Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα προσφυγή αφορά τη χορήγηση προσθέτων αναφορών σε περίπτωση συγκεντρώσεως επιχειρήσεων, βάσει της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ (1). Το Δικαστήριο πρέπει, όμως, να εξετάσει προηγουμένως την ένσταση απαραδέκτου λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της προσφυγής εκ μέρους της εταιρίας Dillinger.
Επί του παραδεκτού
2. Το άρθρο 33, εδάφιο 3, προβλέπει, ως γνωστό, ότι η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας μηνός από της δημοσιεύσεως ή της κοινοποιήσεως της πράξεως.
3. Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι πληροφορήθηκε με το από 14ης Μαΐου 1986 έγγραφο της Eurofer - το οποίο περιήλθε σε γνώση της αργότερα - τη χορήγηση στην British Steel Corporation (BSC), λόγω συγκεντρώσεώς της με την Alfa Steel, ειδικών αναφορών, βάσει του άρθρου 13 της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ. Εξάλλου, η Επιτροπή απέστειλε στις 27 Μαΐου 1986 στην Wirtschaftsvereinigung Eisen - und Stahlindustrie έγγραφο που περιείχε τις αναφορές που καθορίστηκαν για το δεύτερο τρίμηνο του 1986. Κατά την προσφεύγουσα, από τη σύγκριση των πινάκων που αφορούν το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο προκύπτει η αύξηση των αναφορών της ΒSC.
4. Ενόψει των στοιχείων αυτών μπορεί να θεωρηθεί ότι η προθεσμία έτρεχε παρά την έλλειψη δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως; Πρέπει να παρατηρηθεί ότι στην υπόθεση Koenecke (2), που αφορούσε τη Συνθήκη ΕΟΚ, το Δικαστήριο δεν απέκλεισε την αρχή υπολογισμού της προθεσμίας με βάση γεγονότα διαφορετικά από αυτούς τους τύπους δημοσιότητας, καίτοι είχε κρίνει στην υπόθεση εκείνη ότι η "ανακοίνωση" που είχε αποσταλεί στην προσφεύγουσα δεν της παρείχε τη δυνατότητα "να προσδιορίσει τη ληφθείσα απόφαση και να γνωρίσει επακριβώς το περιεχόμενό της, κατά τρόπο που να της επιτρέπει την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής".
5. Στην παρούσα υπόθεση, τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η προσφεύγουσα αφορούσαν τη χορήγηση προσθέτων ποσοτήτων στην ΒSC, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει τους λόγους, εκτός από την αναφορά στο άρθρο 13 της γενικής αποφάσεως. Το μόνο, δηλαδή, που ήταν γνωστό ήταν τα υπόψη και το διατακτικό, οι αιτιολογικές σκέψεις ήταν άγνωστες. 'Οπως, όμως, έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο στην απόφασή του Tezi Textiel κατά Επιτροπής, ανακοίνωση της Επιτροπής, κατά το άρθρο 115 της Συνθήκης ΕΟΚ, που περιείχε απλώς σύνοψη των άρθρων της επιδίκου αποφάσεως δεν παρείχε στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα "να λάβει γνώση του κειμένου της εν λόγω αποφάσεως, και ιδίως των αιτιολογικών της σκέψεων" (3).
6. Πρέπει να τονιστεί ότι η προσφεύγουσα, χωρίς ο ισχυρισμός της αυτός να αμφισβητηθεί, αναφέρει ότι με το από 2ας Ιουνίου 1986 έγγραφο του Eurofer η Επιτροπή κλήθηκε να παράσχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την "περίπτωση ΒSC". Η καθής αρνήθηκε να κοινοποιήσει την απόφαση, περιοριζόμενη να παραπέμψει στο άρθρο 13, παράγραφος 4, και στο εδάφιο 2 της αιτιολογικής σκέψης 8 της γενικής της αποφάσεως. Εξάλλου, προβάλλοντας ως επιχείρημα την προσφυγή που άσκησε η Sacilor Usinor (4) αρνήθηκε, επίσης, να παράσχει περισσότερες εξηγήσεις.
7. Η αιτιολογία μιας πράξεως, ιδίως σε σχέση με το ενδεχόμενο ασκήσεως προσφυγής, συνιστά τόσο ουσιώδη απαίτηση ώστε να μη μπορεί να θεωρηθεί ότι πολίτης ο οποίος δεν έλαβε γνώση της αιτιολογίας γνωρίζει επαρκώς το ακριβές περιεχόμενο μιας αποφάσεως. Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής (5) στην οποία τονίστηκε ότι η υποχρέωση αιτιολογίας, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ,
"αποσκοπεί στο να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του και στα κράτη μέλη, όπως και σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη, τη δυνατότητα να γνωρίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή εφάρμοσε τη Συνθήκη".
8. Στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί, λόγω της ελλιπούς ενημερώσεως της προσφεύγουσας, ότι είχε αρχίσει να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής. Βεβαίως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι μάλλον συνοπτική. Θα ήταν, όμως, παράλογο να αντιταχθεί στην προσφεύγουσα το στοιχείο αυτό. Μια τέτοια λύση θα σήμαινε ότι θα ήταν δυνατή η έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής σε περίπτωση λακωνικής αιτιολογίας, ενώ εκτενέστερη αιτιολογία δεν θα επηρέαζε τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής.
9. Προτείνω, κατά συνέπεια, την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου.
Επί της ουσίας
10. Κατά τον πρώτο από τους προβαλλόμενους λόγους, το άρθρο 13 της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ δεν μπορεί να αποτελέσει έγκυρη νομική βάση για τη χορήγηση προσθέτων αναφορών.
11. Καταρχάς, δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας κατά τα οποία το άρθρο 13, σημείο 4, αναφέρεται μόνο στις περιπτώσεις που ρυθμίζουν τα σημεία 2 και 3 της εν λόγω διατάξεως. Το δεύτερο εδάφιο της αιτιολογικής σκέψης 8 της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ διαλύει κάθε αμφιβολία αναφέροντας ότι:
"Πρέπει να επεκταθεί αυτή η δυνατότητα στις συγχωνεύσεις, κυρίως όταν αυτές οδηγούν στην κατάργηση ελασματουργείων εν θερμώ, η οποία συμβάλλει κατά τρόπο ιδιαίτερα σημαντικό στη μείωση της δυναμικότητας παραγωγής."
12. Οι "αναγκαίες, ενδεχομένως, ρυθμίσεις" που μνημονεύονται στο άρθρο 13, σημείο 4, συνίστανται σε διορθώσεις, τροποποιήσεις και, ενδεχομένως, αυξήσεις των αναφορών που προκύπτουν κατά τον τρόπο υπολογισμού που προβλέπει το άρθρο 13, σημείο 1. Πρέπει, όμως, να καταβληθεί μια προσπάθεια για τη διευκρίνιση της εκτάσεως της εξουσίας που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή.
13. Πρέπει, σχετικώς, να παρατηρηθεί ότι ο σκοπός του περιορισμού της πλεονάζουσας δυναμικότητας παραγωγής δεν μπορεί να δικαιολογήσει εξαιρετικά διασταλτική ερμηνεία που θα απέβαινε εις βάρος της ακριβολογίας των διατάξεων που καθορίζουν τις αναφορές των επιχειρήσεων. Πρέπει, συνεπώς, να δοθεί προτεραιότητα στην εφαρμογή αντικειμενικών κανόνων, που έχουν θεσπιστεί εκ των προτέρων και, εν πάση περιπτώσει, να περιοριστούν οι δυνατότητες παρακάμψεώς τους. Από την άποψη αυτή ο "αναγκαίος" χαρακτήρας των προσαρμογών που πρέπει να γίνουν εκφράζει την έννοια του μέτρου που πρέπει να τηρηθεί. Με τον τρόπο αυτόν, δηλαδή, εκφράζονται οι απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας. Διότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι καίτοι οι συγκεντρώσεις καταλήγουν στον περιορισμό της πλεονάζουσας δυναμικότητας παραγωγής, η χορήγηση προσθέτων αναφορών προκαλεί μια νέα ένταση στην προσφορά των οικείων προϊόντων.
14. Βάσει αυτών των παρατηρήσεων προτείνω να εξεταστεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
15. Η εταιρία Dillinger υποστηρίζει ότι η συγκέντρωση προσπόρισε σημαντικό οικονομικό όφελος στην ΒSC και μόνον από το γεγονός ότι επωφελήθηκε από τις αναφορές της Alfa Steel στην κατηγορία Ια. Η ενέργεια αυτή η οποία, εξάλλου, συνίστατο στην απορρόφηση μιας μη αποδοτικής μονάδας παραγωγής, η οποία στην πράξη δεν λειτουργούσε ήδη από το 1984, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση προσθέτων αναφορών. Πρέπει, καταρχάς, να τονιστεί ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε αποδείξεις για την ημερομηνία κατά την οποία έκλεισε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το εργοστάσιο του Newport, ενώ η Επιτροπή κατέθεσε έκθεση ελέγχου από την οποία προκύπτει ότι οι εγκαταστάσεις λειτουργούσαν ακόμα κατά το τέλος του 1985.
16. Συνεπώς, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης δυναμικότητας παραγωγής που εξάλειψε η συγκέντρωση στην παρούσα περίπτωση - περίπου 15 % της πλεονάζουσας δυναμικότητας παραγωγής της Κοινότητας στον τομέα των φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως - η αρχή των προσθέτων αναφορών ανταποκρίνεται, κατά τη γνώμη μου, στο γράμμα του άρθρου 13, σημείο 4, ερμηνευόμενου βάσει του δευτέρου εδαφίου της αιτιολογικής σκέψης 8.
17. Στην παρούσα, όμως, υπόθεση η Επιτροπή χορήγησε πρόσθετες αναφορές στην ΒSC στις κατηγορίες προϊόντων Ιβ, Ιγ και ΙΙ που αντιστοιχούν σε προϊόντα που δεν παρήγαγε η Alfa Steel. Εξάλλου, οι αναφορές αυτές, αντιπροσωπεύουν, αυτές καθεαυτές, ποσότητα που υπερβαίνει τις αναφορές που διέθετε η Alfa Steel στην κατηγορία Ια. Τέλος, από γρήγορο υπολογισμό προκύπτει ότι η ΒSC έλαβε, για την εν λόγω κατηγορία, αύξηση 12 %, τόσο των αναφορών παραγωγής όσο και των αναφορών παραδόσεως.
18. Πρέπει σαφώς να τονιστεί ότι τόσο η όλη οικονομία της γενικής αποφάσεως όσο και οι προαναφερθείσες αρχές δικαιολογούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα των εν λόγω αυξήσεων.
19. Νομίζω ότι η γενική απόφαση αποκλείει τη λύση που επέλεξε η Επιτροπή. Αφενός μεν, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι προσαρμογές που προβλέπει το άρθρο 13, σημείο 4, μπορούν, καταρχήν, να αφορούν προϊόντα διαφορετικά από εκείνα των οποίων οι αναφορές ρυθμίζονται στο άρθρο 13, σημείο 1, εκείνα δηλαδή τα οποία επηρεάζονται από τη συγκέντρωση. Αφετέρου, το άρθρο 15, σημείο 3, της γενικής αποφάσεως, που αφορά, ως γνωστό, το κλείσιμο εγκαταστάσεων, διατυπώνει σαφώς επιφυλάξεις ως προς τις μεταφορές μεταξύ κατηγοριών.
20. Δεν πρέπει, βεβαίως, να παραβλέπονται οι δυσκολίες που παρουσιάζει η πραγματοποίηση μιας συγκεντρώσεως και η ανάγκη ρυθμίσεως όλων των ζητημάτων που ανακύπτουν, βιομηχανικών, οικονομικών και κοινωνικών.
21. Η Επιτροπή, βεβαίως, ισχυρίζεται ότι η συγκέντρωση προσθέτων ποσοτήτων σε μία μόνο κατηγορία, τη Ια, θα προκαλούσε αναστάτωση στην αγορά στον εν λόγω τομέα. Πρέπει να διαπιστωθεί ότι ο ενδεχόμενος αυτός κίνδυνος δεν προσδίδει με κανένα τρόπο το χαρακτήρα του απαραίτητου στη μαζική χορήγηση προσθέτων αναφορών στις κατηγορίες Ιβ, Ιγ και ΙΙ.
22. Η σκέψη αυτή προϋποθέτει ότι είναι δικαιολογημένη η ίδια η αρχή της χορηγήσεως προσθέτων αναφορών σε κατηγορίες που δεν αφορά η συγκέντρωση. Η δυνατότητα όμως αυτή, όπως τόνισα ανωτέρω, δεν έχει αποδειχθεί. Εν πάση περιπτώσει, το μέγεθος των αναφορών που χορηγήθηκαν για κατηγορίες προϊόντων που δεν παρήγαγε η Alfa Steel δικαιολογεί τις εντονότερες επιφυλάξεις ως προς τη συμφωνία της προσβαλλομένης αποφάσεως με τις απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας και δικαιολογεί την πρότασή μου για την ακύρωσή της.
23. Με το δεύτερο λόγο της, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή δεν καλύπτεται με τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου.
24. Διεξήχθη μακρά συζήτηση ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή θέσπισε το άρθρο 13, σημείο 4, μετά την άρνηση του Συμβουλίου να συμφωνήσει για την προσθήκη ενός άρθρου 14Β το περιεχόμενο του οποίου, εξάλλου, δεν δηλώθηκε. Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής που στρέφεται κατά της ατομικής αποφάσεως της 16ης Μαρτίου 1986, έχω ζωηρές αμφιβολίες ως προς το βάσιμο του λόγου αυτού και τη χρησιμότητα της συζητήσεώς του.
25. Πράγματι, οι ατομικές αποφάσεις εμπίπτουν αναμφισβήτητα στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Δεν χρειάζεται να εξεταστεί στο σημείο αυτό επισταμένως ο τρόπος κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ Συμβουλίου και Επιτροπής που προέβλεψε για τον τομέα των ποσοστώσεων η Συνθήκη. Αρκεί να αναφερθούν τα όσα τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Mischo (6), μετά από εξέταση της νομολογίας του Δικαστηρίου,
"... το Συμβούλιο πρέπει να εγκρίνει μόνο τα ουσιώδη στοιχεία του συστήματος, εναπόκειται δε στην Επιτροπή να ρυθμίσει όλα τα άλλα ζητήματα".
Δεν μπορεί, συνεπώς, να υποστηριχθεί ότι, ενόψει αυτής της κατανομής, μία ατομική απόφαση απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου (7). Σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου, οι ατομικές αποφάσεις που εκδίδει η Επιτροπή πρέπει να είναι σύμφωνες προς τους γενικούς κανόνες. Αυτοί δε οι γενικοί κανόνες και μόνο αυτοί, και μάλιστα μόνο όταν καθορίζουν τη "βάση" του συστήματος ποσοστώσεων, απαιτούν τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου. Προτείνω, συνεπώς, την απόρριψη του λόγου αυτού.
26. Ωστόσο, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα κρίνει ότι έχει σιωπηρώς προβληθεί ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 13, σημείο 4, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Συμβούλιο αρνήθηκε να εγκρίνει σχέδιο άρθρου 14Β, το οποίο προέβλεπε την κατά γενικό τρόπο χορήγηση προσθέτων αναφορών. Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της δυνατότητας αυτής και της ειδικής περιπτώσεως της χορηγήσεως προσθέτων προσαρμογών σε περίπτωση συγκεντρώσεως. Πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι η άρνηση του Συμβουλίου να εκδώσει σύμφωνη γνώμη περιλαμβάνει και την τελευταία αυτή διάταξη; Πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι η διάταξη αυτή περιελήφθη εκ νέου στην πρόσφατη απόφαση για παράταση του συστήματος των ποσοστώσεων (8), χωρίς να μπορεί να αμφισβητηθεί ότι υπήρξε, ως προς αυτήν, σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 13, σημείο 4, παρά τη σημασία που έχει αυτό καθεαυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί αναμφισβήτητα ως συστατικό στοιχείο του συστήματος. Πρέπει, τέλος, να τονιστεί ότι η Επιτροπή περιορίστηκε να επεκτείνει και στις συγκεντρώσεις τη δυνατότητα που προέβλεπε η απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ (9) σε περίπτωση χωρισμού ή ιδρύσεως επιχειρήσεων.
27. Δεν μπορεί, επίσης, να γίνει δεκτός ο λόγος που αναφέρεται σε κατάχρηση εξουσίας. Ως προς τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι το άρθρο 13, σημείο 4, θεσπίστηκε ενόψει της ειδικής περιπτώσεως της ΒSC-Newport, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή ανέφερε, χωρίς να διατυπωθούν σχετικώς αμφισβητήσεις, ότι έχει εφαρμόσει τη διάταξη αυτή και σε άλλες περιπτώσεις. Εξάλλου, η κατάχρηση εξουσίας θα προϋπέθετε ότι επιδιώχθηκε σκοπός διαφορετικός από τη μείωση της πλεονάζουσας δυναμικότητας παραγωγής. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η χορήγηση προσθέτων αναφορών στο πλαίσιο της παρούσας συγκέντρωσης απέβλεπε στην επιδίωξη ενός άλλου σκοπού.
28. Πρέπει, επίσης, να απορριφθεί ο λόγος που αναφέρεται στην παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Πράγματι, αρκεί να τονιστεί, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, ότι τίποτα δεν υποχρέωνε ώς τότε τις επιχειρήσεις να περιορίσουν την πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητά τους.
29. Προβάλλοντας ένα λόγο που αναφέρεται στη μη τήρηση της "υποχρεώσεως παγώματος των σχετικών μεριδίων της αγοράς", η προσφεύγουσα επικαλείται την απόφαση Alfa Steel (10), στην οποία το Δικαστήριο τόνισε, απορρίπτοντας επιχείρημα που στρεφόταν κατά του κριτηρίου κατανομής των ποσοστώσεων, ότι το κριτήριο αυτό καθιστούσε δυνατή "τη μείωση της συνολικής παραγωγής χωρίς να τροποποιεί τις αντίστοιχες θέσεις των επιχειρήσεων στην αγορά".
30. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι "η άποψη κατά την οποία η κατανομή των ποσοστώσεων πρέπει να γίνεται επί ευλόγου βάσεως είναι, βεβαίως, βάσιμη, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την αρχή του σχετικού "παγώματος" των μεριδίων της αγοράς". Επίσης, όπως υποστηρίζει η καθής, η εταιρία Dillinger παρέλειψε να προβάλει το λόγο που αναφέρεται στην παράβαση του άρθρου 58, παράγραφος 2. Δεν συμμερίζομαι την ανάλυση αυτή. Πράγματι, η προσφυγή στρέφεται ρητώς κατά της διατάξεως αυτής και της αρχής που εκφράζει. Εξάλλου, η προσφεύγουσα επικαλείται την απόφαση Alfa Steel στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά με αιτίαση για μη δίκαιη κατανομή των ποσοστώσεων, στηριζόμενη στην παράβαση του άρθρου 58, παράγραφος 2. Η άποψη της Επιτροπής ως προς το ζήτημα αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά σχολαστική. Ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που δίνει η ίδια η προσφεύγουσα, είναι προφανές ότι στην παρούσα περίπτωση προβάλλεται το επιχείρημα ότι η κατανομή των αναφορών ήταν άδικη.
31. Η εταιρία Dillinger ανέφερε ότι, λόγω της επίδικης απόφασης, απώλεσε 1,9 % των αναφορών παραγωγής και παραδόσεως για την κατηγορία ΙΙ, στην οποία είναι μονοπαραγωγός, ενώ η επιχείρηση ΒSC αύξησε τις αναφορές της κατά 12,4 % για την παραγωγή και 12,2 % για την παράδοση.
32. Βεβαίως, οι αναφορές δεν καθορίζονται κατά τρόπο που δεν επιτρέπει μεταβολές. Οικονομικοί ή τεχνολογικοί λόγοι μπορεί να καταστήσουν απαραίτητες διορθώσεις και τροποποιήσεις. Στην παρούσα, όμως, περίπτωση, στο πλαίσιο μιας παραγωγής σιδήρου και χάλυβα που υπόκειται σε ποσοστώσεις, πρόκειται για σημαντικές αποκλίσεις που αφορούν, και τούτο πρέπει να τονιστεί, προϊόντα που δεν θίγονται από τη συγκέντρωση. Η απλή δήλωση της Επιτροπής ότι "είναι πεπεισμένη ότι δεν διέπραξε σχετικώς παράβαση" δεν συνιστά βάσιμη δικαιολογία. Πράγματι, η απόφασή της έχει ως συνέπεια αισθητή τροποποίηση των μεριδίων της αγοράς, ιδίως εις βάρος επιχειρήσεων μονοπαραγωγικών, όπως η προσφεύγουσα, ενώ δεν αποκομίζουν κανένα όφελος από το κλείσιμο της Alfa Steel. Κατά συνέπεια, πιστεύω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη της την απαίτηση της δίκαιης κατανομής των ποσοστώσεων.
33. Νομίζω ότι ο προτελευταίος λόγος δεν χρειάζεται να εξεταστεί χωριστά από εκείνον τον οποίο μόλις εξέτασα, καθόσον το ίδιο το άρθρο 13, σημείο 4, επιβάλλει, κατά τη γνώμη μου, τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
34. Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι ακόμα και στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 13 που προτείνει η Επιτροπή, οι προϋποθέσεις που προβλέπει η εν λόγω διάταξη δεν επέτρεπαν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω, επίσης, στις παρατηρήσεις που διατύπωσα σχετικά με τον πρώτο λόγο.
35. Κατά συνέπεια, προτείνω:
- την ακύρωση της ατομικής αποφάσεως SG (86) D/3794 της Επιτροπής, της 26ης Μαΐου 1986, που απευθύνεται στην British Steel Corporation, κατ' εφαρμογή του άρθρου 13, σημεία 1 και 4, της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, καθόσον αφορά τη χορήγηση προσθέτων αναφορών στις κατηγορίες που δεν θίγονται από τη συγκέντρωση,
- την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά.
(1) Απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, για παράταση της ισχύος του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεως παραγωγής για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 340 της 18.12.1985, σ. 5).
(2) Apevarg tgs 5gs Maqtiou 1980 rtgm upeherg 76/79, Rec. 1980, σ. 665.
(3) Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 59/84, Συλλογή 1986, σ. 887 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).
(4) Ypeherg 150/86, aqwijes rumejdijafelemg le tgm paqooera, g opoia, elys, diecqaevg le OEiaetang tou OEijartgqiou letae ape paqaitgrg tgs pqorveoecouras.
(5) Απόφαση της 4ης Ιουλίου 1963 στην υπόθεση 24/62, Rec. 1963, σ. 129.
(6) Προτάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1987, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 33, 44, 110, 226 και 285/86, Stahlwerke Peine-Salzgitter και λοιποί, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 4309, ιδίως σ. 4323.
(7) Πρέπει να τονιστεί ότι ακόμα και αν γίνει δεκτή η γνώμη κατά την οποία πρέπει να υποβληθεί στο Συμβούλιο το σχέδιο αποφάσεως (βλέπε σχετικώς Kovar, "Le pouvoir reglementaire dans la CECA", LGDJ, Παρίσι 1964, σ. 174), δεν θα υπήρχε αμφιβολία ότι σύμφωνη γνώμη απαιτείται μόνο για τις γενικές αποφάσεις.
(8) Απόφαση 194/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 6ης Ιανουρίου 1988 (ΕΕ L 25 της 29.1.1988).
(9) Απόφαση της Επιτροπής της 31ης Ιανουαρίου 1984 (ΕΕ L 29 της 1.2.1984).
(10) Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 14/81, Συλλογή 1982, σ. 749.
Full & Egal Universal Law Academy