Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1986 ο Ειρηνοδίκης του καντονίου του Beveren-Waas ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ επί θεμάτων ανταγωνισμού, εγκαταστάσεως, ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών και ίσης φορολογικής μεταχείρισης σε σχέση με τη βελγική κανονιστική ρύθμιση που έχει ως αντικείμενο την αμοιβή των καταθέσεων ταμιευτηρίου.
Η κανονιστική αυτή ρύθμιση περιέχεται κυρίως στο βασιλικό διάταγμα της 29ης Δεκεμβρίου 1983 όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 13ης Μαρτίου 1986 και προβλέπει φορολογική απαλλαγή των πιστωτικών τόκων μέχρι 50 000 BFR μόνο για τις καταθέσεις ταμιευτηρίου, στις οποίες εφαρμόζεται ο νόμιμος τόκος. Συνεπώς το πλεονέκτημα δεν αναγνωρίζεται σε καταθέσεις που έχουν πραγματοποιηθεί με ευνοϊκότερες προϋποθέσεις.
Η κύρια διαδικασία έχει τις ρίζες της σε προσφυγή που άσκησε κατά του ΑSΡΑ, πιστωτικού ιδρύματος με έδρα την Αμβέρσα, ο Pascal van Eycke, κάτοικος Beveren-Waas. Το ΑSΡΑ αρνήθηκε στον van Eycke κατάθεση με καλύτερα επιτόκια που ίσχυαν πριν από τις 13 Μαρτίου 1986. Ως εκ τούτου ο προσφεύγων ζήτησενα διαπιστωθεί ο παράνομος χαρακτήρας αυτής της αρνήσεως καθώς και το ασυμβίβαστο μεταξύ της κανονιστικής ρύθμισης που εφαρμόζει η καθής - ειδικότερα του αναφερθέντος βασιλικού διατάγματος - και διαφόρων κοινοτικών διατάξεων.
Τα ερωτήματα, που σας υπέβαλε το δικαστήριο, αφορούν στην ουσία το αν α) τα άρθρα 85 και επ. της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι δεν συμβιβάζεται με αυτά η εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, ενσωματώνοντας προγενέστερες διατραπεζικές συμφωνίες, εξαρτά το ευεργέτημα ορισμένων φορολογικών απαλλαγών από την εφαρμογή ενιαίων όρων επιτοκίου καταθέσεων ταμιευτηρίου καταλήγοντας έτσι σε περιορισμό του ανταγωνισμού β) τα άρθρα 59 έως 66 και 95 της ίδιας Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι δεν συμβιβάζεται με αυτά η εθνική κανονιστική ρύθμιση, δυνάμει της οποίας το προαναφερθέν ευεργέτημα εφαρμόζεται μόνο στις καταθέσεις ταμιευτηρίου που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα και έχουν γίνει σε τράπεζες με έδρα στην επικράτεια του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
Ο Van Eycke, η κυβέρνηση του Βελγίου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και παρενέβησαν στη συνεδρίαση.
2. Η βελγική κυβέρνηση, υπενθυμίζοντας τη νομολογία Foglia/Novello (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, υπόθεση 244/80, Συλλογή 1981, σ. 3045), προτείνει στο Δικαστήριο να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο να δώσει απάντηση. Διατείνεται ότι επτά στοιχεία αποδεικνύουν πράγματι ότι η κύρια υπόθεση είναι εικονική και συνιστά εν πάση περιπτώσει μία πρόφαση : α) ο δικηγόρος του Van Eycke είναι ασκούμενος στο δικηγορικό γραφείο του συνηγόρου της ΑSΡΑ β) οι διάδικοι ζήτησαν αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση "συναινετικέςπροτάσεις" γ) οι διάδικοι προτίμησαν τη δωσιδικία της δικαιοπραξίας του Beveren-Waas από την κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστή της Αμβέρσας δ) η διαφορά είναι χωρίς αντικείμενο επειδή το διάταγμα της 13ης Μαρτίου 1986 αποκλείει μεν τη χορήγηση φορολογικού πλεονεκτήματος, δεν απαγορεύει όμως στην ΑSΡΑ να εφαρμόσει ευνοϊκότερους όρους για τις καταθέσεις ε) επειδή η αντιδικία έλαβε χώρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη, η βελγική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να προβάλει τα επιχειρήματά της στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας στ) στο μέτρο που η απόφαση του Δικαστηρίου θα καταλήξει να ασκήσει πίεση στον Υπουργό Οικονομικών, θα είναι inutiliter data ζ) εκκρεμεί ενώπιον του Conseil d' Etat προσφυγή πιστωτικού οργανισμού με αντικείμενο την ακύρωση της επίδικης κανονιστικής ρύθμισης.
Η άποψη αυτή δεν είναι πειστική. Πράγματι, αφενός, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι αντίθετα με την περίπτωση Foglia/Novello, το πρόβλημα, σχετικά με το οποίο ο δικαστής του Beveren-Waas υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο, εντάσσεται στη δική του έννομη τάξη και όχι σε εκείνη ενός άλλου κράτους μέλους και, αφετέρου, τα δεδομένα που ενισχύουν την άποψη - αναφέρομαι ειδικά στα τρία πρώτα - δεν αποδεικνύουν κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο τον τεχνητό χαρακτήρα της κύριας διαφοράς. Αντίθετα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να προκύπτει "κατά τρόπο προφανή ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (που ζητήθηκε από το Δικαστήριο) ... (δεν έχει) καμία σχέση με την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της κύριας δίκης" (αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, υπόθεση 126/80, Salonia, Poidomani e Giglio, σκέψη 6 και της 26ης Σεπτεμβρίου 1985, υπόθεση 166/84, Thomasduenger, σκέψη 11, Συλλογή 1981, σ. 1563, και 1985, σ. 3001, αντιστοίχως - υπογράμμιση δική μου).
'Οσον αφορά τα τέσσερα άλλα περιστατικά που επικαλείται η βελγική κυβέρνηση, παρατηρώ ακολούθως α) ότι μόνο ο δικαστής της κύριας υπόθεσης είναι αρμόδιος να κρίνει τη σημασία που έχει η απάντηση του Δικαστηρίου για την κύρια δίκη (απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 98, 162 και 258/85, Bertini και Bisignani και λοιποί, - Συλλογή 1986, σ. 1885, σκέψη 8) β) ότι, κατά τον ίδιο εκπρόσωπο της βελγικής κυβέρνησης, η κύρια διαδικασία εκτυλίχθηκε ομαλά και τουλάχιστον στην παρούσα υπόθεση, είχε όλη τη δυνατότητα να μας γνωστοποιήσει την άποψή του γ) ότι δεν έχει καμία σημασία για την παρούσα διαδικασία το γεγονός ότι κάποια υπόθεση με ανάλογο αντικείμενο εκκρεμεί ενώπιον άλλου εθνικού δικαστηρίου.
3. 'Οπως θα θυμόσαστε, το ερώτημα υπό α), στο οποίο συνόψισα και αναμόρφωσα τα δύο πρώτα ερωτήματα του δικαστή του Beveren-Waas, είναι αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους, που εξαρτά φορολογική απαλλαγή από την εφαρμογή ενιαίων επιτοκίων για τις καταθέσεις ταμιευτηρίου, είναι ασυμβίβαστη με τους κοινοτικούς κανόνες περί ανταγωνισμού.
Ο Van Eycke υποστηρίζει καταφατική απάντηση. Κατά τη γνώμη του, το διάταγμα της 13ης Μαρτίου 1986 παραβαίνει το άρθρο 85 της Συνθήκης επειδή α) απλώς επαναλαμβάνει, χορηγώντας της ισχύ erga omnes, μια εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων β) περιορίζει τον ανταγωνισμό καθόσον οι τράπεζες επιδιώκουν με το πιστωτικό επιτόκιο να προσελκύσουν καταθέσεις γ) επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο θέτοντας εμπόδιο στη διείσδυση των τραπεζών άλλων κρατών μελών στη βελγική αγορά.
Μια προκαταρκτική παρατήρηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τραπεζικός τομέας υπόκειται στους κανόνες ανταγωνισμού (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 172/80, Zuechner, Συλλογή 1981, σ. 2021, σκέψεις 7 και 8) και ότι ο εθνικός χαρακτήρας του περιοριστικού μέτρου δεν εμποδίζει την εκτίμησή του υπό το φως του άρθρου 85. Η διάταξη αυτή απευθύνεται ασφαλώς στις επιχειρήσεις και όχι στα κράτη αλλά δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα κράτη πρέπει να απέχουν από το να λαμβάνουν ή να διατηρούν μέτρα ικανά να άρουν την πρακτική του αποτελεσματικότητα. 'Ετσι, με την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση 136/86 (ΒΝΙC, Συλλογή 1987, σ. 4789,σκέψη 23), το Δικαστήριο εξέτασε μια εθνική νομοθεσία η οποία, όπως η υπό κρίση, ενσωμάτωνε συμφωνίες ενός επαγγελματικού κλάδου, οι οποίες φέρονταν ως ασυμβίβαστες με το άρθρο 85, παράγραφος 1.
Μετά από αυτά, ας παρατηρηθεί ότι τα μέτρα όπως το επίδικο διάταγμα επιδιώκουν, όπως και οι ενέργειες σχετικά με τον προεξοφλητικό τόκο, στόχους νομισματικής πολιτικής ή, ειδικότερα, πιστωτικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η χορήγηση ορισμένων φορολογικών πλεονεκτημάτων ως αντιστάθμισμα του περιορισμού των επιτοκίων επιδρά στις φορολογικές υποχρεώσεις των αποταμιευόντων, στα τραπεζικά αποθέματα σε ρευστό και στο γενικό επίπεδο των εφαρμοζομένων επιτοκίων. Ειδικότερα, η εφαρμογή αυτού του μέτρου παρότρυνσης αναχαιτίζει την αύξηση των πιστωτικών επιτοκίων και, κατά συνέπεια, μειώνει τα χρεωστικά επιτόκια των τραπεζικών δανείων.
Αν όμως οι παρατηρήσεις αυτές είναι ορθές, μου φαίνεται προφανές ότι τα ίδια αυτά μέτρα αφορούν τομέα, τον οποίο τα άρθρα 104 και 105 της Συνθήκης αφήνουν στην αρμοδιότητα των κρατώνμελών. Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχουν κοινοτικές διατάξεις εναρμόνισης, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ασυμβίβαστα με το κοινοτικό δίκαιο ακόμα και αν συνεπάγονται, όπως ασφαλώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, περιορισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού στο πεδίο των καταθέσεων ταμιευτηρίου.
4. Προχωρώ στο ερώτημα υπό β), που στην ουσία επαναλαμβάνει το τρίτο ερώτημα του βέλγου δικαστή. Αφορά το αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους που χορηγεί το ευεργέτημα της φορολογικής απαλλαγής στις καταθέσεις σε εθνικό νόμισμα και σε πιστωτικό ίδρυμα που ασκεί δραστηριότητες στην επικράτεια του κράτους αυτού, παραβαίνει τις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου περί εγκαταστάσεως, ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών και ίσης φορολογικής μεταχείρισης.
Η απάντηση είναι εύκολη. Ας παρατηρηθεί καταρχάς ότι δεν είναι εύστοχη η επίκληση των άρθρων 59 και επ. από τη στιγμή που δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί η ελευθέρωση της κυκλοφορίας των κεφαλαίων, με την οποία συνδέεται, κατά το άρθρο 61, παράγραφος 2, της Συνθήκης, η ελευθέρωση των τραπεζικών υπηρεσιών. Ας υπογραμμιστεί ακολούθως ότι εφόσον το χρήμα δεν συνιστά "προϊόν", δεν είναι βάσιμη ούτε η αναφορά στο άρθρο 95 (βλέπε απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 7/78, Thompson, Raccolta 1978, σ. 2247, σκέψη 25). Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή ισχυρίστηκε - χωρίς να διαψευστεί από τον Van Eycke - ότι όσον αφορά το επίμαχο ευεργέτημα, το Βέλγιο δεν προβαίνει σε άνιση μεταχείριση μεταξύ θυγατρικών επιχειρήσεων ή υποκαταστημάτων των εθνικών ή αλλοδαπών τραπεζών.
5. Ενόψει των ανωτέρω συλλογισμών, σας προτείνω να δώσετε την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που σας υπέβαλε ο ειρηνοδίκης του καντονίου Beveren-Waas με παρεμπίπτουσα απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1986 στην ενώπιόν του εκκρεμούσα υπόθεση μεταξύ Pascal Van Eycke και societe ASPA:
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, δεν απαγορεύεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν κανονιστική ρύθμιση που εξαρτά τη χορήγηση ορισμένων φορολογικών πλεονεκτημάτων για τους τόκους καταθέσεων ταμιευτηρίου από την εφαρμογή ενιαίων όρων που διέπουν τους τόκους αυτούς.
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy