Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Tribunal de grande instance του Στρασβούργου ζητεί να πληροφορηθεί εάν το γεγονός ότι μία επιχείρηση τηλεπικοινωνιών, κυριαρχούσα (leader) στην περιφερειακή αγορά ενός κράτους μέλους, επιβάλλει στους πελάτες της συμβάσεις προσχωρήσεως, οι οποίες περιέχουν ορισμένους λεόντειους όρους, συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Societe alsacienne et lorraine de telecommunications et d' electronique (στο εξής: Alsatel) άσκησε αγωγή, επιδοθείσα στις 19 Ιουλίου 1982, κατά της Novasam, επιχειρήσεως ευρέσεως εργασίας και παροχής υπηρεσιών, με έδρα το Παρίσι, ζητώντας να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει ποινική ρήτρα 125 834 γαλλικών φράγκων (FF). Κατά την ενάγουσα, η Novasam υποχρεούται να καταβάλει αυτή την αποζημίωση λόγω του ότι κατήγγειλε τρεις συμβάσεις μισθώσεως-συντηρήσεως σχετικά με τηλεφωνικές εγκαταστάσεις τις οποίες είχε τοποθετήσει η Alsatel στα γραφεία που διατηρεί η παρισινή αυτή επιχείρηση στο Στρασβούργο, τη Mulhouse και το Colmar. Η εναγομένη αντικρούει αυτό το αίτημα, επικαλούμενη μεταξύ άλλων την ακυρότητα των εν λόγω συμβάσεων λόγω του μη νόμιμου χαρακτήρα ορισμένων όρων τους.
Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 2ας Μαΐου 1985, το δικαστήριο του Στρασβούργου κάλεσε τους διαδίκους να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί του αν συνάδουν οι εν λόγω συμβάσεις προς τις εθνικές και κοινοτικές κανονιστικές διατάξεις. Την απόφαση αυτή ακολούθησαν δύο άλλες, της 17ης Σεπτεμβρίου και της 10ης Δεκεμβρίου 1986, στις οποίες, αφού ελήφθη υπόψη ότι η Alsatel υποχρεώνει τους πελάτες της να υπογράψουν συμβάσεις μισθώσεως και συντηρήσεως τηλεφωνικού υλικού για 15 έτη, ότι οι συμβάσεις παρατείνονται αυτομάτως για περίοδο ίσης διάρκειας, εάν το αρχικό μίσθωμα υποστεί αύξηση ίση ή ανώτερη του 25% λόγω μεταβολών της εγκαταστάσεως, ότι για κάθε αλλαγή, μεταφορά, επέκταση, θέση σε λειτουργία γραμμών και, γενικά, κάθε μεταβολή στην εγκατάσταση, ο μισθωτής δεν μπορεί να απευθυνθεί σε άλλο προμηθευτή και, λόγω αυτής της απαγορεύσεως, η Alsatel μπορεί, σε περίπτωση μεταβολών, να καθορίζει μονομερώς την τιμή των συσκευών και των προσθέτων γραμμών, το αλσατικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριό μας εάν από τις συμβάσεις αυτής της εταιρίας, ενόψει του σημαντικού μεριδίου το οποίο κατέχει η Alsatel στην περιφερειακή αγορά, καταδεικνύεται ως προς αυτή ύπαρξη καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσης, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Στην παρούσα διαδικασία κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις οι διάδικοι της κύριας δίκης και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίες ανέπτυξαν τις απόψεις τους και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
2. Παρατηρώ καταρχάς ότι η αγορά των τηλεπικοινωνιών, από την παραγωγή μέχρι την προμήθεια συσκευών και υλικού εν γένει, υπόκειται στη Γαλλία σε κρατικό μονοπώλιο. Ειδικότερα το άρθρο L 33 του Κώδικα Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών ορίζει ότι "καμία τηλεπικοινωνιακή εγκατάσταση δεν μπορεί να τοποθετηθεί ή να χρησιμοποιηθεί για την αποστολή μηνυμάτων παρά με πράξη του Υπουργού Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών ή με την έγκρισή του".
Εντούτοις στην πράξη ο Οργανισμός Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (Ρ & Τ) δεν ασκεί το μονοπώλιο κατ' αποκλειστικότητα, αλλά παραχωρεί σε πολλές επιχειρήσεις στα γεωγραφικά όρια ενός ή περισσοτέρων διοικητικών διαμερισμάτων, το έργο της κατασκευής, τοποθέτησης και λειτουργίας τηλεφωνικών εγκαταστάσεων. Ασφαλώς, για να ασκούν τις σχετικές με αυτές τις εγκαταστάσεις δραστηριότητες, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις - και, στην περίπτωση των παραγωγών, επίσης για τις τοποθετήσεις - πρέπει να έχουν ειδική άδεια της διοικήσεως. Επιπλέον, ενώ οι "επιχειρήσεις εγκαστάσεων που έχουν άδεια" είναι ελεύθερες να επιλέξουν οποιονδήποτε τύπο εγκαταστάσεως, αρκεί να έχει εγκριθεί κανονικά, οι "επιχειρήσεις κατασκευών που έχουν άδεια" δεν μπορούν να εγκαταστήσουν τηλεφωνικά κέντρα παρά μόνο όταν πρόκειται για τη δική τους παραγωγή.
Εξάλλου ο συνδρομητής - για παράδειγμα μια εταιρία όπως η Novasam - που επιθυμεί να αποκτήσει τηλεφωνικό κέντρο, μπορεί να διαλέξει μεταξύ της αγοράς και της μισθώσεως της εγκαταστάσεως. Εδώ πρέπει, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή, να γίνει διάκριση μεταξύ των απλών εγκαταστάσεων, που αποτελούνται από δύο ή τρεις γραμμές, και των πολύπλοκων εγκαταστάσεων, οι οποίες διαθέτουν περισσότερες γραμμές και παρουσιάζουν επιπλέον διάφορα τεχνικά πλεονεκτήματα. Για την απόκτηση των τελευταίων ήταν απαραίτητο, σε μια ορισμένη περίοδο, να απευθύνονται οι συνδρομητές σε επιχειρήσεις εγκαταστάσεων που είχαν τη σχετική άδεια. Εντούτοις, εδώ και μερικά χρόνια, ο Ρ & Τ παρέχει επίσης πολύπλοκο τηλεφωνικό υλικό υπό συνθήκες ιδιαίτερα ευνοϊκές. Ο τομέας επομένως στον οποίο ανταγωνίζονται μεταξύ τους ο δημόσιος οργανισμός και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παρουσιάζει τάσεις επεκτάσεως (παρατηρήσεις της Επιτροπής, σ. 4).
'Οσον αφορά στη συνέχεια την επιλογή μεταξύ μισθώσεως και αγοράς, φαίνεται - πάντοτε κατά το προαναφερθέν κοινοτικό όργανο - ότι οι επιχειρήσεις που έχουν άδεια είναι σε θέση να πωλούν εγκαταστάσεις κάθε είδους και να αναλαμβάνουν τη συντήρησή τους. Αντίθετα, η μίσθωση και οι υπηρεσίες συντηρήσεως δεν μπορούν να γίνουν παρά μόνο από επιχειρήσεις εγκαταστάσεων που έχουν επαρκείς οικονομικές δυνατότητες για την απόκτηση του απαιτούμενου υλικού και την απόσβεσή του κατά τη διάρκεια που καθορίζεται για τη μίσθωση. Ο Ρ & Τ προτείνει εξάλλου μόνο συμβάσεις αυτού του τελευταίου τύπου.
3. Ας εξετάσω τώρα τις κύριες πλευρές της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Οι αποφάσεις περί παραπομπής δεν αναφέρουν τίποτε, όσον αφορά τις νομικές και οικονομικές σχέσεις της Alsatel. Η δε Επιτροπή περιορίζεται να δηλώσει ότι, μαζί με άλλες δεκαπέντε επιχειρήσεις, η εταιρία αυτή συμμετέχει σε μία σύμπραξη οικονομικού συμφέροντος με την επωνυμία Intertel, το αντικείμενο της οποίας είναι να εξασφαλίζει στα μέλη της τις καλύτερες δυνατές συνθήκες αγοράς, όσον αφορά την προμήθεια υλικού.
Πιο σημαντικά, αλλά ρητώς διαψευδόμενα από την Alsatel, είναι τα στοιχεία που δίνει η Novasam. Κατά την τελευταία, η ενάγουσα είναι παραχωρησιούχος και θυγατρική της Telic-Alcatel, κυριαρχούσα επί παγκοσμίου επιπέδου στις τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις επιχείρηση και ελεγχόμενη η ίδια από την Compagnie generale d' electricite. Οι επιχειρήσεις που σχηματίζουν αυτό τον όμιλο τηρούν ορισμένες εναρμονισμένες πρακτικές, μεταξύ των οποίων το γεγονός της επιβολής συμβάσεων παρόμοιων προς εκείνες που αναγκάστηκε να υπογράψει η παρισινή εταιρία.
Αντίθετα, υπάρχει βεβαιότητα - τουλάχιστον στην υπό κρίση υπόθεση - ως προς τη φύση και το αντικείμενο αυτών των συμβάσεων: πράγματι αφορούν την εκμίσθωση και τη συντήρηση τριών τηλεφωνικών κέντρων, τα οποία - κατά την Επιτροπή - ανήκουν στην πιο απλή κατηγορία των λεγομένων "πολύπλοκων" εγκαταστάσεων. Οι εγκαταστάσεις αυτές, τις οποίες κατασκευάζουν οι περισσότεροι από τους διαθέτοντες άδεια κατασκευαστές, εκμισθώνονται από τον Ρ & Τ και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις εγκαταστάσεων υπό συνθήκες ανταγωνισμού.
4. Στις έγγραφες παρατηρήσεις της, η Novasam και η Επιτροπή ζητούν από το Δικαστήριο να εξετάσει τη διαφορά όχι μονο υπό το πρίσμα του άρθρου 86, αλλά επίσης και υπό το φως της οριζόμενης στο άρθρο 85 της Συνθήκης απαγορεύσεως. Ειδικότερα, το εν λόγω εκτελεστικό όργανο της Κοινότητας αναγνωρίζει ότι πράγματι δεν μπορεί "να κάνει λόγο ... παρά μόνο για ορισμένη παράλληλη συμπεριφορά μεταξύ, ιδίως, επιχειρήσεων εγκαταστάσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο" (σ. 22). Εντούτοις, με βάση τα στοιχεία που διαθέτει (τα οποία όμως αγνοεί το παραπέμπον δικαστήριο), υποθέτει ότι το δικαστήριο αυτό θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υφίσταται, στην περιγραφόμενη στο σημείο 2 κατάσταση, εναρμονισμένη πρακτική "που έχει ως αντικείμενο ... τον καθορισμό όρων συναλλαγής (και η οποία) εμπίπτει για το λόγο αυτό στην κατηγορία που αναφέρεται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, περίπτωση α). Συνεπώς, κάθε όρος συμβάσεως σύμφωνος προς αυτή τη σύμπραξη θα είναι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 2, αυτοδικαίως άκυρος" (σ. 24).
Οι ίδιοι αυτοί όροι - συνεχίζει η Επιτροπή - θα μπορούσαν επίσης να θεωρηθούν ως κάθετες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και, ειδικότερα, ως συμφωνίες αποκλειστικού εφοδιασμού, κατώτατης διάρκειας δεκαπέντε ετών. Εξάλλου, καθώς δεν αφορούν την προμήθεια προϊόντων προοριζομένων για μεταπώληση, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του συστήματος περί απαλλαγών κατά κατηγορίες - κανονισμός 67/67 της 22ας Μαρτίου 1967 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 65). Δεδομένου εξάλλου ότι δεν κοινοποιήθηκαν κατά την έννοια και χάριν της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, η μόνη αρχή που μπορεί να τις κηρύξει άκυρες είναι το εθνικό δικαστήριο.
Αυτή η άποψη, όπως την συνόψισα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Παρατηρώ, πράγματι ότι, στην κύρια δίκη, η Novasam υποστήριξε ότι το άρθρο 85 είναι εφαρμοστέο στην υπό κρίση υπόθεση και ότι το δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να υποβάλει ερώτημα στο Δικαστήριό μας επί του σημείου αυτού, ούτε εξάλλου και με την απόφασή του της 10ης Σεπτεμβρίου 1986, η οποία εκδόθηκε κατόπιν ρητού αιτήματος της εναγομένης. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί - όπως επιβεβαιώνεται με το σκεπτικό της αποφάσεως - ότι το δικαστήριο αυτό διατύπωσε αδόκιμα το ερώτημά του.
Από τη νομολογία όμως του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι μια τέτοια αίτηση με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορεί ούτε να διορθωθεί, ούτε να προσαρμοστεί. Στις σκέψεις 5 έως 7 της αποφάσεως της 9ης Ιουλίου 1969 στην υπόθεση 10/69, Portelange, Rec. 1969, σ. 309, εκτίθεται ότι το άρθρο 177 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αμφισβητεί τους λόγους της αιτήσεως ερμηνείας ... Το ζήτημα εάν οι διατάξεις ή οι έννοιες του κοινοτικού δικαίου, των οποίων ζητείται η ερμηνεία, εφαρμόζονται πράγματι στην παρούσα περίπτωση, εκφεύγει της αρμοδιότητας (του) και υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Επομένως εναπόκειται σ' αυτό το τελευταίο - προσθέτει η 5η αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως της 14ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 53/79, ΟΝΡΤS κατά Damiani, Rec. 1980, σ. 273 - "ως το μόνο το οποίο μπορεί να έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως καθώς και των επιχειρημάτων των διαδίκων, ... να εκτιμήσει, έχοντας πλήρη επίγνωση της υποθέσεως, κατά πόσον ασκούν επιρροή τα ζητήματα ... που ανακύπτουν στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί και κατά πόσον απαιτείται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως".
Επομένως, εάν η Επιτροπή είναι όντως πεπεισμένη ότι οι όροι για τους οποίους πρόκειται μπορούν να παρεμποδίσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, δεν έχει άλλη επιλογή από το να διατυπώσει σχετικώς αιτιάσεις προς τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, να τις καλέσει να εκφράσουν τις απόψεις τους επί των γεγονότων που τους προσάπτονται και, ενδεχομένως, να τις υποχρεώσει, εκδίδοντας σχετική απόφαση, να παύσουν την παράβαση. Επιπλέον είναι πασίγνωστο ότι αυτή η απόφαση - αρνητική ή θετική - μπορεί να προσβληθεί απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου.
Για την ώρα, αντίθετα, εναπόκειται μόνο στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν αυτοί οι όροι είναι αντίθετοι ή όχι προς την απαγόρευση που ορίζεται στο άρθρο 85. 'Ομως ο φάκελος της υποθέσεως δεν μας επιτρέπει να του παράσχουμε τα κριτήρια που μπορούν να το καθοδηγήσουν σ' αυτό το έργο. Ούτε είναι δυνατό να βασιστούμε στην "ορισμένη παράλληλη συμπεριφορά" που αναφέρει η Επιτροπή. Η εκτίμηση, πράγματι, ενός φαινομένου αυτού του είδους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με βάση τη φύση των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ των επιχειρήσεων του ομίλου και, όπως είδαμε, επί του σημείου αυτού οι αποφάσεις περί παραπομπής και οι παρατηρήσεις των διαδίκων δεν παρέχουν συγκλίνουσες ενδείξεις. Ειδικότερα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις ακολουθούν τον ίδιο τρόπο δράσεως στην αγορά της μισθώσεως και συντηρήσεως τηλεφωνικών κέντρων (βλέπε απόφαση της 4ης Μαΐου 1988 στην υπόθεση 30/87, Bodson, Συλλογή 1988, σ. 2479, σκέψη 20). Το εθνικό δικαστήριο θα μπορέσει, εν πάση περιπτώσει - εφόσον το κρίνει σκόπιμο - να προχωρήσει βαθύτερα στο ζήτημα υποβάλλοντας στο Δικστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
5. Θα εξετάσω τώρα το ερώτημα, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, όπως διατυπώνεται στο διατακτικό της αποφάσεως περί της παραπομπής. 'Οπως είναι γνωστό, το άρθρο 86 απαγορεύει τις καταχρηστικές πρακτικές που συνδέονται με την εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους στην κοινή αγορά ή σε ουσιώδες τμήμα της. Εντούτοις, η απαγόρευση δεν ισχύει παρά στο μέτρο που τέτοιες πρακτικές είναι ικανές να επηρεάσουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Επομένως, για την ορθή εφαρμογή του κανόνα είναι απαραίτητο: α) να καθοριστεί η οικεία αγορά και η γεωγραφική της έκταση β) να εξακριβωθεί αν σ' αυτό το πλαίσιο μία ή περισσότερες επιχειρήσεις κατέχουν δεσπόζουσα θέση και εφαρμόζουν καταχρηστικές πρακτικές γ) να αποδειχθεί εάν οι ενδοικοινοτικές ανταλλαγές υφίστανται, λόγω αυτής της συμπεριφοράς, σοβαρή ζημία.
'Οσον αφορά το πρώτο σημείο, αναφέρθηκε στο σημείο 3 ότι η οικεία αγορά είναι εκείνη της μισθώσεως και συντηρήσεως τηλεφωνικών κέντρων προς χρήση των επιχειρήσεων, τα οποία ανήκουν στην τάξη των σχετικά "απλών" εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της κατηγορίας των εγκαταστάσεων που θεωρούνται ως "πολύπλοκες". 'Οσον αφορά, στη συνέχεια, τη γεωγραφική της έκταση, το κοινοτικό εκτελεστικό όργανο παρατηρεί ορθά ότι, στον τομέα αυτό, οι επιχειρήσεις εγκαταστάσεων και οι επιχειρήσεις κατασκευής ενεργούν μόνο κατόπιν αδείας του Ρ & Τ και ότι ανταγωνίζονται άμεσα τον τελευταίο. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να εξεταστεί η συμπεριφορά τους σε σχέση με το έδαφος στο οποίο ασκείται το μονοπώλιο. Στην πράξη, όμως, η ίδια η φύση της εν λόγω υπηρεσίας έχει ως αποτέλεσμα το ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων διεξάγεται κατά κύριο λόγο σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η απόδειξη ότι υφίσταται δεσπόζουσα θέση πρέπει να προκύψει αναφορικά με αυτό το πλαίσιο.
'Ετσι, το δικαστήριο του Στρασβούργου μας πληροφορεί ότι στα διοικητικά διαμερίσματα της Αλσατίας και της Λορραίνης οι αιτήσεις παροχής αδείας που προέρχονται από την Alsatel αφορούν "περισσότερο από το ήμισυ": από αυτό το στοιχείο και ενόψει του ανταγωνισμού που ασκείται από τον Ρ & Τ, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι, στην αγορά της μισθώσεως των σχετικά πολύπλοκων εγκαταστάσεων, η εν λόγω επιχείρηση κατέχει μερίδιο ελαφρώς μεγαλύτερο από το ένα τρίτο. Με άλλα λόγια, ο Ρ & Τ και η Alsatel βρίσκονται grosso modo σε παρόμοια θέση. Εάν όμως αυτό αληθεύει, προφανώς δεν μπορεί να γίνει σοβαρά λόγος για οικονομική υπεροχή της Alsatel ούτε στην περιφερειακή αγορά, ούτε, πολύ περισσότερο, σε εθνική κλίμακα.
6. Η εξέτασή μου θα μπορούσε να σταματήσει σ' αυτό το σημείο. Εντούτοις το εκτελεστικό όργανο της Κοινότητας ισχυριζεται ότι η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εξεταστεί υπό το ευρύτερο πρίσμα της συλλογικής δεσπόζουσας θέσεως και παρατηρεί επ' αυτού ότι, θεωρούμενη στο σύνολό της, η αγορά της μισθώσεως τηλεφωνικού υλικού κατανέμεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες επιχειρηματιών: τον Ρ & Τ, που κατέχει το ένα τρίτο και τις επιχειρήσεις εγκαταστάσεων που έχουν άδεια και οι οποίες κατέχουν τα άλλα δύο τρίτα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι συνιστά δεσπόζουσα θέση το γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή οι οποίες συνιστούν μια σύμπραξη έχουν από κοινού τη δυνατότητα να παρεμποδίζουν τον πραγματικό ανταγωνισμό. 'Οπως είδαμε όμως, η Επιτροπή θεωρεί - χωρίς, είναι αλήθεια, να είναι εντελώς βέβαιη - ότι υφίσταται μεταξύ των εταιριών του ομίλου Intertel ορισμένη "παράλληλη συμπεριφορά".
Παρατηρώ ακόμα μια φορά ότι στο φάκελο της υποθέσεως δεν περιλαμβάνονται στοιχεία ικανά να συντηρήσουν μια τέτοια υποψία. Αντίθετα, το γεγονός ότι ο Ρ & Τ ασκεί εδώ και λίγο χρόνο εντονότερο ανταγωνισμό έναντι των επιχειρήσεων εγκαταστάσεως και μισθώσεως σχετικά πολύπλοκου τηλεφωνικού υλικού, παρέχοντας ανάλογες υπηρεσίες στους συνδρομητές, αλλά υπό ευνοϊκότερες συνθήκες, φαίνεται να μην επιβεβαιώνει την άποψη που υποστήριξε η Επιτροπή.
Οπωσδήποτε, η επαλήθευση του αν υφίσταται πράγματι η περίπτωση αυτή στην αγορά των μισθώσεων τηλεφωνικού υλικού εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο. Στην έρευνά του το δικαστήριο αυτό θα πρέπει να μη λησμονεί ότι συνιστά δεσπόζουσα θέση υπό την έννοια του άρθρου 86 η "κατάσταση οικονομικής ισχύος που κατέχει μια επιχείρηση, η οποία της επιτρέπει να παρεμποδίζει τη διατήρηση του πραγματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά παρέχοντάς της τη δυνατότητα να επιδεικνύει σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη συμπεριφορά έναντι των ανταγωνιστών της, των πελατών της, και, τελικά, των καταναλωτών". Επιπλέον δεν πρέπει "να περιοριστεί η εξέταση μόνο στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των σχετικών ((προϊόντων και υπηρεσιών)) αλλά ((πρέπει)) επίσης να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες ανταγωνισμού και η δομή της ζητήσεως και της προσφοράς στην αγορά" (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 322/81, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψεις 30 και 37). Τέλος το δικαστήριο δεν πρέπει να αγνοεί ότι το άρθρο 86 εφαρμόζεται ακόμα και αν η έλλειψη ή ο περιορισμός του ανταγωνισμού διευκολύνεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις (απόφαση της 4ης Μαΐου 1988, προαναφερθείσα, σκέψη 26).
Θα ασχοληθώ τώρα με τις δύο άλλες προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 86. 'Οσον αφορά το αν η επίδικη πρακτική (οι επιβαλλόμενοι στους χρήστες όροι, η διάρκεια των συμβάσεων και το καταβαλλόμενο μίσθωμα) συνιστούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης το δικαστήριο του Στρασβούργου θα πρέπει να εξετάσει εάν και σε ποιο βαθμό η πρακτική αυτή είναι αναγκαία για τη δραστηριότητα της Alsatel και για την απόσβεση του κεφαλαίου που έχει επενδύσει η επιχείρηση. Για το σκοπό αυτόν θα είναι ενδεχομένως σκόπιμο να λάβει υπόψη την αξία του χρησιμοποιούμενου υλικού, το αντίτιμο που καταβάλλει ο συνδρομητής για την εγκατάσταση και τη σχέση μεταξύ τους ύψους του μισθώματος και του κόστους της συντηρήσεως. Θα πρέπει να συγκριθούν αυτά τα δεδομένα με τα αντίστοιχα στοιχεία των συμβάσεων που προτείνει προς σύναψη ο Ρ & Τ, χωρίς εντούτοις να παραβλέπεται ότι η εθνική επιχείρηση διαθέτει έσοδα προερχόμενα από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Υπενθυμίζω τέλος ότι η Επιτροπή παραδέχτηκε ότι δεν διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το τμήμα του εισαγόμενου από άλλα κράτη μέλη και πωλούμενου στη γαλλική αγορά τηλεφωνικού υλικού είναι "αρκετά σημαντικό ώστε να μπορεί να υπάρξει 'αισθητός' επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών". Επομένως η συλλογή τέτοιων στοιχείων - από τα πιο άχαρα έργα - εναπόκειται επίσης στο παραπέμπον δικαστήριο.
7. Με βάση τις προηγούμενες παρατηρήσεις προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Tribunal de grande instance του Στρασβούργου με αποφάσεις του της 17ης Σεπτεμβρίου και της 10ης Δεκεμβρίου 1986 στην εκκρεμούσα ενώπιον του δικαστηρίου αυτού δίκη μεταξύ των εταιριών Alsatel και Novasam:
"Η αναφερόμενη στο άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγόρευση εφαρμόζεται στην καταχρηστική πρακτική μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων που βρίσκονται στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της, σε κατάσταση οικονομικής ισχύος η οποία της/τους επιτρέπει να παρεμποδίζει/παρεμποδίζουν τη διατήρηση του πραγματικού ανταγωνισμού στην αγορά, παρέχοντάς της/τους τη δυνατότητα να επιδεικνύει/επιδεικνύουν σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη συμπεριφορά έναντι των ανταγωιστών της/τους, των πελατών της/τους, και, τελικά, των καταναλωτών της/τους. Εφόσον ελλείπουν αυτές οι προϋποθέσεις και δεν υφίσταται σοβαρή ζημία, όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, οι πρακτικές μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, ακόμα και αν μπορούν να θεωρηθούν ως καταχρηστικές, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86."
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy