Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με τον κανονισμό 2800/86, της 9ης Σεπτεμβρίου 1986, (ΕΕ L 259, σ. 14, στο εξής: κανονισμός για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ), η Επιτροπή επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ, ύψους 33%, επί των εισαγωγών καταψυκτών τύπου "ερμαρίου" καταγωγής ΕΣΣΔ. 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία η Technointorg είναι η μόνη εταιρία που εξάγει τα προϊόντα αυτά από την ΕΣΣΔ προς την ΕΟΚ. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 26 Νοεμβρίου 1986 η Technointorg άσκησε προσφυγή κατά της Επιτροπής (υπόθεση 294/86), με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο "να κρίνει άκυρο και χωρίς έννομα αποτελέσματα τον κανονισμό 2800/86 της Επιτροπής, της 9ης Σεπτεμβρίου 1986, τουλάχιστον καθόσον εφαρμόζεται στην περίπτωση της προσφεύγουσας, και ιδίως σε ό,τι αφορά το πρώτο του άρθρο". Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε επίσης στις 26 Νοεμβρίου 1986 (υπόθεση 294/86 R), η Technointorg ζήτησε από το Δικαστήριο, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει αναστολή της εφαρμογής του κανονισμού 2800/86 στην περίπτωσή της, υπό την προϋπόθεση ότι η Technointorg θα εξακολουθήσει να παρέχει ασφάλεια ίση προς το ποσό του προσωρινού δασμού. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε με Διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1986, η οποία επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Με τον κανονισμό 29/87, της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ 1987, L 6, σ. 1, στο εξής: κανονισμός για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ), το Συμβούλιο επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ, ύψους 33%, επί των ιδίων προϊόντων (άρθρο 1) και διέταξε την οριστική είσπραξη των ποσών που είχαν κατατεθεί ως ασφάλεια μέσω του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ δυνάμει του κανονισμού 2800/86 (άρθρο 2). Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 18 Μαρτίου 1987 η Technointorg άσκησε προσφυγή κατά του Συμβουλίου (υπόθεση 77/87), ζητώντας από το Δικαστήριο "να ακυρώσει τον κανονισμό 29/87 του Συμβουλίου, καθόσον εφαρμόζεται στην περίπτωση της Technointorg". Οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στην τελευταία αυτή υπόθεση περιελάμβαναν ισχυρισμούς που είχαν ήδη προβληθεί στην υπόθεση 294/86, με την προσθήκη ορισμένων νέων σημείων. Με χωριστό δικόγραφο, που κατατέθηκε επίσης στις 18 Μαρτίου 1987 (υπόθεση 77/87 R), η Technointorg ζήτησε από το Δικαστήριο, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει την αναστολή εφαρμογής στην περίπτωσή της του κανονισμού 29/87, υπό την προϋπόθεση ότι η Technointorg θα εξακολουθούσε να παρέχει ασφάλεια "για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από τον κανονισμό 2800/86 της Επιτροπής". Με Διάταξη της 23ης Μαρτίου 1987 ο πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε στην Επιτροπή να παρέμβει, στην υπόθεση 77/87 R, προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου. Με Διάταξη της 9ης Απριλίου 1987 ο ρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, επιφυλασσόμενος ως προς τα δικαστικά έξοδα. Με Διάταξη της 8ης Μαΐου 1987 το Δικαστήριο επέτρεψε στην Επιτροπή να παρέμβει, στην υπόθεση 77/87, προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
Με Διάταξη της 8ης Ιουλίου 1987, το Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει τις υποθέσεις 294/86 και 88/87 προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Με τηλετύπημα που ελήφθη στο Δικαστήριο στις 20 Μαρτίου 1987 η Επιτροπή τόνισε ότι το αίτημα που προβλήθηκε στην υπόθεση 294/86 για την ακύρωση του κανονισμού που επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ δεν έχει πλέον νόημα καθόσον δεν ίσχυε πλέον ο προσωρινός δασμός που είχε επιβάλει ο εν λόγω κανονισμός. Με τηλετύπημα της 6ης Απριλίου 1987 η Technointorg απάντησε ότι η απόφαση του Συμβουλίου που διέτασσε την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, αποτελούσε απλώς απόφαση σχετική με την εφαρμογή του κανονισμού της Επιτροπής περί επιβολής προσωρινού δασμού και ότι ο δασμός αυτός μπορεί να αναζητηθεί μόνον εφόσον το Δικαστήριο ακυρώσει τον κανονισμό της Επιτροπής περί επιβολής προσωρινού δασμού. Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα αυτό δύσκολα συμβιβάζεται με την οικονομία των μέτρων αντιντάμπινγκ που προβλέπει ο κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1984, L 201, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός). Κατ' εφαρμογή των άρθρων 11 και 12 του εν λόγω κανονισμού και κατά το γράμμα του άρθρου 6 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ ο τελευταίος κανονισμός έπαψε να ισχύει, εκτός από τις διατάξεις του εκείνες που θέσπισε εκ νέου ο κανονισμός για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, όπως π.χ. στην περίπτωση που η 14η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ επιβεβαίωσε μερικώς την 24η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, ή στην περίπτωση που το άρθρο 2 του κανονισμού για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ διέταξε την οριστική είσπραξη των ποσών που είχαν κατατεθεί ως ασφάλεια μέσω του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ. Κατά τη γνώμη μου όλα τα στοιχεία του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ που ενσωματώθηκαν στον κανονισμό για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή στρεφόμενη κατά του τελευταίου αυτού κανονισμού, όπως έπραξε η Technointorg στην υπόθεση 77/87. 'Ολα τα στοιχεία του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ που δεν επιβεβαιώθηκαν δεν ισχύουν πλέον και, συνεπώς, παρέλκει η ακύρωσή τους.
