Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Αντικείμενο της παρούσης υποθέσεως αποτελεί ένα προδικαστικό ερώτημα που έθεσε στο Δικαστήριο το Verwaltungsgericht της Trier ως προς την ερμηνεία των διατάξεων των κοινοτικών κανονισμών που αφορούν την κατάταξη των ποικιλιών αμπέλου και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι οίνοι μπορούν να χαρακτηριστούν ως οίνοι ποιότητας παραγόμενοι εντός καθορισμένων περιοχών (στο εξής: οίνοι καθορισμένης ποιότητας).
Ι - Το ιστορικό της διαφοράς
2. Το 1972 και το 1973 στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης χορηγήθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας, Αμπελουργίας και Περιβάλλοντος της Ρηνανίας-Παλατινάτου η άδεια να συνάψει συμβάσεις για την καλλιέργεια μιας ποικιλίας αμπέλου που αποκαλείται "Aris" και προέρχεται από διασταύρωση μεταξύ ειδών με ποικιλίες αμπέλου του είδους Vitis riparia. Μέχρι το 1984 οι οίνοι που περιείχαν ορισμένο ποσοστό σταφυλιών της ποικιλίας Aris αναγνωρίζονταν ως οίνοι ποιότητας παραγόμενοι εντός καθορισμένων περιοχών στο ομόσπονδο κράτος της Ρηνανίας-Παλατινάτου.
3. Στις 14 Δεκεμβρίου 1985 ο προσφεύγων της κύριας δίκης ζήτησε και πάλι να του χορηγηθεί επίσημος αριθμός ελέγχου για την αναγνώριση ως οίνου καθορισμένης ποιότητας ενός οίνου που περιείχε σε ποσοστό 10 % σταφύλια της ποικιλίας Aris. Το Γεωργικό Επιμελητήριο της Ρηνανίας-Παλατινάτου απέρριψε την αίτηση αυτή με το αιτιολογικό ότι για τους οίνους που προέρχονται από διασταύρωση ποικιλιών αμπέλου που ανήκουν σε διαφορετικά είδη δεν χορηγούνται πλέον επίσημοι αριθμοί ελέγχου βάσει των οποίων οι οίνοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως οίνοι ποιότητας παραγόμενοι εντός καθορισμένων περιοχών.
4. Το Γεωργικό Επιμελητήριο ισχυρίστηκε ότι την απόρριψη της αιτήσεως του προσφεύγοντος επέβαλλε το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 338/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί καθορισμού ειδικών διατάξεων σχετικών με τους οίνους ποιότητος που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών (1), δεδομένου ότι από τα άρθρα αυτά συνάγεται ότι μόνο η ποικιλία Vitis vinifera μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή αυτών των οίνων.
5. Κατόπιν της απορρίψεως της ενστάσεώς του κατά της αποφάσεως με την οποία είχε απορριφθεί η αίτησή του, ο προσφεύγων προσέφυγε στο Verwaltungsgericht της Trier, επικαλούμενος κυρίως το άρθρο 55, παράγραφος 2, του γερμανικού νόμου περί οίνων και το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί των γενικών κανόνων κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου (2).
6. Το Verwaltungsgericht έκρινε ότι ανακύπτει το ζήτημα προσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79, σε σχέση το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), και το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 338/79, κατόπιν δε αυτού ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Μπορεί κατά το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 347/79 να αναγνωριστεί ως οίνος ποιότητας που παράγεται εντός καθορισμένης περιοχής ο οίνος από ποικιλίες αμπέλου, για τις οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη εξετάσεις καλλιεργητικής συμπεριφοράς, επιστημονικές έρευνες ή εργασίες διασταυρώσεως ή επιλογής, ή αυτό αντίκειται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), εδάφιο 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, εδάφιο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 338/79;"
ΙΙ - Εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος
7. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν ο οίνος από ποικιλία αμπέλου που δεν ανήκει στο είδος Vitis vinifera μπορεί να χαρακτηριστεί ως οίνος ποιότητας παραγόμενος εντός καθορισμένων περιοχών, εφόσον για την ποικιλία αυτή διεξάγονται δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς, επιστημονικές έρευνες ή εργασίες επιλογής ή διασταυρώσεως.
8. 'Οπως φαίνεται και από την ίδια τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, η κύρια δυσκολία συνίσταται στο ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ αφενός του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), και του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 338/79 και αφετέρου του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79.
9. Από τις δύο πρώτες διατάξεις συνάγεται ότι οι οίνοι ποιότητας οι παραγόμενοι εντός καθορισμένων περιοχών επιτρέπεται να παράγονται μόνο από ταξινομημένες ποικιλίες αμπέλου που ανήκουν στο είδος Vitis vinifera. Το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 όμως εξομοιώνει με τα προϊόντα των επιτρεπόμενων ποικιλιών τα προϊόντα που προέρχονται από ποικιλία αμπέλου για την οποία διεξάγονται δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς, επιστημονικές έρευνες ή εργασίες επιλογής ή διασταυρώσεως.
10. Σημαίνει η εξομοίωση αυτή ότι οι οίνοι που παράγονται από ποικιλία αμπέλου που δεν ανήκει στο είδος Vitis vinifera, για την οποία όμως διεξάγονται δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς, μπορούν να θεωρηθούν ως οίνοι ποιότητας παραγόμενοι εντός καθορισμένων περιοχών κατά παρέκκλιση από τις περιοριστικές διατάξεις των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 338/79;
11. Αυτή είναι η άποψη που υποστήριξε ο προσφεύγων στην κύρια δίκη προβάλλοντας - όπως προκύπτει από την αίτηση του γερμανικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως - μεταξύ άλλων τα ακόλουθα επιχειρήματα:
α) Το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 αποτελεί ειδικό και μεταγενέστερο κανόνα σε σχέση με τις διατάξεις του κανονισμού 338/79.
β) Από το άρθρο 31, παράγραφος 1 (3), και το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (4), προκύπτει ότι το Συμβούλιο επεφύλαξε στον εαυτό του τη δυνατότητα να παρεκκλίνει ή να επιτρέπει παρεκκλίσεις από την αρχή που καθιερώνεται με το άρθρο 6 του κανονισμού 338/79, κατά την οποία οι οίνοι καθορισμένης ποιότητας παράγονται μόνο από τις συνιστώμενες ή επιτρεπόμενες ποικιλίες που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. Το άρθρο 13 του κανονισμού 347/79 προέβλεψε ακριβώς παρεκκλίσεις για τις περιπτώσεις των πειραματικών καλλιεργειών που έχουν επιτραπεί επίσημα επομένως, στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται μόνο το άρθρο 13, παράγραφος 4, το οποίο εξομοιώνει τα προϊόντα από τις πειραματικές αυτές καλλιέργειες με τα προϊόντα των επιτρεπομένων ποικιλιών αμπέλου και έτσι επιτρέπει τη χρησιμοποίησή τους για την παραγωγή οίνων ποιότητας παραγόμενων εντός καθορισμένων περιοχών.
γ) Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων πριν από την καθιέρωση της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς, η γερμανική αντιπροσωπεία δήλωσε ότι θεωρεί ότι με το άρθρο 3 του κανονισμού 817/70 (ο οποίος είναι προγενέστερος του κανονισμού 338/79) δεν θίγονται οι πειραματικές καλλιέργειες νέων ποικιλιών αμπέλου.
12. Τα επιχειρήματα που μόλις συνόψισα δεν μου φαίνονται όμως καθόλου πειστικά, διότι δεν οδηγούν στην καλύτερη δυνατή ερμηνεία των επίμαχων κειμένων.
13. Για να αποδειχθεί το αβάσιμό τους, ενδείκνυται να γίνει διάκριση, όπως προτείνει η Επιτροπή, μεταξύ δύο ομάδων κοινοτικών κανόνων που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση: των γενικών κανόνων περί κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου - που περιέχονται στους κανονισμούς 337/79 και 347/79 - και των ειδικών κανόνων που ισχύουν για τους οίνους ποιότητας τους παραγόμενους εντός καθορισμένων περιοχών - του κανονισμού 338/79.
14. Α - Ο κανονισμός 337/79, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς, εξουσιοδοτεί με το άρθρο 30, παράγραφος 1 (5), πρώτη περίπτωση, το Συμβούλιο να θεσπίζει τους γενικούς κανόνες κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου, οι οποίοι να προβλέπουν ότι οι ποικιλίες αυτές κατατάσσονται, κατά διοικητικές μονάδες ή τμήματα διοικητικών μονάδων, σε συνιστώμενες, επιτρεπόμενες και προσωρινά επιτρεπόμενες.
15. Δυνάμει εξάλλου του άρθρου 30, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, το Συμβούλιο μπορούσε, στο πλαίσιο των γενικών αυτών κανόνων, να επιτρέψει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν για λόγους εξετάσεως της καλλιεργητικής συμπεριφοράς μιας ποικιλίας αμπέλου, για επιστημονικές έρευνες κλπ. από τις διατάξεις της παραγράφου 2, κατά την οποία στην Κοινότητα επιτρέπεται να φυτεύονται, επαναφυτεύονται και εμβολιάζονται μόνο οι συνιστώμενες ή οι επιτρεπόμενες ποικιλίες.
16. Το άρθρο 49 του ίδιου κανονισμού 337/79 καθιερώνει άλλωστε τον κανόνα ότι μόνο τα σταφύλια των ανωτέρω ποικιλιών μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γλεύκους σταφυλής, επιτραπέζιου οίνου, οίνου λικέρ και οίνου ποιότητας παραγόμενου εντός καθορισμένων περιοχών στο Συμβούλιο πάντως επιτρέπεται να θεσπίζει παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτό.
17. Βάσει ακριβώς της εξουσιοδοτήσεως του προαναφερθέντος άρθρου 30 του κανονισμού 337/79 (το οποίο σήμερα αποτελεί το άρθρο 31, κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε ο κανονισμός 454/80) το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 347/79, περί των γενικών κανόνων κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου που επιτρέπεται να καλλιεργούνται στην Κοινότητα, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 1388/70 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1970 (6). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 347/79, η κατάταξη των ποικιλιών αμπέλου περιλαμβάνει όλες τις ποικιλίες αμπέλου του γένους Vitis, περιλαμβανομένων και εκείνων που προέρχονται από διασταυρώσεις μεταξύ ειδών καλύπτει επομένως και την ποικιλία Aris, η οποία προέρχεται από διασταύρωση μεταξύ ειδών με ποικιλίες που ανήκουν στο είδος Vitis riparia.
18. Ο κανονισμός 347/79 υπενθυμίζει στο άρθρο 5 ότι οι ποικιλίες αμπέλου κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες (συνιστώμενες, επιτρεπόμενες και προσωρινά επιτρεπόμενες), τα επόμενα δε άρθρα ορίζουν ποιες ποικιλίες αμπέλου πρέπει να ανήκουν σε κάθε κατηγορία, σε συνάρτηση με τη συνήθη χρήση των σταφυλιών που παράγουν οι ποικιλίες αυτές (για παράδειγμα, το άρθρο 6 αφορά τις οινοποιήσιμες ποικιλίες).
19. Το άρθρο 13 υπενθυμίζει καταρχάς στην παράγραφο 1 την απαγόρευση φυτεύσεως των ποικιλιών αμπέλου που δεν περιλαμβάνονται στην κατάταξη και των προσωρινά επιτρεπομένων ποικιλιών αμπέλου (την απαγόρευση αυτή προέβλεπε ήδη το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 337/79 (7)) η παράγραφος 2 του άρθρου 13 πάντως επιτρέπει στα κράτη μέλη, όπως και το άρθρο 30, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 337/79, να παρεκκλίνουν από την απαγόρευση αυτή, εφόσον συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη.
20. Το άρθρο 13, παράγραφος 4, προβλέπει ότι τα προϊόντα μιας ποικιλίας αμπέλου που έχει φυτευθεί για έναν από τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι ισοδύναμα προς τα προϊόντα των επιτρεπομένων ποικιλιών αμπέλου.
21. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι σκοπός της εξομοιώσεως αυτής είναι να εξασφαλιστεί η διάθεση στην αγορά των προϊόντων που παράγονται υπό τις συνθήκες αυτές.
22. Σημαίνει όμως η εξομοίωση αυτή ότι τα επίμαχα προϊόντα καθίστανται αυτόματα κατάλληλα για την παραγωγή οίνων ποιότητας παραγόμενων εντός καθορισμένων περιοχών;
23. Δεν φαίνεται να συμβαίνει αυτό.
24. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι το άρθρο 13, παράγραφος 4, εξομοιώνοντας τα προϊόντα από ποικιλίες αμπέλου για τις οποίες διεξάγονται δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς κλπ. προς τα προϊόντα των επιτρεπομένων ποικιλιών αμπέλου, παρεκκλίνει από τον κανόνα του άρθρου 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79, κατά τον οποίο για την παραγωγή οίνου κατάλληλες είναι μόνο οι συνιστώμενες ή οι επιτρεπόμενες ποικιλίες αμπέλου. Με άλλα λόγια, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79, οι ποικιλίες αμπέλου που δεν περιλαμβάνονται στην κατάταξη, για τις οποίες διεξάγονται δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς και οι οποίες επιτρεπόταν ήδη να φυτεύονται ή να εμβολιάζονται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου θα μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γλεύκους σταφυλής, συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής, οίνου κατάλληλου να δώσει επιτραπέζιο οίνο, επιτραπέζιου οίνου και οίνου λικέρ, κατά παρέκκλιση από την αρχή που καθιερώνει το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79.
25. Συγκεκριμένα, η εξομοίωση των ανωτέρω ποικιλιών αμπέλου προς τις επιτρεπόμενες ποικιλίες αμπέλου σημαίνει ότι οι ποικιλίες αυτές είναι καταρχήν κατάλληλες να παραγάγουν οίνο που να πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και να είναι εμπορεύσιμος και του οποίου "η ποιότης, αν και είναι ενός αποδεκτού επιπέδου, είναι κατωτέρα" της ποιότητας του οίνου που λαμβάνεται από τις συνιστώμενες ποικιλίες ((άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού 347/79)).
26. Η εξομοίωση αυτή θα μπορούσε να καλύπτει ακόμη και τη δυνατότητα παραγωγής οίνων ποιότητας παραγόμενων εντός καθορισμένων περιοχών, αν η παραγωγή των οίνων αυτών δεν υπέκειτο σε άλλες αυστηρότερες προϋποθέσεις.
27. Ο κανονισμός 347/79 όμως δεν αναφέρει ποιες είναι οι ειδικές προϋποθέσεις που πρέπει να συγκεντρώνει ο οίνος για να χαρακτηριστεί ως οίνος ποιότητας παραγόμενος εντός καθορισμένων περιοχών: όπως τόνισε και η Επιτροπή, ο εν λόγω κανονισμός δεν παρέχει κανένα στοιχείο σχετικά με την καταλληλότητα των διαφόρων ποικιλιών οινοποιήσιμων σταφυλών (και συγκεκριμένα των ποικιλιών που ανήκουν στις συνιστώμενες ή τις επιτρεπόμενες ποικιλίες) για την παραγωγή οίνων ποιότητας παραγόμενων εντός καθορισμένων περιοχών.
28. Β - Οι ειδικές διατάξεις σχετικά με τους οίνους καθορισμένης ποιότητας περιέχονται στον κανονισμο 338/79, ο οποίος καθορίζει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ο οίνος για να χαρακτηριστεί ως οίνος καθορισμένης ποιότητας. Από το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, προκύπτει ότι κατάλληλες για την παραγωγή οίνων καθορισμένης ποιότητας είναι μόνο οι ποικιλίες αμπέλου οι οποίες:
α) περιλαμβάνονται στις συνιστώμενες ή επιτρεπόμενες ποικιλίες κατά την έννοια του άρθρου 31 (8) του κανονισμού 337/79
β) ανήκουν στο είδος Vitis vinifera
γ) περιλαμβάνονται στον κατάλογο που καταρτίζει κάθε κράτος μέλος για τις ποικιλίες αμπέλου που είναι κατάλληλες για την παραγωγή οίνων καθορισμένης ποιότητας.
29. Συνεπώς η εξομοίωση που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 σημαίνει ότι οι ποικιλίες αμπέλου για τις οποίες διεξάγονται δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς πληρούν την πρώτη μόνο από τις ανωτέρω προϋποθέσεις που τίθενται για την παραγωγή των οίνων καθορισμένης ποιότητας: πρόκειται για ποικιλίες που ανήκουν στις κατηγορίες των συνιστώμενων ή επιτρεπόμενων ποικιλιών. Δεδομένου όμως ότι οι ποικιλίες αυτές δεν έχουν εξομοιωθεί προς τις ποικιλίες του είδους Vitis vinifera, θα έπρεπε να πληρούν και τις άλλες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 338/79 για την παραγωγή οίνων καθορισμένης ποιότητας: να ανήκουν δηλαδή στο είδος Vitis vinifera και να περιλαμβάνονται στον ειδικό κατάλογο που καταρτίζει κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
30. Κατά συνέπεια, από το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 4 του κανονισμού 338/79, συνάγεται κατ' ανάγκη ότι οι ποικιλίες αμπέλου για τις οποίες διεξάγονται δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς πρέπει οπωσδήποτε να ανήκουν στο είδος Vitis vinifera προκειμένου να θεωρηθούν κατάλληλες για την παραγωγή οίνων καθορισμένης ποιότητας και να μπορούν να περιληφθούν στον κατάλογο που καταρτίζει κάθε κράτος μέλος.
31. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, παρά την ευρεία διακριτική ευχέρεια που αφήνει στα κράτη μέλη ο κανονισμός 338/79 (σχετικά η Επιτροπή αναφέρει ως παράδειγμα το άρθρο 2, το άρθρο 3, παράγραφος 2, το άρθρο 7, το άρθρο 11, παράγραφος 2, και το άρθρο 19), ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να επιβάλει για την παραγωγή των οίνων ποιότητας των παραγόμενων εντός καθορισμένων περιοχών ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις, ενόψει του στόχου "μιας πολιτικής ποιότητος στο γεωργικό τομέα και ειδικότερα στον οινικό τομέα" (προοίμιο, δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
32. 'Οπως διευκρινίστηκε και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, επιδιώκεται η ελεγχόμενη προσαρμογή των καλλιεργειών στις προόδους που πραγματοποιούνται στον τομέα της οικολογίας και της οινολογίας, με δοκιμές και πειράματα για τα οποία απαιτούνται κυρίως μακρόχρονοι τεχνικοί έλεγχοι της καλλιεργητικής αξίας του είδους, πριν καταστεί δυνατή η διαπίστωση της καταλληλότητάς του για την παραγωγή οίνων ποιότητας παραγόμενων εντός καθορισμένων περιοχών.
33. Από την άποψη αυτή ο νομοθέτης επέλεξε σαφώς, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, τον περιορισμό της δυνατότητας παραγωγής τέτοιων οίνων στις ποικιλίες αμπέλου του είδους Vitis vinifera, η δε εξομοίωση την οποία προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 4, δεν μπορεί να υπερισχύσει της ρητής απαγορεύσεως χρησιμοποιήσεως ποικιλιών αμπέλου άλλων ειδών (και συγκεκριμένα του είδους Vitis riparia).
34. Για το λόγο αυτό ο κοινοτικός νομοθέτης, παρά την εξομοίωση που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79, δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79 να θεσπίσει παρέκκλιση που να επιτρέπει να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή οίνων καθορισμένης ποιότητας οι ποικιλίες αμπέλου για τις οποίες διεξάγονται δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς.
35. Η εξομοίωση που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 4, πρέπει επομένως να περιοριστεί στο ειδικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 347/79, δηλαδή των γενικών κανόνων περί κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου, και δεν μπορεί να επεκταθεί συνεπώς και στον τομέα που καλύπτει ο κανονισμός 338/79, δηλαδή στους ειδικούς κανόνες για την παραγωγή των οίνων ποιότητας των παραγόμενων εντός καθορισμένων περιοχών.
36. Μολονότι ο κανονισμός 338/79 μπορεί να θεωρηθεί προγενέστερος του κανονισμού 347/79 (9), καθένας έχει διαφορετικό πεδίο εφαρμογής και δεν είναι ορθό να θεωρηθεί ο τελευταίος αυτός κανονισμός (και συγκεκριμένα το άρθρο 13, παράγραφος 4) ως "ειδικός νόμος" σε σχέση με τον πρώτο κανονισμό.
37. Αντίθετα, και οι δύο αυτοί κανονισμοί αποτελούν ειδικούς νόμους σε σχέση με τον κανονισμό 337/79, στον οποίο παραπέμπουν ρητά στο προοίμιό τους και του οποίου τις αρχές συγκεκριμενοποιούν ή αναπτύσσουν ο καθένας στον τομέα του.
38. Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι - όπως τόνισε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της - το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 θεσπίζει μία παρέκκλιση (και επομένως έχει το χαρακτήρα εξαιρέσεως σε σχέση με το γενικό κανόνα του άρθρου 49 του κανονισμού 337/79) και κατά συνέπεια δεν μπορεί να ερμηνεύεται διασταλτικά, αλλ' αντίθετα πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
39. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 4, θα κατέληγε στο παράλογο αποτέλεσμα να μπορεί να χαρακτηριστεί ως οίνος καθορισμένης ποιότητας ο οίνος που θα παραγόταν από πειραματικές ποικιλίες αμπέλου, ενώ δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως οίνος καθορισμένης ποιότητας ο οίνος που θα παραγόταν από ποικιλία αμπέλου που περιλαμβάνεται μεν στην κατάταξη, αλλά δεν ανήκει στο είδος Vitis vinifera.
40. Εξάλλου, όπως υπενθύμισε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 49, παράγραφος 2, του κανονισμού 337/79 προβλέπει ρητά ότι "οι σταφυλές που προέρχονται από τεμάχια φυτευμένα με ποικιλίες καταταγμένες ως προσωρινώς επιτρεπόμενες ποικιλίες θεωρούνται επίσης κατάλληλες να δώσουν προϊόντα τα οποία απαριθμούνται στην παράγραφο 1, εκτός από" οίνους καθορισμένης ποιότητας, εφόσον πρόκειται, μεταξύ άλλων, για ποικιλίες προερχόμενες από διασταυρώσεις μεταξύ ειδών.
41. Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν οι ποικιλίες επιτρέπονται προσωρινά και προέρχονται (όπως η ποικιλία Aris) από διασταύρωση μεταξύ ειδών, ο νομοθέτης απέκλεισε τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή οίνων καθορισμένης ποιότητας, ενώ όρισε ρητά ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή των άλλων προϊόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 49, παράγραφος 1 (στη διάταξη δε αυτή προέβλεψε ως χρονικό όριο την 31η Δεκεμβρίου 1979).
42. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω δεν αναιρείται από τη δήλωση στην οποία προέβη η γερμανική αντιπροσωπεία κατά την καθιέρωση της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς τον Απρίλιο 1970 και την οποία επικαλέστηκε ο προσφεύγων της κύριας δίκης. Πράγματι, πέρα από το γεγονός ότι πρόκειται για μονομερή δήλωση που δεν δημοσιεύτηκε και επομένως δεν έχει ερμηνευτική αξία για το Δικαστήριο, η δήλωση αυτή δεν αφορά τη σχέση μεταξύ των άρθρων 4 και 6 του κανονισμού 338/79 και του άρθρου 14, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79, δεδομένου ότι, όπως τόνισε η Επιτροπή, στη δήλωση αυτή αναφέρεται απλώς ότι τα πειράματα με νέες καλλιέργειες δεν θίγονται από το άρθρο 3 του κανονισμού 817/70 (10).
ΙΙΙ - Πρόταση
43. Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht της Trier:
"Δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 338/79, οι οίνοι οι παραγόμενοι από ποικιλίες αμπέλου για τις οποίες διεξάγονται δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς, επιστημονικές έρευνες ή εργασίες επιλογής ή διασταυρώσεως μπορούν να χαρακτηριστούν ως οίνοι ποιότητας παραγόμενοι εντός καθορισμένων περιοχών μόνο εφόσον οι χρησιμοποιηθείσες ποικιλίες αμπέλου ανήκουν όλες στο είδος Vitis vinifera."
(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 159.
(2) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 181.
(3) Πρώην άρθρο 30, παράγραφος 1. Η νέα διάταξη των άρθρων είναι αποτέλεσμα των τροποποιήσεων που επέφερε στον κανονισμό 337/79 ο κανονισμός 454/80 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 15).
(4) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112.
(5) Σήμερα άρθρο 31, παράγραφος 1.
(6) ΕΕ L 155 της 16.7.1970, σ. 5 (μόνο στις ξενόγλωσσες εκδόσεις).
(7) 'Αρθρο 30 στο αρχικό κείμενο: σήμερα άρθρο 31.
(8) Πρώην άρθρο 30.
(9) Αυτό προκύπτει μόνο εφόσον ληφθούν υπόψη οι ημερομηνίες εκδόσεως των προηγούμενων κανονισμών: του κανονισμού 817/70, της 28ης Απριλίου 1970, τον οποίο διαδέχθηκε ο κανονισμός 338/79, και του κανονισμού 1388/70, της 13ης Ιουλίου 1970, τον οποίο διαδέχθηκε ο κανονισμός 347/79.
(10) Σήμερα άρθρο 4 του κανονισμού 338/79.
Full & Egal Universal Law Academy