικου όρου ούτε και στην περίπτωση αυτή . Τα κράτη μέλη μπορούν να απαγορεύουν ή να περιορίζουν το δικαίωμα των πλοίων που πλέουν υπό τη σημαία τους να αλιεύουν τα είδη αυτά . Η δυνατότητα αυτή επιβεβαιώνεται ρητά, όσον αφορά τα τεχνικά μέτρα, από το άρθρο 20 του κανονισμού 171/83, το οποίο ορίζει τα εξής :
"Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη εθνικών τεχνικών μέτρων που ξεπερνούν το κατώτατο όριο των απαιτήσεών του και που αφορούν μόνο τους αλιείς του συγκεκριμένου κράτους μέλους και προορίζονται να εξασφαλίζουν καλύτερη διαχείριση ή καλύτερη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων, ή αναφέρονται σε είδη που δεν υπόκεινται σε ποσοστώσεις ή σε είδη για τα οποία ο παρών κανονισμός δεν προβλέπει ειδικά μέτρα, με την προϋπόθεση ότι συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και είναι σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική ."
51 . Αυτό που ισχύει για τα τεχνικά μέτρα πρέπει αναγκαστικά να ισχύει και για την κατηγορία μέτρων στην οποία ανήκει το μέτρο που θέσπισε η Ιρλανδία . 'Οπως θα δούμε στη συνέχεια σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα, το μέτρο αυτό συμβιβάζεται πράγματι με το κοινοτικό δίκαιο .
52 . Θα ήθελα, πάντως, να τονίσω ακόμη μία φορά ότι κατά τη γνώμη μου η ιρλανδική ρύθμιση δεν αποτελεί μέτρο διατηρήσεως .
53 . Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, νομίζω ότι μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι καμιά από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που αναφέρει το παραπέμπον δικαστήριο στο πρώτο του ερώτημα δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία που να προβλέπει ότι τα σκάφη που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγιά τους δεν μπορούν να αλιεύουν στη θάλασσα παρά μόνο εφόσον ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων τους έχει την ιθαγένεια χώρας της Κοινότητας .
ΙΙ - Το πρόβλημα της διακρίσεως ( δεύτερο προδικαστικό ερώτημα )
54 . Το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το High Court της Ιρλανδίας αφορά το ζήτημα αν μια νομοθεσία σαν τη νομοθεσία που ισχύει στην Ιρλανδία αποτελεί διάκριση λόγω ιθαγένειας, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ .
55 . Δύσκολα, όμως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει διακρίσεις μεταξύ υπηκόων της Κοινότητας μια ρήτρα που δεν κάνει καμιά διάκριση μεταξύ των ιρλανδών υπηκόων και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών . Δεν συνιστά η ρήτρα αυτή ακριβώς περίπτωση εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων;
56 . Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, πάντως, ότι γίνεται καταρχάς διάκριση εις βάρος των βρετανικών αλιευτικών επιχειρήσεων, επειδή δεν τους επιτρέπεται να αλιεύουν στα ιρλανδικά ύδατα, αν το 75% των μελών των πληρωμάτων τους δεν έχει και αυτό την ιθαγένεια χώρας της Κοινότητας .
57 . Στο σημείο αυτό πρέπει καταρχάς να γίνει δεκτό ότι το ερώτημα που υπέβαλε το High Court δεν αφορά αυτή την πλευρά της ιρλανδικής νομοθεσίας .
58 . Πρέπει, δεύτερον, να σημειωθεί ότι η μεταχείριση εν προκειμένω των σκαφών που είναι νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι διαφορετική, όσον αφορά τους όρους για τη σύνθεση των πληρωμάτων, από τη μεταχείριση των πλοίων της προσφεύγουσας ή, για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 101/76, ότι το καθεστώς το εφαρμοζόμενο από την Ιρλανδία στην άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητας στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία της δεν προκαλεί διαφορετική μεταχείριση έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου .
59 . Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι συντρέχουν τρία είδη διακρίσεων :
- διάκριση υπέρ των ανταγωνιστριών εταιριών των άλλων κρατών μελών στα οποία δεν υπάρχει παρόμοια νομοθεσία
- διάκριση υπέρ άλλων ιρλανδικών επιχειρήσεων, για τις οποίες δεν ισχύει παρόμοιος όρος λόγω της φύσεως των αλιευτικών τους δραστηριοτήτων
- διάκριση εις βάρος των υπηκόων άλλων κρατών μελών, αφού ο κάτοχος άδειας που περιλαμβάνει τον όρο του 75% αναγκάζεται στην πράξη να προσλαμβάνει ιρλανδούς αλιείς, δεδομένου ότι η αλιεία διεξάγεται στα ύδατα της χώρας αυτής .
60 . Καμία όμως από αυτές τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ .
61 . α ) Με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 185 έως 204/78 ( Van Dam και λοιποί, Rec . 1979, σ . 2345 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά ότι "δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, για την οποία δεν αμφισβητείται ότι συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο από όλες τις άλλες απόψεις, επειδή άλλα κράτη μέλη εφαρμόζουν ενδεχομένως λιγότερο αυστηρές διατάξεις . Δεν είναι δυνατόν λόγω τέτοιων ανισοτήτων να καταλογιστεί στο κράτος μέλος που εφαρμόζει τις διατάξεις αυτές ομοιόμορφα, έναντι όλων όσων υπάγονται στη δικαιοδοσία του, ότι οι διατάξεις του οδηγούν σε διακρίσεις ..." ( σκέψη 10 ).
62 . Κατά συνέπεια, η ιρλανδική νομοθεσία δεν οδηγεί σε διακρίσεις για το λόγο ότι επιβάλλει στα νηολογημένα στην Ιρλανδία σκάφη ορισμένους όρους οι οποίοι δεν επιβάλλονται από τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών στα σκάφη που είναι νηολογημένα στα κράτη αυτά .
63 . β ) Το άρθρο 7, το οποίο απαγορεύει "κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας", δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως υπηκόων του ίδιου κράτους μέλους . Οι περιπτώσεις αυτές διαφορετικής μεταχειρίσεως, που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, δεν εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο .
64 . γ ) 'Οσον αφορά το πλεονέκτημα που παρέχεται στην πράξη στους ιρλανδούς ναυτικούς-αλιείς ως προς την πρόσληψη, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι με την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 52/79 ( Procureur du roi κατά Debauve, Rec . 1980, σ . 833 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι "οι διαφορές αυτές, οι οποίες οφείλονται σε φυσικά φαινόμενα, δεν μπορούν εντούτοις να χαρακτηριστούν ως 'διακρίσεις' κατά την έννοια της Συνθήκης, αφού ο χαρακτηρισμός αυτός επιφυλάσσεται μόνο στις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που οφείλονται σε ανθρώπινες δραστηριότητες, ιδίως δε σε μέτρα που λαμβάνουν οι δημόσιες αρχές" ( σκέψη 21 ).
65 . Επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως διάκριση το γεγονός ότι οι ιρλανδοί υπήκοοι βρίσκονται, για πρακτικούς λόγους, σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των υπηκόων των άλλων κρατών μελών σε σχέση με την πρόσληψη αλιέων από τις ιρλανδικές αλιευτικές επιχειρήσεις για τα πληρώματα των πλοίων τους που αλιεύουν στα ιρλανδικά ύδατα .
66 . Επομένως, καμία από τις περιπτώσεις διαφορετικής ή άνισης μεταχείρισης που προβάλλει η προσφεύγουσα δεν εμπίπτει στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ .
67 . Τέλος, νομίζω ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετάσει το Δικαστήριο το πρόβλημα που έθεσε η Επιτροπή, δηλαδή το αν συμβιβάζεται η ιρλανδική νομοθεσία με το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, και το άρθρο 7 του κανονισμού 1251/70 της Επιτροπής, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας . Η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί διαδικασία λόγω παραβάσεως . Εξάλλου, από το γεγονός ότι το παραπέμπον δικαστήριο δεν έθιξε καθόλου το πρόβλημα αυτό μπορεί να συναχθεί ότι δεν ανέκυψε στην κύρια δίκη . Πρόκειται, τέλος, για τελείως οριακό πρόβλημα, το οποίο θα μπορούσε να ανακύψει στην περίπτωση κατά την οποία η υπέρβαση του επιτρεπτού ορίου του 25% για τους υπηκόους τρίτων χωρών θα οφειλόταν μόνο στην πρόσληψη ενός ή πολλών ναυτικών-αλιέων που θα είχαν νυμφευθεί Ιρλανδέζες . Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει προς το παρόν ότι οι ιρλανδικές αρχές δεν θα ήσαν διατεθειμένες να αναγνωρίσουν αυτά τα μέλη των πληρωμάτων ως ιρλανδούς αλιείς .
ΙΙΙ - Προτάσεις
68 . Κατόπιν των ανωτέρω συλλογισμών προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα δύο ερωτήματα που του υπέβαλε το High Court της Ιρλανδίας :
"1)Ούτε τα άρθρα 100 και 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, ούτε τα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 101/76, ούτε το άρθρο 6 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 170/83 απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία που να προβλέπει ότι ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων των σκαφών που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγιά τους και αλιεύουν στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της Κοινότητας .
2)Η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγεί σε οιαδήποτε διάκριση λόγω ιθαγένειας, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης .
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά .
( 1 ) Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της αλιείας αποτελεί το αντικείμενο του κανονισμού 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981 ( ΕΕ L 379 της 31.12.1981, σ . 1 ).
( 2 ) Υπόθεση 804/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, Συλλογή 1981, σ . 1045 υπόθεση 124/80, Οζζιγιεσ φαξ Jυςτιτιε jatae Vαξ Dαν, apevarg tgs 2as Ioumiou 1981, uukkocoe 1981, r . 1447 υπόθεση 269/80, Rεηιξα jatae Τθωνεξ, apevarg tgs 16gs OEejelbqiou 1981, uukkocoe 1981, r . 3079 υπόθεση 21/81, Εισαγγελική αρχή κατά Βουτ, apevarg tgs 10gs Uebqouaqiou 1982, uukkocoe 1982, r . 381 υπόθεση 87/82, Rοηεσς jatae Βαστθεξαω, apevarg tgs 11gs Maoou 1983, uukkocoe 1983, r . 1579 υπόθεση 24/83, Gεχιεςε και Mehlick κατά Scott Mackenzie, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984, Συλλογή 1984, σ . 817 .
( 3 ) Βλέπε απόφαση της 5ης Μαΐου 1981 στην υπόθεση 804/79, Συλλογή 1981, σ . 1073, σκέψη 18 .
Full & Egal Universal Law Academy