Η Technointorg προέβαλε το επιχείρημα ότι παρά το γεγονός ότι η διάρκεια της ισχύος του έληξε ο κανονισμός για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ δημιούργησε μία "μόνιμη οικονομική κατάσταση" που επιδέχεται χωριστό δικαστικό έλεγχο. Ωστόσο, η διάρκεια εφαρμογής του δασμού αντιντάμπινγκ προκύπτει αποκλειστικώς από τον κανονισμό για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ. 'Οσο ίσχυε μόνο ο κανονισμός για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, ο προσωρινός δασμός έληγε και μπορούσε να αναζητηθεί. Κατά τη γνώμη μου η Technointorg δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη μιας αυτοτελούς συνέπειας οφειλόμενης στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού που να εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την έκδοση του κανονισμού για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ (9 Ιανουαρίου 1987).
Η Technointorg θέτει, επίσης, θέμα εξωσυμβατικής ευθύνης της Επιτροπής και προβάλλει το επιχείρημα ότι εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για την εκδίκαση της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε κατά του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, με την αιτιολογία ότι οι λόγοι ελλείψεως νομιμότητας που θα αποδεχόταν το Δικαστήριο θα μπορούσαν να στηρίξουν αγωγή αποζημιώσεως. Η Technointorg, όμως, ούτε στην υπόθεση 294/86, ούτε στην υπόθεση 77/87 ζήτησε αποζημίωση. Εξάλλου, δεν υποστηρίχτηκε ότι η Technointorg υπέστη ζημία οφειλόμενη στον κανονισμό για τη θέσπιση προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, ακόμα και αν το Δικαστήριο έκρινε ότι ο τελευταίος πρέπει να ακυρωθεί. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να στηρίξει το συμπέρασμα ότι υπάρχει οποιοδήποτε έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της εκδικάσεως της υποθέσεως μετά από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ.
Θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι η υπόθεση 294/86 έχει καταστεί άνευ αντικειμένου μετά τις 9 Ιανουαρίου 1987 και πρέπει η σχετική προσφυγή να απορριφθεί η Technointorg πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Τα ζητήματα που ανέκυψαν πρέπει να επιλυθούν στο πλαίσιο της υποθέσεως 77/87.
Στην υπόθεση 77/87 η Technointorg προβάλλει επτά λόγους προς στήριξη του αιτήματός της για ακύρωση.
Με τον πρώτο λόγο προβάλλει παραβίαση της γενικής αρχής της προστασίας των δικαιωμάτων του αμυνομένου και της ουσιώδους δικονομικής προϋποθέσεως της παροχής δικαιώματος ακροάσεως στους διαδίκους. Η Technointorg υποστηρίζει ότι είχε εξουσιοδοτήσει τον Astakhov, γενικό διευθυντή της συνεργαζόμενης εισαγωγικής εταιρίας στο Βέλγιο East-West Agencies - Technical and Optical Equipment Belgium SA - NV (στο εξής: ΕWΑ), να την εκπροσωπεί στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας αντιντάμπινγκ, η δε Επιτροπή εσφαλμένως παρέλειψε να απευθυνθεί προς αυτόν για πληροφορίες ή να του αποστείλει το ερωτηματολόγιο που προορίζεται για τους εξαγωγείς. Υποστηρίζει, επίσης, ότι το γεγονός αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού που επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να ενημερώνει τους εξαγωγείς για την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
Κατά τη γνώμη μου η άποψη που υποστηρίζει η Technointorg δεν μπορεί να βρει έρεισμα στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Η Επιτροπή γνωστοποίησε την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας αντιντάμπινγκ με ανακοίνωση (85/C 319/05) που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 11ης Δεκεμβρίου 1985 (ΕΕ C 319, σ. 3) που έτασσε στους ενδιαφερομένους προθεσμία υποβολής πληροφοριακών στοιχείων και αιτήσεως ακροάσεως μέχρι τις 17 Ιανουαρίου 1986. Αντίγραφο της ανακοινώσεως αυτής συνοδευόμενο με το ερωτηματολόγιο που προορίζεται για τους εξαγωγείς απεστάλη στη διεύθυνση της Technointorg στη Μόσχα το Δεκέμβριο του 1985. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι απεστάλησαν με συστημένη επιστολή στις 13 Δεκεμβρίου, ωστόσο η απόδειξη του ταχυδρομείου που κατατέθηκε στο Δικαστήριο φέρει ημερομηνία 17 Δεκεμβρίου. Δέχομαι ότι η ανακοίνωση και το ερωτηματολόγιο απεστάλησαν το αργότερο στις 17 Δεκεμβρίου 1985. Το Συμβούλιο υποστηρίζει, επίσης, ότι τηλετύπημα που ανήγγειλε την αποστολή του ερωτηματολογίου είχε αποσταλεί στις 13 Δεκεμβρίου 1985 στην Technointorg στη Μόσχα στον αριθμό τηλετύπου που χρησιμοποιεί συνήθως η Technointorg για τα τηλετυπήματά της προς την Επιτροπή. Η Technointorg αρνείται ότι έλαβε παρόμοιο τηλετύπημα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ένα ακόμα τηλετύπημα εστάλη στις 13 Φεβρουαρίου 1986 προς την Technointorg χωρίς όμως να υπάρξει απάντηση. 'Οποια και να είναι η πραγματικότητα σχετικά με τα εν λόγω τηλετυπήματα είναι σαφές ότι ο φάκελος με το ερωτηματολόγιο ελήφθη, διότι στις 19 Φεβρουαρίου 1986 η Technointorg απέστειλε τηλετύπημα στην Επιτροπή με το οποίο εγνώριζε λήψη του "πριν λίγες ημέρες" και ζητούσε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της απάντησής της μέχρι το Μάρτιο του 1986. Κατά τη γνώμη μου, με τις ενέργειες αυτές η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού να ενημερώνει τον εξαγωγέα.
Σε ό,τι αφορά τον Astakhov, η Technointorg υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έλαβε αντίγραφο της εξουσιοδοτήσεώς του (που φέρει ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου 1985) στις 14 Φεβρουαρίου 1986. Η Επιτροπή αρνείται το γεγονός αυτό και δεν υπάρχει σχετικώς κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το έγγραφο που έστειλε η ΕWΑ στην Επιτροπή με ημερομηνία 14 Φεβρουαρίου 1986 και υπογραφή του Astakhov, δεν αναφέρει τίποτε για την εξουσιοδότηση, ούτε καν για την Technointorg. Θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ότι απεστάλη από τους εισαγωγείς στους οποίους είχε επίσης αποσταλεί ερωτηματολόγιο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την ιδιότητα του Astakhov ως εκπροσώπου με τηλετύπημα της 27ης Φεβρουαρίου 1986 που απέστειλε η Technointorg και ότι έλαβε αντίγραφο της εξουσιοδοτήσεως μόλις στις 7 Μαρτίου 1986, υπό μορφή εγγράφου που περιείχε την απάντηση στο ερωτηματολόγιο που είχε αποσταλεί στους εισαγωγείς. Στο τηλετύπημα της 27ης Φεβρουαρίου 1986 δεν αναφέρεται ότι έχει ήδη αποσταλεί αντίγραφο της εξουσιοδοτήσεως και θα μπορούσα να δεχθώ ότι η Επιτροπή αγνοούσε την εξουσιοδότηση του Astakhov μέχρι και τις 27 Φεβρουαρίου 1986. Από κανένα στοιχείο των εγγράφων δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε ενημερωθεί ενωρίτερα για την ύπαρξη της εξουσιοδοτήσεως. Δεδομένου ότι η Technointorg εγνώρισε λήψη του ερωτηματολογίου στις 19 του ιδίου μηνός και άφησε να εννοηθεί (εφόσον ζήτησε παράταση της προθεσμίας) ότι είχε την πρόθεση να απαντήσει, τα κοινοτικά όργανα δεν είχαν καμία υποχρέωση να απευθυνθούν με δική τους πρωτοβουλία στον Astakhov τουλάχιστον πριν λάβουν απάντηση στο ερωτηματολόγιο. Είναι περίεργο το γεγονός ότι προφανώς στις 10 Μαρτίου 1986 η ΕWΑ απέστειλε τηλετύπημα προς την Επιτροπή για να της ανακοινώσει ότι η Technointorg είχε υποβάλει το ερώτημα αν το ερωτηματολόγιο που απευθύνεται στους εξαγωγείς απεστάλη στη σωστή διεύθυνση στην ΕΣΣΔ, ενώ με τηλετύπημα που είχε αποστείλει στις 19 Φεβρουαρίου 1986 η Technointorg είχε ήδη γνωρίσει λήψη του εν λόγω ερωτηματολογίου. Εξάλλου, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή (χωρίς να αμφισβητηθεί το σημείο αυτό των ισχυρισμών της) η ΕWΑ ενημερώθηκε στις 3 Μαρτίου τηλεφωνικώς και στις 14 Μαρτίου 1986 με τηλετύπημα, ότι είχε αποσταλεί ερωτηματολόγιο στην Technointorg και ότι δεν είχε ληφθεί απάντηση.
Ο Astakhov είχε μία ή περισσότερες συναντήσεις με υπαλλήλους της Επιτροπής, π.χ. την 1η Απριλίου 1986. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια του έτους 1986 η ΕWΑ παρέσχε πληροφορίες ως προς την κατάσταση του εισαγωγέα και, επομένως, ο Astakhov ή οι συνάδελφοί του βρισκόταν σε επαφή με την Επιτροπή. Η Technointorg υποστηρίζει ότι ο Astakhov δεν ερωτήθηκε ειδικώς για την κατάσταση της Technointorg ή για τις υποχρεώσεις που επρόκειτο να αναλάβει η τελευταία, ούτε του ζητήθηκε να συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο. Είτε ερωτήθηκε ειδικώς είτε όχι, νομίζω ότι είχε την ευκαιρία να παράσχει πληροφορίες ή να διατυπώσει επιχειρήματα για λογαριασμό της Technointorg και να υποβάλει συμπληρωμένο το ερωτηματολόγιο. Μου είναι αδύνατο να δεχθώ την άποψη που διατύπωσε η Technointorg κατά την προφορική διαδικασία ότι "αν η Επιτροπή είχε πει "συμπληρώστε το ερωτηματολόγιο" θα το είχαμε πράξει" και ότι, κατά συνέπεια, η ευθύνη είναι της Επιτροπής. Η Επιτροπή είχε καταστήσει σαφές και κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ότι είχε αποστείλει το ερωτηματολόγιο και ότι ανέμενε την απάντηση.
Στην πράξη, το απευθυνόμενο στους εξαγωγείς ερωτηματολόγιο δεν συμπληρώθηκε ποτέ. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ οι κοινοτικές αρχές έχουν περιορισμένες μόνο εξουσίες ερεύνης και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα στοιχεία που τους παρέχονται, ιδίως εκ μέρους των οικείων εξαγωγέων. Εξαρτώνται, ιδίως, από τις απαντήσεις στα απευθυνόμενα στους εξαγωγείς ερωτηματολόγια προκειμένου να κατανοήσουν σε γενικές γραμμές την κατάσταση και να καθορίσουν τα σημεία που πρέπει ακόμα να εξεταστούν, π.χ. με επιτόπιο έλεγχο. Η Technointorg παρέλειψε να παράσχει τα βασικά πληροφοριακά στοιχεία επί των οποίων θα μπορούσαν να στηριχτούν τα επόμενα στάδια της έρευνας. Συνεπώς, οι κοινοτικές αρχές μπορούσαν κατά τη γνώμη μου να στηριχτούν στο άρθρο 7, παράγραφος 7, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού, που προβλέπει ότι στην περίπτωση που δεν παρέχονται πληροφοριακά στοιχεία τα κοινοτικά όργανα μπορούν να συνάγουν τα συμπεράσματά τους βάσει των διαθεσίμων στοιχείων.
Ενόψει όλων αυτών των στοιχείων πιστεύω ότι πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του αμυνομένου ή το δικαίωμά του να διατυπώσει ελεύθερα την άποψή του.
Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως η Technointorg προβάλλει παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ και της γενικής αρχής του δικαίου κατά την οποία οι αποφάσεις πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένες. Η Technointorg διατυπώνει επικρίσεις κατά της 14ης, 17ης και 18ης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, καθώς και κατά της 33ης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, καθόσον παραλείπουν να εξηγήσουν επαρκώς α) τον ορισμό του μεριδίου της αγοράς, β) την έννοια του κοινοτικού συμφέροντος και γ) το λόγο για τον οποίο ο συντελεστής 33% κρίθηκε πρόσφορος για την άρση της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία.
Σε ό,τι αφορά το μερίδιο της αγοράς η Technointorg διατυπώνει την αιτίαση ότι η 14η αιτιολογική σκέψη αναφέρεται μόνο στην αύξηση του μεριδίου που κατείχε στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου και του Βελγίου, ενώ δεν προκύπτει ότι αυξήθηκε αναλόγως το μερίδιό της στο σύνολο της ΕΟΚ, ή ότι προκλήθηκε ζημία στην κοινοτική βιομηχανία, εξεταζόμενη ως σύνολο. Ο ισχυρισμός αυτός δεν λαμβάνει υπόψη του την πρώτη φράση της τρίτης παραγράφου της δέκατης τέταρτης αιτιολογικής σκέψεως η οποία σαφώς διαπιστώνει ότι το μερίδιο της αγοράς που κατέχει η Technointorg μέσα στην ΕΟΚ, εξεταζόμενη ως σύνολο αυξήθηκε (καθόσον, παρά το γεγονός ότι η κατανάλωση στην Κοινότητα παρέμεινε στάσιμη, οι εισαγωγές από τη Σοβιετική 'Ενωση αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 20 000 μονάδες μεταξύ 1981 και 1985), όπως, επίσης, δεν λαμβάνει υπόψη τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη η οποία επαναλαμβάνει σχετικώς τις σκέψεις που διατύπωσε η Επιτροπή στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, όπου το θέμα αυτό εξετάζεται κατά τρόπο λεπτομερή, ιδίως στην 23η αιτιολογική σκέψη. Θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι η αιτίαση αυτή δεν ευσταθεί και ότι πρέπει να απορριφθεί.
Η Technointorg διατυπώνει το επιχείρημα ότι η 17η αιτιολογική σκέψη δεν εξηγεί το λόγο για τον οποίο το συμφέρον της Κοινότητας αξίζει μεγαλύτερη προσοχή από το συμφέρον της εισαγωγικής εταιρίας Peja Import BV να συνεχίσει να πραγματοποιεί εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος. Ωστόσο, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη εξηγεί ότι το συμφέρον της Κοινότητας πρέπει να υπερισχύσει "λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η κοινοτική παραγωγή καταψυκτών και λόγω της κοινωνικής και οικονομικής σημασίας αυτής της βιομηχανίας". Κατά τη γνώμη μου το χωρίο αυτό συνιστά πλήρη έκθεση λόγων και ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι το επιχείρημα της Technointorg πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη γνώμη μου, ανάλογες σκέψεις ισχύουν και για την 33η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ και για τη 18η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, σε ό,τι αφορά το συντελεστή του δασμού. Το περιθώριο ντάμπινγκ που καθορίστηκε ήταν 204%. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού το ύψος του δασμού πρέπει να είναι μικρότερο από το εν λόγω περιθώριο "στην περίπτωση που αυτός ο μικρότερος δασμός θα αρκούσε για να εξαφανιστεί η ζημία". Οι προαναφερθείσες δύο αιτιολογικές σκέψεις εξηγούν γιατί δασμός ύψους 33% επαρκεί για την εξάλειψη της εν λόγω ζημίας (προβαίνοντας σε σύγκριση της τιμής πωλήσεως που απαιτείται προκειμένου να διασφαλιστεί στους αποτελεσματικούς κοινοτικούς παραγωγούς εύλογο κέρδος και της τιμής πωλήσεως στην Κοινότητα των εισαγομένων προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ). Κατά τη γνώμη μου η εξήγηση που παρέχεται στις δύο αυτές αιτιολογικές σκέψεις είναι επαρκώς λεπτομερής και σαφής και ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά συνέπεια, προτείνω να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η Technointorg.
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η Technointorg προβάλλει παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία των εισαγωγών από χώρες που δεν έχουν οικονομία αγοράς (όπως η ΕΣΣΔ) καθορίζεται "με τρόπο κατάλληλο και μη στερούμενο λογικής" με βάση ένα από τα ακόλουθα κριτήρια: α) την τιμή στην οποία πράγματι πωλείται ένα ομοειδές προϊόν μιας τρίτης χώρας με οικονομία αγοράς ή β) την κατασκευασμένη αξία του ομοειδούς προϊόντος σε μία τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς ή, σε περίπτωση που ελλείπουν το ένα ή το άλλο κριτήριο, γ) την πράγματι πληρωθείσα ή και πληρωτέα τιμή εντός της Κοινότητας για το ομοειδές προϊόν, που στην ανάγκη προσαρμόζεται δεόντως ώστε να συμπεριλάβει ένα εύλογο περιθώριο κέρδους. Στην 8η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ τονίζεται ότι η Ισπανία ( η οποία δεν ήταν μέλος της ΕΟΚ κατά τον κρίσιμο χρόνο) είχε εκληφθεί προς το σκοπό αυτό ως ανάλογη χώρα, αλλά προκάλεσε αντιρρήσεις εκ μέρους, μεταξύ άλλων, ενός εισαγωγέως που συνδέεται με το σοβιετικό εισαγωγέα ή δε "Επιτροπή θεώρησε, και η επιλογή αυτή δεν αμφισβητήθηκε από κανένα ενδιαφερόμενο μέρος, ότι οι τιμές που εφαρμόζονται στην εσωτερική αγορά της Γιουγκοσλαβίας παρέχουν κατάλληλη και εύλογη βάση σύγκρισης".
H Technointorg αμφισβητεί τον ισχυρισμό που περιέχεται στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, ότι δηλαδή κανένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν αμφισβήτησε την επιλογή της Γιουγκοσλαβίας, τονίζοντας ότι η Επιτροπή παρέλειψε να ζητήσει τη γνώμη της Technointorg ή να ζητήσει πληροφοριακά στοιχεία από τον Astkhov. Kατά τη γνώμη μου η Επιτροπή δεν είχε καμία υποχρέωση να προβεί στην ενέργεια αυτή. Στο ενδιαφερόμενο μέρος εναπόκειτο να διατυπώσει τις απόψεις του. Δεν αμφισβητείται ότι η Technointorg δεν ζήτησε, είτε απευθείας είτε μέσω του Astakhov, την επιλογή ανάλογης χώρας, παρά μόνο μετά την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ.
Συνεπώς, η αντίρρηση είναι κατά τη γνώμη μου αβάσιμη.
Εν πάση περιπτώσει, η αντίρρηση αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου αβάσιμη, καθόσον ο κανονισμός για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ αντικαταστάθηκε μερικώς από τον κανονισμό για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, του οποίου η 6η αιτιολογική σκέψη αναφέρει:
"H Technointorg αμφισβήτησε την επιλογή της Γιουγκοσλαβίας ως ανάλογης χώρας επειδή, αφενός, οι μέθοδοι παραγωγής στην Γιουγκοσλαβία είναι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, διαφορετικές από τις μεθόδους που εφαρμόζονται στη Σοβιετική 'Ενωση και, αφετέρου, η αγοραστική δύναμη στη Γιουγκοσλαβία λέγεται ότι είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από ό,τι στη Σοβιετική 'Ενωση. Ο εξαγωγέας δεν χορήγησε ωστόσο κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να στηρίζει αυτούς τους ισχυρισμούς και, εξάλλου, δεν πρότεινε καμία εναλλακτική λύση για την επιλογή ανάλογης χώρας. Εξάλλου, ακόμα και αν τα στοιχεία που ανέφερε ο εξαγωγέας συνοδεύονταν από ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία, θα ήταν αναγκαίο να γίνει συμπληρωματική έρευνα η οποία, για λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί στο τέταρτο σημείο του αιτιολογικού του παρόντος κανονισμού, αποκλείεται..."
Η 4η αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής:
"Μετά την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ, η Technointorg ανακοίνωσε ότι είναι διατεθειμένη να συνεργαστεί πλήρως με την Επιτροπή. Η Επιτροπή αναφέρει ότι, παρά τους ισχυρισμούς αυτούς, ο εξαγωγέας δεν παρείχε καμία πληροφορία σχετικά με τις εξαγωγές προς την Κοινότητα. Εξάλλου, δεδομένου ότι η Technointorg δεν εμφανίστηκε μέσα στην προθεσμία που προβλεπόταν κατά τη δημοσίευση της κίνησης της διαδικασίας, οι πληροφορίες που θα είχε χορηγήσει αυτός ο εξαγωγέας όσον αφορά τις εξαγωγές του προς την Κοινότητα δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη χωρίς να γίνει συμπληρωματική έρευνα. Ωστόσο, ανεξάρτητα από την πρόσθετη διοικητική εργασία, που αυτό θα συνεπάγετο, το να γίνει συμπληρωματική έρευνα μετά την επιβολή συμπληρωματικού δασμού αντιντάμπινγκ, θα ενθάρρυνε τα ενδιαφερόμενα μέρη να μη συνεργάζονται από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας αλλά να εμφανίζονται μόνο όταν η έρευνα που θα είχε διεξαχθεί χωρίς τη συμμετοχή τους, θα κατέληγε σε δυσμενή γι' αυτούς αποτελέσματα."
Σε σχέση με τις αιτιολογικές αυτές σκέψεις η Technointorg αιτιάται στο Συμβούλιο ότι δεν αποδίδει καμία σημασία στο αν η Technointorg προσεκόμισε αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των ισχυρισμών της (η ίδια ισχυρίζεται ότι προσεκόμισε) καθόσον το ίδιο το Συμβούλιο αναφέρει στις αιτιολογικές αυτές σκέψεις ότι κάθε αποδεικτικό στοιχείο που ενδεχομένως θα προσκομιζόταν θα απαιτούσε τη διενέργεια νέων ερευνών, πράγμα που ήταν, εν πάση περιπτώσει, αδύνατο.
Η έκτη αιτιολογική σκέψη υπογραμμίζει, κατά τη γνώμη μου, το βάσιμο της ενστάσεως της Technointorg, λαμβανομένου βεβαίως υπόψη του γεγονότος ότι αυτή προβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη εκτίθεται η πολιτική που ακολουθούν τα κοινοτικά όργανα κατά την οποία πρέπει να αποφεύγεται η διεξαγωγή νέας έρευνας σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας για την ικανοποίηση αιτήματος διαδίκων οι οποίοι είχαν προηγουμένως αρνηθεί να μετάσχουν στην κανονική διεξαγωγή της διαδικασίας κατά το σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός βάσεως. Πιστεύω ότι η πολιτική αυτή μπορεί να επιδοκιμαστεί, καίτοι η Επιτροπή δέχεται ότι μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες θα ήταν ενδεδειγμένο να διεξαχθεί νέα έρευνα όταν υποβάλλονται τα σχετικά στοιχεία, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. 'Αλλως, θα μπορούσαν να προκύψουν διακρίσεις εις βάρος εκείνων που συμμετέχουν στην κανονική διαδικασία. Η αποδοχή εκ μέρους του Δικαστηρίου του επιχειρήματος της Technointorg θα είχε, κατά τη γνώμη μου, ως αποτέλεσμα την εξασθένηση των διαδικαστικών κανόνων που προβλέπει ο κανονισμός βάσεως. Πιστεύω ότι οι αιτιολογικές σκέψεις υπ' αριθ. 4 και 6 είναι σαφείς και αυτονόητες. Δεν τίθεται, συνεπώς, θέμα παραβάσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης. Προτείνω, κατά συνέπεια, την απόρριψη του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Technointorg.
Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως η Technointorg προβάλλει παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, καθόσον, όταν πρόκειται για σοβιετικό εξαγωγέα, η τιμή της εσωτερικής αγοράς της Γιουγκοσλαβίας δεν συνιστά εύλογο κριτήριο συγκρίσεως, δεδομένου ότι 1) η αγοραστική δύναμη των γιουγκοσλάβων καταναλωτών, εκπεφρασμένη σε βελγικά φράγκα, είναι τρεις φορές περίπου μεγαλύτερη από την αγοραστική δύναμη των σοβιετικών καταναλωτών και 2) ορισμένα εξαρτήματα των καταψυκτών που παράγονται στη Γιουγκοσλαβία κατασκευάζονται βάσει αδείας που έχουν χορηγήσει μη γιουγκοσλαβικές επιχειρήσεις (γεγονός που συνεπάγεται την καταβολή δικαιωμάτων) ή έχουν αγοραστεί εκτός Γιουγκοσλαβίας. Υποστηρίζεται ότι τα στοιχεία αυτά θα είχαν οπωσδήποτε ληφθεί υπόψη από τις κοινοτικές αρχές αν αυτές είχαν προτιμήσει να κατασκευάσουν την κανονική αξία στη γιουγκοσλαβική αγορά αντί να χρησιμοποιήσουν την εσωτερική τιμή που πράγματι εφαρμόζεται στη Γιουγκοσλαβία.
Θεωρώ ότι το τελευταίο αυτό επιχείρημα είναι εσφαλμένο. Για την κατασκευή της κανονικής αξίας σε μία δεδομένη χώρα (στην παρούσα περίπτωση στη Γιουγκοσλαβία), οι κοινοτικές αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν υπόψη στοιχεία κόστους που ισχύουν για άλλες χώρες (στην παρούσα περίπτωση στην ΕΣΣΔ). Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού οι κοινοτικές αρχές διαθέτουν διακριτική εξουσία ως προς το αν θα επιλέξουν την κατασκευή της κανονικής αξίας ή αν θα στηριχτούν στις τιμές που πράγματι εφαρμόζονται. Κατά την άποψή μου, η Technointorg δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι οι κοινοτικές αρχές υπερέβησαν τα όρια της διακριτικής τους εξουσίας επιλέγοντας, στην παρούσα υπόθεση, να στηρίξουν την κανονική αξία στις τιμές της εσωτερικής αγοράς της Γιουγκοσλαβίας τις οποίες, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων, η Επιτροπή είχε δικαίωμα να θεωρήσει ως το προσφορότερο μέσο συγκρίσεως.
Τα επιχειρήματα περί αγοραστικής δυνάμεως και κόστους των εξαρτημάτων τα θεωρώ, επίσης, αβάσιμα, καθόσον αναφέρονται σε υποτιθέμενη αγοραστική δύναμη και κόστος, σε χώρα όπου δεν ισχύει η οικονομία της αγοράς (την ΕΣΣΔ), ενώ ο σκοπός του άρθρου 2, παράγραφος 5, είναι, κατά τη γνώμη μου, να μη λαμβάνονται ακριβώς υπόψη τιμές και κόστος σε παρόμοιες χώρες, εφόσον αυτά δεν προκύπτουν από τις δυνάμεις της αγοράς. Κατά συνέπεια, πιστεύω, ότι δεν πρέπει να γίνονται προσαρμογές, βάσει της διατάξεως αυτής, για διαφορές κόστους και τιμής που παρατηρούνται μεταξύ της ανάλογης χώρας και της χώρας εξαγωγής.
Προτείνω, κατά συνέπεια, την απόρριψη του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Technointorg.
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως η Technointorg προβάλλει παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, του βασικού κανονισμού επειδή η Επιτροπή παρέλειψε να προβεί σε "έγκυρη σύγκριση", αρνούμενη να λάβει υπόψη άλλες προσαρμογές εκτός από εκείνες που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφοι 9 και 10. Οι κοινοτικές αρχές έπρεπε να προβούν σε προσαρμογές λόγω των υψηλοτέρων μισθών και του υψηλότερου κόστους των εξαρτημάτων στη Γιουγκοσλαβία, στοιχεία που ήδη υπογραμμίστηκαν στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου, έστω και αν τα στοιχεία αυτά δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφοι 9 και 10, του βασικού κανονισμού.
Για να είναι έγκυρη η σύγκριση μεταξύ τιμής εξαγωγής και κανονικής αξίας, το άρθρο 2, παράγραφοι 9 και 10, προβλέπει προσαρμογές λόγω διαφορών των φυσικών χαρακτηριστικών του προϊόντος, διαφορών ποσότητας, όρων εμπορίας, δασμών και εσωτερικών φόρων. Κατά τη γνώμη μου, οι διαφορές που προβάλλει η Technointorg δεν εμπίπτουν σε μία από τις κατηγορίες αυτές και μολονότι το άρθρο 2, παράγραφος 10, διευκρινίζει ότι πρόκειται για "κατευθυντήριες γραμμές" και όχι για "αποκλειστικά στοιχεία", θεωρώ ότι οι κοινοτικές αρχές είχαν δικαίωμα να μη λάβουν υπόψη τις αιτούμενες προσαρμογές. Κατά συνέπεια, προτείνω την απόρριψη του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.
Με τον έκτο λόγο ακυρώσεως η Technointorg προβάλλει παράβαση των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, καθώς και του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον, ακόμα και αν υποτεθεί ότι υπήρχε ντάμπινγκ, οι εξαγωγές της Technointorg θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει ζημία όχι στην κοινοτική βιομηχανία στο σύνολό της, αλλά στο μικρό εκείνο τμήμα των κοινοτικών παραγωγών που παράγουν "προϊόντα χαμηλής κατηγορίας". Ο μικρός αριθμός των εξαγωγών της Technointorg προς την ΕΟΚ (περίπου 20 000 μονάδες το 1985) αποκλείει το ενδεχόμενο προκλήσεως υλικής ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία από τις εξαγωγές της Technointorg αν αυτές συγκριθούν χωριστά με τις εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν από άλλες χώρες μη μέλη της ΕΟΚ εξάλλου, οι κοινοτικές αρχές παρέλειψαν να αιτιολογήσουν τον ισχυρισμό τους για σωρευτική ζημία.
Η Technointorg προβάλλει το επιχείρημα ότι η κοινοτική αγορά καταψυκτών τύπου ερμαρίου χωρίζεται σε δύο σαφώς διακεκριμένα τμήματα, από τα οποία το πρώτο περιλαμβάνει τα προϊόντα υψηλής κατηγορίας, μεταξύ των οποίων και οι τελειοποιημένοι καταψύκτες, υψηλής ποιότητας και τιμής, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει τα απλά ψυγεία, τα οποία δεν είναι εφοδιασμένα με πρόσθετα εξαρτήματα και για τα οποία δεν πραγματοποιούνται δαπανηρές διαφημιστικές εκστρατείες. Υποστηρίζει ότι μόνο εύποροι αγοράζουν προϊόντα της πρώτης κατηγορίας ενώ μόνον οι πτωχότεροι αγοράζουν προϊόντα της δεύτερης. Δεν αποδέχομαι το επιχείρημα αυτό. Κατά την άποψή μου, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι είναι έγκυρη η διάκριση μεταξύ καταψυκτών τύπου "ερμαρίου" και καταψυκτών τύπου "κιβωτίου" (όπως γίνεται δεκτό στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ), δεν προβλήθηκε κανένας λόγος που να δικαιολογεί γιατί όλοι οι καταψύκτες τύπου "ερμαρίου" (στους οποίους και μόνο αναφέρεται η παρούσα υπόθεση), δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν ως "ομοειδή προϊόντα", για την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 5, του βασικού κανονισμού. Η Technointorg δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα που να δικαιολογεί την αντιμετώπισή τους ως διαφορετικών προϊόντων, σε ό,τι δε αφορά τις κατηγορίες των αγοραστών, δεν θεωρώ καθόλου ως αυτονόητο ότι οι σχετικά ευπορότεροι ή οι εύποροι αγοράζουν οπωσδήποτε τους ακριβώτερους τύπους καταψυκτών. Για μεγάλο αριθμό αγοραστών, εκτός από τους "πτωχούς μετανάστες" (που αναφέρονται ως επιχείρημα) ένα φθηνό προϊόν χαμηλής κατηγορίας θα μπορούσε να αποτελέσει ενδιαφέρουσα αγορά, όταν το προϊόν πολυτελείας είναι πολύ πιο ακριβό. Ως προς τους αγοραστές που προτιμούν συνήθως προϊόντα μέσης ή κατώτερης κατηγορίας το ενδιαφέρον για την αγορά του φθηνού προϊόντος θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο.
Ούτε το επιχείρημα της Technointorg ότι τα προϊόντα της δεν είναι της ίδιας ποιότητος με τα προϊόντα της ΕΟΚ μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτό. 'Οταν τα προϊόντα δεν είναι συγκρίσιμα ποιοτικώς προβάλλονται ως ανταγωνιστικότερα στις τιμές, γεγονός που καθιστά ιδιαιτέρως απαραίτητη την προστασία κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού σε επίπεδο τιμών με τη μέθοδο του ντάμπινγκ. Τέλος, η Technointorg επιχειρεί να στηριχτεί στο γεγονός ότι οι κοινοτικές αρχές συνέκριναν τα προϊόντά της με τα "προϊόντα χαμηλής κατηγορίας" της ΕΟΚ προκειμένου να υπολογίσουν την υποκοστολόγηση. Νομίζω ότι το στοιχείο αυτό δεν έχει σχέση με το επιχείρημα που προβάλλεται δεδομένου ότι η εν λόγω σύγκριση αναφέρεται στην εξέταση της υποκοστολόγησης, στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού και όχι στον καθορισμό του ομοειδούς προϊόντος για την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 5. Εν πάση περιπτώσει, συγκρίνοντας τις εισαγωγές από την ΕΣΣΔ με τα παραγόμενα στην ΕΟΚ προϊόντα χαμηλής κατηγορίας, οι κοινοτικές αρχές επέλεξαν την ευνοϊκότερη για την Technointorg μέθοδο, καταλήγοντας, παρά ταύτα, στο συμπέρασμα ότι υπήρχε ντάμπινγκ και ζημία εις βάρος των κοινοτικών παραγωγών, στηριζόμενες σε αποδεικτικά στοιχεία την ακρίβεια των οποίων η Technointorg δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει επιτυχώς.
Σε μία αγορά 1,6 εκατομμυρίων μονάδων (23η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού), δεν νομίζω ότι οι 20 000 μονάδες αποτελούν αμελητέα ποσότητα. Εξάλλου, ο όγκος των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο του ντάμπινγκ δεν αποτελεί παρά έναν από τους πολλούς παράγοντες που εξετάζονται για τον καθορισμό της ζημίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Καίτοι ο όγκος των εισαγωγών που πραγματοποίησε η Technointorg προς την ΕΟΚ ήταν σχετικά μικρός το 1985 η αύξηση των εξαγωγών αυτών - που πρέπει επίσης να εξεταστεί βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, (είτε κατά απόλυτη αξία είτε σε σχέση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Κοινότητα) - ήταν σημαντική, ενώ η κατανάλωση εντός της Κοινότητας παρέμεινε στάσιμη. Κατά τη γνώμη μου, η Technointorg δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι οι κοινοτικές αρχές κατέληξαν σε εσφαλμένη εκτίμηση ως προς το θέμα αυτό.
Ως προς την απόφαση των κοινοτικών αρχών να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις επί της κοινοτικής βιομηχανίας των εισαγωγών της Technointorg που απετέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, σε συνδυασμό με τις εισαγωγές από τη Γιουγκοσλαβία και τη Λαΐκή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεωρώ εύλογο ότι όταν εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ προέρχονται από πολλές διαφορετικές χώρες οι επιπτώσεις τους επί της κοινοτικής βιομηχανίας είναι σωρευτικές. Οι κοινοτικές αρχές πρέπει, επομένως, να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν μέτρα έναντι όλων των εξαγωγέων, ακόμα και όταν οι εξαγωγές του καθενός χωριστά είναι σχετικά χαμηλές. Για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει ο βασικός κανονισμός, την αποτελεσματική δηλαδή προστασία κατά της πρακτικής ντάμπινγκ, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι κοινοτικές αρχές έχουν το δικαίωμα να εξετάζουν συνολικά τις επιπτώσεις του ντάμπινγκ που έχει ως αντικείμενο ένα ομοειδές προϊόν καταγωγής διαφόρων χωρών, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Προτείνω, κατά συνέπεια, την απόρριψη του αντιθέτου επιχειρήματος που προέβαλε η Technointorg.
Τα ζητήματα αυτά εξετάζονται αναλυτικά στις αιτιολογικές σκέψεις 11 έως 15 του κανονισμού για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, καθώς και στην 24η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, την οποία ρητώς επιβεβαίωσε η τελευταία παράγραφος της 14ης αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ. Κατά την άποψή μου οι λόγοι που αναφέρονται σχετικώς είναι σαφείς και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Προτείνω, κατά συνέπεια, την απόρριψη του έκτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Technointorg.
Με τον έβδομο λόγο ακυρώσεως η Technointorg προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 3, του βασικού κανονισμού, το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ και η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων παραβιάστηκαν καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να αποδεχθεί κάποια από τις υποχρεώσεις που πρότεινε να αναλάβει η Technointorg και να συζητήσει με την Technointorg για τις υποχρεώσεις που η τελευταία ήταν διατεθειμένη να αναλάβει.
Η Technointorg πρότεινε την ανάληψη δύο εναλλακτικών υποχρεώσεων, την πρώτη στις 22 Οκτωβρίου 1986, την οποία τροποποίησε στις 24 Νοεμβρίου 1986 και τη δεύτερη στις 4 Νοεμβρίου 1986. 'Οπως αναφέρεται στη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, η Επιτροπή απέρριψε και τις δύο και ενημέρωσε την Technointorg για τους λόγους της αρνήσεως αυτής, ιδίως με τηλετυπήματα της 18ης και της 28ης Νοεμβρίου 1986, καθώς και με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1986, τα οποία προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι οι υποχρεώσεις που προτάθηκε να αναληφθούν κρίθηκαν απρόσφορες για τρεις λόγους: 1) η Technointorg πρότεινε αυξήσεις τιμών πολύ κατώτερες από εκείνες που θα ήταν αναγκαίες για την εξάλειψη της ζημίας, 2) οι προταθείσες αυξήσεις τιμών κλιμακώνονταν σε περίοδο πολλών ετών, ώστε το ανώτατο όριο αυξήσεως να επιτυγχάνεται μόλις κατά τα έτη 1989/90, και 3) η επίτευξη του ανωτάτου ορίου αυξήσεως της τάξεως του 25% είχε εξαρτηθεί από την προϋπόθεση της λειτουργίας ενός νέου εργοστασίου, προϋπόθεση την εκπλήρωση της οποίας αδυνατούν να ελέγξουν οι κοινοτικές αρχές. Βάσει των δεδομένων αυτών, τα οποία δεν αμφισβήτησε η Technointorg, θεωρώ ότι αρνούμενη να δεχθεί τις προταθείσες υποχρεώσεις η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια εκτιμήσεως που της παρέχει το άρθρο 10 του βασικού κανονισμού.
Εξάλλου, καίτοι αρνήθηκε να συζητήσει το περιεχόμενο των προταθεισών υποχρεώσεων, επειδή η Technointorg δεν είχε παράσχει τα αναγκαία στοιχεία, η Επιτροπή είχε σαφώς τονίσει ότι ήταν διατεθειμένη να εξετάσει τις προτάσεις αναλήψεως υποχρεώσεων που θα της υποβάλλονταν.
Ως προς την προβαλλόμενη δυσμενή μεταχείριση, από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή ήταν πλήρως διατεθειμένη, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Technointorg, να λάβει υπόψη της τις παρατηρήσεις που θα διατύπωνε η τελευταία. Κατά την άποψή μου η Επιτροπή δεν αντιμετώπισε δυσμενώς την Technointorg επειδή αρνήθηκε να δεχθεί τις υποχρεώσεις που πρότεινε να αναλάβει, ενώ δέχθηκε τις υποχρεώσεις που πρότειναν εξαγωγείς εγκατεστημένοι στη Γιουγκοσλαβία και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, με τον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, δεδομένου ότι οι δύο καταστάσεις ήταν διαφορετικές. 'Οπως προκύπτει από την 34η αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, οι υποχρεώσεις που έγιναν δεκτές είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών κατά ποσοστό που επαρκούσε για την εξάλειψη της ζημίας που προκάλεσε το ντάμπινγκ, υπήρχε δε δυνατότητα ελέγχου της τηρήσεως των υποχρεώσεων αυτών. Αντιθέτως, η Technointorg πρότεινε αυξήσεις τιμών ανεπαρκείς και επειδή αρνήθηκε να συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο και να παράσχει στοιχεία δεν υπήρχε δυνατότητα να εξακριβωθεί αν η τήρηση των υποχρεώσεων αυτών μπορούσε να ελεγχθεί.
Θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι ο έβδομος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η Technointorg είναι αβάσιμος.
Πρέπει, κατά συνέπεια:
-να απορριφθεί η προσφυγή στην υπόθεση 294/86, είτε με το σκεπτικό ότι είναι άνευ αντικειμένου είτε για τους ίδιους κατ' αναλογία λόγους για τους οποίους πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή στην υπόθεση 77/87 και να καταδικαστεί η Technointorg στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή στην εν λόγω υπόθεση, περιλαμβανομένων των εξόδων των σχετικών με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και,
-να απορριφθεί η προσφυγή στην υπόθεση 77/87 και να καταδικαστεί η Technointorg στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο και η Επιτροπή, περιλαμβανομένων των εξόδων των σχετικών με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy