Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Τα τρία ερωτήματα που υπέβαλε το High Court του Δουβλίνου ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς, αντικείμενο της οποίας είναι το σύννομο της αποφάσεως των ιρλανδικών αρχών να θεωρήσουν ως μερικώς καταπεσούσα την ασφάλεια που είχαν συστήσει οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης εταιρίες για την προς αυτές πώληση αποστεωμένου βοείου κρέατος, κατεχομένου από τον ιρλανδικό οργανισμό παρεμβάσεως και προοριζομένου για εξαγωγή εκτός του κοινοτικού εδάφους .
2 . Εν προκειμένω, 20 τόνοι από τους 166 τόνους που αγόρασαν οι προσφεύγουσες δεν μπόρεσαν να εξαχθούν, διότι εκλάπησαν ενώ φυλάσσονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο από μια εταιρία οδικών μεταφορών .
3 . Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/026, σ . 142 ) πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει την εξαίρεση περί ανωτέρας βίας του άρθρου 16, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού .
4 . Από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής προέκυψε ότι οι πωλήσεις των εν λόγω κρεάτων έγιναν, κατά πάσα πιθανότητα, δυνάμει των κανονισμών 1929/82 και 2534/82 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου και 15ης Σεπτεμβρίου 1982 ( 1 ).
5 . Οι κανονισμοί αυτοί προβλέπουν ότι το κρέας έπρεπε να "πωλείται με προορισμό την εξαγωγή" και ότι η πώληση έπρεπε να πραγματοποιείται σύμφωνα προς τις διατάξεις του κανονισμού 985/81 της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 1981, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της πωλήσεως κατεψυγμένου βοείου κρέατος προερχομένου από τα αποθέματα παρεμβάσεως που προορίζονται να εξαχθούν και περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1687/76 ( ΕΕ L 99 της 10.4.1981, σ . 38 ).
6 . Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 985/81 ορίζει στο άρθρο του 1, παράγραφος 2, ότι, "με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, οι πωλήσεις γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ . 2173/79, και ιδίως τα άρθρα 2 έως 5, και του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ . 1687/76 ".
7 . Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 985/81, η ασφάλεια που συνιστάται προκειμένου να διασφαλιστεί η εξαγωγή μπορεί να αποδεσμευθεί μόνο αν έχει προσκομιστεί η απόδειξη που προβλέπεται στο άρθρο 12 του κανονισμού 1687/76 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1976, περί καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/016, σ . 6 ).
8 . Από το άρθρο αυτό, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, στοιχείο α ), ( όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2675/80 ( 2 )), προκύπτει ότι η απόδειξη αυτή πρέπει ακριβώς να αναφέρεται στο γεγονός ότι τα προοριζόμενα για εξαγωγή προϊόντα εγκατέλειψαν πράγματι το γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας .
9 . Αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 1687/76 προβλέπει και το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 985/81 επιβεβαιώνει ότι η ασφάλεια πρέπει να αποδεσμευθεί . Το άρθρο 13, παράγραφος 5, του πρώτου κανονισμού προσθέτει ότι, "κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, τα κράτη μέλη δύνανται να αποδεσμεύουν την ασφάλεια ανάλογα με τις ποσότητες προϊόντων, για τα οποία έχουν παρασχεθεί οι αποδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 ".
10 . 'Οσον αφορά την κατάσταση των προϊόντων τα οποία, λόγω ανωτέρας βίας, δεν χρησιμοποιήθηκαν και/ή δεν έφθασαν στον προορισμό τους όπως προβλεπόταν, ρυθμίζεται ρητώς στο άρθρο 11 του κανονισμού 1687/76 .
11 . Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προβλέπει τα εξής :
"1 ) Στις περιπτώσεις που οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις σχετικά με τη χρησιμοποίηση και/ή τον προορισμό δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθούν λόγω ανωτέρας βίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, εντός του οποίου έχει παρασχεθεί η ασφάλεια, ή, όταν δεν έχει παρασχεθεί η ασφάλεια, οι αρχές του κράτους μέλους, στο οποίο πραγματοποιήθηκε η ρευστοποίηση των αποθεμάτων, αποφασίζουν κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου :
α ) να παραταθεί η προθεσμία που προβλέπεται για την ενέργεια για την περίοδο που κρίνεται αναγκαία λόγω του επικληθέντος περιστατικού,
ή
β ) να θεωρηθεί ότι πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος αν τα προϊόντα έχουν οριστικά απολεσθεί .
Πάντως, στις περιπτώσεις ανωτέρας βίας, κατά τις οποίες τα μέτρα που αναφέρονται στην περίπτωση α ) και β ) δεν είναι κατάλληλα, οι αρμόδιες αρχές πληροφορούν την Επιτροπή, η οποία δύναται να αποφασίζει τα αναγκαία μέτρα σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 38 του κανονισμού αριθ . 136/66/ΕΟΚ και στα αντίστοιχα άρθρα των άλλων κανονισμών περί κοινής οργανώσεως των αγορών ."
12 . Επομένως, είναι αναμφισβήτητο ότι ένα λίαν σαφές κείμενο κοινοτικού δικαίου καθιστά δυνατή τη λήψη υπόψη των περιπτώσεων ανωτέρας βίας όταν τα κρέατα που αγοράστηκαν από τον οργανισμό παρεμβάσεως για να εξαχθούν εκτός της Κοινότητας δεν έχουν φθάσει στον προορισμό τους εντός της τασσομένης προθεσμίας .
13 . Εντούτοις η αναγνώριση περιπτώσεως ανωτέρας βίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως την αποδέσμευση της ασφάλειας . Ανάλογα με τις περιστάσεις, είτε μπορούν να ληφθούν άλλα μέτρα ( π.χ . παράταση της τασσομένης για την ενέργεια προθεσμίας ) είτε πρέπει να προσκομιστεί η απόδειξη ότι συντρέχει μια δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή τα εμπορεύματα έχουν οριστικώς απολεσθεί .
14 . Εκτιμώντας τις ανωτέρω παρατηρήσεις που απέβλεπαν στην τοποθέτηση του ζητήματος που προέκυψε με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στο συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο, όπως απορρέει από το σύνολο των στοιχείων που παρέσχε το High Court στην περί παραπομπής απόφασή του, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα αυτό ως εξής :
"Η κατάσταση ενός επιχειρηματία ο οποίος, στο πλαίσιο πωλήσεως που διέπεται από τους κανονισμούς 2173/79 και 985/81 της Επιτροπής, αγόρασε βόειο κρέας προερχόμενο από τα αποθέματα παρεμβάσεως αλλά δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση εξαγωγής του εν λόγω κρέατος εκτός του κοινοτικού εδάφους, πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του κανονισμού 1687/76 της Επιτροπής . Δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού αυτού, η ύπαρξη ανωτέρας βίας συνιστά, σ' αυτή την περίπτωση, αναγκαία αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση για την αποδέσμευση της ασφάλειας που έχει συσταθεί για τη διασφάλιση της εξαγωγής ."
15 . 'Οσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, με το οποίο ερωτάται αν οι περιστάσεις εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκαν από το High Court του Δουβλίνου, συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού 1687/76, θέλω καταρχάς να υπενθυμίσω, όπως έπραξαν η ιρλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή, την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 42/79, Milch -, Fett - und Eier-Kontor κατά BALM, ( απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, Rec . 1979, σ . 3703 ), η οποία αφορά πραγματικά περιστατικά που μοιάζουν αρκετά με τα παρόντα . Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είχε αγοράσει σε μειωμένη τιμή βούτυρο που προερχόταν από τα αποθέματα της παρεμβάσεως, υπό τον όρο να το εξαγάγει εκτός Κοινότητας εντός 30 ημερών, αλλά το πώλησε σε τρίτον ο οποίος τελικά δεν το εξήγαγε .
16 . Το Δικαστήριο έκρινε ότι :
"Αν, παρά το κανονιστικό αυτό πλαίσιο, ο αρχικός αγοραστής του αποθεματοποιημένου βουτύρου αποφασίζει να επαναπωλήσει το προϊόν αυτό σε έναν τρίτο με σκοπό την εξαγωγή, αναλαμβάνει με την ενέργειά του αυτή, έναντι του γεωργικού οργανισμού παρεμβάσεως, όλους τους κινδύνους που ένας επιμελής επιχειρηματίας μπορεί και οφείλει λογικά να προβλέψει στο πλαίσιο της μεταβιβάσεως αυτής, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου της καταστρατηγήσεως όσον αφορά το βούτυρο οφειλομένης στην δόλια συμπεριφορά ενός πληρεξουσίου του τρίτου αγοραστή . Το ενδεχόμενο αυτής της συμπεριφοράς δεν ήταν κίνδυνος τον οποίο δεν μπορούσε κατά κανένα τρόπο να προβλέψει ο επαναπωλών, ιδίως υπό τις συνθήκες που εκτίθενται από το εθνικό δικαστήριο . Συνεπώς, η αδυναμία στην οποία βρέθηκε ο επαναπωλών, λόγω της προαναφερθείσας καταστρατηγήσεως, να εξασφαλίσει την πραγματική εξαγωγή του εμπορεύματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξαιρετική και ανώμαλη περίσταση που συγκεντρώνει τα συστατικά στοιχεία μιας περιπτώσεως ανωτέρας βίας ..." ( σκέψη 10 ).
17 . Είναι αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, ( βλέπε τελευταία την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1987, Θεοδωράκης κατά Ελληνικού Δημοσίου, 109/86, Συλλογή 1987, σ . 4319 ) "η έννοια του όρου αυτού ( της ανωτέρας βίας ) πρέπει να καθορίζεται αναλόγως του νομικού πλαισίου εντός του οποίου προορίζεται να αναπτύξει τα αποτελέσματά της" ( σκέψη 6 ).
18 . Στην περίπτωση που μας απασχολεί, όπως ακριβώς και στην υπόθεση 42/79, η νομική κατάσταση χαρακτηρίζεται ακριβώς από τη δυνάμει των σχετικών κοινοτικών κανονισμών επιβληθείσα υποχρέωση στον αγοραστή των εν λόγω γεωργικών προϊόντων να τα εξαγάγει εκτός Κοινότητας . 'Οπως ακριβώς και στην υπόθεση 42/79, η εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής διασφαλίζεται με τη σύσταση ασφάλειας που μπορεί να αποδεσμευθεί, πλην της περιπτώσεως ανωτέρας βίας, μόνο αν γίνει πράγματι η εξαγωγή .
19 . Επομένως, θεωρώ ότι θεμιτώς μπορεί να συναχθεί ότι και εν προκειμένω, αν ο αγοραστής του εν λόγω βοείου κρέατος, αντί να πραγματοποιήσει ο ίδιος την προβλεπόμενη εξαγωγή, την αναθέτει σε τρίτον, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του περί εξαγωγής . Αντιθέτως, εξακολουθεί να φέρει, έναντι του οργανισμού παρεμβάσεως, όλους τους κινδύνους που ένας επιμελής επιχειρηματίας μπορεί και οφείλει λογικά να προβλέπει και συνεπώς πρέπει να ευθύνεται για κάθε δόλια συμπεριφορά ή κάθε αμέλεια του εν λόγω τρίτου .
20 . Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αγοραστής δεν μεταπώλησε τα εν λόγω προϊόντα, αλλ' απλώς ανέθεσε σε μία επιχείρηση μεταφορών να διασφαλίσει την εξαγωγή τους .
21 . Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η περίπτωση υπαλλήλου των προσφευγουσών εταιριών, ο οποίος εκτρέπει το κρέας από τον προορισμό του ενώ αυτό βρίσκεται στα υπόστεγα ή σε φορτηγό αυτοκίνητο που τους ανήκουν, δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας . Αυτό το ενδεχόμενο δεν είναι καθόλου απρόβλεπτο ούτε εντελώς ακαταμάχητο .
22 . 'Ενα γεγονός, μη δυνάμενο να αποτελέσει περίπτωση ανωτέρας βίας αν συνέβαινε με πρωτοβουλία του ιδίου του αγοραστή του κρέατος, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ούτε ως ασύνηθες και απρόβλεπτο γεγονός, οι συνέπειες του οποίου δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθούν παρ' όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια, αν συνέβαινε με πρωτοβουλία ενός μεταφορέα, ακόμη και ανεξάρτητου από αυτόν, στον οποίο έχει ανατεθεί η μεταφορά με τη μορφή υπεργολαβίας εν αγνοία του .
23 . Κατά την απόφαση Reich ( 3 ), ο επιχειρηματίας πρέπει επίσης να επιδεικνύει επιμέλεια στις σχέσεις του με τον μεταφορέα, διότι είναι μία από τις
"αμέλειες που ένας συνετός εισαγωγέας δεν μπορεί να διαπράττει, είτε με την ευκαιρία της συνάψεως συμβάσεως αγοράς ή μεταφοράς, είτε κατά τη θέση υπό αμφισβήτηση της ευθύνης του μεταφορέα" ( σκέψη 4 της εν λόγω αποφάσεως )
Σχετικά με αυτό η Επιτροπή ορθώς τονίζει ότι, "αν η Terrytrans ( ο μεταφορέας στον οποίο δόθηκε απευθείας εντολή από τις προσφεύγουσες ) ενήργησε στο πλαίσιο της εξουσίας του συνάπτοντας τη σύμβαση υπεργολαβίας, οι προσφεύγουσες οφείλουν επομένως να φέρουν την έμμεση ευθύνη των πράξεων του Charles Ward και του 'εταίρου' του . Αντιθέτως, αν η Terrytrans υπερέβη τα όρια της εξουσίας της αναθέτοντας με υπεργολαβία την επιχείρηση, οι προσφεύγουσες έχουν, επομένως, προφανώς το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της εταιρίας αυτής ".
24 . Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει αρνητικά στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα και να αποφανθεί ως εξής :
"Το γεγονός ότι ένας αγοραστής βοείου κρέατος προερχόμενου από τα αποθέματα της παρεμβάσεως και προοριζόμενου να εξαχθεί δεν μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωσή του περί εξαγωγής λόγω απάτης και/ή αμέλειας ενός ανεξάρτητου μεταφορέα, στον οποίο ανατέθηκε με υπεργολαβία εν αγνοία του η μεταφορά των εμπορευμάτων, δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού 1687/76 της Επιτροπής ".
25 . Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημά του το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, απαιτεί απλώς ο οργανισμός παρεμβάσεως να καθορίζει το ύψος της ασφάλειας που καταπίπτει βάσει της ποσότητας που δεν έχει εξαχθεί και μόνο ή αν η αρχή αυτή απαιτεί αντιθέτως τη λήψη υπόψη και άλλων παραγόντων, όπως αυτοί που απαριθμούνται υπό στοιχείο γ ) του ερωτήματος αυτού .
26 . Κατά πάγια νομολογία, και τελευταία την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1987, Roquette Freres κατά Office national interprofessionnel des cereales, 47/86, Συλλογή 1987, σ . 2889 ):
"Για να μπορέσει να διαπιστωθεί αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέσα που εφαρμόζει είναι κατάλληλα για την επίτευξη του στόχου στον οποίο αποβλέπει και μήπως τα μέσα αυτά βαίνουν πέρα του απαραιτήτου για την επίτευξή του" ( σκέψη 19 ).
27 . Επομένως, η αρχή αυτή απαιτεί όπως η κύρωση της μη εκπληρώσεως μιας κοινοτικής υποχρεώσεως μη υπερβαίνει τα προσήκοντα και αναγκαία όρια προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος .
28 . Εν προκειμένω, όπως προκύπτει και από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη των κανονισμών 1929/82 και 2534/82 της Επιτροπής, ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν η διάθεση των κρεάτων που είχαν στην κατοχή τους, σε σημαντικές ποσότητες, ο γαλλικός και ο ιρλανδικός οργανισμός παρεμβάσεως σε ορισμένες τρίτες χώρες όπου υπήρχαν αγορές διαθέσεώς τους, αυτό δε προκειμένου να αποφευχθεί η παράταση της αποθεματοποιήσεως λόγω του υψηλού κόστους που προέκυπτε από αυτήν . Τα κρέατα που πωλούνταν προς το σκοπό αυτό προορίζονταν ρητώς για εξαγωγή και ακριβώς, για να διασφαλιστεί η τήρηση της υποχρεώσεως προς εξαγωγή, έχει προβλεφθεί η σύσταση ασφαλείας .
29 . 'Οπως ορθώς τονίζει η ιρλανδική κυβέρνηση, αν μια δεδομένη ποσότητα του κρέατος αυτού, η οποία επιπλέον έχει αποκτηθεί σε ευνοϊκή τιμή, δεν εξάγεται, επανέρχεται συνήθως στην κοινοτική αγορά και καταλαμβάνει στην εν λόγω αγορά τη θέση ισοδύναμης ποσότητας κρέατος η οποία, με τη σειρά της, θα διοχετευθεί στην παρέμβαση .
30 . Κατά πάγια νομολογία επίσης, η οποία αναφέρεται στην απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1986 ( Maas κατά ΒΑLΜ, 21/85, Συλλογή 1986, σ . 3537 ), "αν οι εν λόγω υποχρεώσεις ... πρέπει να θεωρηθούν ως κύριες υποχρεώσεις, η τήρηση των οποίων έχει θεμελιώδη σημασία για την καλή λειτουργία ενός κοινοτικού συστήματος ... η παράβαση ( τους ) ... μπορεί να τιμωρηθεί με την πλήρη απώλεια της εγγύησης χωρίς αυτό να συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ..." ( σκέψη 15 ).
31 . Επομένως, στο πλαίσιο της εν λόγω ρυθμίσεως στην προκειμένη περίπτωση, η απώλεια της ασφάλειας κατ' αναλογία της μη εξαχθείσας ποσότητας δεν είναι βεβαίως δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο .
32 . Το άρθρο 13, παράγραφος 5, του κανονισμού 1687/76 προβλέπει εξάλλου ρητώς το ενδεχόμενο αυτό .
33 . Αντιθέτως, δεδομένου ότι η υποχρέωση προς εξαγωγή έχει θεμελιώδη σημασία, η αρχή της αναλογικότητας δεν απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη άλλες θεωρήσεις, εξαιρέσει φυσικά των περιπτώσεων ανωτέρας βίας που συνοδεύονται από οριστική απώλεια του εμπορεύματος κατά τις οποίες, αληθώς, δεν τίθεται θέμα αναλογικότητας, η δε ασφάλεια πρέπει κατά πάσα περίπτωση να αποδεσμεύεται ολοσχερώς .
34 . Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα ως εξής :
"'Οταν ένας επιχειρηματίας έχει αναλάβει την υποχρέωση να εξαγάγει ορισμένη ποσότητα βοείου κρέατος και παραλείπει να εξαγάγει μέρος αυτής, η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται καταλλήλως αν η ασφάλεια αποδεσμεύεται κατ' αναλογία της εξαχθείσας ποσότητας . Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, το υπόλοιπο της ασφάλειας δεν πρέπει να αποδεσμεύεται, ανεξάρτητα οποιασδήποτε άλλης εκτιμήσεως" .
(*) Μεταφράστηκε από τα γαλλικά .
( 1 ) Κανονισμός 1929/82 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1982, περί πωλήσεως σε προκαθορισμένη κατ' αποκοπή τιμή ορισμένων αποστεωμένων κρεάτων βοοειδών που ευρίσκονται στην κατοχή του γαλλικού και του ιρλανδικού οργανισμού παρεμβάσεως και προορίζονται για εξαγωγή ( ΕΕ L 209 της 17.7.1982, σ . 34 ) και κανονισμός 2534/82 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, με τον ίδιο τίτλο ( ΕΕ L 271 της 21.9.1982, σ . 6 ).
( 2 ) Κανονισμός 2675/80 της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 1980, περί τροποποιήσεως του κανονισμού ΕΟΚ αριθ . 1687/76 "περί καθορισμού των κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρήσεως και/ή του προορισμού των προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση" ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/031, σ . 52 ).
( 3 ) Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1975, Rειγθ jatae Ηαυπτ'ομμαντ Lαξδαυ, 64/74, Rεγ . 1975, rr . 261 jai 267 .
Full & Egal Universal Law Academy