Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Οι σύζυγοι Humbel, εναγόμενοι της κύριας δίκης, είναι γάλλοι υπήκοοι, κατοικούν δε και - τουλάχιστον ως προς τον Humbel - εργάζονται στο Λουξεμβούργο. Ο γιος τους Frederic, που γεννήθηκε το 1966, φοίτησε σε βελγικά σχολεία από το 1977, καταβλήθηκαν δε διάφορα ποσά ως διδάκτρα (τα λεγόμενα "minerval") για την εκπαίδευσή του από το σχολικό έτος 1978/79 μέχρι και το σχολικό έτος 1984/85, οπότε τα δίδακτρα καταργήθηκαν.
Η κύρια δίκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη του Neufchateau, από τον οποίο προήλθε η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 177, αφορά τα δίδακτρα ύψους 35 000 βελγικών φράγκων (ΒFR), για το σχολικό έτος 1984/85, τα οποία ο Humbel αρνείται να πληρώσει και τα οποία απαιτεί από αυτόν το Βελγικό Dημόσιο. Σε μια άλλη δίκη, ο Humbel επέτυχε, όπως φαίνεται, την έκδοση αποφάσεως σε βάρος του Βελγικού Dημοσίου, με την οποία διατάσσεται να του επιστραφούν τα δίδακτρα που είχε πληρώσει κατά τα προηγούμενα έτη κατά της αποφάσεως αυτής έχει ήδη ασκηθεί έφεση.
Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε τρία ερωτήματα. Πρώτον, συνιστούν επαγγελματική εκπαίδευση οι περί ων ο λόγος σπουδές; Δεύτερον, αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, μπορεί ο Frederic Humbel να θεωρηθεί ως αποδέκτης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 59 και συνιστά η επιβολή διδάκτρων περιορισμό της ελευθερίας του να μεταβεί στο Βέλγιο για να επωφεληθεί τέτοιου είδους υπηρεσιών; Τέλος, αν οι υπήκοοι του Λουξεμβούργου δικαιούνται να στέλνουν τα παιδιά τους σε βελγικά εκπαιδευτικά ιδρύματα χωρίς να πληρώνουν δίδακτρα, μπορεί ένας γάλλος εργαζόμενος που κατοικεί στο Λουξεμβούργο να επικαλεστεί το ίδιο δικαίωμα;
'Οσον αφορά το πρώτο ερώτημα, το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση 293/83, Gravier κατά πόλεως της Λιέγης (Συλλογή 1985, σ. 593), ότι η επιβολή διδάκτρων ως προϋποθέσεως για την πρόσβαση σε κύκλους μαθημάτων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε κοινοτικούς υπηκόους, ενώ η ίδια επιβάρυνση δεν επιβάλλεται στους σπουδαστές υπηκόους του κράτους μέλους υποδοχής, συνιστά διάκριση λόγω ιθαγενείας που απαγορεύεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με το άρθρο 128, δεδομένου ότι η επαγγελματική εκπαίδευση ορίζεται ως "κάθε μορφή εκπαίδευσης που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή που παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχόλησης ... ανεξαρτήτως της ηλικίας και του επιπέδου καταρτίσεως των μαθητών ή των σπουδαστών, ακόμη και αν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως" (σκέψη 30).
Δεν φαίνεται να αμφισβητείται κατά την παρούσα δίκη ότι η επιβολή των διδάκτρων για τις σπουδές του Frederic Humbel οφείλεται αποκλειστικώς σε λόγους ιθαγενείας. Δεν θα του είχε ζητηθεί να πληρώσει δίδακτρα αν ήταν υπήκοος του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου. Το ζήτημα αν τα μαθήματα που παρακολούθησε συιστούν επαγγελματική εκπαίδευση, κατά τον ορισμό της αποφάσεως Gravier, εναπόκειται, νομίζω, βασικά στο εθνικό δικαστήριο να το κρίνει. Κατά τη γνώμη μου, μόνο σε πολύ σαφείς περιπτώσεις μπορεί το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με το αν ένας κύκλος μαθημάτων συνιστά επαγγελματική εκπαίδευση (όπως έκανε στην υπόθεση 24/86, Blaizot και λοιποί κατά Πανεπιστημίου Λιέγης και λοιπών, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 379, ενώ στην ίδια την απόφαση Gravier δεν απεφάνθη ρητώς επ' αυτού).
Τα περί ων ο λόγος μαθήματα διδάσκονται σε εκπαιδευτικό ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως που ονομάζεται τεχνολογικό ινστιτούτο. Αυτό δεν τα εμποδίζει να συνιστούν επαγγελματική εκπαίδευση, αφού στην απόφαση Gravier το Δικαστήριο έκρινε ότι η ηλικία και το επίπεδο καταρτίσεως των μαθητών είναι άνευ σημασίας. Ο κύκλος των μαθημάτων διαρκεί έξι έτη και διαιρείται σε τρία στάδια ("degres") διαρκείας δύο ετών το καθένα. Το έτος για το οποίο καταβλήθηκαν τα επίδικα δίδακτρα ήταν το τέταρτο έτος για τον Frederic και δεν αμφισβητείται ότι τα μαθήματα που διδάχτηκε κατά το έτος αυτό ήταν μάλλον γενικής φύσεως (γλώσσες, μαθηματικά, οικονομικά, στοιχεία θετικών επιστημών, γραφομηχανή). Στο πέμπτο και το έκτο έτος, ωστόσο, διδάσκονται μαθήματα περισσότερο τεχνικής φύσεως. Ο Humbel και το βελγικό δημόσιο προφανώς να συμφωνούν ότι η εκπαίδευση που παρέχεται κατά τα δύο τελευταία έτη είναι επαγγελματική, φαίνεται δε, πράγματι, ότι για τα έτη αυτά δεν επιβάλλονται δίδακτρα. Διαφωνούν όμως επί του ζητήματος αν είναι δυνατό κάθε έτος μαθημάτων να θεωρείται μεμονωμένως και να επιβάλλονται δίδακτρα για τα έτη κατά τα οποίαη εκπαίδευση δεν είναι επαγγελματική. Νομίζω ότι ορθός είναι ο τρόπος κατά τον οποίο προσεγγίζει το ζήτημα ο Humbel ο κύκλος μαθημάτων πρέπει να θεωρείται ως ένα σύνολο προκειμένου να κριθεί αν συνιστά επαγγελματική εκπαίδευση, το δε γεγονός ότι ένας κύκλος μαθημάτων περιλαμβάνει στοιχεία γενικής εκπαιδεύσεως δεν είναι καθοριστικό για το χαρακτήρα του εν λόγω κύκλου ως επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, πράγμα που καθιστά σαφές ο ορισμός της αποφάσεως Gravier.
Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από την απόφαση Blaizot, στην οποία, προκειμένου περί πανεπιστημιακών σπουδών κτηνιατρικής στο Βέλγιο, οι οποίες διαιρούνται σε δύο τριετείς κύκλους, το προδίπλωμα ("candidature") και το πτυχίο ("doctorat"), το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρακολούθηση του δεύτερου κύκλου προϋποθέτει την ολοκλήρωση του πρώτου και ότι οι δύο κύκλοι αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο (σκέψη 21 της αποφάσεως αυτής). Δεν είμαι βέβαιος, επί του παρόντος, - αν και πρόκειται για ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί από το εθνικό δικαστήριο - ότι στις σπουδές για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση υπάρχει η ίδια αλληλεξάρτηση όπως μεταξύ των δύο κύκλων σπουδών στην υπόθεση Blaizot.
Εντούτοις, ακόμα και αν τα μαθήματα πρέπει να θεωρηθούν ως μια ενότητα, δεν είναι προφανές ότι συνιστούν, στο σύνολό τους, επαγγελματική εκπαίδευση. Με βάση τα στοιχεία που έχει υπόψη του το Δικαστήριο, τα τέσσερα πρώτα έτη (συμπεριλαμβανομένου του έτους το οποίο αφορά η διαφορά κατά την παρούσα διαδικασία) φαίνεται ότι αποτελούν σε μεγάλο βαθμό, αν όχι εξ ολοκλήρου, γενική εκπαίδευση. Περαιτέρω, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, προέκυψε ότι, ακόμη και στα δύο τελευταία έτη, κατά τα οποία τα τεχνικής φύσεως μαθήματα αγγίζουν το υψηλότερο ποσοστό τους επί του συνόλου των διδασκομένων μαθημάτων, τα μαθήματα αυτά καλύπτουν μόνο δεκατρείς ώρες εβδομαδιαίως, ενώ δεκαεννέα ώρες εβδομαδιαίως είναι αφιερωμένες σε μαθήματα γενικής φύσεως. Νομίζω ότι, όταν στην απόφαση Gravier δέχτηκε ότι η επαγγελματική εκπαίδευση μπορεί να περιλαμβάνει "τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως", το Δικαστήριο εννοούσε μαθήματα δευτερεύοντος χαρακτήρα ή σε μικρή αναλογία επί του συνόλου. Είναι συζητήσιμο αν ένας κύκλος μαθημάτων, του οποίου το τμήμα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως αντιπροσωπεύει ποσοστό μόνο 40 %, μπορεί τελικώς να θεωρηθεί ότι συνιστά επαγγελματική εκπαίδευση.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν τα τεχνικής φύσεως μαθήματα υπερείχαν, θα ήταν απαραίτητο, πριν χαρακτηριστεί ο κύκλος σπουδών ως επαγγελματική εκπαίδευση κατά την έννοια του ορισμού της αποφάσεως Gravier, να καταδειχθεί ότι προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος ή ότι παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή απασχολήσεως.
Φαίνεται ότι το Δικαστήριο ακολούθησε την ίδια συλλογιστική στη σκέψη 19 της αποφάσεως Blaizot, όπου δέχτηκε, όσον αφορά τις πανεπιστημιακές σπουδές, ότι οι σπουδές αυτές μπορεί να συνιστούν επαγγελματική εκπαίδευση όχι μόνον εάν προετοιμάζουν για την απόκτηση τυπικών προσόντων που απαιτούνται για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή απασχολήσεως, αλλά και όταν παρέχουν ιδιαίτερη ικανότητα (κατά τη διατύπωση της αποφάσεως Gravier), στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο σπουδαστής χρειάζεται ορισμένες γνώσεις για την άσκηση επαγγέλματος ή απασχολήσεως, ακόμα και αν δεν απαιτείται επίσημο πιστοποιητικό βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.
Δεν προέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου για ποιο συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση - αν πράγματι πρόκειται περί αυτού - προετοιμάζει ο κύκλος σπουδών που παρακολούθησε ο Frederic.
Για το λόγο αυτόν, νομίζω ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εναπόκειται στο εθικό δικαστήριο να εκτιμήσει τα διάφορα στοιχεία του κύκλου σπουδών (τα οποία, πράγματι, δεν έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο), προκειμένου να διαπιστωθεί αν ανταποκρίνονται στον ορισμό της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως κατά τις αποφάσεις Gravier και Blaizot.
Αν κατέληγα στην άποψη ότι το πρώτο ερώτημα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο, δεν θα ήμουν πεπεισμένος, βάσει των στοιχείων που προέκυψαν, ότι ο εν λόγω κύκλος σπουδών, ακόμα και αν θεωρηθεί συνολικώς, συνιστά επαγγελματική εκπαίδευση κατά την έννοια της αποφάσεως Gravier. Νομίζω ότι πρόκειται για σπουδές γενικής φύσεως, με μερικά μαθήματα που έχουν εισαχθεί προσφάτως (πληροφορική), τα οποία ήδη βρίσκονται στο όριο μεταξύ γενικής και τεχνικής εκπαιδεύσεως. Το περί ου ο λόγος έτος σπουδών, θεωρούμενο μεμονωμένως, δεν συνιστά επαγγελματική εκπαίδευση.
Αν το εθνικό δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι σπουδές του Frederic δεν συνιστούν επαγγελματική εκπαίδευση, ανακύπτει το δεύτερο ερώτημα, σχετικά με τις διατάξεις της Συνθήκης περί παροχής υπηρεσιών.
Ο Humbel, υποστηριζόμενος από τη Επιτροπή, προβάλλει ένα επιχείρημα παρόμοιο με ένα από τα επιχειρήματα της Gravier, το οποίο εξέτασα στις προτάσεις μου, αλλά με το οποίο δεν χρειάστηκε να ασχοληθεί το Δικαστήριο στην απόφασή του, καθόσον δέχτηκε ότι τα μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, κατά τρόπον ώστε να εφαρμόζεται το άρθρο 7. Συνοπτικώς, (μια και ασχολήθηκα εν εκτάσει με το ζήτημα αυτό στην απόφαση Gravier), το εν λόγω επιχείρημα έχει ως εξής: η διδασκαλία σε σχολείο ή σε άλλο χώρο σπουδών συνιστά παροχή υπηρεσιών. Επομένως, ο Frederic ήταν αποδέκτης των υπηρεσιών αυτών και, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, η περίπτωσή του καλύπτεται από την απόφαση του Δικαστηρίου επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 286/82 και 26/83, Luisi και Carbone κατά Υπουργού Θησαυροφυλακίου (Συλλογή 1984, σ. 377), ιδίως δε από την ακόλουθη σκέψη:
"... η ελευθερία παροχής υπηρεσιών περικλείει την ελευθερία των αποδεκτών των υπηρεσιών να μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος για να δέχονται υπηρεσία, χωρίς να παρεμποδίζονται από περιορισμούς, ακόμη και όσον αφορά πληρωμές, οι δε τουρίστες, οι υποβαλλόμενοι σε θεραπεία και εκείνοι που πραγματοποιούν ταξίδια για λόγους σπουδών ή επαγγελματικούς πρέπει να θεωρούνται ως αποδέκτες υπηρεσιών." (σκέψη 16, Συλλογή σ. 403).
Η υπόθεση αυτή δεν έχει άμεση σχέση με την παρούσα, καθόσον αφορούσε περιορισμούς της ελευθερίας των πληρωμών για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στο εξωτερικό, περιορισμούς που επέβαλλε το κράτος του οποίου οι υπήκοοι ήταν οι αποδέκτες των υπηρεσιών.
'Οπως στην υπόθεση Gravier, έτσι και εν προκειμένω δέχομαι ότι η εκπαίδευση μπορεί να αποτελεί υπηρεσία κατά την έννοια του μη περιοριστικού χαρακτήρα ορισμού του άρθρου 60 της Συνθήκης. Δεν νομίζω ότι το γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές προσφέρονταν στον Frederic για διάστημα έξι περίπου ετών έχει απαραιτήτως ως συνέπεια τη μη εφαρμογή, επί της περιπτώσεώς του των διατάξεων της Συνθήκης περί παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες ορισμένοι θα έλεγαν ότι έχουν μάλλον προσωρινό χαρακτήρα εν αντιθέσει προς τον μονιμότερο χαρακτήρα της "εγκαταστάσεως", η οποία διέπεται από τα άρθρα 52 έως 58 της Συνθήκης. 'Οταν ο παρέχων υπηρεσίες μεταβαίνει πολύ συχνά στο κράτος μέλος εντός του οποίου πρόκειται να παρασχεθούν οι υπηρεσίες, μπορεί να ανακύψει ζήτημα ως προς το αν είναι εγκατεστημένος στο κράτος αυτό. Εντούτοις, όπως υπονοείται σαφώς με το άρθρο 60, τρίτο εδάφιο, αυτός είναι απλώς ένας δυνατός τρόπος παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της Συνθήκης. Είναι εξίσου δυνατόν να μη μετακινείται ούτε ο παρέχων τις υπηρεσίες ούτε ο αποδέκτης τους, οι δε υπηρεσίες να παρέχονται και να πληρώνονται ταχυδρομικώς ή κατ' άλλους, πλέον σύγχρονους, τρόπους επικοινωνίας, ή, όπως στην παρούσα υπόθεση και στην υπόθεση Luisi και Carbone, να μετακινείται ο αποδέκτης τους. Σε καμιά από τις δύο τελευταίες περιπτώσεις δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, σημασία η διάκριση μεταξύ της εγκαταστάσεως και των υπηρεσιών.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί παροχής υπηρεσιών έχουν ως σκοπό την απαλλαγή του προσφέροντος τις υπηρεσίες από περιορισμούς που επιβάλλονται είτε σ' αυτόν είτε στα πρόσωπα που επιθυμούν να καταστούν αποδέκτες των υπηρεσιών του, (όπως στην υπόθεση Luisi). Δεν του επιβάλλουν, όμως, να προσφέρει τις υπηρεσίες αυτές παρά τη θέλησή του. Με άλλα λόγια, μπορεί να χρησιμοποιεί την ελευθερία όσο επιθυμεί, πολύ ή λίγο. Η άρνηση της παροχής υπηρεσιών μπορεί να καλύπτεται από άλλες διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως τους κανόνες περί ανταγωνισμού. Η απροθυμία του να παράσχει υπηρεσίες δεν είναι "περιορισμός" κατά την έννοια του κεφαλαίου περί υπηρεσιών, όπως δεν είναι περιορισμός και η διάθεσή του να προσφέρει υπηρεσίες σε ορισμένες κατηγορίες αποδεκτών με ειδικούς ή επαχθέστερους όρους.
Το επιχείρημα αυτό είναι πολύ ισχυρό, ιδίως όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ανεξάρτητα από το κράτος. Εντούτοις, όταν μια υπηρεσία παρέχεται από το κράτος ή από κρατικό φορέα (όπως προκειμένου περί δημοσίου σχολείου), η προσέγγιση του θέματος μπορεί να είναι διαφορετική, νομίζω δε ότι η άρνηση του κράτους να προσφέρει υπηρεσίες χωρίς την εφαρμογή διακρίσεων σε βάρος υπηκόων άλλων κρατών μελών μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να συνιστά περιορισμό απαγορευόμενο από τα άρθρα 59 και 60.
Δεν φαίνεται, ωστόσο, απαραίτητη η περαιτέρω κατά βάθος εξέταση των ζητημάτων αυτών, δεδομένου ότι έχουν ως βάση την υπόθεση ότι η εκπαίδευση που παρακολούθησε ο Frederic είναι υπηρεσία κατά την έννοια της Συνθήκης. Για τους λόγους που εξέθεσα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Cravier (όπ.π., σ. 602 έως 604), θεωρώ ότι δεν είναι υπηρεσία, διότι δεν ανταποκρίνεται στο κριτήριο που θέτει το άρθρο 60, κατά το οποίο "κατά την έννοια της παρούσης συνθήκης, ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής", κριτήριο που οπωσδήποτε, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η γνώμη μου, ενόψει των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν στην παρούσα υπόθεση, εξακολουθεί να είναι ότι η εκπαίδευση που παρέχει το κράτος δεν προσφέρεται "αντί αμοιβής". Το κράτος δεν είναι εμπορικός οργανισμός που επιδιώκει τον πορισμό κέρδους ή, απλώς, την κάλυψη των δαπανών και την ισοσκέληση εσόδων και εξόδων. Αν ένας οργανισμός που δεν επιδιώκει τον πορισμό κέρδους(χωρίς "κερδοσκοπικό σκοπό") δεν μπορεί να επωφεληθεί της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών εντός άλλων κρατών μελών, οι οποίες καθιερώνονται από τη Συνθήκη (όπως προκύπτει σαφώς από τα άρθρα 58 και 66), νομίζω ότι, κατά συνέπεια, ούτε οι δήθεν αποδέκτες των υπηρεσιών που παρέχει ένας τέτοιος οργανισμός μπορούν να επικαλεστούν τη Συνθήκη.
Οι οργανισμοί που πραγματοποιούν κέρδος (ή επιδιώκουν τον πορισμό κέρδους) χρηματοδοτούνται, γενικώς, μέσω της πληρωμής των πωλουμένων αγαθών ή των προσφερομένων υπηρεσιών ("αμοιβής"). Κατά την πώληση αγαθών ή την προσφορά υπηρεσιών έχουν ακριβώς ως σκοπό την είσπραξη αμοιβής. Η δημόσια εκπαίδευση, ωστόσο, όπως και η υγειονομική περίθαλψη, χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό μέσω της φορολογίας. Και οι δύο παρέχονται στο πλαίσιο της κρατικής δραστηριότητας που μπορεί να χαρακτηρισθεί συνοπτικώς με τον όρο κοινωνική πολιτική. Το γεγονός ότι σε ορισμένους από τους αποδέκτες αυτών των υπηρεσιών επιβάλλονται επιβαρύνσεις, συνήθως με αμιγή χαρακτήρα τελών, οι οποίες δε, κατ' εξαίρεσιν, πλησιάζουν το κόστος των υπηρεσιών, δεν αλλάζει τα πράγματα. Δεν νομίζω ότι ο γεικός εισαγγελέας Warner εννοούσε αυτή την περίπτωση στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 52/79, Procureur du Roi κατά Debauve, ECR. 1980, σ. 833, και τούτο για τους λόγους που εξέθεσα στην υπόθεση Gravier, δεν νομίζω δε ότι η Επιτροπή ή ο Humbel μπορούν να αντλήσουν επιχειρήματα από αυτές τις προτάσεις.
Ο Humbel ισχυρίζεται, όπως υποστηρίχθηκε και στην υπόθεση Gravier, ότι πληρώνονται οι καθηγητές και εξοφλούνται οι λογαριασμοί για τα τρέχοντα έξοδα των σχολείων, ώστε να μη μπορεί να λεχθεί ότι οι υπηρεσίες δεν προσφέρονται αντί αμοιβής. Δεν νομίζω ότι το κριτήριο αυτό μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω. Και τα φιλανθρωπικά και θρησκευτικά ιδρύματα απασχολούν προσωπικό και πληρώνουν για θέρμανση και ηλεκτρικό ρεύμα. Μπορεί επίσης να επιβάλλουν τέλη για ορισμένες υπηρεσίες. Το ορθό κριτήριο είναι αν οι υπηρεσίες προσφέρονται ως μέρος οικονομικής δραστηριότητας. Αντί "οικονομικής" θα μπορούσε εξίσου ορθά να λεχθεί "εμπορικής" ή "επαγγελματικής". Νομίζω ότι αυτή είναι η έννοια του "κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής". Το ζήτημα δεν είναι αν αμείβονται οι καθηγητές, αλλά αν (ή πώς) αμείβεται (ή εξευρίσκει πόρους) το σχολείο.
"Αμοιβή", κατά την έννοια του άρθρου 60, θα είναι σχεδόν πάντοτε πληρωμή εκ μέρους ή επ' ονόματι του αποδέκτη της παροχής υπηρεσιών, ανάλογη προς το οικονομικό κόστος της παροχής τους ή καθοριζόμενη κατ' άλλον τρόπο με εμπορικά κριτήρια (όπως αν προσφέρεται υπηρεσία δωρεάν ή σε χαμηλή τιμή με την ελπίδα προσελεύσεως περισσότερης πελατείας ή ως απάντηση στις πιέσεις των ανταγωνιστών). Τέτοιου είδους αμοιβή δεν υφίσταται, κατά τη γνώμη μου, όταν ο αποδέκτης της υπηρεσίας δεν καταβάλλει τέλη ή όταν πληρώνει για την υπηρεσία αυτή μέσω επιχορηγήσεως που έχει ήδη καταβληθεί από το κράτος ή πληρώνει για υπηρεσία παρεχόμενη από το κράτος ή επ' ονόματί του και κατόπιν ολόκληρο το ποσό ή ένα μέρος του επιστρέφεται από το κράτος ή επ' ονόματί του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των διδάκτρων των πανεπιστημίων του Ηνωμένου Βασιλείου (που αναφέρθηκαν ως παράδειγμα κατά τη συζήτηση) και στην περίπτωση των συστημάτων υγειονομικής περιθάλψεως ορισμένων χωρών.
Η αναλογία προς την υγειονομική περίθαλψη είναι εντυπωσιακή, δεδομένου ότι, παρόλο που οι κοινοτικοί υπήκοοι δικαιούνται γενικώς περιθάλψεως σε ολόκληρη την Κοιότητα, το δικαίωμα αυτό ενισχύεται από ένα πολύπλοκο σύστημα που αποσκοπεί στον καθορισμό του κράτους που πρέπει, τελικά, να επιβαρυνθεί με τη δαπάνη της περιθάλψεως. Είναι, νομίζω, ατυχές το ότι δεν υπάρχει ακόμα τέτοιο σύστημα για την παιδεία σε ολόκληρη την Κοινότητα.
Καταλήγω, επομένως, όπως και στην υπόθεση Gravier, στο συμπέρασμα ότι ο σπουδαστής δεν μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις της Συνθήκης περί παροχής υπηρεσιών προκειμένου να προβάλει δικαίωμα προσβάσεως στην εκπαίδευση, όταν η εκπαίδευση αυτή δεν παρέχεται "αντί αμοιβής". Δεν χρειάζεται, συνεπώς, να δοθεί απάντηση στο υπόλοιπο μέρος του δευτέρου ερωτήματος, ειδικότερα δε ως προς το αν τα δίδακτρα συνιστούν "περιορισμό" της ελευθερίας αποδοχής υπηρεσιών.
Προχωρώ στο τρίτο ερώτημα, για την εξέταση του οποίου πρέπει να ληφθούν υπόψη το άρθρο 48 της Συνθήκης και το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), κατά το οποίο τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτειά του".
Καθόσον γνωρίζει το Δικαστήριο, ο Humbel δεν έχει εργαστεί ποτέ στο Βέλγιο. Τα τέκνα των υπηκόων του Λουξεμβούργου, όπου και αν έχουν την κατοικία τους, στο Μεγάλο Δουκάτο ή αλλού, δικαιούνται να σπουδάζουν στο Βέλγιο χωρίς να καταβάλλουν δίδακτρα. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει αν αυτό οφείλεται σε επίσημη συμφωνία ή σε άτυπο διακανονισμό μεταξύ Βελγίου και Λουξεμβούργου. Το Δικαστήριο απηύθυνε επ' αυτού γραπτό ερώτημα στην κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, αλλά δεν έλαβε απάντηση. Ο εκπρόσωπος της βελγικής κυβερνήσεως δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει σχετικώς το Δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Από τις παρατηρήσεις του Humbel και της Επιτροπής προκύπτει ότι η σχετική βελγική νομοθεσία δημιουργεί ορισμένες ανώμαλες καταστάσεις. Τα δίδακτρα δεν επιβάλλονται στα τέκνα των γάλλων υπηκόων που κατοικούν σε γαλλικό δήμο ή κοινότητα που απέχει μέχρι 15 χιλιόμετρα από τα βελγικά σύνορα οι Γάλλοι, όμως, οι οποίοι κατοικούν σε οποιοδήποτε μέρος του Λουξεμβούργου πρέπει να πληρώνουν αν τα τέκνα τους φοιτούν σε βελγικά σχολεία.
Ο Humbel υποστηρίζει ότι μια τέτοια διάκριση λόγω ιθαγενείας απαγορεύεται, άνευ ετέρου, από το άρθρο 7 της Συνθήκης. Εντούτοις, όπως δείχνει η απόφαση Gravier, πρέπει να καταδειχθεί ότι η διάκριση εφαρμόζεται υπό περιστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
Ο Humbel ισχυρίζεται, επίσης, ότι η βελγική κυβέρνηση επιχειρεί να δικαιολογήσει αυτή τη διάκριση αναφερόμενη στο άρθρο 233 της Συνθήκης, το οποίο ορίζει τα εξής:
"Η παρούσα συνθήκη δεν εμποδίζει την ύπαρξη και ολοκλήρωση των περιφερειακών ενώσεων μεταξύ Βελγίου και Λουξεμβούργου καθώς και μεταξύ Βελγίου, Λουξεμβούργου καιΚάτω Χωρών, εφόσον οι στόχοι των περιφερειακών αυτών ενώσεων δεν επιτυγχάνονται με την εφαρμογή της παρούσης Συνθήκης."
Ο Humbel υποστηρίζει ότι το άρθρο αυτό δεν παρέχει κανένα επιχείρημα στο Βέλγιο. Η ύπαρξη της ενώσεως Μπενελούξ δεν μπορεί να έχει, εν προκειμένω, καμία επίδραση, μια και η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση δεν εκτείνεται και στους ολλανδούς σπουδαστές η Οικονομική 'Ενωση Βελγίου-Λουξεμβούργου δεν έχει καμιά σχέση με την εκπαίδευση. Περαιτέρω, όπως επιβεβαιώνει η απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως 195/83, Pakvries, Συλλογή 1984, σ. 2101, το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται, όπως προκύπτει σαφώς από το γράμμα του, μόνον όταν οι στόχοι της περιφερειακής ενώσεως δεν μπορούν να επιτευχθούν με την εφαρμογή της Συνθήκης, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Νομίζω, ωστόσο, ότι το άρθρο 7, όπως και το άρθρο 33, μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνον όταν η εφαρμοζόμενη διάκριση είναι αντίθετη προς τη Συνθήκη, πράγμα που δεν έχει ακόμη αποδειχθεί.
Ο Humbel υποστηρίζει, εν συνεχεία, ότι η πρακτική του Βελγίου περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των γάλλων εργαζομένων, σε αντίθεση προς το άρθρο 45. Κατά τη γνώμη μου, όμως, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν και η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση (που παρενέβη κατά την προφορική διαδικασία και μόνον ως προς το τρίτο ερώτημα), τα ιδιαίτερα δικαιώματα των διακινουμένων εργαζομένων όσον αφορά την εκπαίδευση των τέκνων τους πρέπει να συναχθούν από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68.
Η Επιτροπή, ωστόσο, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι το γράμμα του άρθρου 12, ειδικότερα δε η προϋπόθεση κατά την οποία τα τέκνα του εργαζομένου πρέπει να διαμένουν στο κράτος υποδοχής, εμποδίζει το Δικαστήριο να εφαρμόσει το εν λόγω άρθρο στην προκειμένη υπόθεση. Η Επιτροπή θεωρεί, πάντως, ότι η διάκριση είναι αντίθετη προς το πνεύμα του άρθρου 12 και διατυπώνει την άποψη ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κατά το άρθρο 12 το Λουξεμβούργο υποχρεούται να εξασφαλίζει δωρεάν εκπαίδευση εντός άλλων κρατών μελών στα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων που κατοικούν στο Λουξεμβούργο, όσον αφορά τα είδη εκπαιδεύσεως που δεν υπάρχουν στο ίδιο το Λουξεμβούργο αλλά παρέχονται δωρεάν στα τέκνα των υπηκόων του Λουξεμβούργου εντός άλλου κράτους μέλους.
Ομοίως, η ιταλική κυβέρνηση (η οποία εκκινεί από το γεγονός ότι η περί ης ο λόγος διάκριση γίνεται μεταξύ των εργαζομένων που είναι υπήκοοι του Λουξεμβούργου και των διακινουμένων εργαζομένων που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών και κατοικούν στο Λουξεμβούργο) υποστηρίζει ότι το άρθρο 12 δεν περιορίζεται ρητώς στην εκπαίδευση που παρέχεται εντός του κράτους υποδοχής. Αν το κράτος υποδοχής εξασφαλίζει στους υπηκόους του τη δυνατότητα να σπουδάζουν στο εξωτερικό υπό ευνοϊκούς όρους, η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση πρέπει να εκτείνεται και στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας οι οποίοι κατοικούν στο έδαφός του ή, τουλάχιστον, καλύπτονται από τον κανονισμό 1612/68. Ο κανονισμός αυτός, με τον οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 48, έχει ως σκοπό την ενσωμάτωση του διακινουμένου εργαζομένου στο κράτος υποδοχής, ο σκοπός δε αυτός θα ματαιωνόταν αν τα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων δεν είχαν ίσες ευκαιρίες με τους υπηκόους του κράτους υποδοχής όσον αφορά την πρόοδό τους από εκπαιδευτικής και πολιτιστικής απόψεως.
Παρόλο που το επιχείρημα αυτό είναι πολύ πειστικό, αφορά, καταρχάς, όπως παραδέχτηκε, νομίζω, ο εκπρόσωπος της ιταλικής κυβερνήσεως, την κατάσταση που υπάρχει στο Λουξεμβούργο, ως προς την οποια δεν έχει τεθεί ζήτημα ενώπιον του βελγικού δικαστηρίου. 'Οπως παραδέχτηκε, τελικώς, η Επιτροπή, η έννοια του άρθρου 12 δεν μπορεί, λογικώς να διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε το Βέλγιο να υποχρεούται να επεκτείνει στους διακινουμένους εργαζομένους που κατοικούν στο Λουξεμβούργο πλεονεκτήματα τα οποία δεν ήταν μεν υποχρεωμένο να παραχωρήσει, έχει παραχωρήσει, όμως, επί βάσεως που δεν γνωρίζει το Δικαστήριο, στους υπηκόους του Λουξεμβούργου.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε ο juge de paix του Neufchateau πρέπει να δοθούν οι εξής απαντήσεις:
"1) Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν τα μαθήματα που παρακολούθησε ο Frederic Humbel συνιστούν επαγγελματική εκπαίδευση κατά τον ορισμό της αποφάσεως Gravier.
2) Η εκπαίδευση που παρέχει το κράτος δεν είναι υπηρεσία κατά την έννοια των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι δεν προσφέρεται αντί αμοιβής.
3) Το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν την πρόσβαση στην εκπαίδευση στους διακινουμένους εργαζομένους οι οποίοι κατοικούν σε άλλο κράτος υπό τους ίδιους όρους που την επιτρέπουν στους υπηκόους αυτού του άλλου κράτους μέλους.
Επί των δικαστικών εξόδων του Humbel και της βελγικής κυβερνήσεως, διαδίκων της κυρίας δίκης, πρέπει να αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο. Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί των δικαστικών εξόδων της ιταλικής κυβερνήσεως, της κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου και της κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και της Επιτροπής.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy